Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

23 Φεβρουαρίου 537: Tα θεμέλια της Μεγάλης Εκκλησιάς

          
 
 
 
 
 
 
               Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει για να χτίσουν τους ναούς τους, αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς, oι Μεγαρείς άποικοι με αρχηγό τον Βύζαντα.
 
 
Πού είναι η Αγιά Σοφιά;

             Είναι η πρώτη ερώτηση που κάνει κάθε ξένος καθώς το ατμόπλοιο στρίβει το ακρωτήριο Σαράι Μπουρνού από το Μαρμαρά ή κατεβαίνει το Βόσπορο από τη Μαύρη Θάλασσα: "Πού είναι η Αγία Σοφία;", "Ποια είναι η Αγία Σοφία;". Τα μάτια κάθε ταξιδιώτη αποζητούν να δια­κρίνουν το περίγραμμα της. .Συνεπαρμένος, ο επισκέπτης προσηλώνεται στην παρατήρηση των τοίχων, των κιό­νων, των αψίδων, των ψηφιδωτών της. Μετά από χρόνια, στην ησυχία του σπιτι­ού του, το μεγαλειώδες σχήμα της Αγίας Σοφίας είναι αυτό που, ευκρινέστερα απ' οτιδήποτε άλλο, προβάλλει στις αναμνή­σεις από την Κωνσταντινούπολη.
 
 

             Για πολλούς, Κωνσταντινούπολη δεν σημαίνει παρά Αγία Σοφία. Χιλιάδες άνθρωποι δεν ξέ­ρουν τίποτε για τα υπέροχα τείχη της πό­λης, ούτε σχημάτισαν ποτέ μια νοερή ει­κόνα από το Βόσπορο, κι όμως το όνομα του ξακουσμένου ναού της τους είναι οι­κείο. Ακόμα και για εκείνους που δεν τη γνωρίζουν παρά ελάχιστα, η Αγία Σοφία ταυτίζεται με ό,τι πιο μεγαλειώδες, πιο δοξασμένο, πιο ιστορικό και πιο ιερό υπάρχει μέσα στα επιτεύγματα της χρι­στιανικής αρχιτεκτονικής.
 
             Κατά μία έννοια η Αγία Σοφία διαφέ­ρει από οποιοδήποτε άλλο παλαιό μνη­μείο της Κωνσταντινούπολης. Οι άλλες αρχαιότητες της πόλης ανήκουν ολοκλη­ρωτικά στο παρελθόν δεν έχουν μέλ­λον. Τα ταλαιπωρημένα τείχη του Θεοδόσιου δεν θα μπορέσουν ποτέ πια να αντέξουν το σάλο του πολέμου. Πάνω από το σπασμένο Όφι των Δελφών, στον Ιπ­πόδρομο, κανείς χρησμός δεν θα περάσει πια σ' ένα μελλοντικό ικέτη. Ο ρόλος τους στην ιστορία του κόσμου έχει τελειώσει. Είναι αρχαία, κλασικά, σεβάσμια. Κάθε ημέρα που περνά μας απομακρύνει όλο και περισσότερο απ' τους καιρούς για τους οποίους χτίστηκαν και από τις αιτίες για τις οποίες σχεδιάστηκαν.


                 Η Αγία Σοφία χτίστηκε κατά το πα­ρελθόν αλλά πορεύεται στο παρόν και ιχνηλατεί το μέλλον. Ήταν το 537, λίγο μετά απο την στάση του Νίκα και την καταστροφή του πρώτου ναού, που ο μεγάλος τρούλος της υψώθηκε στον ουρανό, τόσο επιβλητικός όσο και σήμερα.

               Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν το 360.

                 Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β'. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπή ναού θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.

                  Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ). Από κάθε σημείο όπου υπήρχε Ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοντο, για τη διακόσμηση του εσωτερικού.
                 Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα των Θεώ το καταξιωσάντι με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».

               Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.
 

Θαυματουργές επεμβάσεις

               Κάποτε, την ώρα που οι εργάτες ξε­κουράζονταν στη μέση της ημέρας, ένας άντρας με λευκή ενδυμασία εμφανίστηκε ξαφνικά στο αγόρι που φύλαγε τα εργα­λεία τους και του είπε να ξαναφωνάξει γρήγορα τους άντρες στη δουλειά τους. Το αγόρι δίσταζε να αφήσει το πόστο του και τότε ο ξένος του είπε προσπαθώ­ντας να τον πείσει: «Θα μείνω εγώ εδώ ώσπου να γυρίσεις». Ο μικρός έτρεξε να ειδοποιήσει τους εργάτες αλλά, πριν επι­στρέψει, κάποιος είπε την ιστορία στον αυτοκράτορα. Εκείνος αποφάνθηκε ότι ο λευκοντυμένος ξένος ήταν άγγελος. Έδωσε στο αγόρι πολλά χρήματα και το έστειλε αμέσως σε μια μακρινή επαρχία της αυτοκρατορίας, αφού πρώτα τον έβαλε να ορκιστεί ότι ποτέ δεν θα γυρνούσε πίσω. Οι κατώτερες τάξεις πιστεύ­ουν ότι, κάπου γύρω από την Αγία Σο­φία, ο άγγελος που ξεγελάστηκε προσμέ­νει ακόμα το αγόρι να γυρίσει. Πίστευαν ότι κάποια ουράνια μουσι­κή ψυχαγωγούσε τους εργάτες όταν κουράζονταν.
                 Ο αυτοκράτορας δεν πα­ρέλειπε να βλέπει σημαδιακά όνειρα όταν υπήρχε αμφιβολία ως προς κάποια ακανθώδη λεπτομέρεια. Έτσι, όταν οι αρχιτέκτονες δεν συμφωνούσαν κάποια στιγμή για το σχήμα της αψίδας, ένας άγγελος εμφανίστηκε στον αυτοκράτο­ρα σε ένα όραμα και του υπέδειξε ότι πρέπει να είναι τριπλή -όπως τελικά έγινε-, σε αναγνώριση της Αγίας Τριάδας. Οι τόσοι θρύλοι, που ακόμη διαφυλάσσονται με αγάπη και επανα­λαμβάνονται, «αποδεικνύουν», όπως λέ­ει ο Bayet, «πώς αυτό το τεράστιο έργο πέρασε μέσα στη λαϊκή φαντασία».
 

  Η τελευταία Μετάληψη του Κωνσταντίνου

                Στα μακρά και ταραγμένα χρονικά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας δεν υπάρχει τίποτα τόσο θλιβερό όσο εκείνη η νύχτα πριν από τη μεγαλειώδη πτώση. Στις 28 Μαΐου του 1453, μία ώρα πριν τα μεσά­νυχτα, ο Κωνσταντίνος ήρθε για άλλη μια φορά στην Αγία Σοφία. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, ο ίδιος κι οι αθάνατοι άνδρες του, όπως οι μελλοθάνατοι. Ήξερε, όπως και καθένας από τη σιωπηλή ακολουθία του, πως, αν παρέμεναν πιστοί μέχρι να πεθάνουν, δεν είχαν πια ούτε ένα εικοσιτετράωρο επίγειας ζωής. Καμία ελπίδα νίκης, καμία ελπίδα σωτηρίας δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Ίσος προς κάθε άνθρωπο στην κρίσι­μη ώρα, ο αυτοκράτορας ζήτησε τη συγ­χώρεση απ' όλους όσους μπορεί να είχε αδικήσει άθελα του στη σύντομη βασιλεία του. Οι άνδρες, μες στις βαριές πανοπλίες τους, ξέσπασαν σε λυγμούς, κι αυτή ήταν η μοναδική απάντηση που έσπασε εκείνη τη φοβερή σιωπή. Ύστερα ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας πέρασε το κατώφλι που, για αιώνες από τότε, δεν πά­τησε κανένας χριστιανός ηγεμόνας.
 

              Την επομένη, η Αγία Σοφία ήταν ασφυκτικά γεμάτη με ένα πλήθος που όμοιο του δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν ήταν τόσο η συρροή, όσο η κοινή αγωνία που πλημμύριζε τις ψυχές όλων. Μερικοί αρπάζονταν απ' τον παλιό μύθο που έλεγε ότι, όταν ο εχθρός έφτανε νικηφόρος στη Στήλη του Κωνσταντίνου, άγγελος Κυρίου θα έβαζε μια πύρινη ρομφαία στα χέρια ενός μικρού παιδιού κι αυτό θα κατατρόπωνε αμέσως τους εισβολείς. Οι Οθωμα­νοί έριξαν τις πόρτες του νότιου προθά­λαμου, όπου ακόμα και σήμερα φαίνονται τα σημάδια της ωμής και ανυπόμονης βίας τους. Το συγκεντρωμένο πλήθος των κυνηγημένων, παράλυτο από ανείπωτο φόβο, με βλέμματα πλημμυρισμένα από τρόμο, δεν έφερε καμία αντίσταση. Δεν χύθηκε αίμα, ούτε των κατακτημένων ού­τε των κατακτητών. Δεν υπήρξε βία. Οι μισοπεθαμένοι αιχμάλωτοι - καλόγεροι ή κοριτσόπουλα που ο ήλιος δεν είχε δει καλά καλά τα πρόσωπα τους, κυράδες από υψηλή γενιά ή παιδιά για τα θελήματα, ευγενείς ή ζητιάνοι - δέθηκαν ανά δύο και, σε μακριές σειρές, σύρθηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα.
 

                Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε λοιπόν, στις 29 Μαίου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ' Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.
 
 
 
               Η μορφή του Χριστού
 

             Στην αιχμάλωτη εκκλησία ο Χριστια­νός, ενοχλημένος από τις αραβικές επι­γραφές και τις οθωμανικές παραδόσεις, νιώθει πόνο και νοσταλγία για κάτι που του ανήκει. Η αειθαλής αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια και οι αόρατες μνήμες του παρελθόντος δεν είναι αρκετές. Αν όμως κατέβει το νότιο υπερώο και, μέσα από τις έξι κιονοστοιχίες αφήσει τη μα­τιά να ανέβει κατά τη θολωτή σκεπή πά­νω απ' τα πέντε παράθυρα της κεντρικής αψίδας, εκεί, στην αχνή μισοκαλυμμένη επιφάνεια, θα διακρίνει την ψηφιδωτή μορφή ενός τεράστιου Χριστού. Θα ξε­χωρίσει τα μαλλιά, το μέτωπο, τα πράα μάτια του Σωτήρα και το αχνό περί­γραμμα της μορφής του. Το δεξί χέρι, με γλυκύτητα, «όπως τότε που με αγάπη και πραότητα περπάταγε στη γη», είναι ακό­μη απλωμένο σε μια ανείπωτη ευλογία και, με την κίνηση του, μοιάζει να αγκα­λιάζει τον άγνωστο επισκέπτη. Μέσα στις σκιές, νιώθει κανείς πως ο Χριστός στέκει ακοίμητος φρουρός πάνω από τους ανθρώπους του.
 
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου