Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Η Βυζαντινή Λογοτεχνία -- Α΄ μέρος -

 

               Μοναχός αντιγραφέας. Μικρογραφία από χειρόγραφο του 12ου αι. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.
 
 
 
           Το Βυζάντιο υπήρξε ο μοναδικός χώρος ελληνικής παιδείας κατά τους μέσους αιώνες και η βυζαντινή λογοτεχνία είναι η πνευματική έκφραση του μεσαιωνικού ελληνικού κόσμου σε όλο το διάστημα της χιλιόχρονης ζωής του. Γύρω από την πνευματική ζωή του Βυζαντίου δύο, μπορούμε να πούμε είναι τα μεγάλα ρεύματα που τη διαμορφώνουν: το παρελθόν που σαν ρωμαϊκό παρελθόν υπηρετεί το κράτος και σαν ελληνικό τρέφει τα Γράμματα και τις επιστήμες, και ο Χριστιανισμός, η νέα θρησκεία, στη δογματική της οποίας στηρίζεται το πνευματικό οικοδόμημα του Βυζαντίου. Με την τελική επικράτηση των δυο στοιχείων δηλ. του χριστιανικού και του ελληνικού, η βυζαντινή φιλολογική επιστήμη θεμελιώνεται και παίρνει δικό της χαρακτήρα, δική της αυτοτέλεια. "Η λέξη Βυζαντινός είτε χρησιμοποιείται για να δηλώσει ανθρώπους, είτε το πνεύμα, τους θεσμούς ή τα προϊόντα της τέχνης δε σημαίνει ούτε Ανατολικός ούτε Δυτικός. Είναι επίθετο με ιδιάζουσα σημασία, αποκλειστικά μολονότι κοσμοπολιτικό, αυστηρό συγχρόνως και χαριτωμένο", παρατηρεί ο Άγγλος ιστορικός Ρ. Μπάυρον.
                 Η αυθύπαρκτη σημασία της πνευματικής ζωής των Βυζαντινών είναι ανάγκη να εξαρθεί όσο το δυνατό με μεγαλύτερη περηφάνια. Όλα όσα  δημιούργησαν τα Βυζαντινά Γράμματα είναι περισσότερο παρά ένα απλό παράρτημα της αρχαιότητας. Κοντά στην ελληνική και ρωμαϊκή λογοτεχνία τα βυζαντινά συγγράμματα στέκονται σαν ένα νέο πλαστούργημα στο οποίο, τα ελληνικά, ρωμαϊκά, χριστιανικά και ανατολικά στοιχεία συγχωνεύτηκαν σε ένα ιδιόρρυθμο σύνολο με επικράτηση του ελληνικού στοιχείου.
             Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός συντηρήθηκε από τους Βυζαντινούς με τη διάδοση των Ελλήνων συγγραφέων και με τη συντήρηση των συγγραμμάτων των Αλεξανδρινών. Μάταια η Ρώμη αγωνίστηκε να αποσείσει την επίδραση της Ανατολής. Μάταια ο Χριστιανισμός προσπάθησε να αποφύγει τα πλαίσια της ελληνικής σκέψης. Η επικράτηση σιγά-σιγά της ελληνικής γλώσσας χαράζει πια την πνευματική πορεία του Βυζαντίου.
             Με το παρελθόν συνδέεται η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Βυζαντινοί. Η αρχαιότητα θα της δώσει πρώτα από όλα τη γλώσσα και με αυτή θα αποκτήσει τη συνάφεια προς τη σκέψη των φιλοσόφων και των ιστορικών. Η γλώσσα της Βυζαντινής Φιλολογίας είναι η ελληνική που εξελίχτηκε και διαμορφώθηκε σε τύπο αρχαϊκότερο κοινό ή δημωδέστερο σε όλη τη χρονική έκταση της βυζαντινής φιλολογίας και στο χώρο όπου αυτή αναπτύχθηκε. Οι ανατολικοί λαοί πάλι που αποτελούσαν μέρος του Βυζαντινού κράτους δεν είχαν ούτε την ίδια καταγωγή ούτε την ίδια πολιτιστική αξία. Γι' αυτό ο δημώδης πολιτισμός και η δημώδης γλώσσα δεν είχαν ποτέ ενοποιηθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε να υπερνικήσουν τη λόγια παράδοση. Εξ' άλλου η "κοινή" που διαμορφώθηκε από τους χρόνους του Χριστού είχε τέτοια επίδραση φιλολογική, ώστε να νοθεύσει την αττική γλώσσα. Και μόνο γύρω στο 1000 μ.Χ. η αττική μπορεί να γραφεί θεματογραφικά σωστά, όταν πια σχολική γλώσσα είναι η "αττική" και η κοινή μένει μόνο σαν ανάμνηση. Ένα από τα χαρακτηριστικά της λογίας γλώσσας είναι και η συντηρητικότητα που αυτή επιδεικνύει.
          Πολλή παρεξήγηση γεννήθηκε από τη συνήθεια να στιγματίζεται η ελληνική γλώσσα των βυζαντινών χρόνων σαν βάρβαρη. Και ναι μεν γνωρίζουμε πως η βυζαντινή λογοτεχνία απαρνήθηκε την ιωνική γλώσσα για να προσκολληθεί σε ένα γλωσσικό όργανο πεπαλαιωμένο και δύσκαμπτο. Όμως η βυζαντινή γλώσσα κάθε άλλο παρά βάρβαρη μπορεί να χαρακτηριστεί. Έχοντας οι Βυζαντινοί να εκφράσουν πλήθος από νέες ιδέες στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα ήταν αδύνατο να περιοριστούν στο κλασικό λεξικό. Με το να εγκολπωθούν στη γραπτή γλώσσα μερικές ονομασίες που είχαν πάρει από τους Ρωμαίους ή να πλάσσουν μερικές νέες εκφράσεις, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά ότι ο Πολύβιος, ο Δίων Κάσσιος, ο Ηρωδιανός και άλλοι ιστορικοί των ρωμαϊκών χρόνων. "Οι πολύ συχνά κατακριτέοι βαρβαρισμοί", γράφει ο Κάρολος Κρουμπάχερ, "είναι εις το λεξικό των Βυζαντινών απαραίτητοι διότι εκπληρούν μεν τον σκοπόν τους, παρέχουν δε στην τότε ελληνική γλώσσα ευδιάκριτο χαρακτήρα του πολιτισμού των διαφόρων χρόνων".
 
            Από το 12ο αιώνα αναφαίνεται δίπλα στη λογία γλώσσα των Βυζαντινών και η δημώδης σε μεγάλα λογοτεχνικά μνημεία.
 
 
Τοπικά και χρονικά όρια
 
 
             Ο χώρος όπου αναπτύχθηκε η Βυζαντινή Λογοτεχνία είναι κυρίως η Ανατολή αλλά και κάθε χώρα που κράτησε η Ανατολική Αυτοκρατορία. Ενιαίος χρονικά ποτέ δεν υπήρξε αλλά μπορούμε να πούμε πως περιλάμβανε την κυρίως Ελλάδα, το Βαλκανικό χώρο, τη Μικρασία και τα Νησιά (με την Κύπρο), την Παλαιστίνη, Συρία, Αίγυπτο, Β. Αφρική και αυτή την Ιταλία. Ο χρόνος της Βυζαντινής Λογοτεχνίας είναι ο χρόνος της ζωής του Μεσαιωνικού Ελληνισμού που ετοιμάστηκε μεν από τους χριστιανικούς χρόνους (33-324 μ.Χ.) αναπτύχθηκε σε όλη την έκταση του Ανατολικού Κράτους (324-1453) και επέζησε κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας, δηλαδή μέχρι την Ελληνική Επανάσταση. Η πνευματική έκφραση της επιβίωσης λέγεται Μεταβυζαντινή Λογοτεχνία.
 
 
 
Η Βυζαντινή Λογοτεχνία μπορεί να τοποθετηθεί στις εξής περιόδους:
  • Η προβυζαντινή ή χριστιανική λογοτεχνία δηλ. η λογοτεχνία που δημιουργήθηκε υπό την επίδραση του Χριστιανισμού στην Ελληνική Ανατολή και στην Ελληνική Γλώσσα ως τις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα. Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τους απολογητές του Χριστιανισμού, τους Πατέρες και κυρίως τους μεγάλους εκκλησιαστικούς ρήτορες και τους άλλους του λόγου χειριστές, όσοι με τους αγώνες τους θεμελίωσαν τη δογματική και τη διοικητική τάξη της Εκκλησίας.
  • Η καθαυτό βυζαντινή λογοτεχνία από τη βασιλεία του Ιουστινιανού μέσα στα πλαίσια της οποίας εμφανίζεται ο Προκόπιος ως την κατάληψη της Κων/πόλεως από τους Φράγκους (527-1204 μ.Χ.).
  • Η λογοτεχνία των ελληνικών ή παλαιολογείων χρόνων. Κατ' αυτούς τους χρόνους τοπικά περιορίζεται η Αυτοκρατορία μόνο σε ελληνικές χώρες, είναι όμως καταφανής η στροφή προς τις ελληνικές σπουδές, ενώ το πλείστο της Ανατολής φραγκοκρατείται ή αλληλοδιαδόχως πέφτει στην κυριαρχία του αναφαινόμενου Τούρκου (1204-1453).
  • Η μεταβυζαντινή λογοτεχνία (1453-1821), όση δηλαδή υπό τους Φράγκους ή τους Τούρκους και υπό τη συντηρητική επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνεχίζει τη βυζαντινή χωρίς να ακολουθεί τη νεοελληνική ζωή, που συστηματικά αναπτύσσεται από το 1.000 μ.Χ.
 
                    Μολονότι κάθε μια από τις περιόδους αυτές έχει τα δικά της γνωρίσματα, όμως δεν υπάρχει μια απόλυτη μεταξύ τους αυτοτέλεια εφόσον διάφορα είδη ή ρεύματα διασκελίζουν τη μια περίοδο και περνούν στην επομένη.
 
 
Επιδράσεις
 
 
              Το ότι το Βυζάντιο περιέλαβε στους κόλπους του ανατολικούς λαούς, Σύριους, Εβραίους, Αιγυπτίους, δεν υπήρξε άσχετο προς την εξέλιξη της πνευματικής του ζωής. Ο μοναχισμός διαμορφώθηκε στη μακρινή αυτή Ανατολή και ο μοναχισμός κατόπιν διαμόρφωσε μεγάλο μέρος της βυζαντινής λογοτεχνίας, την εκκλησιαστική φιλολογία ειδικότερα. Ακόμη και η εβραϊκή φιλολογία είχε τεράστια επιρροή στη βυζαντινή δια μέσου του Χριστιανισμού. Και όπως παρατηρεί ο καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, "αν κανείς αφαιρέσει από την υμνογραφία μας τα βιβλικά πρότυπα και τας αναφοράς εις τα ιερά βιβλία των Εβραίων θα εφοβείτο μήπως δεν έμενε τι εκτός της μουσικής".
               Τόσο ο ύμνος (κοντάκιον) όσο και ο κανόνας, δημιουργήθηκαν από Ελληνοσυρίους, όπως ο Ρωμανός ή εκ Παλαιστίνης, όπως ο Ι. Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μαΐουμά. Τα συναξάρια, η μεγάλη αυτή και άγνωστη ακόμη λογοτεχνία, έχει ανατολική προέλευση και μοναστική ψυχολογία. Βέβαια, η επιρροή της Ανατολής στο Βυζάντιο υπήρξε πολύ πιο μεγάλη από εκείνη της Δύσης. Η ιστοριογραφία εξακολουθεί κατά τα ελληνικά πρότυπα σε αντίθεση με την ανατολίζουσα χρονογραφία, κατά δε τους πέντε τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου έγινε δυνατή η αναζωπύρωση των ενδιαφερόντων γύρω από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Οι Έλληνες των μέσων αιώνων ουδέποτε λησμόνησαν τον Πλάτωνα, ο δε Όμηρος έτυχε ιδιαίτερης τιμής. Και όπως παρατήρησε ο Bury κατά τους χρόνους τούτους ο Όμηρος ήταν τόσο οικείος στις τάξεις των λογίων της βυζαντινής κοινωνίας όσο και ο Σαίξπηρ στις επίλεκτες τάξεις του αγγλικού έθνους.
              Η βυζαντινή λογοτεχνία παρουσιάζει πλούτο μορφών. Εάν δεν κερδίζει σε βάθος, κερδίζει πάντως σε έκταση και σε συνέχεια. "Το Βυζάντιο", γράφει ο Steven Runciman, "παρήγαγε ελάχιστα αθάνατα αριστουργήματα, μπορεί όμως να καυχηθεί για τη μακρά σειρά από εύστροφους και ευφυείς συγγραφείς που ήταν πολύ περισσότεροι παρά σε οποιαδήποτε άλλη χώρα μέσα στην ίδια εποχή".
                Στη βυζαντινή λογοτεχνία - τη σπουδαιότερη εκδήλωση της πνευματικής ζωής του ελληνικού έθνους - σφάλμα θα ήταν αν ζητούσαμε όλα τα σημερινά λογοτεχνικά είδη ή όλα εκείνα που είχαν ακμάσει στην αρχαιότητα. Το θέατρο π.χ. είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτο στην ανατολική αυτοκρατορία, γιατί ο μεσαιωνικός ελληνισμός με τη θεοκρατική του αντίληψη είναι διάφορος των αρχαίων, έχει άλλα πνευματικά ιδανικά και επομένως δεν εκφράζεται όπως ο παγανιστικός. Υπάρχουν μόνο ελάχιστα θρησκευτικά δρώμενα. Αναπαραστάσεις των Παθών που γίνονταν στο Ιερό Παλάτιο κλπ. και που σώθηκαν ως εμάς στην Πάτμο, τα Ιεροσόλυμα (Νιπτήρας) κλπ.
               Η βυζαντινή λογοτεχνία έχει χαρακτήρα κατ' εξοχήν θεολογικό και εκκλησιαστικό. Τα περισσότερα από τα προϊόντα της είναι θεολογικής φύσης και μπορούμε να πούμε ότι ελάχιστοι από τους συγγραφείς της είναι εκείνοι που δεν επιχείρησαν να πραγματευτούν και ένα τουλάχιστον θεολογικό θέμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου