Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

ΦΛΑΝΤΑΝΕΛΑΣ (20ή Ἀπριλίου 1453)

 
 
 
 
 
«Διηγήματα»

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου


               Στὰ τείχη ἔφεραν τὶς ἅγιες εἰκόνες καὶ μιὰ γριὰ τυφλή, ἀκολουθῶντας,μὲ λαχτάρα τήν ἀνθρωποπλημμύρα, ἦρθε κι ἐκείνη νὰ ἰδῆ μὲ τὰ ξεναμάτια. ῾Ο αὐτοκράτωρ τῆς ἔκαμε τόπο, χωρὶς νὰ σηκώση τὰ μάτια του ἀπὸ τὴ θάλασσα.
             Σιωπὴ νεκρική !Θαρρεῖς και ὁ Ἀετός ὁ ὑψηλότερος της ᾽Ασιας λόφος ψήλωσε ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ ἰδῆ τὴν παράξενη ναυμαχία ἑνος στόλου ὁλόκληρου μὲ τέσσερα καράβια.Τὸ πρῶτο βασιλικὸ καράβι μέ τὴ σημαία, ποὺ τὴ στόλιζε ἕνας δικέφαλος ἀετός πρῶτο πρῶτο θέλει νὰ προχωρήση, νὰ περάση τὴν ἀλυσίδα τὴν χοντρὴ τοῦ κόλπου καὶ νὰ φέρη τροφὴ στὴ κουρασμένη Πόλη.
            Ὁ ἄνεμος ἔπαυσε˙ φύλλο δεν κουνιέται και τα καράβια ἥσυχα στέκονται σά μαρμαρωμένα καὶ καθρεφτίζονται στὴν ἥσυχη θάλασσα.῎Εξαφνα ὁ Σουλεϊμὰν πασὰς ὁρμᾶ μὲ ὅλο τὸ στόλο καὶ τὰ τριγιρίζει. Ὁ κίνδυνος εἶναι μεγάλος. Ὁ περήφανος Σουλτάνος ξέχασε πως βρίσκεται στὴ στεριὰ και προχωρεῖ μὲ τὸ ἄλογό του μέσα στὰ ρηχὰ νερά, νὰ τρέξη ὁ ἴδιος, νὰ βουλιάξη τὰ καράβια μὲ τὴ χριστιανικὴ σημαία.Δίνει διαταγές, κεραυνούς.
           Τελείωσε. Θὰ χαθοῦν τά παλικάρια ! Δεμένα τὰ καράβια χεροπόδαρα,ἔπρεπε νὰ ξεχάσουν, πὼς εἶναι θαλασσινὰ καὶ να γίνη στεριανὸς ὁ πόλεμος.Στὰ τείχη ὁ λαός μὲ μιὰ ἀναπνοή, μὲ μιά εὐχή, μὲ ἕνα ὅνειρο ἀκολουθεῖ μὲ λαχτάρα καὶ προσεύχεται.
             Προσεύχεται καί ὁ βασιλεύς καὶ δέ δίνει διαταγές, ἀστροπελέκια.Ξεύρει τὰ παλικάρια του.Καὶ ἡ γριὰ προσεύχεται κι ἐκείνη καὶ κλαίει. ᾽Απὸ κάτι μισάλογα ἀκολουθεῖ τὸ μεγάλο τὸ κακὸ καὶ παρηγοριέται πώς βλέπει.Οἱ Τοῦρκοι ἔφεραν φωτιὰ κι ἄρχισε νὰ καίεται το βασιλικό καράβι.


             Καὶ ἄλλοι ὀρμοῦν σάν ἀστραπές, μέσα στὰ ἄλλα τὰ καράβια.Τότε ὁ κυβερνήτης Φλαντανελὸς χώρισε δύο το ναυτικό του. Οἱ μισοὶ στὰ κατάρτια, μὲ τὸ ἕνα χέρι νὰ χύνουν νερό καὶ νὰ σβήνουν τῆ φωτιά με το ἄλλο νὰ χύνουν ὑγρὴ φωτιά καὶ νὰ καῖνε τὰ ἐχθρικὰ καράβια.Καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ να πολεμοῦν στῆθος μέ στῆθος, σπρώχνοντας τοὺςΤούρκους, ποὺ ἤθελαν νὰ πηδήσουν μέσα.
           Μεγάλη ἐκατόμβη. ῾Εκατοντάδες χάνει ἀνώφελα ὁ Σουλεϊμὰν πασὰς καὶ ἀφρίζει ὁ Σουλτάνος καὶ δείχνει τὸ χρυσό του ρόπαλο ἀγριεμένος καὶ ὁ κάθε ναύτης χύνεται στὸ θάνατο, γιατί ξέρει, πὼς τοὺς περιμένεικατόπι θάνατος πολύ βασανισμένος.
            Καὶ ὁ οὐρανὸς γαλανός, ἡ θάλασσα λάδι. Ἀνοίγει τά χίλια στόματά της ἄθελα καὶ καταπίνει τὰ πτώματα χωρίς ὅρεξη.
            Στὰ τείχη τὴ νεκρικὴ σιωπὴ ἀκολούθησε βοὴ μεγάλη.Τῆς γρὶάς τὰ στήθη τὰ ξέσχιζε τὸ ἀναφυλητό. Δὲν μπορεῖ νὰ ξεδιαλύνη τί γίνεται γύρω της καὶ τραβᾶ τὸ πλατύ μανίκι τοῦ πλαγινοῦ της καὶ ρωτᾶ ὄλη λαχτάρα
           :- ᾽Αδέλφι, τί γίνεται ἐκεῖ κάτω, δὲν ἔχω μάτια νὰ ἰδῶ
               .- Τί γίνεται; ῾Ο Σταυρός, μάνα, ἐκαενε τὸ Θαῦμα του. ῾Ο Φλανταντελὰς πέρασε τὴν ἁλυσίδα.
             - Δοξασμένο, τ’ ὄνομα του ! ῾Η γριὰ κλονίστηκε˙ ὁ ξένος τὴ στήριξε.Ἀκούστηκαν ψαλμοὶ καὶ ἔφεραν στα χέρια τόν Φλαταντέλα μὲτὰ παλικάρια του καὶ μὲ τοὺς γενναίους τῶν ἄλλων καραβιῶν, ποὺ πολέμησαν, σὰ νὰ κινδύνευε ἡ δική τους πατρίδα.
                Ὁ κυβερνήτης, γελαστός, γύρισε καὶ εἶδε τὴ θάλασσα κι ἔτρεξε στὸ βασιλέα του μὰ ἕξαφνα βλέπει τῆ μάνα τοῦ ἀκουμπισμένη ἐπάνω στο βασιλέα.
                - ῾Η μάνα μου ! φώναξε. Ὁ αὐτοκράτωρ χαμογέλασε ἐνῶ τὸν ἀγκάλιαζε.- ῎Ε ! Ἑσὺ στήριξες γιὰ λίγο τὴν Πόλη κι γώ τὴ μανούλα σου. ῾Ελληνικό αἷμα βράζει μέσα μας. Δεν πέφτει ἀκόμα ἡ Πόλη, μὲ τέτοια παιδιά, δὲν πέφτει !
 
«Διηγήματα»

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου