Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Ενωτικοί και Ανθενωτικοί


                       



              Την περίοδο που μεσολαβεί ανάμεσα στην ανάκτηση της Πόλης το 1261 και την άλωση από τους Τούρκους, το κυρίαρχο ζήτημα θα είναι η Ένωση των Εκκλησιών. Η προφανής αδυναμία της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας και η αναζήτηση βοήθειας  υπαγόρευε στους αυτοκράτορες τη συνέχιση της πολιτικής της ένωσης,  ενώ από την άλλη, η Ρώμη και ο Πάπας  έθεταν ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε βοήθεια την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας.
                                    
        

             Ενωτικοί και Ανθενωτικοί
 του Θάνου Δασκαλοθανάση



                                      Οι θεολογικές –δογματικές διαφορές

         Για του ιερωμένους και τους Θεολόγους η ένωση ήταν κάτι αδύνατο, πέρα και πάνω από τις δυνάμεις τους. Οι δυο εκκλησίες απέκλιναν ως προς τη Θεολογία, τη Θεία Λειτουργία αλλά και ως προς το πρακτικό μέρος. Για τους Βυζαντινούς οποιαδήποτε αλλαγή στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ήταν απορριπτέα. Η πρωτοκαθεδρία της εκκλησίας της Ρώμης σύμφωνα με την εντολή του Αγίου Πέτρου, ερχόταν σε αντίθεση με την Ανατολική αρχή της Πενταρχίας, των πέντε δηλαδή Πατριαρχείων. Το καθαρτήριο των ψυχών ήταν για την Ανατολική εκκλησία μια αλαζονική συμπεριφορά. Στο τυπικό της Λειτουργίας το θέμα ήταν αν ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας θα έπρεπε να περιέχει προζύμι ή να είναι άζυμος. Η επίκληση προς το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιαστούν ο άρτος και ο οίνος, ήταν σημαντική για την Κωνσταντινούπολη και αδιάφορη για τη Ρώμη.  Διαφωνίες υπήρχαν και για το γάμο των ιερέων. Η χρήση δυο διαφορετικών γλωσσών, η γεωγραφική απόσταση και βέβαια το επίσημο σχίσμα του 1054 είχαν διασπάσει την ενότητα της χριστιανοσύνης, με τις δυο εκκλησίες να πορεύονται σε διαφορετικούς δρόμους.
                                        



                                            Ενωτικοί και Ανθενωτικοί

          Ο κόσμος στο σύνολό του από το 1261 και μέχρι την Άλωση θα διχαστεί. Πρώτοι από όλους οι λόγιοι και οι διανοούμενοι που η γνώμη τους είχε βαρύνουσα σημασία. Μερικοί ήταν τόσο πιστοί στην Εκκλησία που τους ήταν δύσκολο να υποστηρίξουν την ένωση. Πολλοί όμως φιλόσοφοι ήταν έτοιμοι να δεχτούν τα πρωτεία της Ρώμης, βάζοντας πάνω από όλα την ενότητα της χριστιανοσύνης, με την προϋπόθεση  να μη θιχτεί η ορθόδοξη πίστη. Οι φιλόσοφοι αυτοί είχαν επισκεφτεί την Ιταλία, είχαν γοητευτεί από τον ιταλικό πολιτισμό και βλέποντας τα πράγματα με μια προοδευτική ματιά ήταν θετική στην ένωση, αλλά και στην ιδέα της συγχώνευσης του βυζαντινού και του ρωμαϊκού πολιτισμού.
            Οι ιθύνοντες η άρχουσα τάξη βρίσκεται και αυτή σε δίλημμα. Η πλειοψηφία θα συνταχτεί με τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων για τη χάραξη  μιας ρεαλιστικής πολιτικής προσέγγισης με τη Δύση, ιδιαίτερα κατά την Παλαιολόγεια περίοδο και την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας. Υπήρχαν βέβαια ανάμεσά τους και αντίθετες γνώμες, όπως ήταν η περίπτωση του αξιωματούχου Λουκά Νοταρά.
          Η γνωστή φράση του Νοταρά  <<ότι προτιμά να δει στην Πόλη το τουρκικο καφτάνι παρά την λατινική τιάρα» περιγράφει τα αισθήματα του λαού, αλλά και την άποψη που υπήρχε σε αρκετούς  ότι η υποτέλεια στο Σουλτάνο  θα ήταν προτιμότερη, θα έδινε τη δυνατότητας για γρήγορη επανάκαμψη και ανασύσταση του κράτους. Λαός και κλήρος και οι μοναχοί βέβαια ήταν σφοδροί πολέμιοι της Ένωσης. Θυμούνταν τα πρόσφατα γεγονότα και τα παθήματα των προγόνων τους. Το 1204 είχε ανοίξει βαθιές πληγές και είχε δημιουργήσει έχθρες και μίση.  Για τους Ορθόδοξους, η Ένωση αποτελούσε  ηθικό ατόπημα, πολύ χειρότερο από την οποιαδήποτε καταστροφή μπορούσαν να πάθουν.
        Θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε ότι ο  Λουκάς Νοταράς και οι Ανθενωτικοί. δεν υπήρξαν  σύμμαχοι των Τούρκων Οι Ανθενωτικοί ήσαν κατά της υποταγής  στον Πάπα, αλλά δεν ήσαν φιλότουρκοι. Και κατά την περίοδο της Αλώσεως έμειναν στην Πόλη και την υπεράσπισαν κατά των Τούρκων και δεν ζήτησαν καταφύγιο αλλού. 
         Ο ίδιος ο Λουκάς Νοταράς κατά τον  Στήβεν Ράνσιμαν («Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», σ. 151) πολέμησε ηρωικά. «Με τις εφεδρείες του στάλθηκε να βοηθήσει στην άμυνα, που ήταν καλά οργανωμένη στις ακτές». Εξ άλλου, δύο γιοι του Νοταρά έπεσαν μαχόμενοι στις επάλξεις μαζί με τον αυτοκράτορα. Η πραγματικότητα όμως επεφύλασσε στον δυστυχή πατέρα ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία με τις μεθοδεύσεις του Σουλτάνου που εξωθούν τον Νοταρά να θυσιάσει και το μικρό του γιο  και το γαμπρό του και βέβαια τον ίδιο του τον εαυτό, για να μην ντροπιάσει την τιμή και την πίστη του.
      Ο Στήβεν Ράνσιμαν δικαιώνει τους Ανθενωτικούς, ως ρεαλιστές και νηφάλιους εκτιμητές της κατα­στάσεως: «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, που είχαν απορρίψει την δυτική βοήθεια, η οποία υπό τις καλύτερες συνθήκες θα είχε διασώσει ένα μικρό τμήμα του ορθοδόξου εδάφους και η οποία περιελάμβανε την έ­νωση της Εκκλησίας με την Ρώμη και κατά συνέπεια την επέκταση των διαιρέσεων εντός της Εκκλησίας, δικαιώθηκαν. Η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατηρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού»!
        Η ιδεολογική αυτή αντίθεση (Ενωτικών-Ανθενωτικών), προσδιοριζόμενη -όπως είπαμε- από την στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρφωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοτα­ράς, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο όμως περιεχόμενο. Tηρουμένων των αναλογιών το δίπολο αυτό Ανατολή και  Δύση κατατρέχει μέχρι σήμερα την ελληνική κοινωνία, αφού έχει περάσει από διάφορες φάσεις: Aνατολικοί – Δυτικοί, Βασιλικοί – Βενιζελικοί, Ευρωπαϊστές – Αντιευρωπαϊστές.
           Η τραυματική εμπειρία της άλωσης από τους Δυτικούς  είχε σαν αποτέλεσμα την αφύπνιση και κατόπιν την  ομογενοποίηση της πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητας την Ελλήνων. Τώρα πια, αυτήν την ταυτότητα θα ήταν δύσκολο να την απεμπολήσουν στο όνομα μιας ένωσης με τη Δύση, που αντιπροσώπευε  κάτι το ξένο και διαφορετικό.
         Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν δύσκολο για κάθε αυτοκράτορα να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση για ένωση, η οποία εύκολα εξαγγελλόταν  και δύσκολα θα υλοποιούταν. Αλώστε ακόμα και στους κύκλους των Ενωτικών και των αυτοκρατόρων υπήρχε η αμφιβολία κατά ποσό η Δύση θα έστελνε μια ικανή βοήθεια να αναχαιτίσει την τουρκική προέλαση. Εκείνο που επιθυμούσαν περισσότερο ήταν μια χαλαρή ένωση στη βάση μιας πολιτικής συνεργασίας, χωρίς την υποταγή της Εκκλησίας και την αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.



 Η τρίτη τάση 

 
         Στην Κωνσταντινούπολη όπου κυριαρχούσε το δίπολο Ενωτικών –Ανθενωτικών υπήρχε και μια τρίτη τάση που καταβαραθρώθηκε και εξαφανίστηκε, καθώς βρέθηκε ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά των δύο μονομάχων. Ήταν εκείνοι από την αριστοκρατία, την Εκκλησία και το λαό που πίστευαν ότι και οι Δυτικοί και οι Οθωμανοί την κυριαρχία πάνω στο Βυζάντιο επιζητούσαν. Ως λύση προέβαλλαν τη συνεννόηση των ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής και τη δημιουργία ενός ισχυρού βαλκανικού μετώπου, ικανού να αντιμετωπίσει την οθωμανική καταιγίδα και να αντισταθεί στη δυτική διείσδυση.
          Στα 1363, βυζαντινή αντιπροσωπεία, έχοντας επικεφαλής τον σοφό πατριάρχη Κάλλιστο Α΄, αφού έκανε μια στάση στο Άγιον Όρος για προσκύνηση, επισκέφτηκε τις Σέρρες, έδρα της Βασίλισσας των Σέρβων Ελισσάβετ, χήρα του Στέφανου Ντουσάν. Σκοπός των συνομιλιών ήταν η δημιουργία μεγάλης βυζαντινοσερβικής συμμαχίας που θα ήταν πόλος έλξης και για τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς. Οι συνομιλίες συνεχίζονταν το 1364 και προχωρούσαν ελπιδοφόρα, αλλά ο πατριάρχης χτυπήθηκε από λοιμώδη αρρώστια και πέθανε. Οι υπόλοιποι της αντιπροσωπείας επέστρεψαν στην Πόλη όπου ο λαός τραγουδούσε:
 
 
“Έχουμε, ω Αρχιερείς, δύο εχθρούς μεγάλους, τους Τούρκους και τους Ιταλούς, τους φίλους τους μεγάλους.
Οι μεν να κυριεύσωσιν θέλουν την βασιλείαν, οι δε να υποτάξωσιν ημών την εκκλησίαν”.

 
        H τρίτη τάση άντεξε ως το 1389. Στις 15 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, δόθηκε η μεγάλη μάχη του Κοσσυφοπεδίου ανάμεσα στους Οθωμανούς και στους συνασπισμένους Σέρβους. Ο Σέρβος πατριώτης Μίλος Όμπλιτς ξέφυγε της προσοχής των φρουρών του Σουλτάνου, χώθηκε στη σκηνή του Μουράτ Α΄ και τον σκότωσε. Ο γιος του νεκρού, Βαγιαζήτ ανακηρύχθηκε σουλτάνος επιτόπου, νίκησε τους Σέρβους, αιχμαλώτισε και αποκεφάλισε τον ηγεμόνα Λάζαρο. Έτσι η παμβαλκανική κίνηση εκφυλίστηκε και η προσπάθεια για μια ορθόδοξη σταυροφορία σταμάτησε οριστικά. Ο ανταγωνισμός των Ενωτικών που έβλεπαν στην ένωση των εκκλησιών το σωτήριο ανάχωμα μπροστά στην οθωμανική επέλαση και των ανθενωτικών που πολεμούσαν αυτήν την προσπάθεια, οξύνθηκε με την πάροδο του χρόνου και δίχασε τους Βυζαντινούς, δημιουργώντας δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα φανατικών.

1 σχόλιο:

  1. Η μη,μέχρι τώρα,επανένωση,βαρύνει όλους μας,ορθοδόξους,και,καθολικούς.Ο Χριστός,συνιστά,''να είστε ενωμένοι,και,να τηρείτε,όσα ακούσατε,από μένα.Χρειάζεται,υπέρβασης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή