Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Η ιστορία του ιερού συμβόλου του Σταυρού

Φυλακτήριον δε μη βαστάσης ει μη σταυρόν ή εικόνα αγίαν ή λείψανον αγίου.
 
(Κεκαυμένος, Στρατηγικόν, κεφ. 48)

    
                Όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εκκλησίας Ευσέβιος και Λακτάντιος, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος την παραμονή της κρίσιμης πολεμικής αναμέτρησης με τον αντίπαλό του Μαξέντιο, στις 28 Οκτωβρίου του 312 στη Μουλβία γέφυρα, είχε γίνει μάρτυρας θεοσημίας παραδοξοτάτης. Σε όραμα στον ουρανό είδε τα διασταυρωμένα ελληνικά γράμματα Χι και Ρω και ένα σταυρό πάνω στο δίσκο του ήλιου, με την επιγραφή in hoc <signo> vinces (εν τούτω <σημείω> νίκα). Ο νεαρός αυτοκράτορας τοποθετώντας το σύμβολο αυτό στα λάβαρα των στρατιωτών του, κατόρθωσε να νικήσει. Τη νίκη του την απέδωσε στο Θείο Ον, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν μια σύνθεση του Αήττητου Ήλιου και του χριστιανικού Θεού, μιας και το σύμβολο του οράματός του, δε σήμαινε μόνο τα αρχικά του μονογράμματος του Ιησού Χριστού, αλλά ταυτόχρονα για τους εθνικούς αποτελούσε σύμβολο της εύνοιας της ηλιακής θεότητάς τους.
 
 
 
Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η μάχη της Μιλβίας γέφυρας.
Μικρογραφία του βυζαντινού χειρογράφου
 

            Το πνευματικό γόητρο του Κωνσταντίνου, στο χριστιανικό κόσμο, εξυψώθηκε ακόμα περισσότερο από την ανασκαφική δραστηριότητα της μητέρας του Ελένης. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σωζομενό, ο Κωνσταντίνος την έστειλε στα Ιεροσόλυμα και εκεί, με θαυματουργή βοήθεια, που σπάνια την αξιώνονται σήμερα οι αρχαιολόγοι, βρήκε την ακριβή θέση του Γολγοθά και έβγαλε από τη γη τον ίδιο τον Τίμιο Σταυρό και τους σταυρούς των ληστών, τη λόγχη, το σπόγγο και το ακάνθινο στεφάνι, καθώς και όλα τα λείψανα τα σχετικά με τα Θεία Πάθη. Το αποτέλεσμα της ανασκαφής έκαμε τη χριστιανοσύνη να σκιρτήσει και συνετέλεσε, εκτός από την αιώνια δόξα του Κωνσταντίνου και της Ελένης, η Εκκλησία του Χριστού να αποκτήσει το κατεξοχήν σύμβολό της.  
     
Ὁ τοῦ Χριστοῦ σταυρὸς προανακηρύττετο καὶ  προετυποῦτο ἐκ γενεῶν ἀρχαίων.
      
 
 
 
 


Ανάγλυφο που απεικονίζει τον Σαμσί Αντάντ Ε',
βασιλιά της Ασσυρίας (824 π.Χ. - 811 π.Χ.).
Στο λαιμό φοράει κόσμημα σε σχήμα σταυρού Μάλτας.
 
 
 
 
             Ως κοσμολογικό σύμβολο ο σταυρός αποτελεί βασικό σχήμα, που απαντά ήδη από την προϊστορική εποχή. Διάφορες μορφές του σταυρού ανάγονται σε θρησκείες της αρχαιότητας, όπως ο Ζωροαστρισμός, η Χαλδαϊκή/Βαβυλωνιακή θρησκεία, η Αιγυπτιακή θρησκεία, ο Βουδισμός, η Κελτική θρησκεία, κ.α. Για τους Ασσύριους, ο σταυρός συμβόλιζε την ηλιακή θεότητα, καθώς και τη θεότητα που ήλεγχε τις καιρικές συνθήκες. Συνήθως συμβολιζόταν με ένα σταυρό τύπου Μάλτας και τρεις δέσμες ηλιακών ακτίνων τοποθετημένες ολόγυρα σε σχήμα Τ. Οι νεοπλατωνικοί, επίσης, συμβόλιζαν την παγκόσμια ψυχή με έναν ισόπλευρο σταυρό μέσα σε ένα κύκλο, ενώ το μυστικό Τ (η πρώτη μορφή του χριστιανικού σταυρού σύμφωνα με την Επιστολή Βαρνάβα) που ήταν σύμβολο του Βαβυλώνιου – Χαλδαίου θεού Ταμούζ (το αρχικό γράμμα του ονόματός του), γραφόταν στο μέτωπο των προσήλυτων του Μίθρα. Για τους οπαδούς του Μίθρα, ο σταυρός αποτελούσε σύμβολο της εύνοιας της ηλιακής θεότητάς τους. Το Τ ήταν το σύμβολο της αιώνιας ζωής στους Αιγυπτίους και σύμβολο του θεού Θωθ.
        

              Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Σωκράτης και Σωζομενός μας πληροφορούν ότι, όταν κατά την κατεδάφιση του Σεράπειου, βρέθηκαν αιγυπτιακοί σταυροί, οι χριστιανοί του 4ου αι. αγνοώντας τη χριστιανική οικειοποίηση, εξεπλάγησαν από την ομοιότητα, που είχαν εκείνοι οι σταυροί με το σύμβολο του δικού τους σταυρού. Σύμφωνα με τους ειδήμονες της εποχής, κάποια σχήματα, που είχαν μορφή σταυρού, συμβόλιζαν τη «μέλλουσα ζωή» (κάτι που είναι σωστό, πρόκειται για το σύμβολο ανχ). Ταιριαστός συμβολισμός: οι εθνικοί θεοί εξαφανίστηκαν μόλις εμφανίστηκε ο σταυρός της ζωής, που έκρυβαν στον κόρφο τους. Ο Σωζομενός το δέχεται αυτό μάλλον κυριολεκτικά, ενώ ο πιο ορθολογιστής Σωκράτης Σχολαστικός βλέπει εδώ μια απλή σύμπτωση.
    
             Σύμφωνα με τον Ιωάννη το Χρυσόστομο: Τοῦτο γὰρ τὸ τοῦ θανάτου σύμβολον (οὐ γὰρ παύσομαι συνεχῶς τοῦτο λέγων) ἐγένετο εὐλογίας ὑπόθεσις πολλῆς, καὶ παντοδαπῆς ἀσφαλείας τεῖχος, διαβόλου καιρία πληγή, δαιμόνων χαλινὸς… σταυρὸς τὸ ἐπάρατον σύμβολον, τὸ πᾶσι φευκτόν, τὸ πᾶσιν ἀπευκτόν, τὸ ἐπονείδιστον, ἴσχυσε, μετὰ τὸ τελευτῆσαι τὸν σταυρωθέντα, πάντα εὐκόλως ἐργάσασθαι.  

    

             Οι πρώτοι χριστιανοί, σύμφωνα με τα έως τώρα αρχαιολογικά και φιλολογικά δεδομένα, δεν έκαναν καμιά υλική απεικόνιση του εσταυρωμένου Ιησού, ούτε του ιδίου του σταυρού. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού ήταν γι’ αυτούς κάτι το αποτρόπαιο και ανακαλούσε στη μνήμη τους τα πάθη του Κυρίου. Ο σταυρός στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της σταυρικής θυσίας του Ιησού, παρά ως σύμβολο αυτό καθαυτό.

  
               Ο Ιερώνυμος Ιεροσολύμων μας διαβεβαιώνει, πως οἱ χριστιανοὶ οὐχ ὡς Θεὸν τὸν σταυρὸν ἀσπαζόμεθα, ἀλλὰ δεικνύντες τὴν τῆς ψυχῆς ἡμῶν γνησίαν πρὸς τὸν σταυρωθέντα διάθεσιν και παραπονιέται για τη δύστυχη δεισιδαίμονα γυναίκα που φορώντας σταυρούς- λειψανοθήκες αισθάνεται πιο θρησκευόμενη.
    
 
 
  
 

 
 
          Μέγα τὸ φυλακτήριον τοῦ σταυροῦ, σημεῖον πιστῶν καὶ φόβος δαιμόνων. Οι σταυροί που χρησιμοποιούνταν ως εγκόλπια – φυλακτά από τον 5ο έως και τον 7ο αιώνα κατασκευάζονταν από πολύτιμα μέταλλα, χρυσό και ασήμι, αλλά κυρίως από κράματα του χαλκού. Γράφει ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων: … καὶ ταῦτα πρὸς τοὺς μάρτυρας λέξασα, σταυρὸν χρύσεον λίθοις διαυγέσιν καὶ τιμίοις λάμποντα ἀπὸ τοῦ τραχήλου τοῦ νέου περὶ τὸ στῆθος ᾐώρησεν, τοῦτον φύλακα τοῦ δοθέντος αὐτῷ παρασχοῦσα φωτίσματος…σταυροῦ δηλονότι τοῦ τῆς νίκης δοτῆρος καὶ φύλακος τὸν οἰκεῖον προσκυνητὴν πάλιν ῥωννύοντος, καὶ νίκην κατὰ τοῦ σκότους παρέχοντος.

 
           Από την ανάπτυξη της λατρείας των λειψάνων και μετά, οι απλοί σταυροί μετατράπηκαν σε λειψανοθήκες. Σταυρούς – λειψανοθήκες εννοεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε ένα χωρίο του: Αὐτὸ δὲ τὸ ξύλον ἐκεῖνο, ἔνθα τὸ ἅγιον ἐτάφη σῶμα καὶ ἀνεσκολοπίσθη, πῶς ἐστι περιμάχητον ἅπασι; καὶ μικρόν τι λαμβάνοντες ἐξ ἐκείνου πολλοί, καὶ χρυσῷ κατακλείοντες, καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες τῶν τραχήλων ἐξαρτῶσι τῶν ἑαυτῶν καλλωπιζόμενοι, καίτοι καταδίκης σύμβολον τὸ ξύλον ἦν καὶ τιμωρίας …
            
          Οι επιστήθιοι σταυροί – λειψανοθήκες συσχετίζονταν για πολλά χρόνια με τα ενθύμια του 6ου και 7ου αιώνα των προσκυνητών από τους Αγίους Τόπους. Η μελέτη των ιστορικών πηγών, όμως, καθώς και τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η μαζική παραγωγή τους ανάγεται στις αρχές του 9ου αιώνα, την περίοδο δηλαδή της εικονόφιλης αντίδρασης, μετά την πρώτη Εικονομαχία. Η χρήση τέτοιων αντικειμένων αποτελούσε έκφραση της ορθόδοξης πίστης τους. Όταν, το 815, ο αυτοκράτορας Λέων ο Ε’ κατηγορήθηκε ότι ευνοούσε με τη στάση του την επιστροφή σε εικονομαχικές αντιλήψεις, έβγαλε από το στήθος του ένα εγκόλπιο σταυρό με εικονικό διάκοσμο, το προσκύνησε και το φίλησε.

  
           Ο πατριάρχης Νικηφόρος εκδήλωσε επανειλημμένα λατρευτική στάση προς τους επιστήθιους σταυρούς-λειψανοθήκες. Στον τρίτο Αντιρρητικό Λόγο μαρτυρεί ότι οι χριστιανοί συνηθίζουν να φέρουν πάνω στο στήθος τους λείψανα του Τίμιου Ξύλου ως φυλακτά για προστασία και για σωματική και ψυχική υγεία : «Τα γαρ αρχήθεν και παρά Χριστιανών εν τε χρυσώμασι και αργυρώμασι κατασκευασμένα, και καλούμενα φυλακτήρια, α δη και κατ΄αυχένος εκκρεμαννύμενα, και προς φυλακήν και ασφάλειαν της ζωής ημών, και σωτηρίαν των ψυχών τε και των σωμάτων ημών, εντεύθεν γαρ αυτοίς και τούνομα επικέκληται, προς ιατρεία τε παθών και αποτροπήν της των ακαθάρτων δαιμονίων προσβολής…».
  
            Τα ίδια περίπου επανέλαβε σε επιστολή που απηύθυνε στο πάπα Λέοντα Γ’, το 811, με την ευκαιρία της ενθρόνισής του. Την επιστολή συνόδευε χρυσό εγκόλπιο, που περιείχε λείψανα Τιμίου Ξύλου: «…απεστείλαμεν τη αδελφική υμών μακαριότητι, εγκόλπιον χρυσούν, ού η μία όψις κρυστάλλου εγκατακεκλεισμένη, η δε ετέρα εικονισμένη δι’ εγκαύσεως, και εντός έχον έτερον εγκόλπιον, εν ω εισί μερίδες των τιμίων ξύλων εντετυπωμέναι…». 
 
            Η παραγωγή των εγκόλπιων σταυρών έφθασε στο απόγειό της το διάστημα, από το 10ο έως το 12ο αιώνα και στη συνέχεια παρουσίασε φθίνουσα πορεία. Τα εργαστήρια που παρήγαγαν αυτά τα αντικείμενα ήταν διάσπαρτα σε ολόκληρη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και δεν συνδέονταν με συγκεκριμένα προσκυνήματα. Πρόκειται κυρίως για σταυρούς – λειψανοθήκες κατασκευασμένους από δύο χυτές κοίλες πλάκες που ενώνονται με στροφείς επάνω και κάτω, αφήνοντας ενδιάμεσο κενό χώρο για τα άγια λείψανα και φέρουν σκηνές από το χριστολογικό κύκλο. Ελάχιστοι είναι οι σταυροί λειψανοθήκες που έσωσαν το περιεχόμενό  τους. Πρόκειται για τεμάχια οστών που καλύπτονται με ένα υλικό σε μορφή σκόνης ή μικρά κομματάκια πέτρας, αναμεμιγμένα με χώμα. Αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι σταυρούς – λειψανοθήκες αυτού του τύπου έφεραν άτομα και των δύο φύλων και όλων των ηλικιών, εν ζωή αλλά και στον τάφο τους.
 
            Από τον 11ο αιώνα εμπλουτίστηκε η εικονογραφική θεματολογία τους. Εκτός από τη συνηθισμένη σύνθεση της Σταύρωσης και της Παναγίας δεομένης, φιλοτεχνούνται και παραστάσεις διαφόρων αγίων. Οι άγιοι αυτή την περίοδο παίζουν το ρόλο του προστάτη ενάντια σε κάθε κακό. Τα λείψανά τους, καθώς και αντικείμενα που τους ανήκαν, τοποθετούνταν στο εσωτερικό των λειψανοθηκών εξαιτίας της πίστης πως η υπερφυσική δύναμη των αγίων μπορούσε να μεταφερθεί με την επαφή στο σώμα του πιστού. 
 
          Παρόλο που ο σταυρός, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες καθιερώθηκε ως το κατ’ εξοχήν σύμβολο και φυλακτό, δεν πέρασε ούτε μια χρονική περίοδος που να μην έγινε αντικείμενο συζήτησης και προσπάθεια προπαγάνδας υπέρ αυτού. Καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο διάφοροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς προσπαθούσαν με πολύ πάθος να πείσουν τους χριστιανούς για τις πραγματικές αξίες και αρετές του σταυρού.

          Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, όταν η προσφυγή στο θείο ήταν η μόνη ελπίδα σωτηρίας, η διάθεση των σταυρών – φυλακτών έφθασε σε μεγάλη ακμή. Διάφοροι σταυροί κρέμονταν πάνω στο στήθος των υπόδουλων χριστιανών, προφυλάσσοντάς τους από κάθε κακό.
 
                            Δρ. Παναγιώτης Καμπάνης
                            Αρχαιολόγος – Ιστορικός
                          Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
                
                    Πηγή:  ιατοσελίδα - Η Λειψανοθήκη
           


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου