Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Η σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας 1438-1439

 
 
 
Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η' Παλαιολόγος εισέρχεται έφιππος στη Φλωρεντία για τη σύνοδο του 1439, όπου υπογράφηκε η Ενωση των Εκκλησιών. Φλωρεντία, τμήμα νωπογραφίας (περ. 1459-63) του Μπενότσο Γκότσολι στο Παλάτσο Μέντιτσι-Ρικάρντι.

            

Ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, μέλος της βυζαντινής αποστολής στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας υποστήριξε σταθερά την ανυπαρξία συμβιβαστικής λύσης με τους Δυτικούς. Είναι ο μόνος που δεν υπέγραψε τον «όρο» της Ενωσης και γύρω του συσπειρώθηκαν οι ανθενωτικοί.
 

Η σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας 1438-1439

 
            Η άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430 και  ο αποκλεισμός της Πόλης από τους Οθωμανούς έφερε σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τους Βυζαντινούς που βρίσκονταν  μπροστά σε ένα δυσκολαπάντητο δίλημμα : την προσέγγιση και αναζήτηση βοήθειας από τη Δύση που έθετε ως προϋπόθεση την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας ή την άμεση υποταγή στους Τούρκους και την κατοπινή προσπάθεια για ανάκαμψη και επανασύσταση του κράτους.
            Ο μεγαλύτερος γιος του Μανουήλ, Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος ήταν σίγουρος ότι μόνο η βοήθεια από τη Δύση μπορούσε να σώσει την αυτοκρατορία, για αυτό και πίεσε και στράφηκε προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο πάπας, που αποτελούσε ένα ισχυρό κέντρο εξουσίας, αν επιτυγχάνετο η ένωση, θα μπορούσε να παρακινήσει τους Ευρωπαίους για να βοηθήσουν την Πόλη. Η παπική Εκκλησία είχε πάντα ως στόχο την εξάπλωσή  της στην Ανατολή. Τώρα ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ένωσης… Από την άλλη, για να γίνει δεκτή από τον κλήρο και το λαό η ένωση, θα έπρεπε να είναι απόφαση μιας Οικουμενικής (αν αυτό ήταν δυνατό) Συνόδου. Το θέμα μιας Συνόδου άρχισε να συζητείται και τελικά προκρίθηκε, ως ασφαλής επιλογή για τη διεξαγωγή της συνόδου, η Φερράρα της Ιταλίας.
              Η βυζαντινή αντιπροσωπεία, αφού επιβιβάστηκε σε βενετικά πλοία, αναχώρησε στο τέλος του Νοέμβρη του1437 για την Ιταλία. Ήταν η πολυπληθέστερη αντιπροσωπεία στη ιστορία των αποστολών που είχαν φύγει από την Πόλη, με τη συμμετοχή 700 ατόμων κληρικών και λαϊκών,  έχοντας ως επικεφαλής τον αυτοκράτορα αλλά και τον ίδιο τον πατριάρχη Ιωσήφ Β΄. Συμμετείχαν ακόμα ο αδερφός του αυτοκράτορα Δημήτριος, αντιπρόσωποι των υπολοίπων πατριαρχείων, οι επίσκοποι Νίκαιας Βησσαρίων ,Κιέβου Ισίδωρος, Εφέσου Μάρκος Ευεγενικός, αλλά και σπουδαίοι λόγιοι της βυζαντινής διανόησης όπως ο Γεώργιος Σχολάριος, ο Γεώργιος Αμοιρούτζης, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων κά.
            Ο πατριάρχης Ιωσήφ εξοργίστηκε, όταν πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να φιλήσει τα πόδια του Πάπα Ευγένιου Δ΄, όπως όλοι οι αξιωματούχοι και αρνήθηκε να κατέβει από το πλοίο, μέχρι που βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση, καθώς Πάπας και Πατριάρχης χαιρέτησαν απλά ο ένας τον άλλον.
            Οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν στις 9 Απριλίου 1438,  στο μητροπολιτικό ναό της Φερράρας.  Ήταν πολύωρες, έντονες και κοπιαστικές. Τα προβλήματα που είχαν να κάνουν με το γάμο των κληρικών, το καθαρτήριο των ψυχών, προς στιγμήν φαινόταν ότι θα ξεπεραστούν, μέχρι που άρχισε η συζήτηση για το Σύμβολο της Πίστης και το Filioque. Οι βυζαντινοί εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η προσθήκη της φράσης και <<εκ του Υιού>> στο λατινικό σύμβολο της Πίστεως, αναφορικά με την προέλευση του Αγίου Πνεύματος ήταν λανθασμένη. Πέρα από την καθαρά δογματική διάσταση το ίδιο το Filioque σχηματοποιούσε την διαφορά, την έχθρα, και την άρνηση και των δύο πλευρών να υποχωρήσουν . Όλα τα στοιχεία  προμηνούσαν αποτυχία…
                                              

                                         Η σύνοδος μεταφέρεται στην Φλωρεντία
 
             Τον Ιανουάριο του 1439 η σύνοδος θα μεταφερθεί στη Φλωρεντίας εξαιτίας μιας επιδημίας πανώλης αλλά και της έλλειψης χρημάτων. Στην Φλωρεντία η οικογένεια των Μεδίκων αναλάμβανε να στηρίξει την διεξαγωγή της Συνόδου. Οι πολύωρες συζητήσεις και συνεδριάσεις συνεχίζονταν και στην Φλωρεντία με κεντρικό θέμα πάντα το  filioque , άρχισαν να υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των βυζαντινών – ιδιαίτερα ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στο Μάρκο Ευγενικό-, ενώ παρουσιάστηκαν προβλήματα στην επικοινωνία λόγω της διαφορετικής γλώσσας. Τελικώς επήλθε ένας συμβιβασμός με τους Ορθόδοξους να δέχονται ότι το Άγιο Πνεύμα πορεύεται <<δια του Υιού>>, κάτι που οι Λατίνοι θα μπορούσαν να το εκλάβουν ως <<εκ του Υιού>>. Το θέμα των πρωτείων της Ρώμης , που οι επίσκοποι της διεκδικούσαν την υπέρτατη εξουσία έναντι όλων των εκκλησιών, ήταν ένα άλλο σημαντικό θέμα.  Με την ένωση θα υποτάσσονταν οι πατριάρχες του Βυζαντίου στη Ρώμη, κάτι που θα σήμαινε την κατωτερότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που πάντα πρέσβευε την ανατολική θεωρία της Πενταρχίας των Πατριαρχείων. Και στο θέμα αυτό φαινόταν ότι οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν μια υπεροχή της Ρώμης. Οι λόγοι της υποχώρησης τους έχουν  να κάνουν με το ότι ο χρόνος περνούσε και έπρεπε κάπου να καταλήξουν, συν το γεγονός ότι κανείς δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη της αποτυχίας, ενώ και οι πιέσεις ήταν έντονες και οι συνθήκες διαβίωσής τους  ήταν άσχημές.
               Στις 6 Ιουλίου 1439, όταν διαβάστηκε μεγαλόφωνα ο Όρος της Συνόδου και στα λατινικά και στα ελληνικά, οι Εκκλησίες ενώθηκαν επίσημα σε μια Πίστη. Το κείμενο άρχιζε με τη φράση στα λατινικά <<Ας χαρούν οι ουρανοί>> και έφερε τις υπογραφές πρώτου από όλους του Πάπα, του αυτοκράτορα, και όλων των Λατίνων και Βυζαντινών επισκόπων εκτός από του Μάρκου Ευγενικού που αρνήθηκε την υπογραφή  του πατριάρχη Ιωσήφ που στο μεταξύ είχε πεθάνει.
               Η επιστροφή  της αντιπροσωπείας στην Βασιλεύουσα το Φεβρουάριο του 1440,θα επιφύλασσε μια έκπληξη για τον αυτοκράτορα και τους υπέρμαχους της ένωσης. Κλήρος και λαός, ενωμένοι ήταν σφόδρα αντίθετοι στην ένωση ενώ οι διαμαρτυρίες και οι σκληροί χαρακτηρισμοί όπως <<προδότες>>, <<αιρετικοί>>, εκτοξεύονταν για αυτούς που υπέγραψαν την ένωση. Το μόνο τελικά που είχε επιτευχθεί ήταν η  μεταφορά τη πικρίας και της διχόνοιας μέσα στην πόλη που πέθαινε. Ο επίσκοπος Μάρκος Ευγενικός αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή των Ανθενωτικών, ενώ ο εμφύλιος διχασμός είναι απόλυτος. Ο αδερφός του αυτοκράτορα εκμεταλλεύεται πολιτικά το διχασμό, αρνείται την ένωση και κάνει με την υποστήριξη των Τούρκων αποτυχημένο πραξικόπημα. Τελικά ο πάπας θα ανταποκριθεί στο αίτημα για βοήθεια πρωτοστατώντας στην οργάνωση νέας σταυροφορίας που όμως θα αποτύχει (Βάρνα, 1444)
             Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, προσπάθησε με επιδέξιους χειρισμούς, να γεφυρώσει το χάσμα των δυο πλευρών. Ηγέτης των Ανθενωτικών ήταν τώρα ο Γεώργιος Σχολάριος.  Οι Τούρκοι ήταν έξω από τα τείχη, η ανάγκη για βοήθεια επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε, οι πιέσεις του Πάπα ισχυρές και οι εκδηλώσεις και αντιδράσεις των Ανθενωτικών το ίδιο έντονες. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 θα γίνει στην Αγία Σοφία συλλειτουργία  Ορθόδοξων και Καθολικών που δεν μετέβαλλε την κατάσταση ούτε καταλάγιασε την ένταση.  Ο Κωνσταντίνος, χάρη στο κύρος του , προσπαθούσε να ισορροπήσει τις αντίρροπες καταστάσεις, κρίνοντας ότι την δεδομένη στιγμή εκείνο που είχε σημασία ήταν η υπεράσπιση της  Πόλης. Και αυτό έκανε μέχρι την τελευταία στιγμή…

             Η ίδια η Ένωση θα αποδεχτεί κενό γράμμα και ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Μετά την άλωση, γύρω στο 1480, σε σύνοδο που θα πραγματοποιηθεί στο πατριαρχικό ναό της Παμμακαρίστου, με τη συμμετοχή αντιπροσώπων και από τα αλλά τρία πατριαρχεία της Ανατολής, η σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας θα κριθεί αντικανονική και οι αποφάσεις της άκυρες.
                                                                                 
                                                                       Θάνος Δασκαλοθανάσης





  Τζούντιθ Χέριν   - τα αποτελέσματα της συνόδου

            Η σπουδαία βυζαντινολόγος σε διάλεξή της για τη σύνοδο της Φερράρας -Φλωρεντίας και τα αποτελέσματά της τονίζει:

          Αν και, φαινοµενικά, η επιτυχία της ήταν µεγάλη, εντούτοις ο σκοπός της –η Ένωση µεταξύ Ανατολικής και ∆υτικής Εκκλησίας – δεν επετεύχθη. Γιατί;
         Το 1438, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος προσέβλεπε στην Ένωση της Ορθόδοξης µε την Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία για έναν στρατηγικό σκοπό: να προσελκύσει στρατιωτική βοήθεια από την ∆ύση, προκειµένου να σωθεί από τους Οθωµανούς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία – ή µάλλον ό,τι είχε αποµείνει από αυτήν. Θα έπρεπε όµως να γνωρίζει ότι µια τέτοια Ένωση θα µεγάλωνε την εξουσία του Πάπα και θα ελάττωνε την εξουσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και, κατά φυσική συνέπεια, θα υπέτασσε την Ανατολική Εκκλησία στην δύναµη της Ρώµης.

         Εντούτοις, οι πιθανές θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες δεν ήταν ο σηµαντικότερος παράγοντας αποτυχίας στην Φερράρα και την Φλωρεντία. Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η ίδια η αρνητική γνώµη και η καχυποψία όλου του απλού λαού της Κωνσταντινούπολης και του χαµηλότερου, ιεραρχικά, ορθόδοξου κλήρου και των µοναχών απέναντι στην ∆ύση, η οποία χρονολογείται δύο και πλέον αιώνες πρωτύτερα, στο 1204, έτος κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους χριστιανούς Σταυροφόρους. Η ανάµνηση των τροµερών ιεροσυλιών, σφαγών και λεηλασιών από τους χριστιανούς αδελφούς Σταυροφόρους το 1204 και µέχρι το 1261 υπερίσχυσε πλήρως στην συνείδηση του βυζαντινού λαού. Έτσι, δύο αιώνες αργότερα, την εποχή της Συνόδου, οι Λατίνοι δεν θεωρούνταν χριστιανοί, αλλά εχθροί και ξένοι, οι οποίοι κατέστρεψαν µεγάλο µέρος του ορθόδοξου «µωσαϊκού» της Πόλης, αλλά και του ίδιου του Βυζαντίου.

         Γι’ αυτό και η οθωµανική νοµοθεσία µετά την Άλωση της Πόλης, που επέτρεψε την θρησκευτική ελευθερία των Ελλήνων υπηκόων, ευνόησε ακόµη περισσότερο το αντιλατινικό µίσος του βυζαντινού λαού και των ανώτερων κληρικών της Εκκλησίας, όπως συνοψίζεται στην γνωστή ρήση: «καλύτερα τουρκικό τουρµπάνι, παρά λατινική τιάρα». Φυσικά, αν οι δυτικές δυνάµεις είχαν σπεύσει τότε να απωθήσουν τους Οθωµανούς πολιορκητές, σεβόµενοι τους Βυζαντινούς ως συµµάχους, η ανωτέρω ρήση θα είχε τροποποιηθεί. Καθώς οι Οθωµανοί κύκλωναν, πια, την Πόλη, την άνοιξη του 1453, οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας και ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος εναπόθεσαν την ζωή τους στα χέρια του Θεού, στην βοήθεια των Ιταλών κατοίκων της Πόλης και των µισθοφορικών δυνάµεων, για να πολεµήσουν και να πεθάνουν όλοι µαζί ηρωικά, το πρωινό της Άλωσης, την 29η Μαΐου 1453.

         Παρά την τελική αποτυχία ως προς τον σκοπό της, η Σύνοδος είχε άλλες σηµαντικές θετικές προεκτάσεις. Αυξήθηκε πολύ το ενδιαφέρον για την λατινική µετάφραση και επιµέλεια πρώιµων ελληνικών χριστιανικών έργων, ενώ, έργα του Βαρλαάµ, του Νικόλαου Καβάσιλα και του Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, µελετήθηκαν εκ νέου. Το έργο του Πλήθωνα ενθάρρυνε το ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για τα πλατωνικά έργα και τις λατινικές τους µεταφράσεις. Τέλος, το ενδιαφέρον του Βησσαρίωνα για την επιστήµη και τα µαθηµατικά, ιδίως δε για τα θεωρήµατα του ∆ιόφαντου και τον Στράβωνα, ενέπνευσε πολλούς φηµισµένους ανθρωπιστές, µελετητές και µαθηµατικούς. Όλα αυτά αναδεικνύουν τον πολυδιάστατο ρόλο που διαδραµάτισε η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας. Αυτή η συνάντηση Ανατολής και ∆ύσης αποτελεί µια µνηµειώδη στιγµή στην ιστορία των Ανατολικών Σπουδών και φαίνεται να άγγιξε σχεδόν κάθε πολιτιστική προσπάθεια στην Ιταλία: από την Κλασική Φιλολογία µέχρι τα Μαθηµατικά και από την Φιλοσοφία µέχρι την Τέχνη.


1 σχόλιο: