Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

"Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή - H άλωση από τους Σταυροφόρους

                          "Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή
                        Η βυζαντινή ιστορία της Λατινοκρατίας (1204- 1261)"
 
    Η μετάφραση που ακολουθεί είναι  από το εξαιρετικό βιβλίο  "Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή Η βυζαντινή ιστορία της Λατινοκρατίας (1204- 1261)"με πρόλογο του Βασίλη Κατσαρού και εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Σπύρου Η. Σπυρόπουλου, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, 2004
 
              2. Οι επιδρομείς από την Ιταλία εκστράτευσαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης, όταν στο θρόνο του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος (Γ’)Κομνηνός, ο οποίος ήταν αδελφός του Ισαάκιου (B’) που είχε βασιλέψει πριν απ’ αυτόν· και οι δυο τους είχαν την επωνυμία Άγγελοι. Η αιτία ήταν η εξής: ο Αλέξιος που αναφέραμε παραπάνω ανέτρεψε από την εξουσία τον αδελφό του Ισαάκιο και του τύφλωσε τα μάτια κι από τη στιγμή εκείνη έγινε ο κύριος της ρωμαϊκής εξουσίας. Ο Ισαάκιος όμως είχε αποκτήσει από την προηγούμενη γυναίκα του γιο, ο οποίος ήδη τότε εισερχόταν στη νεανική ηλικία. Αυτός λοιπόν αγανακτώντας με την εξευτελιστική ταπείνωση του πατέρα του κι αφού σχεδίασε τη διαφυγή του πήγε στη Ρώμη κι έπεσε γονατιστός στα πόδια του αρχιερέα της και θερμά ικετεύοντάς τον επιζητούσε την εκδίκηση για χάρη του πατέρα του.
             Καθώς λοιπόν την περίοδο εκείνη είχε συναποτελέσει ένα στρατιωτικό σώμα, ένα μεγάλο πλήθος Ιταλών, άλλοι από τους οποίους προέρχονταν από την ίδια την ιταλική χερσόνησο, άλλοι από τη χώρα των Φράγκων, άλλοι πάλι από τη Βενετία κι άλλοι από άλλες περιοχές με την πρόφαση πως δήθεν θα αναχωρούσαν για την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κυρίου – κι αυτός που τους συγκέντρωσε ήταν ο αρχιερέας της πρεσβυτέρας Ρώμης, τον οποίο, όπως προανέφερα, ο γιος του Ισαάκιου εκλιπαρούσε για να ανακτήσει τον πατρικό θρόνο – κι αφού λοιπόν από τις παρακλήσεις του νέου συγκινήθηκε ο Πάπας και ιδίως από τις υποσχέσεις του – καθώς συνέβαινε να είναι πλουσιοπάροχες – παρέδωσε τον νέο στους αρχηγούς του στρατεύματος, ώστε, εγκαταλείποντας αυτοί τον αρχικό προορισμό τους, να τον εγκαταστήσουν στο θρόνο του πατέρα του και να εισπράξουν από αυτόν τα έξοδα, όσα θα ξόδευαν στην πορεία τους και στη βραδυπορία τους γύρω από την Κωνσταντινούπολη.
               Αυτοί λοιπόν ξανοίχτηκαν στο πέλαγος και με τριήρεις και με εμπορικά πλοία, πλέοντας με ευνοϊκούς ανέμους προς τον προορισμό τους. Όταν λοιπόν αγκυροβόλησαν στην Κωνσταντινούπολη παρουσιάζουν στους Κωνσταντινουπολίτες τον νέο, την αδικία, τις αποφάσεις γι’ αυτά του αρχιεπισκόπου της Ρώμης. Μέχρι ενός σημείου λοιπόν και διαπραγματεύσεις έγιναν ανάμεσα στα δύο μέρη και σκληρές συγκρούσεις, αλλά δεν κατέληξαν σε καμιά συμφωνία μέσω της διπλωματικής οδού. Επειδή όμως ο βασιλιάς Αλέξιος (Γ’) απηύδησε με τα όσα γίνονταν και περισσότερο απογοητεύθηκε από την αστάθεια αυτών που βρίσκονταν μέσα στην πόλη, οι οποίοι αποσκοπούσαν στη σύγχυση και είχαν πεσμένο ηθικό, αφού αδιαφόρησε για όλα, αποχώρησε εθελοντικά – όσο κι αν ενδόμυχα δεν το ήθελε, προσθέτοντας αυτή τη φράση, όπως ισχυρίζονταν όσοι τον άκουσαν: «Δαυίδ φυγών εσώθη»2, παίρνοντας μαζί του και τη γυναίκα του κι αρκετό χρηματικό ποσό από το βασιλικό ταμείο.
 

 
 
 
 
            3.Όταν λοιπόν αυτός έφυγε από την Κωνσταντινούπολη, οι κάτοικοί της στέλνουν πρεσβεία στους Ιταλούς για την είσοδο του Αλεξίου (Δ’), του γιου του Ισαάκιου, στην Πόλη και την αναγόρευσή του σε βασιλιά, καθώς επικρατούσε η εντύπωση ότι εξαιτίας του προκλήθηκε η σύγκρουση. Μπαίνει λοιπόν μέσα στην πόλη ο νέος με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως, τους οποίους είχε αυτός υποσχεθεί στους Ιταλούς που τον έφεραν εκεί, κι ανακηρύχτηκε βασιλιάς από όλο το λαό. Από εκείνη λοιπόν τη στιγμή και οι Κωνσταντινουπολίτες θεωρούσαν πως το χρηματικό ποσό ήταν υπέρογκο κι επίμονα ισχυρίζονταν ότι δεν ήταν σε θέση να δώσουν στους Ιταλούς τόσο μεγάλο ποσό. Και ταυτόχρονα με τα τότε γεγονότα εκδηλώθηκε και δυσαρέσκεια στην πόλη εξαιτίας του.
            Ο πατέρας του Αλεξίου δηλαδή, ο Ισαάκιος (Β’) Άγγελος —καθώς ζούσε ακόμη τότε, έστω κι αν πέθανε ύστερα από λίγο, ενώ δεν είχε ακόμη κυριευθεί η Κωνσταντινούπολη— διατύπωσε την άποψη να συγκεντρωθούν τα πολυτιμότερα από τα ιερά κειμήλια κι από την εκποίηση αυτών να άρχιζε η εξόφληση του χρέους προς τους Ιταλούς, ενώ το ποσό που θα υπολειπόταν από το συνολικό χρέος πρότεινε να πληρωθεί από τα χρήματα των βασιλικών ταμείων κι από τους κατοίκους της πόλης. Στο μέσο των διαπραγματεύσεων λοιπόν κι ενώ προσέρχονταν πρέσβεις κι από το ένα κι από το άλλο μέρος, σκοτώθηκε ο γιος του Ισαάκιου Αλέξιος (Δ’), από τον Αλέξιο (Ε’) Δούκα τον οποίο αυτός είχε αναδείξει σε πρωτοβεστιάριο3, ενώ οι Κωνσταντινουπολίτες, κοροϊδεύοντάς τον για κάποιο κουσούρι του, τον αποκαλούσαν Μούρτζουφλο.
             4 Από τους πολίτες λοιπόν ανακηρύχτηκε ο Αλέξιος (Ε’) Μούρτζουφλος, που είπαμε, βασιλιάς. Εξαιτίας λοιπόν του γεγονότος αυτού οι Ιταλοί έπνεαν μένεα σε μεγάλο βαθμό κι έκαναν άσπονδη την έχθρα τους για τους Κωνσταντινουπολίτες. Συνέβη όμως να πάρουν σι Κωνσταντινουπολίτες και μια άλλη απόφαση κάθε άλλο παρά επαινετή. Οι προύχοντες λοιπόν και οι ανώτεροι αξιωματούχοι πήραν κοινή απόφαση, τους Λατίνους που κατοικούσαν μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη να τους απομακρύνουν από την πόλη, ώστε να μην υπάρχουν όργανα του εχθρού ανάμεσά τους μέσα στην πόλη. Οι πολίτες αυτοί που ήταν πολλές χιλιάδες άτομα αυτομόλησαν στους εχθρούς, αν και αρχικά είχαν διαβεβαιώσει τους συμπολίτες τους, δίνοντας δεσμευτικούς όρκους, ότι ουδέποτε θα σχεδίαζαν προδοσία εναντίον τους κι επιπλέον ότι θα πέθαιναν μαζί τους, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο σ’ αυτούς, ως ντόπιοι κι αυτόχθονες και παρόλο που αυτοί παρέδωσαν και τις γυναίκες και τα παιδιά τους, για να τα συγκεντρώσουν σε καλύτερα φρουρούμενα μέρη, δεν τους έπεισαν. Και μετά την έξοδό τους από την πόλη πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια στους εχθρούς, καθώς ήταν πάρα πολλοί κι ήξεραν καλά τη βυζαντινή κατάσταση.
 
           4. Ύστερα από την παρέλευση λοιπόν σαράντα ημερών αλώθηκε από αυτούς η Κωνσταντινούπολη στις 12 Απριλίου του έτους 6711 από κτίσεως κόσμου (γιατί, κατά τον μήνα Μάιο του έτους 67105 έφτασαν οι Δυτικοί με τα καράβια τους στην πόλη και μέσα σε διάστημα ένδεκα μηνών πραγματοποιήθηκε η άλωση). Και η μεγαλύτερη και πιο ξακουστή πόλη κυριεύτηκε, όταν —όπως λέγεται— ένας δυο σκαρφάλωσαν στα τείχη, από σκάλα που στηριζόταν σε κατάρτι ενός παρά πολύ μεγάλου εμπορικού πλοίου. Τώρα, για τα όσα συνέβησαν στην πόλη θα χρειαζόταν να ειπωθούν πολύ περισσότερα και είναι άσχετα με το σκοπό της συγγραφής μας. Οπωσδήποτε όμως μπορεί ο καθένας να βάλει με τον νου του όλες τις συμφορές που συμβαίνουν στις πόλεις που κυριεύονται, δηλαδή και δολοφονίες κι αιχμαλωσίες αντρών και γυναικών, λαφυραγωγήσεις, καταστροφή από τα θεμέλια σπιτιών και καθετί άλλο που συνήθως συμβαίνει δια στόματος μαχαίρας. Όταν λοιπόν σι Ιταλοί κυρίευσαν την πόλη, αφού πραγματοποίησαν έφοδο από την ανατολική υψηλότερη πλευρά, λεηλάτησαν κι όλο το δυτικό τμήμα της πόλης, αλλά βέβαια λαφυραγώγησαν όχι μικρότερη περιοχή από το ανατολικά. Πρώτα λοιπόν έβαλαν στο χέρι τη δυτική πλευρά, ενώ όλοι οι κάτοικοι προσπάθησαν να φύγουν μακριά από αυτούς, σαν να τους καταδίωκε κάποιο θεόσταλτο χτύπημα.
 
        5. Ο βασιλιάς Αλέξιος (Γ’) Άγγελος λοιπόν, ο οποίος, όπως έχουμε εξιστορήσει, πρόλαβε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη, αφού έφτασε στην περιοχή της Φιλιππούπολης, αλλά δεν έγινε δεκτός από τους κατοίκους, κατέληξε στην Μοσυνούπολη κι εγκαταστάθηκε εκεί. Ο Αλέξιος (Ε’) Δούκας πάλι, αυτός που είχε σκοτώσει τον γιο του Ισαάκιου, θέλοντας ν’ αποκτήσει συγγενικό δεσμό με αυτόν με γάμο, ταυτόχρονα με τη δολοφονία του γιου του Ισαάκιου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Αλεξίου (Γ'), την Ευδοκία, η οποία ήταν η μικρότερη από τις κόρες εκείνου. Αυτός δηλαδή είχε τρεις κόρες και η πρωτότοκη ονομαζόταν Ειρήνη, την οποία ο πατέρας της πάντρεψε με τον Αλέξιο Παλαιολόγο, στον οποίο απένειμε τον τίτλο του δεσπότη. Αυτόν όμως τον πήρε ο θάνατος πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η δεύτερη ηλικιακά ονομαζόταν Άννα, την οποία πάντρεψε με τον Θεόδωρο Λάσκαρη. Και η τρίτη τέλος είχε το όνομα Ευδοκία, την οποία πριν από καιρό ο πατέρας της την έδωσε σύζυγο στον κράλη της Σερβίας. Όπως όμως έλεγαν, όταν ο κράλης την έπιασε επ’ αυτοφώρω σε κάποιο κάμωμά της, την έστειλε πίσω στον πατέρα της και έτσι αυτή παρέμεινε χωρίς άντρα. Αυτήν λοιπόν ο Αλέξιος Δούκας, που αναφέραμε, αφού εγκατέλειψε τη νόμιμη σύζυγό του, παντρεύτηκε. Όταν λοιπόν οι Ιταλοί κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη, απέδρασε κι εκείνος από κει, παίρνοντας μαζί του και τη σύζυγό του Ευδοκία. Καθώς όμως έμαθε πως ο πεθερός του, ο βασιλιάς Αλέξιος, διαμένει στη Μοσυνούπολη, παίρνοντας θάρρος κατευθύνθηκε προς αυτόν. Ο Αλέξιος όμως και για πολλούς άλλους λόγους και καθόλου λιγότερο για το θέμα της θυγατέρας του τον αποστρεφόταν. Υποδυόμενος λοιπόν το ρόλο του πεθερού υποδέχεται τον Αλέξιο κι αφού βόλεψε το χώρο των λουτρών, τον προέτρεψε να λουστεί μαζί με την κόρη του. Μόλις λοιπόν ο Αλέξιος βρέθηκε μέσα στο λουτρό, όρμησαν όλοι μαζί εναντίον του οι υπηρέτες του βασιλιά Αλεξίου κι εκεί μέσα του έβγαλαν τα μάτια. Κι έλεγαν όσοι έτυχε να είναι παρόντες ότι η κόρη του Αλεξίου όρθια, δίπλα στην πόρτα των λουτρών, έλουζε τον πατέρα της με βρισιές κι αυτός πάλι την προπηλάκιζε για τον αδιάντροπο και λάγνο έρωτά της. Όντας πλέον τυφλός ο Αλέξιος (Ε’) Δούκας, που είπαμε, περιπλανιόταν στην περιοχή της Μοσυνούπολης, διασχίζοντας εκείνα τα μέρη σαν αλήτης.
          Ο βασιλιάς Αλέξιος (Γ’) πάλι, αφού σηκώθηκε από εκείνα τα μέρη, κατευθυνόταν προς την περιοχή της Θεσσαλονίκης. Όταν όμως οι Ιταλοί πραγματοποίησαν εξόρμηση από την Κωνσταντινούπολη και πέρασαν από τα μέρη της Μοσυνούπολης, ανακαλύπτοντας εκεί τον Αλέξιο (Ε’) Μούρτζουφλο, τον έσυραν μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη και παίρνοντας οι Δυτικοί εκδίκηση για το μιαρό έγκλημά του που αναφέραμε —αυτό που διέπραξε στο γιο του βασιλιά Ισαάκιου—, τον καταδικάζουν σε θάνατο, γκρεμίζοντάς τον από ψηλά. Αφού δηλαδή τον ανέβασαν στην πιο ψηλή κολόνα, που ονομάζεται Ταύρος, τον γκρέμισαν κάτω. Τέτοιο ήταν λοιπόν το τέλος του, ενώ ο βασιλιάς Αλέξιος (Γ') έφτασε στη Θεσσαλονίκη.
 
           6. Αφού λοιπόν οι Ιταλοί κυρίευσαν την πόλη, έδωσαν το ελεύθερο στους κατοίκους της, όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να παραμείνουν εκεί και να είναι υπήκοοί τους, ενώ οι άλλοι, που δε θα ήθελαν, να μπορούσαν να φύγουν ανεμπόδιστοι, σε όποιο μέρος επιθυμούσαν. Έτσι λοιπόν, όσοι έτυχε ν’ ανήκουν στην ανώτερη τάξη, εγκατέλειπαν την πόλη, άλλοι φανερά κι άλλοι κρυφά.
 
         "Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή της λατινικής αυτοκρατορίας (1204-1261)"
 
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου