Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Οι Ακρίτες

Συγγραφή : Μακρυπούλιας Χρήστος (25/1/2007)
Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Εγκυκλοπαίδεις Μείζονος Ελληνισμού
 
                   Ο όρος «ακρίτης» απαντά κυρίως σε κείμενα της μέσης (7ος-12ος αι.) και ύστερης (12ος -15ος αι.) βυζαντινής περιόδου και αναφέρεται, ως επί το πλείστον, σε ενόπλους οι οποίοι είχαν την ευθύνη της άμυνας των μικρασιατικών συνόρων του Βυζαντίου (τις «άκρες»), καθώς και στους επικεφαλής τους. Επίσης, υποδήλωνε τους πληθυσμούς οι οποίοι κατοικούσαν στα σύνορα αυτά. Τουλάχιστον κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, ο όρος δεν αναφερόταν σε κάποια αυτόνομα τοπικά σώματα ατάκτων, καθώς την άμυνα των συνόρων αναλάμβαναν εκ περιτροπής δυνάμεις του τακτικού στρατού, ενώ ακόμη και στην υστεροβυζαντινή περίοδο η φρούρηση των συνόρων οργανωνόταν από την κεντρική εξουσία, αν και ήταν αναγκαία η συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού.
               Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδος (4ος – 7ος αι.), η άμυνα των συνόρων είχε ανατεθεί στους λεγόμενους «λιμιτανέους» (limitanei, από το λατ. limes = όριο, σύνορο), στρατιώτες οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι σε πόλεις ή οχυρά κοντά στην παραμεθόριο ζώνη, σε αντίθεση με τους «κομιτατησίους» (comitatenses, από το λατ. comitatus = συνοδεία), τη δύναμη κρούσης του υστερορωμαϊκού στρατού που στρατοπέδευε σε πόλεις ή στρατόπεδα της ενδοχώρας. Ο χωρισμός του στρατεύματος σε στατικές και ευκίνητες μονάδες χρονολογείται στην περίοδο των μεταρρυθμίσεων του τέλους του 3ου και των αρχών του 4ου αιώνος και αποδίδεται είτε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305), είτε στον Μεγάλο Κωνσταντίνο (307-337).1
            Οι «λιμιτανέοι» διέθεταν μονάδες πεζικού και ιππικού, υπό τη διοίκηση των «δουκών», ενώ τα βοηθητικά τους στρατεύματα βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία των διοικητών των συνοριακών επαρχιών. Έως τον 6ο-7ο αι., τη Μικρά Ασία κάλυπταν (από βορρά προς νότο) οι συνοριακές διοικήσεις της Αρμενίας, της Μεσοποταμίας, της Οσροηνής και της Συρίας, ενώ συνοριακά στρατεύματα είχαν εγκατασταθεί και στην Ισαυρία, εν μέρει για να καλύπτουν τις ορεινές διαβάσεις από τη Συρία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και, επίσης, για να επιτηρούν τους ανυπότακτους Ισαύρους.
 
 
 
 
 
             Η μεταβατική περίοδος (6ος-7ος αι.)
 
               Σε αντίθεση με τους «κομιτατησίους», οι «λιμιτανέοι» ελάμβαναν, επιπλέον του μισθού τους ως στρατιωτών, και γαίες στις παραμεθόριες περιοχές στις οποίες εγκαθίσταντο. Έτσι, παράλληλα με τα στρατιωτικά τους καθήκοντα, ασχολούνταν και με την καλλιέργεια της γης, ενισχύοντας την αγροτική παραγωγή των συνοριακών επαρχιών και συμπληρώνοντας το εισόδημά τους. Όπως και τα αγροκτήματα, έτσι και η ιδιότητα του «λιμιτανέου» ήταν κληρονομική και κληροδοτούνταν από πατέρα σε γιο. Σταδιακά, η στρατιωτική σημασία των συνοριακών φυλάκων μειώθηκε και, έως την εποχή του αυτοκράτορος Ιουστινιανού Α΄ (527-565), οι «λιμιτανέοι» είχαν πάψει πλέον να θεωρούνται ενεργοί στρατιώτες, χωρίς όμως και να καταργηθούν.
             Η παρουσία των «λιμιτανέων» στις επαρχίες της Ανατολής μαρτυρείται έως το δεύτερο ήμισυ του 6ου αι., αλλά οι αναστατώσεις που προκλήθηκαν από τις περσικές κατακτήσεις των αρχών του 7ου αι. οδήγησαν στη διάλυση του αμυντικού συστήματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τη δεκαετία του 630, μετά την ήττα των Περσών από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) και την ανακατάληψη των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου, έγινε προσπάθεια να ανασυγκροτηθούν οι διαλυμένες συνοριακές φρουρές, αλλά η απόπειρα αυτή τελικά δεν καρποφόρησε. Αιτία ήταν η εμφάνιση ενός νέου κινδύνου στο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας, ενός εχθρού πολύ πιο επικίνδυνου από τους Πέρσες.
          Το 634 οι Άραβες εισέβαλαν στις βυζαντινές επαρχίες της Παλαιστίνης και Συρίας. Το 639-640 είχαν ολοκληρώσει την κατάκτησή τους και είχαν εισβάλει στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Η κατάκτηση της τελευταίας ολοκληρώθηκε το 645, ενώ ήδη από το 640 οι Άραβες είχαν αρχίσει να επιδράμουν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Με τον καιρό, οι επιδρομές τους στα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας έλαβαν το χαρακτήρα επαναλαμβανόμενης επιχείρησης.
 
 
 Η αραβική απειλή στην ανατολική μεθόριο
 
          Πέρα από τα κέρδη από τα λάφυρα και τη λεηλασία, οι λόγοι για τους οποίους οι Άραβες διενεργούσαν σχεδόν ετήσιες επιδρομές εναντίον των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου ήσαν κυρίως ιδεολογικοί και στρατηγικοί. Ο αγώνας εναντίον των απίστων ήταν θρησκευτικό καθήκον για τους μουσουλμάνους, ενώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για εσωτερική κατανάλωση, αυξάνοντας το κύρος των Αράβων ηγεμόνων, κυρίως των τοπικών. Παράλληλα, οι συνεχείς επιδρομές και λεηλασίες αποδυνάμωναν τους Βυζαντινούς και προσέφεραν ασφάλεια στις παραμεθόριες μουσουλμανικές περιοχές.2
           Έως τις αρχές του 8ου αι. οι επιδρομές οργανώνονταν από τους χαλίφες και είχαν ως αντικειμενικό σκοπό την αποδυνάμωση των Βυζαντινών και την κατάληψη πόλεων και νήσων για να χρησιμοποιηθούν ως βάσεις, με απώτερο αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και όλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη του 7ου και τις αρχές του 8ου αι. οι απόπειρες των Αράβων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη απέτυχαν. Από τότε – και κυρίως μετά τα μέσα του 9ου αι. – οι επιδρομές προσέλαβαν έναν εποχιακό χαρακτήρα3 κατά μήκος του ανατολικού συνόρου, το οποίο είχε πλέον σταθεροποιηθεί και ξεκινούσε από την Κιλικία και την οροσειρά του Ταύρου, ακολουθούσε τον Αντίταυρο, τη δυτική όχθη του Ευφράτη και τα όρη του Πόντου, για να καταλήξει στη Μαύρη Θάλασσα.4 Το ορεινό ανάγλυφο του ανατολικού συνόρου ανάγκαζε τους επιδρομείς να χρησιμοποιούν ένα μικρό αριθμό ορεινών περασμάτων, τα σημαντικότερα από τα οποία ήταν, από νότο προς βορρά, οι Κιλίκιες Πύλες, η δίοδος του Αδατά και η δίοδος της Μελιτηνής.5

 
 
 Η προάσπιση του μικρασιατικού συνόρου (7ος-10ος αι.)
 
            Οι συνεχείς συγκρούσεις στο αραβοβυζαντινό σύνορο επέδρασαν καθοριστικά στη στρατιωτική οργάνωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον 7ο αι. και εξής. Αντιμέτωπο με επιδρομές που συχνά έφθαναν σε μεγάλο βάθος στο εσωτερικό της Ανατολίας,6 το Βυζάντιο αναγκάσθηκε να διασπείρει τις δυνάμεις του σε όλη τη Μικρά Ασία, αναπτύσσοντας τον θεσμό των θεμάτων και εφαρμόζοντας μια στρατηγική άμυνας σε βάθος η οποία προέβλεπε την ύπαρξη δυνάμεων στην ενδοχώρα ικανών να αντιμετωπίσουν τους επιδρομείς και να προστατεύσουν τη ζώνη ευθύνης κάθε θέματος από λεηλασίες. Παράλληλα, καθήκον του στρατού ήταν και η προστασία του άμαχου πληθυσμού. Ειδικοί αξιωματικοί, οι εξπηλάτορες, αποστέλλονταν στις κατοικημένες περιοχές κάθε θέματος που βρισκόταν στο δρομολόγιο των επιδρομέων και συντόνιζαν τη μεταφορά των αμάχων στις οχυρωμένες πόλεις ή τα βουνά.7
          Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του όλου συστήματος ήταν η έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής, η συλλογή πληροφοριών, η επιτόπου αντιμετώπιση χαμηλής έντασης επιδρομών και η διεξαγωγή επιδρομών αντιποίνων σε αραβικά εδάφη της παραμεθορίου. Τα καθήκοντα αυτά αναλάμβαναν τα τακτικά στρατεύματα που ήσαν εγκατεστημένα στα θέματα της συνοριακής ζώνης και ειδικότερα οι τουρμάρχες που βρίσκονταν ακριβώς στην παραμεθόριο, τις «άκρες». Αυτοί και οι άνδρες τους είναι οι πρώτοι οι οποίοι στις βυζαντινές πηγές του 10ου αι. αναφέρονται με τον όρο «ακρίτες», χωρίς όμως ο όρος αυτός να δηλώνει κάποιο συγκεκριμένο σώμα των στρατευμάτων αυτών.
 
 

 
 
Τακτικές των «ακριτών»
 
           Καθήκον των κλεισουραρχών και των τουρμαρχών της παραμεθορίου ήταν η επιτήρηση των οδών που οδηγούσαν από τα αραβικά εδάφη στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και η ενημέρωση των προϊσταμένων κλιμακίων για τυχόν επιδρομές. Για το σκοπό αυτό, οι «ακρίτες» είχαν δημιουργήσει ένα πλέγμα στατικών παρατηρητηρίων («βίγλες» και καμινοβίγλια) τα οποία τοποθετούνταν ανά διαστήματα σε υψώματα της παραμεθορίου για να μεταδίδουν πληροφορίες στον στρατηγό του θέματος. Παράλληλα, έφιππες αναγνωριστικές περίπολοι στις πεδινές περιοχές συνέδεαν μεταξύ τους τα παρατηρητήρια, συμπληρώνοντας το σύστημα επιτήρησης των συνόρων.
            Οι θεματικοί στρατιώτες που επάνδρωναν τα παρατηρητήρια εναλλάσσονταν κάθε 15 ημέρες, ενώ οι έφιππες περιπολίες πραγματοποιούνταν από άνδρες του ελαφρού ιππικού, που στο ανατολικό σύνορο ονομάζονταν «τραπεζίται» και τους οποίους οι Αρμένιοι αποκαλούσαν «τασιναρίους» ή «τασινάκια». Αποστολή τους ήταν επίσης οι επιδρομές σε εχθρικά εδάφη για αντίποινα ή συλλογή πληροφοριών. Αν και οι «τραπεζίται» και «τασινάριοι» δεν εμφανίζονται στα έπη, οι «απελάται», ένας άλλος όρος που απαντά στα λογοτεχνικά αυτά κείμενα, αναφέρονται από άλλες βυζαντινές πηγές του 10ου αι. και πιθανότατα ανήκαν και αυτοί στο δυναμικό των «ακριτών».8
        Στα καθήκοντα των «ακριτών» τουρμαρχών της περιοχής περιλαμβάνονταν η προστασία του τοπικού πληθυσμού και η απομάκρυνσή του από τη ζώνη επιχειρήσεων, καθώς και η συμμετοχή στην αντιμετώπιση μεγάλης κλίμακας επιδρομών. Στην τελευταία περίπτωση, ο τουρμάρχης της παραμεθορίου ακολουθούσε τους εισβολείς κατά πόδας, αναμένοντας τις ενισχύσεις του στρατηγού. Αν η αριθμητική του υπεροχή το επέτρεπε, προσπαθούσε με το ιππικό του να περιορίσει τις κινήσεις των επιδρομέων και το εύρος των λεηλασιών τους. Αλλιώς, κατέφευγε στη χρήση τακτικών ανταρτοπολέμου, αποφεύγοντας τις εκ παρατάξεως μάχες και προσπαθώντας με το πεζικό του να παγιδεύσει τους επιδρομείς σε ορεινά περάσματα και εκεί να τους εξοντώσει σε ενέδρα.
 
 
 
Η σταδιακή αποδυνάμωση
 
         Από τα τέλη του 9ου αι. συμπαγείς αρμενικοί πληθυσμοί άρχισαν να εγκαθίστανται στις παραμεθόριες περιοχές του Βυζαντίου, κυρίως την Κιλικία και τη Μεσοποταμία. Οι Αρμένιοι αυτοί εντάχθηκαν στο αμυντικό σύστημα της Μικράς Ασίας, συγκροτώντας μικρά θέματα, τα λεγόμενα «μικρά» ή «αρμενικά» (σε αντίθεση με τα παλαιότερα θέματα της Μικράς Ασίας, τα γνωστά πλέον ως «μεγάλα» ή «ρωμαϊκά»), τα οποία ανέλαβαν τον ρόλο της προστασίας των ανατολικών συνόρων. Καθώς η εκ μέρους των Αρμενίων εκτέλεση των καθηκόντων των συνοριοφυλάκων ήταν υποτυπώδης, επικράτησε η πρακτική να επιλέγονται προσεκτικά όσοι στέλνονταν ως παρατηρητές στα σύνορα (όπου υπηρετούσαν 30 ημέρες) και να λαμβάνουν ειδικό μισθό. Παρά ταύτα, οι Βυζαντινοί συνέχισαν να μην είναι ικανοποιημένοι και να βασίζονται στους «τραπεζίτες».
         Οι αραβικές επιδρομές στη Μικρά Ασία έπαυσαν τη δεκαετία του 960, όταν ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (963-969) κατέλαβε την Κιλικία και μέρος της Βόρειας Συρίας, στερώντας έτσι από τους Άραβες τις βάσεις από τις οποίες εξορμούσαν οι επιδρομείς. Στα τέλη του 10ου αι. η αμυντική γραμμή των Βυζαντινών στο νέο ανατολικό σύνορο επανδρωνόταν κυρίως από Αρμενίους και μισθοφορικές μονάδες του τακτικού στρατού, ενώ βασιζόταν σε πέντε μεγάλες συνοριακές διοικήσεις (Αντιόχεια, Έδεσσα, Μεσοποταμία, Βαασπρακανία και Χαλδία), διοικούμενες από «δούκες». Αποτέλεσμα της επέκτασης του Βυζαντίου πέρα από τα ανατολικά όρια της Μικράς Ασίας, της μείωσης του κινδύνου από τις αραβικές επιδρομές και της ανάληψης της προστασίας των συνόρων από τους Αρμενίους επήλυδες ήταν να αποδυναμωθεί η άμυνα των συνόρων, στο βαθμό που βασιζόταν στους «ακρίτες», μετά τον 10ο αι. Στη σχεδόν ανύπαρκτη πολεμική εμπειρία όσων αναλάμβαναν πλέον καθήκοντα φρούρησης των συνόρων αποδίδεται από ορισμένους (συμπεριλαμβανομένων και κάποιων συγχρόνων Βυζαντινών) η σαρωτική προέλαση των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία στο δεύτερο ήμισυ του 11ου αι.9
 
 
 Η ανασύσταση του ανατολικού συνόρου επί Κομνηνών (12ος αι.)
 
           Έως τη δεκαετία του 1080, οι Σελτζούκοι είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολίας, περιορίζοντας το Βυζάντιο στα ευρωπαϊκά του εδάφη. Χάρη στις προσπάθειες του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) και κυρίως του γιου του, Ιωάννη Β΄ (1118-1143), η αυτοκρατορία κατόρθωσε να ανακαταλάβει ένα τμήμα της δυτικής Μικράς Ασίας. Το σημαντικότερο βήμα για την προάσπιση του νέου συνόρου έλαβε ο Μανουήλ Α΄ (1143-1180). Με δική του πρωτοβουλία αναδιοργανώθηκαν τα θέματα της περιοχής, ενώ τη δεκαετία του 1160 ίδρυσε το θέμα των Νεοκάστρων, το οποίο περιελάμβανε τα οχυρά της Περγάμου και των Χλιαρών. Το νέο αυτό θέμα αποτελούσε την πρώτη γραμμή αμύνης εναντίον των Σελτζούκων στην κεντρική Μικρά Ασία και τις οχυρώσεις του υπεράσπιζαν τοπικές δυνάμεις ενόπλων, οι οποίοι ως αντάλλαγμα ελάμβαναν γαίες και οικονομικά προνόμια. Επανέφερε λοιπόν τον παράγοντα των «ακριτών» στην άμυνα των ανατολικών συνόρων και δεν είναι τυχαίο ότι ένας πανηγυριστής του Μανουήλ Κομνηνού, αναφερόμενος στη δράση του στο ανατολικό σύνορο, αποκαλούσε τον αυτοκράτορα «νέο Ακρίτη».
 
 
 
 Οι «ακρίτες» τον 13ο αι.
 
          Η στρατιωτική οργάνωση των συνόρων, όπως αυτή παγιώθηκε από τον Μανουήλ Α΄, συνεχίσθηκε και κατά την περίοδο του κράτους της Νίκαιας, προπύργιο της βυζαντινής εξουσίας στη Μικρά Ασία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204. Αν και οι αυτοκράτορες της Νίκαιας διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους Σελτζούκους του Ικονίου, εντούτοις τα σύνορα της Νίκαιας στον Σαγγάριο και τις κοιλάδες του Μαιάνδρου και του Έρμου απειλούνταν συνεχώς από Τουρκομάνους νομάδες και ομάδες Σελτζούκων που δεν βρίσκονταν υπό την εξουσία του κράτους του Ικονίου. Για την αντιμετώπιση της απειλής αυτής, οι αυτοκράτορες της Νίκαιας, κυρίως ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης (1222-1254), έλαβαν μία σειρά μέτρων με σκοπό την ενίσχυση της άμυνας των συνόρων, που για άλλη νια φορά ποέβλεπαν τη στρατιωτική δράση των κατοίκων της παραμεθορίου.
            Αν και δεν προχώρησαν στη στρατιωτική οργάνωση των πληθυσμών των παραμεθορίων ορεινών περιοχών, εντούτοις οι αυτοκράτορες της Νίκαιας προσέφεραν κίνητρα σε όσους παρέμεναν στις εστίες τους για να τις υπερασπισθούν εναντίον των επιδρομέων. Στα κίνητρα συμπεριλαμβάνονταν φοροαπαλλαγές και άλλα προνόμια, ενώ σε ορισμένους δόθηκαν ακόμη και πρόνοιες. Οι κάτοικοι της περιοχής δεν εντάχθηκαν επισήμως στα στρατεύματα της Νίκαιας και παρέμεναν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, αλλά αναλάμβαναν πλέον εξολοκλήρου την άμυνα του ανατολικού συνόρου της αυτοκρατορίας. Επιπλέον, περί το 1242, όταν μεγάλος αριθμός Κουμάνων (τουρκόφωνου λαού που ζούσε βορείως της Μαύρης Θάλασσας) κατέφυγε στο κράτος της Νίκαιας, ο Ιωάννης Γ΄ εγκατέστησε ένα μέρος τους στις παραμεθόριες περιοχές ανατολικώς της Φιλαδέλφειας και στην κοιλάδα του Μαιάνδρου, παραχωρώντας τους τα ίδια προνόμια και ενισχύοντας έτσι την άμυνα των συνόρων.10 Η αποτελεσματικότητα της αμυντικής πολιτικής της Νίκαιας καταδεικνύεται από το γεγονός ότι τα ανατολικά σύνορα του κράτος παρέμειναν ουσιαστικά απαραβίαστα έως το 1261, έτος κατά το οποίο οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη.

 
 
Το τέλος των «ακριτών»
 
           Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261, το ενδιαφέρον της κεντρικής εξουσίας στρεφόταν στην ανακατάληψη των ευρωπαϊκών εδαφών της παλαιάς αυτοκρατορίας, ενώ η Μικρά Ασία ερχόταν πλέον σε δεύτερη μοίρα. Παράλληλα, τον Δεκέμβριο του 1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, ο οποίος είχε πάρει την εξουσία στη Νίκαια, τύφλωσε τον ανήλικο Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρι, νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ακριτικών πληθυσμών που κατοικούσαν στην ορεινή Τρικοκκία, ανατολικά της Νίκαιας, και οι οποίοι παρέμεναν πιστοί στη δυναστεία των Λασκαριδών. Στις αρχές του 1262 οι «ακρίτες» της Τρικοκκίας (περιοχής γνωστής και ως Ζυγός = οροσειρά) στασίασαν εναντίον του Μιχαήλ Η΄, τα στρατεύματα του οποίου με δυσκολία κατάφεραν να καταστείλουν την εξέγερση.
          Θέλοντας να υποτάξει τους «ακρίτες» και, παράλληλα, να τους αξιοποιήσει προς δικό του όφελος, ο αυτοκράτωρ προχώρησε σε μία σειρά μεταρρυθμίσεων. Αμέσως μετά τη λήξη της εξέγερσης ή λίγο αργότερα, απέστειλε στη Μικρά Ασία τον αξιωματούχο Χαδηνό, ο οποίος αναδιοργάνωσε τους «ακρίτες» της περιοχής, προσφέροντάς τους γη και εντάσσοντάς τους στο στράτευμα, όπου υπηρετούσαν με δικά τους έξοδα, ενώ οι φοροαπαλλαγές τους καταργήθηκαν. Τα νέα μέτρα σήμαιναν ότι, για να συμπληρώσουν τα μειωμένα εισοδήματά τους και καθώς ανήκαν πλέον στον τακτικό στρατό, οι φρουροί των παραμεθορίων περιοχών θα έπρεπε να λαμβάνουν μέρος στις εκστρατείες του αυτοκράτορος στα ευρωπαϊκά εδάφη.
          Οι μεταρρυθμίσεις του Χαδηνού αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Απογυμνωμένο από τους υπερασπιστές του, το ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας γρήγορα κατέρρευσε υπό το βάρος των επιδρομών των Τουρκομάνων και των Οθωμανών κατά τη δεκαετία του 1260. Όσοι «ακρίτες» παρέμειναν στις εστίες τους δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τους εχθρούς, ενώ πολλοί προσχώρησαν στους Οθωμανούς. Οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς τα δυτικά, καθώς τα μικρασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας συρρικνώνονταν. Τα υπολείμματα των «ακριτών» αυτών αναφέρονται στις πηγές έως τη δεκαετία του 1290. Στις αρχές του επομένου αιώνα οι Οθωμανοί κατέλαβαν και τα υπόλοιπα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας, γεγονός που σήμανε το τέλος των «ακριτών».

 
 
 Συνέπειες
 
 
           Η δράση των «ακριτών» κατά την πρώιμη και μέση βυζαντινή περίοδο συνέβαλε σημαντικά στην υπεράσπιση των βυζαντινών εδαφών της Μικράς Ασίας, δίνοντας τη δυνατότητα στο Βυζάντιο να επιβιώσει κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον των Περσών και στους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν την αραβική κατάκτηση της Μέσης Ανατολής. Επίσης, η στρατηγική σπουδαιότητα των «ακριτών» κατά την ύστερη περίοδο είναι εμφανής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Παχυμέρης, το έργο του οποίου αφηγείται τα γεγονότα του δευτέρου μισού του 13ου αι. και τη σταδιακή απώλεια της Μικράς Ασίας, αρχίζει την εξιστόρησή του με μία περιγραφή του αμυντικού συστήματος στο ανατολικό σύνορο και της σταδιακής συρρίκνωσης του ρόλου των «ακριτών».11
          Εκτός αυτού, οι θρύλοι για τα ηρωικά κατορθώματα των πολεμιστών των συνόρων τον 9ο και 10ο αι. ενέπνευσαν τη δημιουργία των λεγομένων ακριτικών επών, τα οποία εμφανίζονται από τον 11ο αι. και αποτελούν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε το έπος του Βασιλείου Διγενή, ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας.
 
 

1. Pat Southern – Karen R. Dixon, The Late Roman Army (London 1996), 15-38. J. F. Haldon, Warfare, State and Society in the Byzantine World 565 - 1204 (London 1999), 67-71.
2. Μ. Canard, “Byzantium and the Muslim World to the Middle of the Eleventh Century”, The Cambridge Medieval History2 4.1 (Cambridge 1966) 696-697. J. F. Haldon - H. Kennedy, “The Arab - Byzantine Frontier in the Eighth and Ninth Centuries”, Zbornik Radova Vizantoloskog Instituta 19 (1980) 114-115. Ο Kennedy υποστηρίζει, επίσης, ότι υπάρχει η πιθανότητα οι μικρής κλίμακας επιδρομές κατά τη διάρκεια του θέρους να ήταν ένοπλες προσπάθειες των Αράβων κτηνοτρόφων των πεδιάδων της Κιλικίας να εκμεταλλευτούν τους ορεινούς βοσκοτόπους των Βυζαντινών.
3. Σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, το έτος χωριζόταν σε τρεις περιόδους επιδρομών. Σπανιότερη ήταν η χειμερινή περίοδος (τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου). Η εαρινή περίοδος επιδρομών διαρκούσε από τις 10 Μαΐου έως τις 10 Ιουνίου, ενώ κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου (10 Ιουλίου - 8 Σεπτεμβρίου) οργανώνονταν οι μεγαλύτερης κλίμακας επιδρομές. Μ. Canard, “Byzantium and the Muslim World to the Middle of the Eleventh Century”, The Cambridge Medieval History2 4.1 (Cambridge 1966) 697. A. J. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and His World (London 1973), 115.
4. R.-J. Lilie, Die byzantinische Reaktion auf die Ausbreitung der Araber. Studien zur Strukturwandlung des byzantinischen Staates im 7. und 8. Jhd. (Miscellanea Byzantina Monacensia 22, München 1976), 40-162. Μ. Canard, "Byzantium and the Muslim World to the Middle of the Eleventh Century", The Cambridge Medieval History2 4.1 (Cambridge 1966) 696-698.
5. Hélène Ahrweiler, “L’Asie Mineure et les invasions arabes (VIIè - IXè siècles)”, Revue Historique 227 (1962) 8-9. A. J. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and His World (London 1973), 108-109.
6. Πέρα από τις μεγάλης κλίμακας επιδρομές, εξίσου επιζήμιες σε τοπικό επίπεδο ήταν και οι μικρής κλίμακας εισβολές, διότι ήσαν οι πλέον αιφνιδιαστικές και δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια αντίδρασης στους Βυζαντινούς.
7. Ένα δίκτυο οχυρών και φρουρίων είχε αναπτυχθεί στη Μικρά Ασία μεταξύ του 7ου και του 10ου αι., για την προστασία του τοπικού πληθυσμού. C. Foss - D. Winfield, Byzantine Fortifications: An Introduction (Pretoria 1986), 131-145.
8. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Έκθεσις της βασιλείου τάξεως, ed. I. I. Reiske, Constantini Porphyrogeniti De cerimoniis aulae byzantinae (Bonn 1829), 696, 1-4: «εάν δε παντελώς εξαπορώσιν και ου δύνανται ουδέ μετά των διδομένων αυτοίς συνδοτών την ιδίαν στρατείαν εξυπηρετείν, τότε αδορεύονται και δίδονται εις απελάτας». Ενώ στα ακριτικά έπη οι «απελάτες» εμφανίζονται ως ληστές και αντίπαλοι του ήρωα, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος τους θεωρεί στρατιώτες των θεμάτων οι οποίοι έχουν χάσει την οικονομική δυνατότητα να εξοπλίζονται και να συμμετέχουν σε εκστρατείες. Η σύγχρονη έρευνα θεωρεί ότι οι «απελάτες» ανήκαν στους «ακρίτες». Ο A. J. Cappel, “Apelatai”, The Oxford Dictionary of Byzantium 1 (New York - Oxford 1991), 127-128, ταυτίζει τους «απελάτες» με τους «τραπεζίτες», χωρίς όμως να βασίζεται στα δεδομένα των πηγών.
9. Κεκαυμένος, Στρατηγικόν, ed. B. Wassiliewsky – V. Jernstedt, Cecaumeni Strategicon (St. Petersburg 1896), 17, 18-26: «πόθεν σε ταύτα συμβαίνειν είωθεν; οίδα γαρ, ότι περισσοτέρως εξ απειρίας των ακριτών. απειρίαν γαρ εχόντων της στρατηγικής γνώσεως και σοφίας και μη συλλογιζομένων τι εκ τούτου και τι εξ εκείνου συμβαίνειν είωθεν, αλλά απείρως τα πράγματα διιθυνόντων και τοις βασιλεύσι τα προς χάριν επιστελλόντων και λεγόντων, ου μόνον τοιαύτα, αλλά και άλλα χείρονα συμβαίνουσι. όθεν ενταύθα μεμπτέοι εισί και κολάσεως άξιοι· ει δε και τας εξ ανθρώπων τιμωρίας φύγωσι, την του Θεού δικαιοκρισία ουκ εκφεύξονται». Ο Κεκαυμένος, το έργο του οποίου χρονολογείται περί το 1075, αναφέρεται και στην κατάσταση που επικρατούσε στο σύνορο του Δούναβη.
10. M. C. Bartusis, The Late Byzantine Army. Arms and Society 1204-1453 (Philadelphia 1992), 26-27.
11. Γεώργιος Παχυμέρης, Συγγραφικαί Ιστορίαι, ed. A. Failler, Georges Pachymères, Relations historiques (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 14, Paris 1984), 27-35.

 1. Ιστορικό
2. Η μεταβατική περίοδος (6ος-7ος αι.)
3. Η αραβική απειλή στην ανατολική μεθόριο
4. Η προάσπιση του μικρασιατικού συνόρου (7ος-10ος αι.)
5. Τακτικές των «ακριτών»
6. Η σταδιακή αποδυνάμωση
7. Η ανασύσταση του ανατολικού συνόρου επί Κομνηνών (12ος αι.)
8. Οι «ακρίτες» τον 13ο αι.
9. Το τέλος των «ακριτών»
10. Συνέπειες

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου