Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Η Βυζαντινή Παράδοση της Κάτω Ιταλίας

Ελληνο-ορθόδοξη – βυζαντινή παράδοση της Κ. Ιταλίας (Καλαβρίας – Σικελίας).
 
 
 
Του Παναγιώτη Σ. Μαρτίνη, Δρ. θ., τ. Σχολ. Συμβούλου
           
 
 
 
 
             Όταν γίνεται λόγος για την Κ. Ιταλία, ο νους συνήθως πηγαίνει σ’ αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «Μεγάλη Ελλάς» (Magna Grecia), γιατί εκεί οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν πλήθος αποικιών με μεγάλο πολιτισμό. Άλλωστε και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τα ίχνη του πολιτισμού που άφησαν οι πρόγονοί μας, από ερείπια ναών, πόλεων και άλλων στοιχείων, που με επιμέλεια διατηρούνται και προβάλλονται. Ακόμη και οι δρόμοι της Τρινακρίας, όπως ονομάζει ο Όμηρος τη Σικελία, φέρουν τα ονόματα Ελλήνων φιλοσόφων, ποιητών και ιστορικών. Είναι γνωστόν ότι η Μ. Ελλάδα γεωγραφικά περιελάμβανε τρεις περιοχές της Ν. Ιταλίας: Την Απουλία (Grecia Salentina), την Καλαβρία (Grecia Calabria) και το νησί της Σικελίας.
              Σκοπός μας, σε όσα στη συνέχεια θα αναφερθούν, είναι να παρουσιάσουμε το χριστιανικό και ιδιαίτερα το ελληνορθόδοξο, βυζαντινό, παρελθόν της μεσημβρινής Ιταλίας, που μέχρι πρότινος είχε αγνοηθεί. Σήμερα γίνονται αξιόλογες προσπάθειες να έλθει στο «φως» αυτό το πλούσιο βυζαντινό παρελθόν.
            Ο χριστιανισμός διαδόθηκε στην Ιταλική Χερσόνησο, όπως είναι γνωστόν, από την αποστολική εποχή. Την ίδια περίπου περίοδο, τον 1° μ.Χ. αι., ιδρύεται και η Εκκλησία της Σικελίας από τους μαθητές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, Παγκράτιο, επίσκοπο Ταυρομενίου (σημ. Ταορμίνας), Μαρκιανό Συρακουσών και Βιτάλιο, επίσκοπο Κατάνης. Και βέβαια ο ελληνισμός της Κ. Ιταλίας βοήθησε, ιδιαίτερα με τη γλώσσα, στη γρήγορη εξάπλωση του χριστιανισμού, αφού η ελληνική γλώσσα δεν σταμάτησε να χρησιμοποιείται σ’ αυτές τις περιοχές στις αλλεπάλληλες κατακτήσεις τους από Ρωμαίους, Άραβες, Γερμανούς, Λογγοβάρδους και Νορμανδούς. Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε η γλώσσα του λαού και, όταν αργότερα, ως επίσημη, καθιερώθηκε η λατινική. Έτσι η ελληνική γίνεται και η γλώσσα της Εκκλησίας, που αργότερα, αφού συνδεθεί και με το βυζαντινό τυπικό, για αιώνες αυτά τα δύο στοιχεία θα σφραγίσουν το ελληνορθόδοξο παρελθόν της Ν. Ιταλίας, ιδιαίτερα μάλιστα αυτό της Καλαβρίας και Σικελίας.
               Στη διατήρηση της γλώσσας και όλων εκείνων των στοιχείων, που συνθέτουν ως ουσία και παράδοση, την ορθόδοξη Ανατολή, συνέβαλε ο μοναχισμός, που εξελίχθηκε πολύ γρήγορα και δυναμικά στην Κ. Ιταλία. Όταν ο Μ. Αθανάσιος στο διάστημα της εξορίας του στη Δύση έγινε ο εισηγητής του μοναχισμού, στην Κ. Ιταλία και ιδιαίτερα στη Σικελία αναφέρεται η ύπαρξη μοναχών1.
            Αλλά και μέχρι τον 11° αι. πολλοί Έλληνες μοναχοί επισκέπτονται την Ιταλία, μετακαλούμενοι από τον ίδιο τον πάπα, αφού η Εκκλησία παρέμενε ενωμένη και πολλοί πάπες ήσαν ελληνικής καταγωγής.
 
H Kατόλικα, βυζαντινός ναός του 10ου αιώνος. Βρίσκεται στο Στύλον και είναι το καλύτερα διατηρημένο βυζαντινό μνημείο της Κάτω Ιταλίας
 
               Όταν το 534 μ.Χ. ο στρατηγός Βελισάριος θα ανακαταλάβει το «θέμα» της Κ. Ιταλίας, τότε θα ενισχυθεί σημαντικά το ελληνικό στοιχείο, καθώς και ο μοναχισμός με τη βυζαντινή του παράδοση, που θα συμβάλει στην οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής και διοίκησης. Έτσι έχουμε τη δημιουργία πολλών Μητροπόλεων και Επισκοπών, καθώς και μονών, λαυρών και σκήτεων. Και η ενίσχυση αυτή θα συνεχιστεί, όταν θρησκευτικές και εθνικές περιπέτειες θα αναγκάσουν ένα πλήθος μοναχών να εγκαταλείψουν την ορθόδοξη Ανατολή για να έλθουν στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Καλαβρία και Σικελία. Ο μονοφυσιτισμός, το Ισλάμ και αργότερα η Εικονομαχία (717-843 μ.Χ.) θα δημιουργήσουν αυτό το ρεύμα της εισόδου των Ελλήνων μοναχών στην Κ. Ιταλία.
              Σύμφωνα με τους ιστορικούς, μόνο κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, δηλ. σε διάστημα 120 ετών, 50.000 μοναχοί κατέφυγαν στη Δύση και ιδιαίτερα στις δύο ελληνόφωνες περιοχές, την Καλαβρία και Σικελία. Οι μοναχοί αυτοί στις νέες τους πατρίδες δεν ήλθαν με άδεια χέρια, θα μεταφέρουν, εκτός από το εκκλησιαστικό τους φρόνημα και ήθος, την ασκητική τους παράδοση και παιδεία, ένα θησαυρό ολόκληρο από «κτητορικά, λειτουργικά και μοναστηριακά τυπικά, αγιολογικά, υμνολογικά και εκκλησιαστικά κείμενα, πολλά και πολύτιμα χειρόγραφα, πάμπολλες εικόνες και ιερά λείψανα αγίων»2. Δεν θα ήταν υπερβολή να ονομάσει κανείς αυτή την περίοδο πρόδρομο της Αναγέννησης, που θα συντελεστεί στη Δύση, ύστερα από αιώνες.
                Όμως, η Κ. Ιταλία θα βρεθεί στο φυσικό και εκκλησιαστικό της περιβάλλον όταν το 732/33 ο αυτοκράτορας Λέων Γ ο Ίσαυρος, θα την προσαρτήσει πνευματικά και διοικητικά στο πατριαρχείο της Κων/λεως, αντιδρώντας στην εικονόφιλη θέση του πάπα. Άλλωστε εναντίον αυτής της πολιτικής του Λέοντα αντέδρασαν, μαζί με την Ελλάδα, η Καλαβρία και η Σικελία.
           Δυστυχώς, οι αλλεπάλληλες επιδρομές και κατακτήσεις των Αράβων και των Σαρακηνών, οι οποίοι ήδη απ’ τον 9° αι. έχουν κατακτήσει τη Σικελία και λυμαίνονταν τα παράλια της Καλαβρίας θα δημιουργήσουν σιγά-σιγά την αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου, καθώς και των μοναστικών κέντρων, που είχαν γνωρίσει μεγάλη άνθιση και ασκήτευσαν σ’ αυτά ονομαστοί αββάδες.
             Και η απειλή συνεχίζεται όταν τον 10° αι. εισβάλλουν από βορρά οι Γερμανοί. Ο Γερμανός ηγεμόνας Όθων Α’ (936-973), αφού έγινε κύριος της Ρώμης, έφτασε λεηλατώντας μέχρι την Καλαβρία.
             Και φτάνουμε στο τελευταίο και τελικό κτύπημα που δόθηκε από τους Νορμανδούς τον 11° αι. Οι νέοι κατακτητές «από τυχοδιώκτες γίνονται κύριοι της Κ. Ιταλίας και Σικελίας, εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές δυσκολίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και φτάνουν μέχρι την Νεάπολι και ιδρύουν το βασίλειο των δύο Σικελιών ή της Νεαπόλεως»3. Πιστοί στον πάπα οι Νορμανδοί, με σκοπό να νομιμοποιήσουν την κυριαρχία τους έσπευσαν να δώσουν όρκο πίστεως σ’ αυτόν και να του υποσχεθούν ότι θα υποτάξουν στην Αγία Έδρα «το δουκάτο της Απουλίας και της Καλαβρίας, καθώς και το μελλοντικό δουκάτο της Σικελίας». Έτσι, προσπάθησαν να εκλατινίσουν την εκκλησιαστική ζωή και οργάνωση των ελληνορθόδοξων αυτών περιοχών με την τοποθέτηση λατίνων επισκόπων. Με τον τρόπο αυτό άνοιξαν τις πύλες στους Λατίνους και πλήθος Βενεδικτίνων μοναχών εισέβαλε για τον πλήρη εκλατινισμό κλήρου και λαού. Και ο χρόνος συνεχώς κυλάει σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, η παρακμή του οποίου θα ολοκληρωθεί, όταν η Ν. Ιταλία θα αποκοπεί από το πατριαρχείο Κων/λεως μετά τη Φραγκοκρατία (1204).
          Και αρχίζει η αντίστροφη κίνηση. Μοναχοί κι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Κ. Ιταλίας μεταναστεύουν στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο. Στην Πάτρα και στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν κοινότητες Καλαβρών, όπως μαρτυρούν τα τοπωνύμια Χαλανδρίτσα, Καλάβρι(υ)τα, Καλαβρούζα, Φραγκαβίλλα κ.α. Τα πιο πολλά μοναστήρια περιήλθαν στους Ελληνόρρυθμους (Ουνίτες) Καθολικούς, οι οποίοι στη λατρεία διατήρησαν την ελληνική γλώσσα και το βυζαντινό τυπικό για λόγους προσηλυτιστικούς.
          Τέλος, το 1579 ο πάπας οργάνωσε ένα τάγμα, αυτό των «βασιλειανών», με σκοπό να υπαγάγει σ’ αυτό όλους τους Έλληνες μοναχούς της Ν. Ιταλίας. Στο τάγμα αυτό ανήκουν και οι μοναχοί της ελληνόρρυθμης μονής της Κρυπτοφέρρης (Grottaferrata), λίγο έξω από τη Ρώμη, που κρατάει στη λατρεία το βυζαντινό -ορθόδοξο τυπικό και την ελληνική γλώσσα.
 
 
          Από τα προηγούμενα διαπιστώνουμε ότι η Κ. Ιταλία ήταν γεμάτη από μοναστήρια, σκήτες και ασκηταριά, ήταν, πράγματι, ένα κομμάτι της βυζαντινής Ανατολής στη Δύση. Τα πάμπολλα μοναστήρια, οι λαύρες και οι σκήτες, που ακόμη διασώζονται, έστω και ως ερείπια, μαρτυρούν τη βυζαντινή -ελληνική της παράδοση. Ο Πέτρος Ροδοτάς, καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και επίσκοπος των Ελληνορρύθμων της Καλαβρίας (1735) στο έργο του, Dell’ origine del rito Greco in Italia (Περί της προελεύσεως του ελληνικού ρυθμού στην Ιταλία), ανεβάζει τον αριθμό των ελληνικών μοναστηριών που υπήρχαν στο βασίλειο της Νεάπολης σε 1.500. Στην εισαγωγή δε του ίδιου έργου του αναφέρει: «… έχουμε έναν εξαιρετικό αριθμό ελλήνων-μοναχών, που υπήρξαν αντικείμενο κοινού θαυμασμού, και που κράτησαν πάνω τους τα βλέμματα ολόκληρων επαρχιών για την αυστηρότητα της ζωής, για τη φήμη της αρετής και για τα καταφανή παραδείγματα προτροπής προς το καλό… Υπήρξαν τα φώτα της μοναστικής διδασκαλίας και πειθαρχίας στην Ιταλία και από τον 8° αι. την λάμπρυναν με την εξαίρετη αγιωσύνη τους…»4. Και στη συνεχεία μας δίνει ένα μακρύ κατάλογο από 76 Έλληνες Αγίους της Κ. Ιταλίας.
             Από το μακρύ αυτό κατάλογο ενδεικτικά θα αναφέρουμε τους πιο ονομαστούς Καλαβρο-Σικελούς αγίους, πολλοί από τους οποίους σχετίστηκαν με την «καθ’ ημάς Ανατολή».
 
               Ονομαστικά είναι: Ο Άγιος Μεθόδιος, πατριάρχης Κων/λεως. Γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας περί το 789 μ.Χ. Ο Άγιος Αθανάσιος, επίσκοπος Μεθώνης, από την Κατάνη της Σικελίας (9ος αι.).
               Ο Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ο πολυγραφότερος των εκκλησιαστικών ποιητών, γεννήθηκε στις Συρακούσες, πιθανότατα το 816 μ.Χ.
                Οι όσιοι Ηλίας ο Σπηλαιώτης, ο Καλαβρός (9ος αι.), Νείλος ο Καλαβρός (10ος αι.), ιδρυτής της μονής της Κρυπτοφέρρης (Grottaferrata), Φαντίνος ο Νέος, ο Καλαβρός (10ος αι.), που πιθανότατα επισκέφθηκε και την περιοχή των Καλαβρύτων, συγκεκριμένα τη μονή της Αγίας Λαύρας, Ιωάννης ο θεριστής (10ος – 11ος αι.), Βαρθολομαίος ο Νέος (10ος – 11ος αι.), συνιδρυτής της μονής της Κρυπτοφέρρης, Λουκάς ο Γραμματικός, επίσκοπος Ασύλων (12ος αι.) και τέλος ο όσιος Βαρθολομαίος του Σίμερι (12ος αι.), ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος «ένθα δια μακρόν χρονικόν διάστημα παρέμεινεν η μνήμη της Μονής του Καλαβρού», κατά τον πατριάρχη Βαρθολομαίο.
              Τελευταία γίνεται μια σημαντική προσπάθεια, τόσο από τους ελληνόφωνους της Κ. Ιταλίας, όσο και από τους εδώ ιστορικούς, βυζαντινολόγους κ.α., ώστε να βγάλουν στο φως όλη αυτή την παράδοση και ιστορία, που για αιώνες παρέμενε κρυμμένη στις διάφορες βιβλιοθήκες της Δύσης. Και αυτό φαίνεται από τις μελέτες που γίνονται, από τις εκδόσεις «βίων» πολλών ιταλοελλήνων αγίων και από τα Ινστιτούτα «Βυζαντινών Μελετών» που ιδρύονται, όπως στη Μπούα (Βονα), Αγ. Σεβερίνα της Καλαβρίας και στο Μαντανίτσι της Σικελίας.
           Τέλος, η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, το Μάρτιο του 2001, στην Κ. Ιταλία σκοπό είχε να ευλογήσει και να ενισχύσει αυτή την προσπάθεια.
Σημειώσεις
  1. Migne, P. L. 23, 48.
  2. Ο όσιος Νείλος ο Καλαβρός, Έκδ. Ι. Κοινοβίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, β’ εκδ., Ορμύλια 2002, σελ. 24.
  3. Βλ. προηγ. σελ. 31, σημ. 37.
4. Tom. II, ρ. 104 – 108.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου