Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Θεόδωρος Λάσκαρης - Η μάχη της Αντιόχειας (1211)

        
 
 
            Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, ο Θεόδωρος Α’ Λάσκαρης (1204–1222) ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Νίκαιας με μοναδικό στόχο την απελευθέρωση της Πόλης και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
         Αντιμέτωπος με τους Λατίνους της Κωνσταντινούπολης, τους Κομνηνούς της Τραπεζούντας και τους Τούρκους του Ρουμ του Ικονίου, κατόρθωσε χάρις στις στρατηγικές και στις διπλωματικές του ικανότητες να εδραιώσει μέσα σε μια δεκαετία το νέο κράτος στη Μικρά Ασία.
          Το 1211 νίκησε τον Σουλτάνο των Σελτζούκων Τούρκων του Ικονίου Καϊχοσρόη Α’ στην κρίσιμη μάχη της Αντιόχειας του Μαιάνδρου, εδραιώνοντας έτσι την εξουσία του και το κράτος της Νίκαιας.

         Ιδρυτής του κράτους της Νίκαιας υπήρξε ο Θεόδωρος Λάσκαρης, που ήταν γαμπρός του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄ Άγγελου και έφερε τον τίτλο του δεσπότη. Ο Θεόδωρος έφυγε από την πρωτεύουσα το φθινόπωρο του 1203 και κατέληξε με την οικογένειά του και λίγους οπαδούς στη Βιθυνία. Εκεί κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Προύσα και στη συνέχεια τη Νίκαια, και έπειτα από μακρούς αγώνες με τους τοπικούς ηγεμόνες Σάββα Ασιδηνό, Μανουήλ Μαυροζώμη και Θεόδωρο Μαγκαφά σταθεροποίησε το κράτος του στη δυτική Μικρά Ασία με πρωτεύουσα την πόλη της Νίκαιας, αφού αντιμετώπισε με επιτυχία τις διεκδικήσεις των Λατίνων, του κράτους του Πόντου και του σουλτανάτου του Ικονίου.
          Οι σχέσεις του Θεοδώρου Λασκάρη με το σελτζουκικό κράτος του Ρουμ ήταν αρχικά φιλικές, αφού το θρόνο είχε ανακαταλάβει ο Σελτζουκίδης ηγεμόνας Καϊχοσρόης Α΄ (1205), ο οποίος έζησε εξόριστος στην Κωνσταντινούπολη και βαπτίστηκε χριστιανός με ανάδοχο τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο. Ως εκ τούτου αισθανόταν πνευματική συγγένεια με την Άννα Αγγελίνα, κόρη του Αλέξου Γ΄ και σύζυγο του Θεόδωρου Α΄ Λάσκαρη. Οι σχέσεις αυτές διαταράχθηκαν μετά την ισχυροποίηση του Θεοδώρου και προπάντων μετά την άφιξη στην αυλή του Καϊχοσρόη Α΄ του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄, του οποίου τα δίκαιώματα στο θρόνο της Νίκαιας εμφανίστηκε να υπερασπίζεται ο σουλτάνος του Ικονίου.
          Η αποφασιστική αναμέτρηση του Θεοδωρου και του Καϊχοσρόη έλαβε χώρα στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου το 1211, και οδήγησε σε μονομαχία των δύο ανδρών στην οποία ηττήθηκε και έχασε τη ζωή του ο σουλτάνος. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Ακροπολίτη, στη μάχη αυτή ο αυτοκράτορας της Νίκαιας διέθετε 2000 περίπου ιππείς και πεζούς στρατιώτες, από τους οποίους οι 800 ήταν Λατίνοι μισθοφόροι, ενώ οι υπόλοιποι Βυζαντινοί. Οι στρατιωτικές δυνάμεις του σελτζουκικού σουλτανάτου  που αντιπαρατέθηκαν πρέπει ασφαλώς να ήταν υπέρτερες αριθμητικά, μολονότι δε διαθέτουμε αξιόπιστη πληροφόρηση για τον ακριβή αριθμό τους.
          Οι διαταγές του Λάσκαρη που είχε μάθει για την πολιορκία της Αντιόχειας  προς το στράτευμα του είχαν στόχο να πετύχουν τη μέγιστη δυνατή ευελιξία και ταχύτητα στις κινήσεις. Οι στρατιώτες της Νίκαιας διατάχτηκαν να απαλλαγούν από όλα τα βαριά αντικείμενα και να κρατήσουν μόνο τα απαραίτητα για τον οπλισμό τους και την τροφή τους.
             Η βυζαντινή στρατιά, με γρήγορη πορεία, στρατοπέδευσε προς στιγμήν στη Φιλαδέλφεια της Λυδίας  και κατόπιν κατέφθασε έξω από την Αντιόχεια, που την πολιορκούσαν οι Τούρκοι του Καϊχοσρόη. Στην πρεσβεία που έστειλε ο Θεόδωρος Λάσκαρης στον Σελτζούκο σουλτάνο ανακοίνωνε ότι η μάχη θα ξεκινούσε πολύ σύντομα.
              Επρόκειτο για μια σφοδρότατη μάχη και πολύ κρίσιμη για τη τύχη της ευρύτερης περιοχής της Μικράς Ασίας. Είναι γνωστό ότι οι δύο προηγούμενες αναμετρήσεις των βυζαντινών στρατευμάτων με τις σελτζουκικές δυνάμεις ήταν επώδυνες για την αυτοκρατορίας. Οι ήττες στο Ματζικέρτ (1071) και στο Μυριοκέφαλο (1776) είχαν δημιουργήσει ένα άσχημο προηγούμενο και μάλιστα σε περιόδους που η αυτοκρατορία διέθετε σαφώς περισσότερες δυνάμεις από όσες είχε τώρα το κράτος της Νίκαιας.
             Η επίθεση ξεκίνησε από την πλευρά των Βυζαντινών, με το ιππικό των Λατίνων μισθοφόρων να επιτίθεται ορμητικά  εναντίο των Σελτζούκων. Οι υπέρτερες όμως εχθρικές δυνάμεις τους εξολοθρεύουν και κατόπιν παγιδεύουν και το σύνολο του στρατεύματος. Πολλοί Βυζαντινοί αρχίζουν μια άτακτη υποχώρηση, θεωρώντας ότι η μάχη ουσιαστικά έχει χαθεί. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας παραμένει στη θέση μαζί με τη φρουρά του, κυκλώνεται όμως κι αυτός και όλα δείχνουν ότι και αυτή η μάχη με τους Σελτζούκους θα χαθεί.
             Κι όμως… η μονομαχία του Θεόδωρου με τον Καϊχοσρόη θα αλλάξει τα δεδομένα.
             Ο σουλτάνος και ενώ η πλάστιγγα της νίκης έγερνε σαφώς προς το μέρος του, αναζητά τον Θεόδωρο. Μόλις τον εντοπίζει, τον χτυπά με σφοδρότητα με την κορύνη(ρόπαλο) και τον ρίχνει από το άλογο. Ο Έλληνας αυτοκράτορας ανακτά τις αισθήσεις του, σηκώνεται όρθιος και τη στιγμή που ο σουλτάνος δίνει εντολή στους στρατιώτες του να τον συλλάβουν, χτυπά με το ξίφος του τα πίσω πόδια του αλόγου του, ρίχνοντας έτσι τον Καϊχοσρόη στο έδαφος. Ο θάνατος του σουλτάνου που ακολούθησε την πτώση του έκρινε την έκβαση της μάχης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ακροπολίτη ο Θεόδωρος χτύπησε τα πίσω πόδια του ίππου ενώ σύμφωνα με το Γρηγορά τα μπροστινά πόδια του σουλτανικού ίππου.
           Ωστόσο ο ακριβής τρόπος θανάτου του σουλτάνου μετά την πτώση του από το άλογο, στις υπάρχουσες πηγές περιέχεις αρκετές διαφοροποιήσιες. Ο Ακροπολίτης λέει ότι, όταν έπεσε από το άλογο ο σουλτάνος, κάποιος – άγνωστο ποιος-  του απέκοψε την κεφαλή. Ο Γεώργιος Πελαγονίας αναφέρει πως το μοιραίο χτύπημα το κατάφερε ένας ακόλουθος του αυτοκράτορα της Νίκαιας. Ο Γρηγοράς λέει ότι ο ίδιος ο Θεόδωρος αποκεφάλισε τον Καϊχοσρόη και στη συνέχεια τοποθέτησε την κεφαλή του σε δόρυ, προκαλώντας τρόμο και πανικό στους Τούρκους.
          Η θέα του νεκρού σουλτάνου, όπως γινόταν πάντα, όταν σκοτωνόταν ο ηγέτης, σημαίνει την υποχώρηση των Τούρκων και τη νίκη των Βυζαντινών. Παρά τις μεγάλες απωλειες η πρωτη αυτή νίκη επί των Σελτζούκων, έστω και πύρρειος, μετά από δυο οδυνηρές ήττες,  είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η μάχη της Αντιόχειας αποτέλεσε τον κρισιμότερο αγώνα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεόδωρου Λάσκαρη. Εδραίωσε την παρουσία του κράτους της Νίκαιας που πρόβαλε ως ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος της αυτοκρατορίας, ενώ περιείχε και το στοιχείο του εντυπωσιασμού λόγω του τρόπου θανάτου του αντιπάλου.
           Η σημαντική αυτή νίκη της Νίκαιας επισφραγίστηκε με μια συνθήκη που εξασφάλισε τα ανατολικά σύνορα, τα οποία έμελλε να μείνουν αναλλοίωτα για τις επόμενες δύο γενιές. Φαίνεται μάλιστα ότι διασφαλίστηκε και για τους χριστιανούς του σουλτανάτου του Ρουμ η ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Ο υπέρμετρα φιλόδοξος Αλέξιος Γ΄ πιάστηκε αιχμάλωτος και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στη μονή Υακίνθου στη Νίκαια.


 
Πηγή ; To σύνολο των πληροφοριών έχουν αντληθεί απο το βιβλίο του Ηλία Γιαρένη
<Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Α΄Κομνηνός Λάσκαρις>>



… Kι ο σουλτάνος χτύπησε το βασιλιά με ρόπαλο στο κεφάλι και τον έριξε από το άλογό του, γιατί από το χτύπημα του ...'ρθε σκοτοδίνη. Όπως δηλαδή κάποιοι ισχυρίζονται, και το άλογο μπερδεύτηκε από το χτύπημα και δε γνωρίζω αν και αυτό δέχτηκε από το σουλτάνο δεύτερο χτύπημα.
Καθώς ο βασιλιάς μας βρέθηκε πεζός, σα να δυνάμωσε από θεόσταλτη δύναμη, στάθηκε όρθιος στα πόδια του, έβγαλε από τη θήκη το σπαθί- κι ενώ ο σουλτάνος είπε προσβλητικά: <<πιάστε αυτόν εδώ>>- ο βασιλιάς μας χτύπησε τα πισινά πόδια της φοράδας του σουλτάνου. Λοιπόν σαν να έπεσε από πύργο (ήταν πανύψηλη η θηλυκή φοράδα του) ρίχτηκε κάτω ο σουλτάνος και το κεφάλι του αποκόπηκε, δίχως ο βασιλιάς μας ούτε κανείς από όσους βρίσκονταν δίπλα, να ξέρει από ποιον καρατομήθηκε ο σουλτάνος…

''Χρονική Συγγραφή'' Γεώργιος Ακροπολίτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου