Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Η εικονομαχία και ο Λεων ο Γ΄ ο Ίσαυρος

            
 
 
 
 
               Η εικονομαχία εγκαινιάζει ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κεφάλαιο στη βυζαντινή ιστορία. Η στάση του Λέοντα Γ’ εναντίον της λατρείας των εικόνων προκάλεσε τη μεγάλη κρίση, που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή και που μετέβαλε την αυτοκρατορία σε θέατρο σοβαρών εσωτερικών αναταραχών για διάστημα περισσότερο από έναν αιώνα.
              Η κρίση αυτή  υπόβοσκε  από καιρό. Το γεγονός ότι στράφηκε γύρω από το ζήτημα των εικόνων, οφείλεται στην ειδική συμβολική σημασία που είχε η εικόνα σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Βυζαντινών. Η λατρεία των ιερών εικόνων είχε διαδοθείευρύτατα στο χώρο της ελληνικής Εκκλησίας τους προηγούμενους  αιώνες και ιδιαίτερα την εποχή μετά τον Ιουστινιανό Α’ και αποτελούσε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της ευσέβειας των Βυζαντινών. Από την άλλη μεριά, δεν έλειψαν και μέσα στην ίδια την Εκκλησία εικονοκλαστικές τάσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο χριστιανισμός, ως καθαρά πνευματική θρησκεία, αποκλείει τη λατρεία των εικόνων. Οι τάσεις αυτές ήταν ιδιαίτερα ισχυρές στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, που ήταν πάντοτε χώρος θρησκευτικών ζυμώσεων. Εδώ εξακολουθούσαν να υπάρχουν  σημαντικά  υπολείμματα  των  Μονοφυσιτών  και  κέρδιζε  συνεχώς  έδαφος  ο Παυλικιανισμός,  μια  αίρεση  που  ήταν  εχθρική  προς  κάθε  μορφή  εκκλησιαστικής λατρείας. Πάντως την έκρηξη της υποβόσκουσας  εικονομαχίας προκάλεσε η επαφή με τον αραβικό κόσμο.

             Η εικονοκλαστική στάση του Λέοντα Γ’ αποδόθηκε  από τους αντιπάλους  του άλλοτε σε ιουδαϊκή και άλλοτε σε μωαμεθανική επίδραση. Το γεγονός ότι ο Λέων Γ’ καταδίωξε τους Εβραίους και τους ανάγκασε  να  βαπτισθούν,  δεν  αποκλείει  το  ενδεχόμενο   να  επηρεάσθηκε   από  τη  μωσαϊκή θρησκεία με την αυστηρή της απαγόρευση  των εικόνων. Επίσης και ο αγώνας  του αυτοκράτορα εναντίον  των Αράβων δεν  αναιρεί  οπωσδήποτε  την πιθανότητα  μιας  κάποιας  ευαισθησίας  εκ μέρους του σε επιδράσεις από τον μωαμεθανικό πολιτισμό. Ο διωγμός των Εβραίων επί Λέοντα Γ’, ένας  από  τους  σχετικά  σπάνιους  διωγμούς  Εβραίων  στη βυζαντινή  ιστορία,  αποτελεί  μάλλον τεκμήριο της μεγάλης  επιρροής  που  ασκούσε  το εβραϊκό  στοιχείο  την εποχή  εκείνη.  Από  τον έβδομο αιώνα και εξής εμφανίζονται στους κύκλους της βυζαντινής θεολογικής γραμματείας πολλά πολεμικά συγγράμματα, που απαντούν σε ιουδαϊκές επιθέσεις εναντίον του χριστιανισμού.
               Περισσότερο σημαντική είναι όμως η υπόθεση  για το αραβόφιλο  φρόνημα του Λέοντα, τον οποίο μάλιστα οι σύγχρονοί του ονόμαζαν «σαρακηνόφρονα».  Οι Άραβες, που από δεκαετίες έκαναν τις επιδρομές  τους μέσα στα μικρασιατικά εδάφη, δεν έφερναν μαζί τους μόνο το σπαθί αλλά και τον πολιτισμό τους και μαζί με αυτόν και την ιδιάζουσα μωαμεθανική αποστροφή στην παράσταση του ανθρώπινου   προσώπου.  Έτσι  η  εικονομαχία  γεννήθηκε  στις  ανατολικές  περιοχές  της αυτοκρατορίας μέσα από μιαν ιδιόμορφη συνάντηση της χριστιανικής πίστεως, που επιζητούσε την καθαρή πνευματικότητα, με τις διδασκαλίες αιρετικών εικονοκλαστικών κύκλων και των παλαιών χριστολογικών αιρέσεων, καθώς και με τις επιδράσεις  μη χριστιανικών θρησκειών, όπως του Ιουδαϊσμού  και  ιδιαίτερα  του  Ισλάμ.  Μετά  την  απώθηση   της  στρατιωτικής  επιθέσεως   στην Ανατολή, άρχισε με την εικονομαχία η πάλη ενάντια στη διείσδυση  των ανατολικών πολιτιστικών επιδράσεων.  Πρωτοπόρος  της υπήρξε  ο ίδιος  εκείνος  αυτοκράτορας,  που  είχε  αναχαιτίσει  την επέλαση των Αράβων μπροστά στις πύλες της Κωνσταντινουπόλεως.
 

               Τον αγώνα εναντίον της λατρείας των εικόνων είχε ξεκινήσει αρχικά το κράτος των Ομεϋαδών, το οποίο,  αρκετά  χρόνια  πριν  ξεσπάσει  η  εικονομαχία  στο  Βυζάντιο,  είχε  πάρει  εικονοκλαστικά μέτρα. Την ίδια εποχή ισχυροποιήθηκε  η εικονοκλαστική κίνηση στη βυζαντινή Μ. Ασία, όπου μάλιστα  σχηματίσθηκε  ένα  ισχυρό  κόμμα  με  επικεφαλής  ανώτερους  εκκλησιαστικούς αξιωματούχους της περιοχής, όπως ήταν ο μητροπολίτης Κλαυδιουπόλεως Θωμάς και ο επίσκοπος Νακωλείας Κωνσταντίνος,  ο πραγματικός  πνευματικός  υποκινητής  της βυζαντινής εικονομαχίας, τον οποίο οι ορθόδοξοι Βυζαντινοί ονόμασαν «αιρεσιάρχη». Στην υπηρεσία της εικονοκλαστικής κινήσεως τέθηκε και ο ίδιος ο Λέων  Γ’, ο οποίος  καταγόταν από την Ανατολή, είχε ζήσει πολλά χρόνια στις μεθοριακές  περιοχές  της Ανατολής  και ως στρατηγός των Ανατολικών  είχε έρθει  σε στενή  επικοινωνία   με  τους   Άραβες.   Έτσι,   η  υποφώσκουσα   εχθρότητα   κατά  των  εικόνων μεταβλήθηκε σε ανοικτή εικονομαχία.

               Ο Λέων Γ’ έλαβε για πρώτη φορά  ανοικτά εχθρική στάση εναντίον της λατρείας των εικόνων το 726, ύστερα από παρότρυνση των εικονομάχων επισκόπων της Μ. Ασίας, οι οποίοι είχαν μεταβεί πριν από λίγο χρόνο στην Κωνσταντινούπολη. Την τελική αφορμή  φαίνεται  όμως ότι του έδωσε ένας  ισχυρός  σεισμός,  τον οποίο  ο αυτοκράτορας,  ως  γνήσιο  τέκνο της εποχής  του,  είδε  σαν εκδήλωση της θείας οργής εναντίον της λατρείας των εικόνων.
             Ο Λέων ξεκίνησε αρχικά με κηρύγματα, στα οποία προσπάθησε  να πείσει το λαό να εγκαταλείψει  τη λατρεία των εικόνων. Με τον τρόπο αυτό αποκάλυψε  τις απόψεις  του σχετικά με το αξίωμα που του είχε αναθέσει  ο Θεός. Όπως έγραφε αργότερα στον πάπα, θεωρούσε τον εαυτό του όχι μόνο αυτοκράτορα αλλά και αρχιερέα. Γρήγορα όμως πέρασε στη δράση και διέταξε έναν αξιωματικό του να απομακρύνει την εικόνα του Χριστού, που ήταν αναρτημένη στη Χαλκή πύλη των ανακτόρων. Αν με την πράξη αυτή ο Λέων θέλησε να δοκιμάσει τις διαθέσεις  του πληθυσμού  της πρωτεύουσας,  το αποτέλεσμα  ήταν πολύ  αποθαρρυντικό•   το  εξαγριωμένο  πλήθος  σκότωσε  τον  αυτοκρατορικό  απεσταλμένο  επί τόπου.
            Σοβαρώτερη από την εξέγερση αυτή ήταν η επανάσταση που προκάλεσε η είδηση της εικονοκλαστικής συμπεριφοράς του αυτοκράτορα στην Ελλάδα. Το θέμα Ελλάδος ανακήρυξε δικό του αυτοκράτορα  και έστειλε το στόλο του εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι εκδηλώθηκε από  την  αρχή  η  εικονόφιλη  στάση  των  ευρωπαϊκών   επαρχιών  της  αυτοκρατορίας,   που  θα επικρατούσε σ’ όλη τη διάρκεια της εικονομαχίας. Ο αυτοκράτορας πέτυχε βέβαια να καταστείλει γρήγορα την επανάσταση, όμως η εξέγερση μιας ολόκληρης επαρχίας ήταν μια πρώτη σοβαρή προειδοποίηση.

             Παρά τη φανατική προσήλωσή του στην υπόθεση της εικονομαχίας ο Λέων προχώρησε με μεγάλη προσοχή. Μόλις στο δέκατο χρόνο της βασιλείας του εκδηλώθηκε ανοικτά κατά των εικόνων και πέρασαν περισσότερα ακόμη χρόνια ώσπου να πάρει την οριστική του απόφαση. Το χρόνο αυτό αφιέρωσε  σε συζητήσεις με την ανώτερη εκκλησιαστική ηγεσία. Για να ενισχύσει τη θέση του ο Λέων  επιδίωξε  να  κερδίσει  τη  συμπαράσταση  του  πάπα  και  του  πατριάρχη  της Κωνσταντινουπόλεως. Ο γέρος όμως πατριάρχης Γερμανός απέκρουσε καθαρά την πρόταση αυτή, ενώ η αλληλογραφία με τον πάπα Γρηγόριο Β’ απέφερε  τελείως αρνητικά αποτελέσματα. Πάντως ο Γρηγόριος Β’, αν και απέρριψε  με ασυνήθιστα αυστηρό τόνο τις εικονοκλαστικές αντιλήψεις του αυτοκράτορα, προσπάθησε  να αποφύγει  τη ρήξη με το Βυζάντιο. Προχώρησε μάλιστα ως το σημείο να μεσολαβήσει στην καταστολή των αντι -αυτοκρατορικών κινήσεων, που συχνά εμφανίζονταν την εποχή εκείνη στην Ιταλία. Ο πάπας,  διαχωρίζοντας τα θρησκευτικά από τα πολιτικά ζητήματα, παρέμεινε πιστά αφοσιωμένος στον βυζαντινό αυτοκράτορα, την προστασία του οποίου χρειαζόταν για να αποτρέπει τον κίνδυνο από τους Λογγοβάρδους.

                Εκτός από τον πατριάρχη Γερμανό και τον πάπα Γρηγόριο Β’ ο σοβαρότερος αντίπαλος του αυτοκράτορα εμφανίσθηκε στο πρόσωπο του Ιωάννου Δαμασκηνού. Ο Ιωάννης, ένας Έλληνας που κατείχε ανώτερο αξίωμα στην αυλή του χαλίφη της Δαμασκού και που αργότερα περιβλήθηκε το μοναχικό ράσο στη Μονή αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, ήταν ο μεγαλύτερος θεολόγος της εποχής του. Οι τρεις λόγοι που έγραψε υπέρ των εικόνων αποτελούν αν όχι το γνωστότερο πάντως το πιο πρωτότυπο   και  λογοτεχνικά  αρτιώτερο  έργο  του  Δαμασκηνού.  Ο  Ιωάννης  απέκρουσε   την κατηγορία ότι η λατρεία των εικόνων αποτελεί ανανέωση της εθνικής ειδωλολατρείας και ανέπτυξε μια ιδιότυπη εικονοσοφία, σύμφωνα με την οποία η εικόνα είναι σύμβολο και μέσο με τη νεοπλατωνική   έννοια.   Την   εικόνιση  του   Χριστού   συνδύασε   ο  Ιωάννης   με   το  δόγμα   της ενσαρκώσεως και με τον τρόπο αυτό συνέδεσε το ζήτημα των εικόνων με τη διδασκαλία περί της σωτηρίας. Το θεολογικό σύστημα του Δαμασκηνού καθόρισε αποφασιστικά όλη τη μετέπειτα εξέλιξη της διδασκαλίας των εικονοφίλων.

              Μετά  την  ολοκληρωτική αποτυχία  των  συζητήσεων  ο  Λέων  Γ’  δεν  είχε  άλλη  εκλογή  για  την εφαρμογή  των σχεδίων του εκτός από τη χρήση της βίας. Πράγματι προχώρησε στη μέθοδο  αυτή και εξέδωσε ένα διάταγμα,  με το οποίο διέταζε την καταστροφή όλων των λατρευτικών εικόνων. Βέβαια  προσπάθησε   να  τηρήσει  τα  προσχήματα   της  νομιμότητας.  Στις  17  Ιανουαρίου   730 συγκάλεσε σύναξη όλων των ανώτερων κοσμικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων, το λεγόμενο «σιλέντιον», από το οποίο ζήτησε να προσυπογράψει το διάταγμα που θα εξέδιδε. Ο πατριάρχης Γερμανός, που αρνήθηκε να υπογράψει,  καθαιρέθηκε και στις 22 Ιανουαρίου ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο πρώην σύγκελλός του Αναστάσιος, που δεν είχε βέβαια καμιά αντίρρηση να συμμορφωθεί  με τις διαταγές του αυτοκράτορα. Με τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού διατάγματος, η εικονομαχική διδασκαλία περιβλήθηκε με το κύρος του νόμου. Έτσι άρχισε η πραγματική εικονομαχία με την καταστροφή των εικόνων και τον διωγμό των εικονοφίλων.

               Ο αυτοκράτορας  δεν  μπόρεσε  να  επιβάλει  την  εικονομαχία  στην  απόμερη  Ιταλία. Ωστόσο ο εικονοκλαστικός  αγώνας  στο  Βυζάντιο  είχε  σοβαρές  συνέπειες   στις  σχέσεις  της Κωνσταντινουπόλεως με τη Ρώμη. Μετά τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού διατάγματος, που κατέστησε την εικονομαχική διδασκαλία επίσημο δόγμα του κράτους και της Εκκλησίας, ήταν πλέον αναπόφευκτη  η ανοικτή ρήξη, που υποδαυλιζόταν  από καιρό.
             Ο πάπας  Γρηγόριος Γ’, ο διάδοχος του Γρηγορίου Β’, βρέθηκε στην ανάγκη να καταδικάσει σε σύνοδο τη βυζαντινή εικονοκλαστική καινοδοξία κι ο Λέων Γ’, που είχε διαψευσθεί στην ελπίδα να κερδίσει τον πάπα, όπως και εκείνος στην ελπίδα του να μεταπείσει τον αυτοκράτορα, έρριξε τους απεσταλμένους του Γρηγορίου Γ’ στη φυλακή.   Τη  θρησκευτική  διαφωνία   ακολούθησε   η  πολιτική  αποξένωση.   Πρώτες  πολιτικές συνέπειες της εικονομαχίας ήταν η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη και η επικίνδυνη αποδυνάμωση της θέσεως του Βυζαντίου στην Ιταλία.

                                              Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου