Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Mεγάλοι Βυζαντινοί Στρατηγοί: Γεώργιος Μανιάκης



 


από το βιβλίο του Αλέξιου Γ. Κ. Σαββίδη

επιμέλεια –διασκευή:  Θάνος Δασκαλοθανάσης

                               
                             Kατακτήσεις και υπονόμευση στο Βυζάντιο του 11ου αιώνα

Mεγάλοι Βυζαντινοί Στρατηγοί: Γεώργιος Μανιάκης

              Δίπλα στους μεγάλους στρατηγούς της Μακεδονικής Δυναστείας  867-1025 ( Νικηφόρος Φωκάς, ο παππούς του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννης Κουρκούας, Λέων Φωκάς,  Νικηφόρος Ουρανός και Νικηφόρος Ξιφίας, ο ναύαρχος Νικήτας Ωορύφας) δικαιούται περίοπτη θέση και ένας επιφανής επίγονος τους: o φημισμένος στρατηγός του πρώτου μισού του 11ου αιώνα Γεώργιος Μανιάκης, κατά  τη διάρκεια της λεγόμενης «Μακεδονικής Παρακμής», δηλαδή της περιόδου των τελευταίων αυτοκρατόρων της Μακεδονικής Δυναστείας (1025-1057), οπότε το Βυζάντιο υπέστη σημαντική συρρίκνωση σε όλα του σχεδόν τα μέτωπα. Ο Μανιάκης άφησε εποχή ως ένας δεύτερος Βελισάριος στα δυο μεγάλα μέτωπα της αυτοκρατορίας, στην Μέση Ανατολή κατά των Αράβων και στη νότιο Ιταλία και Σικελία κατά των Αράβων και των Νορμανδών. Ορθά θεωρείται συνεχιστής της πολεμικής παράδοσης της εποποιίας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων της περιόδου 963-1025 (Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή, Βασίλειου Βουλγαροκτόνου). Τελικά, όμως η συνεχής υπονόμευσή του από τη βυζαντινή αυλή, ιδιαίτερα εκείνη του απειροπόλεμου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄  Μονομάχου, οδήγησε στη συκοφαντική ανάκλησή του στη Βασιλεύουσα, με αποτέλεσμα να εξεγερθεί και να ηγηθεί μεγάλου επαναστατικού κινήματος (1042-1043), που είχε όμως άδοξο τέλος. Αν το κίνημα του πετύχαινε, θα ήταν πολύ διαφορετική η εξέλιξη της βυζαντινής Ιστορίας με το Μανιάκη στον αυτοκρατορικό θρόνο.
           Όταν ο Μανιάκης σκοτώθηκε , ήταν μεταξύ τριάντα και σαράντα ετών. Αν είχε ζήσει,( άσχετα με το αν είχε καταλάβει ή όχι το θρόνο) , θα αποτελούσε , λίγα χρόνια μετά, μια αξιόλογη λύση για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα οι δυο νέοι μεγάλοι αντίπαλοι της αυτοκρατορίας στην Ανατολή και στη Δύση: οι  Σελτζούκοι Τούρκοι και οι Νορμανδοί. Επιπλέον θα είχε την ευκαιρία να  δράσει και στο βαλκανικό χώρο που μετά από τους Βούλγαρους άρχισαν να γίνονται απειλητικοί και οι Πετσενέγγοι.

Η φήμη του, η εμφάνιση και το παρουσιαστικό του
          

             Η μεγάλη φήμη του Μανιάκη αποδεικνύεται  από πολλές πηγές που μιλούν για τη δράση του. Η Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα» αναφέρεται στο Μανιάκη ως «κλεινό» δηλ. φημισμένο, ονομαστό (ο κλεινός εκείνος Γεώργιος ο Μανιάκης του Μονομάχου τα σκήπτρα της Ρωμαίων διέποντος τυραννήσας την Σικελίαν κατέσχεν»).
          Το επιβλητικό του παρουσιαστικό και τα σπουδαία του  στρατιωτικά κατορθώματα τον κατέστησαν μορφή θρυλική όχι μόνο στη των βυζαντινών ηρώων αλλά ακόμη και στα σκανδιναβικά έπη της εποχής του. Κατά τον Τζων Μπάγκνελλ Μπιούρυ, « ως προς την προσωπική του ισχύ και γενναιότητα θα πρέπει να παρομοιαστεί ο Μανιάκης με τους γενναιότατους και πανίσχυρους δυτικούς ιππότες. Ωστόσο κάποιες άλλες δυτικές πηγές δίνουν αρνητική εικόνα για το βυζαντινό στρατηγό περιγράφοντας τις αγριότητές του κατά των αντιπάλων του.
           Η στεντόρεια  φωνή και το προφανώς κολοσσιαίο του ανάστημα περιγράφονται από το Μιχαήλ Ψελλό  στη «Χρονογραφία» του. Εκεί ο Μανιάκης παρομοιάζεται με ορμητικό λιοντάρι.
«Εγώ αυτόν τον άνδρα τον είδα και τον θαύμασα. Η φύση είχε συναρμόσει πάνω του όσα ταιριάζουν σε επίδοξο στρατηγό. Ήταν δέκα πόδια ψηλός το ανάστημα και όσοι τον κοιτούσαν έπρεπε να σηκώσουν το κεφάλι σα να αντίκριζαν καμιά κολώνα ή καμιά βουνοκορφή. Δεν υπήρχε τίποτε τρυφερό ή μειλίχιο στην μορφή του- έμοιαζε αντιθέτως σαν καταστρεπτικός ανεμοστρόβιλος. Δε μιλούσε, βροντούσε, ενώ τα χέρια του μπορούσαν και τείχη να σείσουν και ‘’ πύλας συντρίψαι χαλκάς’΄. Σαν λιοντάρι ορμούσε κοιτώντας με τρομακτική βλοσυρότητα. Αλλά και τα άλλα  γνωρίσματά του φαίνονταν να συνάδουν  και συνδράμουν τα υπόλοιπα. Η φήμη τέλος, τόσο διόγκωνε τα χαρακτηριστικά αυτά, ώστε κάθε βάρβαρος φοβότανε τον άνδρα: άλλος γιατί τον είδε και θαύμασε και άλλος επειδή άκουσε να μιλούν γι΄ αυτόν και τρομοκρατήθηκε…»
              Άλλος ένας σπουδαίος βυζαντινός ιστοριογράφος του 11ου αιώνα, ο Μιχαήλ Ατταλειάτης  μας δίνει μια επίσης ζωηρή περιγραφή της ρωμαλεότητάς του, λίγο πριν το μοιραίο,τυχαίο βέλος τον χτυπήσει στην κρίσιμη μάχη με το στρατό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄Μονομάχου, την άνοιξη του 1043.
                 Τους παραπάνω χρονογράφους επιβεβαιώνει και ο ποιητής Χριστόφορος Μυτιληναίος(1000-1060 περ.) που σε επιτάφιο επίγραμμά του γράφει για τον Μανιάκη ότι δεν υπήρχε όμοιος στην δική του αντρειοσύνη.

«Μανιάκης λαλέω από τύμβου ανδράσι  πάσαν
ου λίπον ηνορέην επί γης, αλλ΄ υπό γαίαν

οιχόμενος κατέχωσα, εμοί δ΄ άμα συγκατέθαψα».

Η καταγωγή του
Η πολιορκία της Έδεσσας από τον στρατό του Μανιάκη (1032). Οι Βυζαντινοί απεικονίζονται να έχουν καταλάβει ένα τμήμα της πόλης, ενώ παράλληλα δέχονται επίθεση από αραβικές ενισχύσεις. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη.

           Ο Ιωάννης Σκυλίτσης γράφει ότι ήταν γιος του αξιωματούχου Γουδέλη («ο Γουδελίου του Μανιάκη υιός»), μέλους δηλ. μιας βυζαντινής οικογένειας  μεγαλοκτηματιών της Μικράς Ασίας. Αντίθετα  ο Ψελλός, που είχε γνωρίσει το Μανιάκη, γράφει ότι η καταγωγή του δεν ήταν επιφανής και ότι ξεκίνησε από χαμηλά κερδίζοντας με την αξία του τα στρατιωτικά αξιώματα
           Η νεότερη έρευνα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι άσχετα με την καταγωγή της, η οικογένεια των Μανιάκηδων  ήταν ακμάζουσα στα εδάφη του βυζαντινού θέματος των Ανατολικών στην Μικρά Ασία μαζί με άλλους αριστοκρατικούς οίκους στην περιοχή αυτή, όπως των Αργυρών, των Βοτανειατών, των Βούρτζηδων, των Δουκών, των Μελισσηνών, των Σκληρών, των Συναδηνών και άλλων. Ωστόσο υπάρχει η μαρτυρία του Ψελλού που μιλά για άσημη καταγωγή που υπήρξε η κύρια αιτία της περιφρόνησης με την οποία αντιμετώπισαν τον ικανό στρατηγό οι αριστοκράτες του παλατιού, ιδιαίτερα οι μόνιμοι υπονομευτές του οι επισης Μικρασιάτες Σκληροί.
          Όσον αφορά την καταγωγή του είναι γνωστό ότι το πρώτο μέλος της οικογένειας του οίκου των Γουδελίων (Μανιάκηδων) ήταν σλαβικής καταγωγής. Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι οι Μανιάκηδες θα πρέπει να σχετίζονται με τουρκόφωνα φύλλα του ανατολικού κεντρασιατικού ή και βαλκανικού χώρου. Η πληροφορία του Ψελλού περί τεραστίου αναστήματος του Μανιάκη, μάλλον διαψεύδει αυτήν την πιθανότητα και ίσως να συνηγορεί με την πιθανότητα σλαβο-βυζαντινής προέλευσης.
           Γύρω στα 1029/1030 σε αρκετά νεαρή ηλικία (μεταξύ είκοσι και τριάντα) ο Μανιάκης διορίζεται στρατηγός-κυβερνήτης των παρευφρατίδιων πόλεων του ακριτικού θέματος «Τελούχ», στα σύνορα δηλ. της νοτιοανατολικής Μ. Ασίας και της Μεσοποταμίας.
            Ο αποδεδειγμένα ανίκανος στα πεδία των μαχών Ρωμανός Γ¨  παίρνει τη σωστή απόφαση και διορίζει τον Μανιάκη «Κατεπάνω» Κάτω Μηδίας και αρχιστράτηγο των βυζαντινών δυνάμεων  του ανατολικού μετώπου και ευφρατίδιων πόλεων. Πολύ σύντομα ο Μανιάκης θα δικαιώσει τον αυτοκράτορα  με την κατάληψη της Έδεσσας της Οσροηνής(σημ. Ούρφα, ΝΑ Τουρκία), πόλης-κόμβου και σπουδαίου στρατηγικού και οικονομικού κέντρου της Μεσοποταμίας. Έκτοτε η πόλη έμελλε να παραμείνει σε βυζαντινά χέρια για αρκετές δεκαετίες έως και την εποχή των Σταυροφοριών.
            Αυτή υπήρξε η τελευταία προσθήκη εδαφών στην Ανατολή. Ο Μανιάκης ανακάλυψε και πήρε από την Έδεσσα τη ιδιόγραφη (απόκρυφη επιστολή) του Ιησού, γραμμένη στα αραμαϊκά προς τον παλαιό ηγεμόνα της Έδεσσας κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα, τον Άβγαρο. Χωρίς χρονοτριβή ο στρατηγός έστειλε το υπερπολύτιμο κειμήλιο στην Κωνσταντινούπολη.
             Πρώτος βυζαντινός κυβερνήτης της Έδεσσας διορίστηκε ο ίδιος ο Μανιάκης.
Ο Μανιάκης στο δυτικό μέτωπο


             Ο νέος σύζυγος της Ζωής Πορφυρογέννητης αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ΄Παφλαγών (1034-1041) διόρισε, σύμφωνα με το Σκυλίτση το Μανιάκη «στρατηγό-αυτοκράτορα» και διοικητή του θέματος Λογγοβαρδίας. Αυτή υπήρξε η πρώτη αποστολή του Μανιάκη στη Σικελία που θα διαρκέσει από το 1038 ως το 1040. Θα ακολουθήσει και δεύτερη αποστολή το 1042.
            Εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις διαμάχες των διαφόρων αρχηγών της Σικελίας, ο Μανιάκης αποβιβάστηκε το 1038 στο Ρήγιο και μέσα σε μια περίπου τριετία έκανε πραγματικότητα μια σειρά εκπληκτικών νικών, καταλαμβάνοντας ολόκληρη σχεδόν την Κάτω Ιταλία και την ανατολική Σικελία.  Με την κατάληψη πόλεων των περιοχών αυτών ο στρατηγός δεν παρέλειπε να κτίζει και να επισκευάζει φρούρια αφήνοντας βυζαντινές φρουρές να τα ελέγχουν.
Οι βυζαντινές δυνάμεις με επικεφαλής τον Γεώργιο Μανιάκη (στο κέντρο) αποβιβάζονται στη Σικελία, το 1038, για να πολιορκήσουν πολη που έχει πέσει στα χέρια των Μουσουλμάνων

            Στο πλευρό του στρατηγού ήταν γνωστοί μισθοφόροι  από τη Δ. και Β. Ευρώπη, Σκανδιναβοί, Βάραγγοι και Ρως. Ξεχωριστή παρουσία στο πλευρό του Μανιάκη υπήρξε ο Νορβηγός πολεμιστής Αράλτης και μετέπειτα βασιλιάς της Νορβηγίας Χάραλντ Γ΄ Χαρντράαντε (1047-1066) που σύντομα όμως ήρθε σε διένεξη με τον Μανιάκη.
         Την ώρα που ο Μανιάκης έμπαινε θριαμβευτής στις Συρακούσες (1040) άρχιζε η πρώτη υπονόμευση από τον συγγενή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄, τον ναύαρχο του στόλου Στέφανο, τον οποίο ο στρατηγός πρόσβαλλε με βαρείς χαρακτηρισμούς για ολιγωρία στη φύλαξη ναυτικής θέσης. Ο γαμπρός του αυτοκράτορα κατηγόρησε τον Μανιάκη ότι συνωμοτεί κατά του θρόνου.
          Σχολιάζοντας τις εξελίξεις ο Μιχαήλ Ατταλειάτης έγραψε πως αν δεν υπονομευόταν στο κρίσιμο αυτό σημείο το έργο του Μανιάκη, η Σικελία θα είχε περιέλθει ολοκληρωτικά σε ελληνικά χέρια.
            Έκπληκτος ο θριαμβευτής της Σικελίας  ότι είχε ανακληθεί και αντικατασταθεί από το συκοφάντη του ναύαρχο Στέφανο κατηγορούμενος για προδοσία.  Στη Βασιελεύουσα έριξαν τον Μανιάκη στη φυλακή, ενώ πολύ σύντομα φάνηκε ότι η αποχώρησή του από το ιταλικό μέτωπο θα σήμαινε την επιδείνωση των εκεί βυζαντινών θέσεων.


O Μανιάκης οδηγείται σιδηροδέσμιος στη φυλακή μετά την ανάκλησή του από το δυτικό μέτωπο απο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄ ( Χρονικό Ιωάννη Σκυλίτζη)
Η νέα αποστολή του Μανιάκη στη Δύση

            Μέσα σε διάστημα λιγότερο των δύο χρόνων μετά την ανάκληση του Μανιάκη (1040-1042) οι Άραβες κατόρθωσαν να ανακαταλάβουν  πολλές από τις σικελικές πόλεις που είχαν χάσει εκτός της Μεσσήνης, την οποία υπερασπιζόταν ηρωικά  ο μεγάλος σύγχρονος του Μανιάκη στρατηγός Κατακαλών Κεκαυμένος.
         Την εμφάνισή τους  στην περιοχή θα κάνουν οι Νορμανδοί, η νέα πραγματικά ανερχόμενη δύναμη στην περιοχή. Οι Νορμανδοί με τον ηγεμόνα τους ( από το 1047) Ροβέρτο Γυισκάρδο,  θα πραγματοποιήσουν την απελευθέρωση της Σικελίας από τους Μουσουλμάνους.
          Ο νέος βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης (1041-1042), μετά από δυο χρόνια στη φυλακή,  εσπευσμένα αποφυλακίζει τον Μανιάκη, ονομάζοντάς τον «μάγιστρο», «ατεπάνω»,  «στρατηγός-αυτοκράτωρ» των επαρχιών του ιταλικού καπετανάτου. Κύριος ρόλος του θα ήταν η απελευθέρωση όλων των βυζαντινών πόλεων και φρουρίων  που οι στασιασμένοι Νορμανδοί μισθοφόροι και οι Άραβες είχαν καταλάβει.
         Το  Πάσχα του 1042  αποβιβάστηκε στον Τάραντα η σχετικά ολιγάριθμη στρατιά του Μανιάκη. Αμέσως αρχίζουν να ανακαταλαμβάνονται η μια μετά την άλλη οι επαναστατημένες πόλεις. Οι ύπουλοι όμως εχθροί του Μανιάκη στην Κωνσταντινούπολη είχαν και πάλι « πιάσει δουλειά», συκοφαντώντας τον στον νέο αυτοκράτορα που είχε διορίσει η Ζωή, τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055).
           Η δεύτερη ανάκληση του Μανιάκη γίνεται τον  Αύγουστο –Σεπτέμβριο του 1042. Η αφορμή και η τροφή που έδωσε ο μεγάλος στρατηγός, ήταν η μεγάλη σκληρότητα και η αγριότητα με την οποία αντιμετώπισε τους αντιπάλους του, σύμφωνα με τις πληροφορίες των δυτικών πηγών.  Ωστόσο δύο ήταν οι μεγάλοι αντίπαλοι του: o πανίσχυρος ευνούχος αυλικός αξιωματούχος  Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος και ο Μικρασιάτης «μάγιστρος» και «πρωτοστράτωρ» Ρωμανός Σκληρός.  Ο τελευταίος βρισκόταν τώρα σε θέση ισχύος, αφού η αδελφή του, η Μαρία Σκλήραινα, ήταν η επίσημη ερωμένη του Κωνσταντίνου Μονομάχου και θα μπορούσε να τον επηρεάσει προς όφελος του αδελφού της. Ο Μανιάκης το αντιλαμβάνεται αυτό και είναι κάτι που θα μετρήσει στην τελική του απόφαση να εξεγερθεί, γνωρίζοντας ότι ο αυτοκράτορας είναι εχθρικός απέναντί του.
          Ο Μανιάκης με το Σκληρό βρισκόταν σε μεγάλη διαμάχη. Ήταν γείτονες στα κτήματά τους στο θέμα των Ανατολικών και υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις τους. Όταν μάλιστα ο Μανιάκης πληροφορήθηκε ότι  ο άσπονδος αντίπαλός του, σύμφωνα με το Σκυλίτση, εκμεταλλευόμενος την δική του απουσία, είχε ληστέψει και κατακάψει την περιουσία του, προσβάλλοντας μάλιστα τη σύζυγό του, και ότι, όπως γράφει ο Ζωναράς, τον είχε κατηγορήσει στον αυτοκράτορα ως προδότη, έγινε έξω φρενών και αποφάσισε να αντιδράσει.
         Ο Μανιάκης αποφασίζει να πάρει τον έλεγχο της εξουσίας στα δικά του χέρια (δεύτερο μισό του 1042). Η χειρότερη σε βάρος του πρόκληση ήταν η συσσώρευση τίτλων από την αυλή του Μονομάχου  στον Λομβαρδό Αργυρό,  που έγινε μάλιστα κυβερνήτης των βυζαντινών κτήσεων της Ιταλίας.  Η ανάκληση του για δεύτερη φορά στην Πόλη, η αντιμετώπιση και η υπονόμευση του  θα τον οδηγήσουν στην απόφασή του να επιστρέψει και να διεκδικήσει το αυτοκρατορικό στέμμα.

Το κίνημα και το τέλος (1042-1043)

            Ο  Μονομάχος θα εκτελέσει την αντιπροσωπεία που ήρθε να τον συλλάβει. Τα πιστά σε αυτόν στρατεύματα θα τον επευφημήσουν ως νέο αυτοκράτορα   (Οκτώβριος του 1042).
Η επιχείρηση ξεκινά από τον  Τάραντα με την πρώτη σύγκρουση   με τις αυτοκρατορικές δυνάμεις του νέου κατεπάνω Ιταλίας Θεοδωροκάνου και του Λογγοβάρδου Αργυρού.  Αμέσως μετά ο στο λος με το στρατό του Μανιάκη αποβιβάζεται στο Δυρράχιο.
            Σχετικά με τις πιθανότητες επιτυχίας του κινήματος, ο μεγάλος βυζαντινολόγος Γ. Σλουμπερζέ σημειώνει ότι ο στρατηγός  στήριζε τις ελπίδες του στις δικές του πολεμικές ικανότητες και στο αξιόμαχο του στρατεύματός του αλλά και στην δυσφορία  που υπήρχε στο λαό για τα σκάνδαλα των τελευταίων αυτοκρατόρων.
            Ο Μανιάκης, ενισχυόμενος με εθελοντές από τις περιοχές που περνά, μέσω της Εγνατίας Οδού κατευθύνεται απειλητικός προς την Κωνσταντινούπολη.
            Πανικόβλητος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄Μονομάχος στέλνει προτάσεις συνθηκολόγησης, τις οποίες όμως ο στρατηγός απορρίπτει.  Ο αυτοκρατορικός στρατός, ογκώδης, συγκεντρώνεται με επικεφαλής το «σεβαστοφόρο» Στέφανο Περγαμηνό, άνθρωπο του ιδιαίτερου περιβάλλοντος της Ζωής Πορφυρογέννητης.
         Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν μεταξύ της άνοιξης και των αρχών του Ιουνίου του 1043. Η τοποθεσία ήταν κοντά στη μικρή πόλη του Οστροβού, στην Αμφίπολη, στις εκβολές του Στρυμόνα.
Στο κρίσιμο σημείο της μάχης  και ενώ οι στρατιώτες του Μανιάκη νικούσαν τους πολυπληθέστερους αντιπάλους του, ο ατρόμητος στρατηγός έπεσε θανάσιμα χτυπημένος στο στήθος (Σκυλίτζης) ή στα πλευρά (Ψελλός, Ατταλειάτης) με ακόντιο μάλλον παρά με βέλος. Με την πτώση του από το άλογό του, το Βυζάντιο έχασε τον καλύτερο στρατηγό του. Οι άνδρες του, μισθοφόροι οι περισσότεροι, έχασαν το θάρρος τους και υποχώρησαν.

           Ο Σκυλίτζης γράφει για το θάνατο του στρατηγού: «… ενώ ο Μανιάκης καθοδηγούσε τις δυνάμεις του και διασκόρπιζε τις αυτοκρατορικές φάλαγγες και οι άνδρες του Μανιάκη τον επευφημούσαν σαν βασιλιά, αυτός ξαφνικά έπεσε από το άλογό του και πέθανε χωρίς να φαίνεται ποιος ήταν αυτός που τον είχε χτυπήσει. Βρέθηκε δε να έχει καίρια πληγή στο στήθος…»

           Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης από τη μεριά του γράφει: « …Ήταν ακαταμάχητος, ακλόνητος και μεγαλόσωμος με πλατύ στέρνο, προκαλώντας φόβο σε όσους τον έβλεπαν, καθώς και ιδιαίτερα ευφυής. Αν και είχε σχεδόν κατακτήσει τη νίκη και τον επευφημούσαν και οι περισσότεροι από τους εχθρούς, στο τέλος της μάχης έπεσε ξαφνικά από το άλογο στη γη και κείτονταν στο χώμα, ενώ οι αντίπαλοι πίστευαν ότι επρόκειτο για τέχνασμα και δεν τον πλησίαζαν. Όταν όμως αποκαλύφθηκε η αλήθεια, έτρεξαν πολλοί και τον βρήκαν στο έδαφος πλημμυρισμένο στο αίμα, να έχει δεχθεί καίριο πλήγμα στα πλευρά. Με την πτώση του οι δυνάμεις του διασκορπίστηκαν και έτσι η νίκη έκλινε υπέρ των εχθρών και οι στρατιώτες του βασιλιά γύρισαν πισω…»
              Ο κατά τύχη θριαμβευτής Στέφανος ο «Σεβαστοφόρος» μετέφερε το κεφάλι του ήρωα της εποχής στον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο, που, όπως γράφει ο Ψελλός, «μόλις το είδε ανέπνευσε βαθιά με ανακούφιση, σαν να  του έφυγε κάποιο βάρος  που τον έπνιγε σαν κύμα». Στη συνέχεια σε μια από τις μεγαλύτερες παρωδίες της βυζαντινής ιστορίας ακολούθησε η διαπόμπευση του νεκρού σώματος.
             Γενική είναι η εκτίμηση όλων των μελετητών ότι αν η επαναστατική κίνηση του Μανιάκη είχε στεφθεί με επιτυχία και ο ίδιος είχε ανέλθει στο θρόνο της Βασιλεύουσας, η επιταχυνόμενη παρακμή του Βυζαντίου στα χρόνια των ανίκανων επιγόνων των Μακεδόνων πολεμάρχων αυτοκρατόρων (Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννη Τζιμισκή και Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου) θα είχε ανακοπεί με άδηλα μεν, πλην θετικά αποτελέσματα για το μέλλον της αυτοκρατορίας. «Συμφορά για το Βυζάντιο» χαρακτήρισε την απώλειά του ο Κ.Άμαντος που κατέληγε τις περί Μανιάκη κρίσεις του γράφοντας πως «… αν αντί του κομψού Μονομάχου ελάμβανεν τον θρόνον ο τραχύς Μανιάκης, άλλη θα ήτο η εξέλιξις της ιστορίας του Βυζαντιου». Ο Σλουμπερζέ  εκτιμά ότι «ο Μανιάκης θα ήτο αληθής βασιλεύς δια τους κεκινημένους εκείνους χρόνους, άτε υπό παντός του στρατού λατρευόμενος. Αλλ΄ ο Μονομάχος απετέλει ακρότατην αντίθεσην προς αρήτον βασιλέα».
         Με το  θάνατο του  εξόχου στρατηγού τελείωσε «η περίοδος της βυζαντινής επανακτήσεως εδαφών», όπως τόνισε ο Η. Μοss. Πιο πρόσφατα, ο γλαφυρός Βρετανός ιστορικός Τζων Νόριτς φαίνεται πεπεισμένος ότι, αν δεν σκοτωνόταν ο Μανιάκης, «η Πόλη θα είχε πέσει στα χέρια του και αυτός θα γινόταν πιθανότατα ένας από τους μεγαλύτερους και από τους πιο τρομερούς ηγέτες της ιστορίας της αυτοκρατορίας».
            Τέλος ο Λουί Μπρεγιέ, που στην παλιά του μονγραφία ( όπου ήταν πεπεισμένος για την τουρανική, κεντροασιατική καταγωγή του Μανιάκη) έγραψε τα εξής:


«Βάρβαρος στην καταγωγή και άσημος ως προς το γένος, ο έκτακτος αυτός άνδρας αφιερώθηκε ολόψυχα στη Ρωμαική(Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, της οποίας η δύναμη ασκούσε γοητεία στους άγριους νομάδες της ερήμου. Ανήλθε όλες τις βαθμίδες των κοινωνικών τάξεων και , διακατεχόμενος από ευγνωμοσύνη, κατανάλωσε ανεπιφύλακτα όλη του τη δραστηριότητα για να επεκτείνει τα όρια του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού. Τα κατορθώματά του δημιούργησαν τόση αίσθηση στο λαό, ώστε να γίνει μυθικός ήρωας και για πολύ χρόνο στις Συρακούσες και στην Έδεσσα έδειχναν με το δάχτυλο τον πύργο και το φρούριο του Μανιάκη. Αλλ΄ η παρηκμασμένη βυζαντινή κοινωνία κατέστρεφε τέτοιους άνδρες. Διότι αυλική σκευωρία έκανε τον πειθαρχικό αυτό στρατιώτη στασιαστή και  το βέλος αγνώστου πολεμιστή έκοψε από τη ρίζα μια πιθανή βασιλεία, που θα συγκαταλεγόταν ίσως στις ενδοξότερες της βυζαντινής ιστορίας και θα εξασφάλιζε στον Ελληνισμό πολλές ακόμη εκατονταετίες ύπαρξης».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου