Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Η ΠΑΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ

H  ΠΑΛΙΑ   ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΤΗΣ  ΒΕΡΟΙΑΣ
Δημιούργημα  του 1070-1080, αποτελεί το καύχημα της Ιστορίας και της Τέxνης της ΒΕΡΟΙΑΣ
 
 
 του Θανάση Παπαζώτου, Βυζαντινολόγου


 
             Η ιστορία της βυζαντινής ζωγραφικής στη Βέροια αρχίζει με τη μοναχική παράσταση του Χριστού Χαλκίτη, στο μέτωπο του βορείου πεσσότοιχου του ιερού της  παλιάς μητρόπολης. Πρόκειται για μια σφριγηλή εντυπωσιακών διαστάσεων μορφή, που καλύπτει σε ικανό ύψος αυτή την επιφάνεια και είχε προφανώς σχέση με το τυπικό της λειτουργίας του ναού. Τα βαθιά εκφραστικό πρόσωπο, η σοβαρότητα και υποβλητικότητα του , που ενισχύονται και από τις μεγάλες διαστάσεις, τα γραμμικά στοιχεία των χαρακτηριστικών στην περιοχή των ματιών, αλλά και η συνέπεια στην ανάδειξη των όγκων του προσώπου θυμίζουν με έμφαση τα επιτεύγματα της κομνήνειας ζωγραφικής.
            Ο Χριστός Χαλκίτης της Παλαιάς Μητρόπολης, αν και δεν εκφράζει την πρωτοτυπία και εκφραστική ανησυχία άμεσου έργου του τρίτου τέταρτου του αιώνα, βρίσκεται σε ζηλευτό και αξιοθαύμαστο επίπεδο, τέτοιο που μόνο ένας ζωγράφος, βαθύς γνώστης των μυστικών, θεολογικών και τενωικών της εποχής, θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ωστόσο ο δυναμισμός της κομνήνειας τέχνης παρουσιάζει εδώ σημάδια κόπωσης, η οποία και αποτελεί ένα τα κριτήρια για χρονική τοποθέτηση του έργου περί το 1200.

 
 
 
 
ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

 
              Η Παλιά Μητρόπολη της Βέροιας είναι πράγματι το καύχημα της ιστορίας και της τέχνης αυτής της πόλης. Τα προβλήματα αυτού του μνημείου θα συζητηθούν και θα απασχολήσουν τους ειδικούς για πολύ καιρό, εφοσον τεθούν και γίνουν γνωστά. Η μεγάλη αυτή βασιλική, παρά την απώλεια του νότιου κλίτους, διατηρεί αρκετά μεγάλο μέρος του τοιχογραφικού διακόσμου της, που εκτείνεται χρονικά από το τέλος του 12ου μέχρι και τις αρχές του 14ου αιώνα.
Η παλιά Μητρόπολη της Βέροιας υπήρξε κτίσμα φροντίδας του μητροπολίτη της Νικήτα, πιθανότατα στη δεκαετία 1070 -1080. Εκτός από την αρχιτεκτόνημα και κάποια γλυπτά, τίποτα δεν έχει διασωθεί από κάποιο ζωγραφικό διάκοσμο εκείνης της περιόδου. Σε ό,τι αφορά τη ζωγραφική, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε μερικές παραστάσεις οι οποίες υποδηλώνουν την απελευθέρωση της Βέροιας από τον Θεόδωρο Άγγελο της Ηπείρου. Μια τέτοια πρόταση καθιστά πιθανή την πρόταση για χρονολόγηση των περισσότερων τοιχογραφιών της Παλιάς Μητρόπολης από το 1215/1216 ως το 1224/1225.
 

Πάλη αντιτέχνων


          Η προτεινόμενη χρονολόγηση των τοιχογραφιών δίνει το στίγμα της θετικότερης αξιολόγησης ενός σπάνιου και πολύμορφου έργου μέσα στην εξελικτική πορεία της βυζαντινής ζωγραφικής. Και τούτο συμβαίνει επειδή το ίδιο παρουσιάζει εξάρσεις στην καλλιτεχνική του ποιότητα αλλά και από την εξασθένηση του παλαιού και τη δημιουργία του νέου. Θα ήταν κοινοτυπία να επαναληφθεί εδώ τι σήμαινε για το Βυζάντιο η Άλωση του 1204. Η παράλυση του κέντρου έδωσε την αφορμή να δημιουργηθούν αυτόνομες καλλιτεχνικές ομάδες πάνω στο σώμα που άλλοτε ονομαζόταν βυζαντινή αυτοκρατορία. Η παιδεία αυτών των ομάδων και η έλλειψη ιθυντήριας τάσης οδηγούσε άλλοτε στην αβασάνιστη συντήρηση παραδοσιακού ύφους στην ζωγραφική και άλλοτε σε πρωτότυπα και προοδευτικά άλματα, έτσι ώστε η τέχνη του 13ου αιώνα να χαρακτηρίζεται κυρίως από τη διαμάχη του παλιού και του νέου.
          Η ζωγραφική της παλιάς Μητρόπολης είναι ένα κατ΄ εξοχήν δείγμα της πάλης των αντιτέχνων. Αυτό οφείλεται στην παραγωγή στην παραγωγή του συνόλου από διαφορετικά χέρια ζωγράφων, οι οποίοι μεταφέρουν στον τοίχο τη δική τους προσωπική ικανότητα και γνώση. Οι διαφορετικές τάσεις που εκπροσωπούν βοηθούν σε μεγάλο βαθμό στην αναγνώριση του έργου τους. Επίσης το εικονογραφικό πρόγραμμα δηλώνει κάποια αστάθεια στις επιλογές που δείχνει έλλειψη ιθύνοντος ζωγράφου.
          Στην Παλιά Μητρόπολη παρατηρεί κανείς με έμφαση τις ζυμώσεις και τον έντονο προβληματισμό των ζωγράφων εκείνης της μεταβατικής περιόδου, κάτι που με τις ποικίλες μορφές και τάσεις δίνει στο μνημείο πολύτιμη μοναδικότητα. Η προσκόλληση στη παραδοσιακή ζωγραφική και η αποδέσμευση από εκείνη, αποτελούν σίγουρα δύο αντιμαχόμενους πόλους στη ζωγραφικής της Παλιάς Μητρόπολης.
        Θεωρώντας τις τοιχογραφίες του ναού ως έργο της δεκαετίας 1215/1216-1224/1225, δεκαετία η οποία πολιτικά σφραγίζεται από τη παρουσία του Θεόδωρου Άγγελου στη Βέροια και τη περιοχή της, θα ήταν λογικό να αναζητήσουμε τη προέλευση των ζωγράφων στο κράτος της Ηπείρου.
Η πολιτιστική σημασία της πολυτάραχης προσωπικότητας του Θεοδώρου στο χώρο της βαλκανικής έχει ήδη επισημανθεί. Αν τέτοιες επισημάνσεις έχουν σχέση με ένα ευρύτατο χώρο, αντιλαμβάνεται κανείς τη δραστηριότητα του ανδρός μέσα στο χώρο που ο ίδιος εξουσίαζε.
 
 
Πρώιμη Παλαιολόγεια Αναγέννηση
 
         Μερικές παραστάσεις του κεντρικού κλίτους της παλιάς μητρόπολης ανήκουν σε μια δεύτερη φάση μέσα στον 13ο αιώνα. Τι ακριβώς συνέβη, ώστε να έχουμε αυτή τη μεταγενέστερη τοιχογράφηση, θα παραμείνει μάλλον μυστικό. Έμεινε άραγε ανολοκλήρωτη η τοιχογράφηση του ναού στο διάστημα 1215/16-1224/25 είναι ένα πρώτο ερώτημα. Μήπως υπάρχουν ιστορικοί λόγοι που ανέκοψαν βίαια τη αρχική τοιχογράφηση, είναι το δεύτερο ερώτημα. Πιθανότερο φαίνεται ότι κάποιες ζωγραφισμένες επιφάνειες έπεσαν ή μισοκαταστράφηκαν και θεωρήθηκε επιβεβλημένο να συμπληρωθούν.
         Οι παραστάσεις της δεύτερης φάσης στο κεντρικό κλίτος παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία της εξέλιξης της βυζαντινής ζωγραφικής με την ευρύτητα που μπορεί κανείς να προσδώσει στον όρο.
           Η οργάνωση των συνθέσεων, ο τελετουργικός χαρακτήρας του αρχιτεκτονικού τοπίου, αλλά κυρίως η δειλή προοπτική στους όγκους σωμάτων και αρχιτεκτονημάτων και φυσικά τα λαμπερά και ανοιχτά χρώματα, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι βρισκόμαστε κοντά στην Αναγέννηση της ζωγραφικής των Παλαιολόγων. Αυτή τη φορά οι τοιχογραφίες της δεύτερης φάσης, ως πρώιμο παλαιολόγειο έργο, ίσως των τελευταίων χρόνων  της βασιλείας του Μιχαήλ Η Παλαιολόγου ή των πρώτων χρόνων  της βασιλείας του Ανδρόνικου Β΄, ευρύνουν τη μελέτη του φαινομένου της Παλαιολόγειας Αναγέννησης προς τις ρίζες της και μόνο αυτή η επισήμανση αρκεί για να γίνει κατανοητή η αξία του έργου.

 
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

 
           Η ανατολική απόληξη του βορείου κλίτους της Παλιάς Μητρόπολης της Βέροιας, χώρος που συμπίπτει με το χώρο της πρόθεσης ή θα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί σε παρεκκλήσιο, διατηρεί μια σειρά θεμάτων του κύκλου της Βάπτισης του Χριστού. Αν και ο αριθμός των θεμάτων είναι περιορισμένος, το είδος της ζωγραφικής που αντιπροσωπεύουν αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της Παλαιολόγειας Αναγέννησης. Η αφήγηση των θεμάτων είναι λεπτομερειακή, οι παραστάσεις πολυπρόσωπες, αρμονική η σχέση του τοπίου με τις μορφές να κινούνται με μεγάλη ελευθερία σε αυτό. Ο σοφά οργανωμένος ευρύς χώρος επιτρέπει την ανάδειξη της μορφής του Χριστού.
           Στο θέμα πάλι της Βάπτισης του Χριστού αποκομίζει κανείς για άλλη μια φορά την αίσθηση του ευρέος φυσικού τοπίου με διάσταση προοπτικής. Ανοιχτά φυσικά χρώματα σχηματίζουν κλιμακωτά επίπεδα και γωνιές του φυσικού χώρου, μέχρι τις κορυφές των βουνών του βάθους, ώστε να δημιουργηθούν χώροι για την παρουσίαση των ομάδων της πολυπρόσωπης αυτής σύνθεσης. Εδώ δεν συμβαίνει αυτό που παρατηρήσαμε στο θέμα της έλευσης του Χριστού στον Ιορδάνη. Βέβαια η μορφή του Χριστού μέσα στον Ιορδάνη, του Ιωάννη Προδρόμου και των Αγγέλων, έχουν κάποιο μέγεθος, μεγαλύτερο από ό,τι οι υπόλοιπες μορφές, ωστόσο η συμπίεση των βασικών προσώπων της Βάπτισης από τα συμπληρωματικά στοιχεία της παράστασης είναι εμφανής. Ίσως η παράσταση αυτή να είναι μια από τις αναλυτικότερες της Παλαιολόγειας Αναγέννησης: παιδιά να παίζουν πάνω σε γεφύρι, ομάδα Εβραίων με τον Ιωάννη να προσέρχεται στον Ιορδάνη, παιδιά να γυρίζουν ένα μαγκάνι, τραβώντας δίχτυ με ψάρια  και μια νεανική μορφή ανάμεσα σε αυτά, παιδιά να ψαρεύουν και να βουτάνε στα νερά, η προσωποποίηση του Ιορδάνη με φτερά, ένα παιδί πάνω σε δυο δελφίνια, γυναίκες να πλένουν-βαπτίζουν τα παιδιά τους στα νερά του ποταμού, άνθρωποι να παρακολουθούν τη βάπτιση, όλα αυτά δίνουν στο θέμα ένα πρωτόγνωρο ρεαλισμό και ανθρώπινο χαρακτήρα. Τα αποφασιστικά εικονογραφικά βήματα αυτής της παράστασης προϋποθέτουν τη γνώση  προδρομικών έργων της νέας ζωγραφικής κίνησης από το Πρωτάτο και δώθε.
          Η πολύ αναπτυγμένη σημασία και αίσθηση του χώρου δίνει στο δημιούργημα της Παλιάς Μητρόπολης αρκετή πρωτοτυπία σε σχέση με έργα των δυο πρώτων δεκαετιών του 14ου  αιώνα. Ο δυναμισμός της ζωγραφικής του Πανσέληνου στο Πρωτάτο δεν αποτελεί επιλογή του ζωγράφου της Μητρόπολης. Η συγκροτημένη ιδέα του στην οργάνωση του χώρου  και των μορφών μέσα σ΄ αυτόν αποτελεί εξελικτικά προοδευτική κατάκτηση στο αίτημα της ζωγραφικής, η οποία προϋποθέτει τη γνώση επιτευγμάτων μεγάλων και ανήσυχων δημιουργών της εποχής, όπως είναι ο Μιχαήλ Αστραπάς κα Ευτύχιος αλλά και της σοφής συμμετρίας των τοιχογραφιών της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη.
           Η αρμονική σύζευξη χώρου και μορφών του ζωγράφου της Μητρόπολης φαίνεται προδρομική των τοιχογραφιών των Αγίων Αποστόλων στη Θεσσαλονίκη (1328-1334). Ο ενθουσιασμός του πρωτόγνωρου έχει υποχωρήσει αισθητά στις  τοιχογραφίες  των Αγίων Αποστόλων. Ο εσωτερικός δυναμισμός αυτής της ζωγραφικής από την οποία αποκομίζει κανείς το βαθύ αίσθημα ενός υψηλού θεολογικού στοχασμού, όπως αναδύεται από το πυκνό και σώφρον ύφος των παριστανομένων,  αποδίδει πράγματι νέα διάσταση στη μελέτη του φαινομένου   της Παλαιολόγειας Αναγέννησης στο τέλος της δεύτερης ή στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 14ου αι., δυναμισμού του οποίου οι ρίζες υπάρχουν στη  ζωγραφική της Μονής της Χώρας.
         Η ζωγραφική της ανατολικής απόληξης του βορείου κλίτους της παλιάς μητρόπολης βρίσκεται στο μέσο αυτής της εξέλιξης, από τον ενθουσιασμό δηλαδή της τελευταίας δεκαετίας του 13ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 14ου αιώνα, στη συγκρότηση των επιτευγμάτων αυτού του ενθουσιασμού. Η σχεδιαστική και χρωματική πληρότητα προσώπων του ζωγράφου της Παλιάς Μητρόπολης  στηρίζεται στην εκφραστική ελευθερία και πειραματισμούς  επώνυμων ζωγράφων της περιόδου. Ο ίδιος δεν είναι αμέτοχος σε αυτήν τη εξελικτική διαδικασία  και αυτό του προσδίδει τον επίζηλο χαρακτηρισμό του πραγματικού δημιουργού. Αν οι τοιχογραφίες της Παλιάς Μητρόπολης της Βέροιας χρονολογηθούν στην τρίτη δεκαετία του 14ου αιώνα και κοντά στο 1320, δε θα βρισκόμαστε τότε μακριά από την αλήθεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου