Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Βυζαντινή Μάνη

               Σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή, η Μάνη ήταν κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή. Αυτό το γεγονός αποδεικνύεται  από το προϊστορικό σπήλαιο της "Αλεπότρυπας", όπου και ανακαλύφθηκαν από το ζεύγος Πετροχείλου ανθρώπινα κρανία, λίθινα εργαλεία, κοσμήματα από όστρακα κ.α. Το 1970 ο Γ. Παπαθανασόπουλος, κάτω από στρώματα σταλαγμιτών του ίδιου σπηλαίου, ανακάλυψε ανθρώπινα οστά που αποδίδονται σε ανθρώπους της παλαιολιθικής περιόδου. Αξιολογότερες εγκαταστάσεις στην περιοχή χρονολογούνται στη Νεολιθική εποχή. Οι οικισμοί αυτοί διατηρήθηκαν και κατά την Εποχή του Χαλκού, με σημαντικότερους το Οίτυλο, την Καρδαμύλη και το Γύθειο. Αυτές τις ίδιες περιοχές συναντάμε και σε αναφορές του Ομήρου. Κατά τη διείσδυση των Δωριέων στην Πελοπόννησο, η Μάνη ακολούθησε την τύχη της Σπάρτης και της υπόλοιπης Λακωνικής και στους ρωμαϊκούς χρόνους συμμετείχε στο Κοινό των Ελευθερολακώνων.
                     Κατά τους πρώιμους αιώνες της βυζαντινής περιόδου η ευρύτερη περιοχή της Μάνης εντάχθηκε στο επαρχιακό διοικητικό σύστημα της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διατήρησε τις αρχές του νέου διοικητικού συστήματος και η Μάνη, όπως και οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου, υπάχθηκαν στην ευρύτερη επαρχία Αχαΐας


           


Βυζαντινή Μάνη


              
            


                               Η ΜΑΝΗ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΙΣΧΥΡΟ ΣΕΙΣΜΟ ΤΟ 375 Μ. Χ.
           

            Ένας τρομακτικός σεισμός που έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 375μ.Χ. ταρακούνησε συθέμελα τα παράλια της Λακωνικής, καταπόντισε νησίδες και πόλεις, καθίζησε εδαφικές εκτάσεις και δημιούργησε τεράστια παλιρροϊκά κύματα.
          Ο Ζώσιμος, που χαρακτηρίζει αυτό το σεισμό οικουμενικό, αναφέρει ότι έπληξε την Πελοπόννησο και τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο.Ο σεισμός αυτός φυσικά έπληξε και τη Μάνη και σπουδαίες πόλεις της, όπως το Γύθειο, είδαν τμήματα του οικισμού τους να καταποντίζονται στη θάλασσα.
           Ο σεισμός αυτός έπληξε ιδιαίτερα και την περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς και πόλεις της όπως το Έλος, οι Βοιές, η Πλύτρα και η Επίδαυρος Λιμηρά καταστράφηκαν ενώ χερσόνησοί της μετατράπηκαν σε νησιά όπως η Όνου Γνάθος σε Ελαφόνησο και η Μινώα Άκρα σε Μονεμβάσια που σήμερα ενώνεται με γέφυρα.



Χάρτης της επιδρομής του Αλαρίχου στην Ελλάδα το 395. 



 ΟΙ ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΑΡΙΧΟ, ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΗ ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΤΗ ΛΑΚΩΝΙΑ ΤΟ 395Μ.Χ.
            Την καταστροφή του σεισμού, ολοκλήρωσε μετά από 20 χρόνια, ο Αλάριχος και η ιστορία ολόκληρης της Λακωνίας δέχτηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα. Οι Βησιγότθοι,μετά τις λεηλασίες στη Θεσσαλία, κατέλαβαν τη Βοιωτία, την Αττική και σε λίγο έγιναν κύριοι ολόκληρης της Πελ/σου. Κυρίευσαν και κατέστρεψαν την Θρυλική πόλη της Λακωνικής, τη Σπάρτη και λεηλάτησαν τα χωριά της Τσακωνιάς.
          Η κυριαρχία και κατά καιρούς μονοκρατορία της Σπάρτης στον Ελλαδικό χώρο, αποτελούσε πλέον παρελθόν.

ΟΙ ΒΑΝΔΑΛΟΙ ΑΠΟΚΡΟΥΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΜΑΝΗ ΤΟ 467 μ.Χ.
         Οι βαρβαρικές επιθέσεις δεν σταμάτησαν όμως για την περιοχή της Λακωνίας. Το 467 μ.Χ. ο Γιζέριχος, που δημιούργησε το Βανδαλικόκράτος στην Αφρική και έλεγχε όλη τη Μεσόγειο,επιτέθηκε εναντίον του Ταινάρου (Καινήπολης) και προσπάθησε να κάνει απόβαση.
         Ο Γιζέριχος, ο διαβόητος πειρατής της Τύνιδας (με ορμητήριο την Καρχηδόνα),που κυρίευσε ακόμη και τη Ρώμη, όχι μόνο δεν κατόρθωσε να κυριεύσει τη Μάνη αλλά γνώρισε επώδυνη ήττα, όπως μας πληροφορεί ο Προκόπιος.
          Έξαλλος για την αποτυχία του αυτή προσέβαλε τη Ζάκυνθο, όπου κατέσφαξε αρκετούς κατοίκους της, παρέλαβε δε και 500 Ζακύνθιους όμηρους, τους οποίους οι Βάνδαλοι κατακρεούργησαν στη μέση της Αδριατικής.


Οι Ναυτικές δυνάμεις του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού με το Βελισάριο στη Βαθυπελαγική Μάνη το 533μ.Χ.
      

            Για να αντιμετωπίσει τη διαμορφούμενη κατάσταση στην Αφρική, από το Γιζέριχο και τους απογόνους του, ο Ιουστινιανός συγκρότησε ένα τεράστιο στόλο με 600 πλοία και ανέθεσε την αρχιστρατηγία του στο Βελισάριο(στρατηγό αυτοκράτορα).
           Ο αυτοκρατορικός στόλος προσέγγισε τη Μάνη και ο ιστορικός Προκόπιος που συμμετείχε στην εκστρατεία ως στρατιωτικός γραμματέας του Βελισάριου, ήλθε σε επαφή με τους Ταινάριους μαθαίνοντας την ήττα του Γιζέριχου.
       Πιθανότατα κάποιοι Ταινάριοι να ενίσχυσαν τις δυνάμεις του Βελισάριου και να συνέβαλαν στην νίκη του κατά του Γελίμερου στην Καρχηδόνα.


Η ΜΑΝΗ ΤΟΝ 7ο ΚΑΙ 8ο ΑΙ. μ. Χ.
            Αποτελούν τους «σκοτεινούς αιώνες» της Μάνης που διαδέχθηκαν την ακμή του αρχαίου κόσμου και κατέστησαν τις σπουδαίες Μανιάτικες παραθαλάσσιες πόλεις που ανήκαν στο "Κοινό των Ελευθερολακώνων" ανασφαλείς και ορισμένες εξ’αυτών αφανείς.
           Κατά τη διάρκεια των αιώνων αυτών οι επιδρομές των Αράβων υποχρεώνουν τους Ελευθερολάκωνες να αποτραβηχτούν να αποσυρθούν προς τα υψώματα του Ταΰγετου. Η κάθοδος των Βαρβάρων και οι λιμοί οδήγησαν τους Σπαρτιάτες προς τους παλιούς φίλους τους και συνεργάτες τους Ταιναρίους. Κατά τον Στιβεν Ράνσιμαν <<πολλοί κατέφυγαν στα νότια, στους άγριους λόφους της χερσονήσου της Μάνης, όπου ξαναζωντάνεψαν τις αυστηρές στρατιωτικές αρετές της αρχαίας Σπάρτης>>.
            Ο πληθυσμός της Μάνης αποτραβήχτηκε κυρίως στην ενδοχώρα, σε γεωργοκτηνοτροφικούς οικισμούς γιά να προστατευθεί από τις πειρατικές επιδρομές, ιδιαίτερα των Αράβων που άρχισαν να κατακλύζουν τον Λακωνικό Κόλπο και παρέμειναν για δύο αιώνες περίπου.
            Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κατάληψης και ερήμωσης της Ελαφονήσου από τους Σαρακηνούς (μετά την κατάληψη της Κρήτης το 824 μ.Χ ) και ο έλεγχος του υπερπόντιου δρόμου μεταξύ Ανατολής και Δύσης που περνούσε μπροστά από το Ταίναρο και το Στενό της Ελαφονήσου (υπάρχει και σήμερα όρμος του νησιού που λέγεται Σαρακήνικο).
         Παρά ταύτα ορισμένες παραλιακές πόλεις της Μάνης διατήρησαν κάποια δραστηριότητα ακόμη και τον 6ο και 7ο αι.όπως μας καταμαρτυρούν οι παλαιοχριστιανικές εκκλησίες στην Καινήπολη, στο Οίτυλο, στο Τηγάνι και στο Γύθειο.

Βυζαντινό κάστρο της Μαΐνης


Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΕ ΜΑΪΝΗ Ή ΜΑΝΗ ΤΟΝ 9ο ΑΙ. Μ.Χ.
 
          Για πρώτη φορά το όνομα της Μαϊνης περιέχεται στο τακτικό του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού (886-911) στο οποίο γίνεται μνεία για την Επισκοπή της Μαϊνης.
         Αναφορά του ονόματος,γίνεται και από τον Κων/νο τον Πορφυρογέννητο στο βιβλίο προς το γιο του Ρωμανό όπου αναφέρει τα εξής: «ιστέον ότι οι του κάστρου Μαϊνης οικήτορες ουκ εισίν από γενεάς των προρρηθέντων των Σκλάβων...»
        Η ονομασία της Μάνης,σύμφωνα με τον καθηγητή Ε. Πεζόπουλο προέρχεται από το επίθετο μανή που σημαίνει αραιή, άδενδρη, φαλακρή.

Η ΜΑΝΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ 9o  ΑΙ.
 
         Ο πολυάριθμος πληθυσμός της Μάνης που βρισκόταν στο νότιο τμήμα της Χερσονήσου αποτελούσε ενιαία Διοικητική οντότητα με κέντρο το Κάστρο της Μαϊνης,έλαβε μέρος στην αναδιοργάνωση των Βυζαντινών Επαρχιών, ανήκε στο « Θέμα της Πελοποννήσου» και ονομαζόταν πλέον περιοχή Μαϊνης ή Μάνης.
Η έλευση των Σλάβων
           Kατά τη βυζαντινή περίοδο, ολόκληρη η Λακωνική υπαγόταν αρχικά στην Επαρχία Ελλάδος και στη συνέχεια, μετά την ίδρυση των θεμάτων -των βυζαντινών αυτών διοικητικών και στρατιωτικών περιφερειών -στο θέμα Πελοποννήσου. Από τον 6ο αιώνα άρχισε η έλευση Σλάβων στην περιοχή, κυρίως Μηλιγγών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές του Ταϋγέτου, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό την αυτονομία τους.. Η διείσδυση αυτή συνεχίστηκε και τον 7ο και 8ο αιώνα, χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα με τους γηγενείς, αφού η κίνηση τους συνδέθηκε με τις απομονωμένες ορεινές περιοχές και δεν ενόχλησε τους κατοίκους της γύρω περιοχής.
               Είναι πιθανό η έλευση και εγκατάσταση των νομαδικών αυτών φύλων να διευκολύνθηκε από την πληθυσμιακή ερήμωση που ακολούθησε κάποια επιδημία πανώλης. Δε φαίνεται, πάντως, να υπήρξαν ιδιαίτερα προβλήματα συνύπαρξης των επήλυδων με τους τοπικούς πληθυσμούς, και κατά το 10ο αιώνα ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε ανέλαβε συστηματική δράση για τον εκχριστιανισμό τους.
               Η απουσία ειδήσεων οδήγησε στην εικοτολογία για την προέλευση των Μανιατών. Ο Φαλμεράγιερ υποστήριξε ότι ο πληθυσμός της χερσονήσου του Ταινάρου προερχόταν κατά τα 5/6 από Σλάβους και άλλους και μόνο κατά το 1/6 από Έλληνες.
             Ένας μεγάλος αριθμός σλαβικών τοπωνυμίων και η αντίληψη ότι οι Μανιάτες έγιναν χριστιανοί κατά τον 9ο αιώνα έκανε πιθανές τις απόψεις του Φαλμεράγιερ, περί εθνολογικών αλλοιώσεων. Τα τοπωνύμια αυτά είναι μικροτοπωνύμια τα οποία σήμερα δε θεωρούνται στοιχεία που να προδίδουν εθνολογικές αλλοιώσεις. Άλλωστε και σε πολλά από αυτά τα τοπωνύμια δεν έγινε καλή εξακρίβωση και μελέτη. Πάνω από το χωριό Νύμφι, μια μικρή περιοχή που τρέχει νερό λέγεται Κουρνός καθώς και μια περιοχή κοντά στη Βάθεια. Πρόκειται για την ελληνική λέξη κρουνός, κι όμως ελέχθη τοπωνύμιο σλαβικό και μάλιστα, όχι από τυχαίο επιστήμονα, αλλά από τον Φάσμερ.
              Στους αιώνες που ακολούθησαν οι Ελευθερολάκωνες λόγω των αραβικών επιδρομών απεσύρθησαν στα υψώματα του Ταΰγετου. Στα υψώματα αυτά ένας σημαντικός αριθμός χριστιανικών κτισμάτων δείχνει την αδιάσπαστη συνέχεια μιας τοπικής καλλιτεχνικής παράδοσης, η οποία ξεκινώντας από τις επτά παλαιοχριστιανικές βασιλικές που βρέθηκαν στα παράλια φτάνει στις εκκλησίες του Μυστρά, που είναι κι αυτές δημιουργήματα της ίδιας καλλιτεχνικής παράδοσης, όπως διαπίστωσαν οι ειδικοί αρχαιολόγοι.
             Ότι ο λαός που δημιούργησε και διατήρησε την καλλιτεχνική παράδοση της Μάνης είναι λαός Λακώνων φαίνεται και από τα πορίσματα των γλωσσικών ερευνών που έδειξαν ότι ο δωρικός χαρακτήρας του ιδιώματος της Μάνης έφτασε μέχρι σήμερα. Ότι αποτελεί εξέλιξη λακωνικής διαλέκτου, όχι μόνο το ιδίωμα της Μέσα αλλά και της Έξω Μάνης φάνηκε από τη μελέτη του Ολλανδού φιλολόγου Blenken για τα μανιάτικα του Καργιέζε της Κορσικής.

 

Το απομονωμένο Βυζαντινό δεσποτάτο που περιλάμβανε τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς, μας έχει αφήσει πολλά δείγματα της ακμής της εποχής των Παλαιολόγων.
            Η μεγάλη συγκέντρωση βυζαντινών ναών στην περιοχή της Μάνης είναι, μαζί με τους μοναδικούς στην Ελλάδα μακρόστενους πύργους της, λόγος για να κηρυχθεί ολόκληρη η χερσόνησος προστατευόμενη αρχιτεκτονικά περιοχή, να αναδειχθεί ο πλούτος της και να περιοριστούν οι δομικές αυθαιρεσίες. Σίγουρα θα το άξιζε, αυτός ο τόσο ιδιαίτερος χώρος της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς.
 
Οι Φράγκοι
     
          Η πολιτική ιστορία της Πελοποννήσου μεταβλήθηκε ριζικά το 1204, έτος κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Με τη διάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Φράγκοι πρίγκηπες, που παρέμειναν στην Πελοπόννησο, συγκρούστηκαν με τους τοπικούς βυζαντινούς άρχοντες, που υπερασπίζονταν κυρίως τη δική τους τοπική εξουσία.
             Οι Φράγκοι προοδευτικά κατέλαβαν την Πελοπόννησο και εγκαθίδρυσαν ένα φεουδαλικού τύπου καθεστώς, το πριγκηπάτο της Αχαϊας (ή Μορέως) υπό την ηγεσία του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου. Για τον έλεγχο τόσο των Μανιατών, οι οποίοι βρίσκονταν σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση, όσο και των Μηλιγγών Σλάβων, οι Φράγκοι έκτισαν μια σειρά κάστρων στην ευρύτερη περιοχή της Λακωνίας. Στα οχυρωματικά έργα της περιόδου ανήκουν το κάστρο του Πασσαβά στην Κλεισούρα του δρόμου από το Γύθειο προς την Αρεόπολη, το κάστρο του Λεύκτρου, που οι Φράγκοι ονόμαζαν Beaufort, το κάστρο της Μεγάλης Μάνης και βορειότερα το κάστρο του Μυστρά, το κτίσιμο του οποίου σηματοδότησε την εδραίωση της φραγκικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο.
              Η φραγκική κυριαρχία στην Πελοπόννησο διατηρήθηκε μέχρι τη μάχη της Πελαγονίας το 1259 μ.Χ. Εκεί το φραγκικό εκστρατευτικό σώμα του πριγκηπάτου της Αχαϊας ηττήθηκε από τον στρατό του βασιλείου της Νίκαιας και ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος συνελήφθη από τον Ιωάννη Παλαιολόγο. Με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης τα τέσσερα κάστρα της Λακωνίας -του Μυστρά, του Γερακίου, της Μονεμβασιάς και της Μεγάλης Μάνης-παραχωρήθηκαν στο βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο και αποτέλεσαν τον πυρήνα της βυζαντινής διοίκησης στην Πελοπόννησο.
            Ο πυρήνας αυτός αργότερα εξελίχθηκε στο φημισμένο Δεσποτάτο του Μορέως με έδρα το Μυστρά, τις υποθέσεις του οποίου διαχειριζόταν η οικογένεια των Παλαιολόγων (Παναγιωτόπουλος 1985). Την ίδια περίοδο οι κάτοικοι της Μάνης, εκμεταλλεύομενοι τη γεωγραφική της θέση, εξεγέρθηκαν αρχικά εναντίον των Φράγκων, καταλαμβάνοντας τα κάστρα του Πασσαβά και του Λεύκτρου, και στη συνέχεια εναντίον της βυζαντινής διοίκησης, μαχόμενοι πάντα για τη διατήρηση της αυτονομίας τους.
            Μετά το 1430 οι Βυζαντινοί εξεδίωξαν εντελώς τους Φράγκους από την Πελοπόννησο. Οι μόνοι που διατήρησαν τις κτήσεις τους σε αυτή ήταν οι Βενετοί, με τους οποίους οι Βυζαντινοί, παρά τις περιοδικές μεταξύ τους προστριβές, διατηρούσαν  σχέσεις Η βυζαντινή εξουσία, ωστόσο, δεν μπόρεσε να αντισταθεί για πολύ στις τουρκικές επιθέσεις, τόσο λόγω της σταδιακής αποδυνάμωσης της κεντρικής εξουσίας στην Πελοπόννησο εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων, όσο και λόγω της τουρκικής στρατιωτικής υπεροχής.


Πηγές: ιστοσελίδα Η εγκυκλοπαίδεια της Μάνης
                               Επτά ημέρες  Καθημερινή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου