Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Η κόμμωση των Βυζαντινών


 
του  Θάνου Δασκαλοθανάση


Τοιχογραφία. Βουλγαρία, Μονή Κρεμίκοβσκι, Αναπαράσταση της Αγίας Ελένης.
(©Φωτογραφικό Αρχείο ΕΚΒΜΜ



        Στο Βυζάντιο υπήρχαν κουρείς και κουρίδες ή εμπλέκτριες (κομμώτριες) που περιποιούνταν την κόμμωση ανδρών και γυναικών. Η περιποίηση της κόμης φαίνεται ότι ήταν πρωτεύον στοιχείο της εμφάνισης των Βυζαντινών, τόσο πολύ που οι Πατέρες της εκκλησίας κατέκριναν την υπερβολική αφοσίωση στο σώμα, υποστήριζαν ότι ο στολισμός και η αλλαγή με τεχνητά μέσα (ψιμύθια) αλλοιώνει την εικόνα που μας έδωσε ο Θεός (την κατ’εικόνα Θεού) και επιπλέον μας απομακρύνει από τη φροντίδα για τη σωτηρία της ψυχής. Οι κοσμικοί όμως Βυζαντινοί, αγνοούσαν αυτές τις νουθεσίες και απόδειξη για αυτό είναι τα σωζόμενα μέχρι τις μέρες μας εργαλεία ομορφιάς, δοχεία αρωμάτων, κοσμήματα και ρούχα που σώζονται από τους Βυζαντινούς χρόνους.
         Από τα ευρήματα των ανασκαφών και από τα γραπτά κείμενα γνωρίζουμε ότι υπήρχαν βαφές, μολύβια, κραγιόν, πούδρες, χτένες, χτενάκια, τσιμπιδάκια, ρολά,σίδερα, ψαλίδια. Οι υπερβολικές και συχνά ακραίες κομμώσεις που είχαν οι γυναίκες στους ρωμαϊκούς χρόνους και στο τέλος της Αρχαιότητας δεν υπήρχαν στο τέλος της Βυζαντινής περιόδου. Μέχρι και τις αυτοκράτειρες τις βλέπουμε σε επίσημα πορτρέτα με απλές κοτσίδες κάτω από τα βασιλικά διαδήματα. Μετά το 1204 όμως, όπου οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να συμβιώσουν με τους Φράγκους στις ίδιες πόλεις, πολλές από τις κομμωτικές συνήθειες των Δυτικών πέρασαν στη βυζαντινή κοινωνία, ιδίως στην ανώτερη.
 
Στα γραπτά κείμενα συναντούμε τους εξής όρους:
 
απλόθριξ(απλός και θριξ – η τρίχα στα αρχαία ελληνικά) είναι αυτός που έχει ίσια μαλλιά.
σγουρός ή κατσαρόςείναι αυτός που έχει φυσικά σγουρά μαλλιά.
φουντομάλλης είναι αυτός που έχει φουντωτά μαλλιά.
καράμαλλος, είναι αυτός που έχει μαύρα μαλλιά (από το καρά που σημαίνει το μαύρο χρώμα).
ξανθός ή χρυσόμμαλοςήκαλότριχος, είναι απλά ο ξανθός. Το ξανθό χρώμα στα μαλλιά ήταν δείγμα ομορφιάς, γι’ αυτό έβρισκαν διάφορα μέσα για να τα ξανθαίνουν.

             Οι κυρίες του σπιτιού φαίνεται πως είχαν σίγουρα μακριά μαλλιά – τα κοντά μαλλιά επιβάλλονταν για τιμωρία, εκτός εάν είχαν πένθος. Τα περιποιούνταν με διάφορα λάδια και τονωτικά.Συχνά τα έβαφαν, κατά προτίμηση ξανθά, εκτός εάν επρόκειτο για νύφη που τα έβαφε κόκκινα. Μετά το χτένισμα τα μάζευαν απλά πίσω από τον αυχένα με μια περόνη ή τα έπλεκαν (όπως δηλώνει και το όνομα της κομμώτριας: εμπλέκτρια) σε πλεξίδες, με χρυσές η χρωματιστές κορδέλες ενδιάμεσα. Τα νέα κορίτσια τα άφηναν ελεύθερα στους ώμους. Αν ετοιμάζονταν για γιορτή, έκαναν πιο περίτεχνες κομμώσεις: μπούκλες ή κότσους, καθώς και πρόσθετες πλεξούδες, κυρίως ξανθές. Πριν βγουν έξω έριχναν από πάνω ένα μαντήλι λευκό από ύφασμα ή δίχτυ και από πάνω το μαφόριο, ένα πέπλο που φορούσαν όλες οι γυναίκες από σεμνότητα (ήταν απρέπεια να εμφανίζονται ασκεπείς –χωρίς σκέπη). Εκτός από τα μαλλιά περιποιούνταν και το πρόσωπό τους: καθαρισμός, μάσκα για θρέψη και ενυδάτωση της επιδερμίδας, αφαίρεση των τριχών και τέλος μακιγιάζ.
              Τα υλικά περιποίησης οι Βυζαντινές τα έπαιρναν απευθείας από τη φύση: το πρόσωπο και ο λαιμός βάφονταν λευκά με άσπρη σκόνη ανθρακικού μολύβδου, για το βάψιμο ματιών και φρυδιών χρησιμοποιούσαν το μαύρο από το στίμμι (θειούχο αντιμόνιο),τα κουκουνάρια ή την υγρή πίσσα, ακόμα και εάν είχαν βάψει τα μαλλιά τους ξανθά. Tέλος, το κόκκινο χρώμα, με το οποίο έβαφαν τα μάγουλα, τα χείλη αλλά και την άκρη του πηγουνιού, το έπαιρναν από τα φύκια της θάλασσας.
         




Βυζαντινοί αυτοκράτορες


 
               Όσον αφορά τους άνδρες, φαίνεται ότι συνήθεια ήταν, άλλοτε να τρέφουν μακριά μαλλιά και άλλοτε κοντά ή να συνυπάρχουν την (δια εποχή και οι δύο τάσεις, όπως φαίνεται ότι συνέβαινε στα χρόνια των πατέρων της Εκκλησίας.
               Τις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, οι Βυζαντινοί διατηρούσαν τη ρωμαϊκή συνήθεια να κουρεύουν κοντά τα μαλλιά τους και να ξυρίζουν τα γένια τους.
              Πάντως την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού τα μέλη του Δήμου των Πρασίνων διατηρούσαν γένια και μακρύ μουστάκι, κι άφηναν μακριά μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, αλλά τα έκοβαν κοντά στο μέτωπο. Ήταν μια μόδα που υιοθέτησαν από ουννικές φιλές, ίσως για να ξεχωρίζουν από τους αντιπάλους τους στον Ιππόδρομο τους Βένετους και τους Κόκκινους.
              Ο Κωνσταντίνος Δ’ (668-685) ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που αφήσε μακριά γένια και μαλλιά. Το παράδειγμά του έγινε μόδα κι οδήγησε σε ακρότητες. Οι άνδρες έκαναν πλεξίδες τα μακριά μαλλιά τους ή τα τύλιγαν, όταν πήγαιναν να κοιμηθούν. Οι μακριές πλεξούδες τους που έφταναν μερικές φορές μέχρι τη μέση, προκάλεσαν τη διαμαρτυρία της Εκκλησίας.
             Ο Κωνσταντίνος Ε΄(741-775) επέβαλε δια νόμου το ξύρισμα του προσώπου. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, που ήταν φαλακρός-προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: έδωσε διαταγή να ξυρίζουν οι στρατιώτες το κεφάλι τους, αλλά η διαταγή του δεν τηρήθηκε ύστερα από το θάνατό του., ίσως επειδή ήταν παράδοση για τους κακούργους να ξυρίζονται έτσι και να κόβουν τη γενειάδα.Από το β΄μισό του 10ου αιώνα, τάχθηκε και η Εκκλησία υπέρ της γενειάδας και της μακριάς κόμης, με τη δικαιολογία ότι τα στοιχεία αυτά βοηθούσαν στη διάκριση μεταξύ ανδρών και ευνούχων.
               Άλλωστε πολλοί ιερωμένοι είχαν υιοθετήσει, ήδη από πολύ πριν, τη συνήθεια να διατηρούν μακριά γένια και μαλλιά, όπως συνεχίζουν να κάνουν σε όλον τον Ορθόδοξο κόσμο.
               Το σίγουρο είναι ότι  και οι άντρες όμως πρόσεχαν την εμφάνισή τους όπως οι γυναίκες, ενώ υπάρχουν  μαρτυρίες ότι κάποιοι βάφονταν κιόλας είτε από θηλυπρέπεια είτε για να έχουν όψη ταλαίπωρου μοναχού και αγίου που δεν τρέφεται καλά και έχει όψη χλωμή. Περιποιούνταν τα μαλλιά τους, τη γενειάδα και το μούσι τους. Φαίνεται ότι κάποιοι χρησιμοποιούσαν και περούκες, τα προκόμια.
          Οι στρατιώτες είχαν κοντά μαλλιά για ευκολία και καθαριότητα. Οι μοναχοί είχαν κοντά μαλλιά και τα έκοβαν κατά την τελετή μύησής τους, που λέγεται κουρά. Η συνήθεια αυτή αρχικά ξεκίνησε μάλλον για λόγους καθαριότητας, αλλά μετά συμβόλιζε την ταπείνωση και την μετάνοια. Στη Δύση κυρίως, αλλά και στην Ανατολή, οι ιερωμένοι ξύριζαν τα μαλλιά τους στην κορυφή της κεφαλής (παπαλήθρα) για να απομένουν τριγύρω μαλλιά σαν στεφάνι, συμβολίζοντας έτσι το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού. Όσο για τις τρίχες του προσώπου για τους άνδρες, η τάση ήταν η διατήρηση γενειάδας. Οι αξιωματικοί του στρατού ήταν όλοι «βαρβάτοι» (στα λατινικά barbatus είναι ο γενειοφόρος), σε αντίθεση με τους ευνούχους του Παλατιού που ήταν σπανοί ή ξυρίζονταν.Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς κατέκριναν έντονα το ξύρισμα που το θεωρούσαν διακριτικό στοιχείο των ευηπόλιπτων πολιτών σε αντίθεση με αυτούς που ξυρίζονταν για να παραστήσουν ρόλους στο θέατρο (μίμοι, θαυματοποιοί), αλλά και κάθε είδους τσαρλατάνοι (απατεώνες) που έκρυβαν το φύλο τους για να εξαπατήσουν.






Mαρτυρίες από πηγές


      Αυτοί που έχουν μακριά μαλλιά τα χτενίζουν με διάφορους τρόπους, είτε τα μαζεύουν ψηλά, είτε τα πλέκουν, είτε τα βοστρυχώνουν, προκαλώντας έτσι την κριτική της Εκκλησίας.

      Οι «Διαταγές των Αποστόλων» (5ος αι.) επιτάσσουν να μην αφήνουν οι άνδρες τα μαλλιά τους πολύ μακριά, αλλά να τα κουρεύουν.

     Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος διηγείται την επίσκεψη ενός νέου στον κουρέα, ο οποίος τον κουρεύει αφήνοντάς του αφέλειες στο μέτωπο.

      Αργότερα, στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αι.), οι Πράσινοι και οι Βένετοι κουρεύονταν ουνικά, άφηναν δηλαδή μακριά τα πίσω μαλλιά κι έκοβαν κοντά τα μπροστά.

     Στα μακριά μαλλιά αναφέρεται ο 96ος κανόνας της εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου (7ος αι.), που επιπλήττει τους άνδρες που ασχολούνται με τον καλλωπισμό της κεφαλής τους.

      Στα «Τακτικά» του Λέοντος ΣΤ' (9ος - 10ος αι.) ορίζεται ότι είναι χρήσιμο οι στρατιώτες να κουρεύουν τα μαλλιά τους κοντά. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος εξέδωσε Νεαρά,  που επέβαλλε στους πολίτες να κόβουν τα μαλλιά τους μέχρι τον τράχηλο, κατά το έθιμο των Ρωμαίων προγόνων τους.

       Το 10ο αι. ο δυτικός ιστοριογράφος Λιουτπράνδος, που επισκέφτηκε την αυτοκρατο-ρική αυλή της Κωνσταντινούπολης, βεβαιώνει ότι ο αυτοκράτορας είχε μακριά μαλλιά. Από τον 12ο αι. έχουμε διάφορες μαρτυρίες.

        Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, κατηγορεί τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό ότι ασχολείται υπέρ το δέον με τα μαλλιά του.

      Ο ίδιος αναφέρει ότι σύγχρονοί του μοναχοί άφηναν τα μαλλιά τους μακρύτερα κι απ’ των κοσμικών, και αλλού, ότι μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1185, οι Νορμανδοί κατακτητές, μη ανεχόμενοι τους γενειοφόρους και μακρυμάλληδες κατοίκους της πόλης, τους επέβαλαν το κοντό κυκλικό κούρεμα. Σημειώνει μάλιστα χαρακτηριστκά:
 
           "…Όταν δεν είχαν με τίποτα άλλο να ασχοληθούν, έστρεφαν το επίβουλο ενδιαφέρον τους στα κεφάλια μας, γιατί μισούσαν τα μακριά μαλλιά και τη βαθιά γενειάδα. Ήταν αδύνατο πλέον να δεις άνδρα ή ακόμή και νεαρό οποιασδήποτε κοινωνικής θέσης που να μην είναι κουρεμένος κυκλικά, όπως, νομίζω, ήταν το παροιμιώδες κούρεμα του Έκτορα, η να μην έχει κουρεμένο το μπροστινό μέρους του κεφαλιού, όπως ο Θησέας. Μέχρι τότε είχαμε μακριά μαλλιά κατά το παράδειγμα των Αβάντων (πληθυσμός στην Εύβοια), και όχι αυτό των Λατίνων που κουρεύονταν κυκλικά αφήνοντας, ας πούμε, μία τούφα στην κορυφή του κεφαλιού. Για να μας επιβάλλουν τη μόδα τους οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν εναντίον μας ξυράφι, μαχαίρι και οι πιοαποφασιστικοί ξίφος. Οποίος έχανε με αυτό τον τρόπο τα μαλλιά του, ελαφρύνόνταν αμέσως με τον ίδιο τρόπο και από την γενειάδα του. Ήταν τελείως σπάνιο να δει κανείς Ρωμαίο με άθικτο κεφάλι…
                Αν κάποιος κατόρθωνεμε κάποιο τρόπο να διατηρήσει την γενειάδα του για να τον στολίζει, όπως ήταν το φυσικό, με κοσμιότητα, εκείνοι οι ανόητοι κουρείς έπιαναν με το ένα χέρι τη γενειάδα του και με το άλλο τα μαλλιά του και έλεγαν ότι τα μεν είναι καλά, ενώ η άλλη, εννοώ τη γενειάδα, όχι,Έκαναν αστεία σε ζητήματα που δεν σηκώνουν αστεία… "
             Τον ίδιο αιώνα ο Ιωάννης Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον 96ο κανόνα της εν Τρούλλω Συνόδου, αναφέρει ότι οι σύγχρονοί του ασχολούνται πολύ με την κόμμωσή τους και σαν τις γυναίκες έχουν βοστρύχους, που φτάνουν και μέχρι τη ζώνη τους.

      
       Στα χρόνια του Γρηγορίου του Θεολόγου, όπως ο ίδιος αναφέρει, συνηθισμένος τρόπος κόμμωσης ήταν το πλέξιμο των μαλλιών σε «πλεξίδια», δύο ή περισσότερα. Στο πλέξιμο συνήθιζαν να παρεμβάλλουν και χρυσές ταινίες.

       Επίσης χρησιμοποιούσαν και τεχνητές πλεξούδες -ο Χρυσόστομος μιλά για ξανθές πρόσθετες πλεξούδες-, πράγμα που κατέκριναν οι πατέρες της Εκκλησίας.

         Για τεχνητές πλεξούδες μιλούν και ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.), ο Βαλσαμών (12ος αι.) και ο Νικήτας Χωνιάτης (13ος αι.).

      Συνηθισμένος τρόπος, όπως αναφέρει πάλι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ήταν ν’ αφήνουν τα μαλλιά ελεύθερα να πέφτουν στους ώμους.

       Ο Μιχαήλ Ψελλός μιλάει για τα ελεύθερα και βοστρυχωτά μαλλιά της κόρης του, που πέφτουν στις πλάτες της.

         Ένας άλλος τρόπος ήταν να μαζεύουν τα μαλλιά σε κότσο στην κορυφή ή στο πίσω μέρος του κεφαλιού, κόμμωση που την έκαναν και οι «γυναικιζόμενοι άνδρες», και, όπως αναφέρει ο Αμασείας Αστέριος (4ος αι.), και οι μεταμφιεζόμενοι στις γιορτές των Καλανδών.

       Το πιο σεμνό κτένισμα ήταν να συγκροτούν τα μαλλιά πίσω στον αυχένα με μια περόνη.

       Και βέβαια δείγμα σεμνότητας και ευπρέπειας ήταν να φορά η γυναίκα στο κεφάλι της κάλυμμα, όπως παράγγελναν οι πατέρες της Εκκλησίας.

        Για να στολίσουν τα μαλλιά τους οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν διάφορα κτένια, χρυσά, αργυρά, ελαφαντοστέινα, στολισμένα με πολύτιμους λίθους.

        Τις κομμώσεις τις έκαναν μόνες τους• ωστόσο για τις πλούσιες υπήρχαν και οι κομμώτριες, οι εμπλέκτριες ή κουρίδες ή κούρισσαι, όπως λέγονταν.

      Η βαφή των μαλλιών ήταν κάτι συνηθισμένο σ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων και για τις γυναίκες και για τους άνδρες.

      Ένας τρόπος για να βάψει κάποιος μαύρα τα μαλλιά του ήταν να χρησιμοποιήσει κηκίδια ή φλούδες καρυδιών.

       Ο Αλέξανδρος Τραλλιανός (6ος αι.) αναφέρει 4 σχετικές συνταγές. Περισσότεροι όμως ήταν αυτοί που ξάνθαιναν τα μαλλιά τους, γιατί τα ξανθά θεωρούνταν ωραιότερα, αν και υπήρχαν αρκετοί που το θεωρούσαν γυναικείο χρώμα και αταίριαστο σε άνδρες.

          Συνταγές για ξανθές βαφές μας δίνει πάλι ο Αλέξανδρος Τραλλιανός.

        Συμπερασματικά, ο βυζαντινός άνθρωπος, προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να φροντίσει και να καλλωπίσει το σώμα του, όπως είχε μάθει, ως κληρονόμος της αρχαιοελληνικής και ρωμαϊκής παράδοσης, αλλά και να είναι μέσα ή κοντά στις επιταγές της Εκκλησίας, με τις όποιες υπερβολές και εξαιρέσεις. 

       
 
Πηγές:
 
Ο ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ιστοσελίδα http://www.hairmania.gr/
Εξερευνώντας τον κόσμο του Βυζαντίου, ιστοσελίδα


Φ. ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ, Βυζαντινών βίος και Πολιτισμός

Τ.Τ. RICE, Ο δημόβιος και Ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών

Ζ. ΒΑΛΤΕΡ, Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο
 

Beautification in Byzantium D. Nalpantis (Δημήτρης Ναλπάντης Αρχαιολόγος )


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου