Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Η Καθαρά Δευτέρα: η σημασία, τα έθιμα, οι συμβολισμοί

          


                 
                 Σύμφωνα με τους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο η Καθαρά Δευτέρα στα Βυζαντινά Ανάκτορα είχε μοναστηριακό χαρακτήρα. Έτσι την πρώτη, την δεύτερη και την τρίτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν λειτουργούσε η Αυτοκρατορική Τράπεζα. Οι Αυτοκράτορες και τα Μέλη της Αυλής νήστευαν κρατώντας τριήμερο. Τα ωμά λαχανικά και τα φρούτα ήταν τα μόνα που επιτρεπόταν εκτός αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι υγείας για κάποιο από τα Μέλη της Αυτοκρατορικής Οικογένειας ή της Αυλής. Την Τετάρτη ο Αυτοκράτορας και η Οικογένειά του παρακολουθούσαν την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία και μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων από τον Πρωτόπαπα των Ανακτόρων.
                 Η Καθαρή Δευτέρα, που σηματοδοτεί την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, συνοδεύεται από πλήθος εθίμων. Είναι γνωστή σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπου υπάρχουν  ορθόδοξοι Χρστιανοί. Οι Καθολικοί αντίστοιχη γιορτή έχουν την “Τετάρτη της στάχτης”.
                Η Καθαρή Δευτέρα γιορταζόταν από τους Βυζαντινούς με τρόπο ανάλογο που γιορτάζεται στην Αθήνα: συγκεντρώνονταν σε έναν από τους λόφους της επτάλοφης Κωνσταντινούπολης, έτρωγαν και χόρευαν. Στην Αθήνα, τόπος συγκέντρωσης ήταν ο λόφος του Φιλοπάππου (και παραμένει ως σήμερα) και οι στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου παραβρίσκονταν και ο βασιλιάς με τον πρωθυπουργό, μετά την ίδρυση φυσικά του νέου ελληνικού κράτους και την καθιέρωση της Αθήνας ως πρωτεύουσας. Μεγάλες συγκεντρώσεις  γίνονταν  και στο πανέμορφο δάσος της Καισαριανής, στο ιστορικό βυζαντινό μοναστήρι, όπου οι παρέες στο τέλος ενώνονταν και διασκέδαζαν όλοι μαζί με γραμμόφωνα και τρανζίστορ.
                   Τα Κούλουμα είναι το αθηναϊκό έθιμο εορτασμού της Καθαρής Δευτέρας. Το λεξικό του Μπαμπινιώτη (έκδοση 1998) δηλώνει τη λέξη ως αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανόν, προέρχεται είτε με αντιμετάθεση από το λατινικό cumulus, που σημαίνει “σωρός” είτε από την αλβανική λέξη colum “καθαρός”.
                  Το  πιο αγαπημένο έθιμο της ημέρας δεν είναι άλλο από τον πολύχρωμο χαρταετό. Η λέξη απαντάται στην ελληνική γλώσσα από το 1861, οπότε ο χαρταετός ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των Αθηναίων και παράλληλα συναντάται και σε άλλες περιοχές. Οι Βυζαντινοί δεν γνώριζαν το έθιμο. Διαδόθηκε αρχικά από τους Ευρωπαίους στον κοσμοπολίτικο Ελληνισμό της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, της Χίου και των Επτανήσων, για να περάσει στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο της ελεύθερης τότε Ελλάδας.
               Το παραδοσιακό  έθιμο της λαγάνας παίζει  πρωταγωνιστικό ρόλο στο νηστίσιμο τραπέζι της Καθαράς  Δευτέρας. Η ιστορία του ευλογημένου αυτού άρτου χάνεται στους αιώνες.
 
                Η λαγάνα  είναι άζυμος άρτος ,δηλ. παρασκευάζεται χωρίς προζύμι.

               Τέτοιος άρτος πρόχειρος χρησιμοποιήθηκε από τους  Ισραηλίτες κατά τη νύχτα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο υπό την αρχηγία του Μωυσή. Έκτοτε επιβαλλόταν από το Μωσαϊκό  Νόμο για όλες τις ημέρες της εορτής του Πάσχα, μέχρι που ο Χριστός στο τελευταίο του Πάσχα ευλόγησε τον ένζυμο άρτο.

                Η ιστορία της λαγάνας διατρέχει όλη τη διατροφική παράδοση από την αρχαιότητα  μέχρι σήμερα. Ο Αριστοφάνης στις “Εκκλησιάζουσες” λέει  “Λαγάνα πέττεται” δηλ .”Λαγάνες γίνονται”. Ο δε Οράτιος στα κείμενά του αναφέρει τη λαγάνα ως “Το γλύκισμα των φτωχών”. Το έθιμο της λαγάνας παρέμεινε αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και συνηθίζεται να παρασκευάζεται με μεράκι από τον αρτοποιό της γειτονιάς, τραγανή λαχταριστή και σουσαμένια και καταναλώνεται κατά την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτονήστιμη Δευτέρα της Σαρακοστής. Η ονομασία της “Καθαρά” προήλθε από τη συνήθεια που είχαν οι νοικοκυρές το πρωί της ημέρας αυτής, να πλένουν με ζεστό νερό και στάχτη όλα τα μαγειρικά σκεύη, ως “ημέρα κάθαρσης”. Στη συνέχεια τα κρεμούσαν στη θέση τους όπου και παρέμεναν μέχρι τη λήξη της νηστείας. Επίσης κατά την ημέρα αυτή εξέρχονταν όλοι οικογενειακώς στην ύπαιθρο και έστρωναν κάτω στη γη και έτρωγαν νηστίσιμα φαγητά όπως χαλβά, ελιές, ταραμά και λαγάνα.
 
                Από την Καθαρά Δευτέρα προετοιμάζεται ο άνθρωπος μετά τις εορτές και την καλοφαγία των Απόκρεων, να καθαρίσει την ψυχή και το σώμα του για να φτάσει στο τέρμα δηλ. στο Πάσχα και να αναστηθεί ξανά με την Ανάσταση του Κυρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λαγάνα που έχει το σχήμα της“κυρα-Σαρακοστής”,που παριστάνει μια μακριά γυναίκα που έχει ένα σταυρό στο κεφάλι, δεν έχει στόμα γιατί είναι  όλο νηστεία.Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές, έχει επτά πόδια που συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες της νηστείας. Έθιμο που συνηθιζόταν για να μετρούν το χρόνο κατά την περίοδο της Σαρακοστής ήταν κάθε Σάββατο να κόβουν το ένα πόδι και το τελευταίο το έκοβαν το Μ.Σάββατο όπου το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός της επόμενης χρονιάς.
                Η νόστιμη και λαχταριστή για όλους μας λαγάνα είναι ένα προιόν άξιο σεβασμού και με πραγματική πλούσια ιστορία, θα είναι μεγάλη απώλεια για τις επερχόμενες γενεές να ξεχάσουν τις παραδόσεις μας, να ξεχάσουν τις παλιές σαρακοστιανές μυρουδιές. Οι αρτοποιοί της γειτονιάς πιστοί στις παραδόσεις  παρασκευάζουν την Καθαρά Δευτέρα τη λαγάνα συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εθίμου, ώστε οι νέες γενεές να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν, να μυρίσουν και να γευτούν τη Σαρακοστή γιατί οι Σαρακοστιανές μυρωδιές είναι έμμεσοι φορείς μιας βαθιάς πνευματικότητας.


1 σχόλιο:

  1. ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ. ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή