Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

H KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

             
 
 
            Ένας από τους πολλούς λόγους για τη περηφάνια την οποία ενέπνεε η Κωνσταντινούπολη στους πολίτες της και για το δέος και την έκπληξη που προκαλούσε στους ξένους ήταν το απόρθητό της. Βρισκόταν σε φυσική οχυρή θέση, σε ένα στενό ακρωτήριο το οποίο βρεχόταν από δυο πλευρές, τον Κεράτιο και το Βόσπορο στα βόρεια και τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια. Από την πλευρά της ξηράς οι αυτοκράτορες είχαν κατασκευάσει τεράστια οχυρωματικά τείχη που εκτείνονταν από τον Κεράτιο μέχρι τη θάλασσα του Μαρμαρά, περίπου εννιά μέτρα σε ύψος και τεσσεράμισι μέτρα σε πλάτος. Κατά διαστήματα αριθμούσαν 96 πύργους που  είχαν ευρύ πεδίο στις βαλλίστρες και στους καταπέλτες. Μπροστά από τα τείχη υπήρχε μια φαρδιά τάφρος που έπρεπε να διασχίσει ο κάθε επίδοξος κατακτητής ενόσω ήταν εκτεθειμένος στις βολές. Οχυρώσεις υπήρχαν και στη θάλασσα, καθιστώντας την επίθεση από κει εξίσου δύσκολη. Μια βαριά αλυσίδα που εκτεινόταν από έναν πύργο της πόλης μέχρι έναν άλλο στο προάστιο του Γαλατά της απέναντι όχθης εμπόδιζε τα εχθρικά πλοία να μπουν στο ασφαλές φυσικό λιμάνι του Κεράτιου.
          Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν το μέγεθός της. Με τα μέτρα του Μεσαίωνα ήταν μια πόλη τεράστια  ασφαλώς η μεγαλύτερη χριστιανική πόλη. Η Ρώμη, η οποία είχε κάποτε υπάρξει μεγάλη και κραταιά, από το 10ο αιώνα είχε πια παρακμάσει, έχοντας γίνει σκιά του προηγουμένου εαυτού της, με τεράστιες περιοχές μέσα στα τείχη κατεστραμμένες ή ακατοίκητες. Το Παρίσι και το Λονδίνο δεν είχαν αρχίσει ακόμα να αναπτύσσονται και στις αρχές του 12ου αιώνα ήταν μικρές πόλεις με πληθυσμό το πολύ είκοσι χιλιάδων κατοίκων. Η Κωνσταντινούπολη αντίθετα, θεωρείται ότι είχε τουλάχιστον τριακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες, είκοσι πέντε φορές μεγαλύτερη από το Λονδίνο. Έχει εκτιμηθεί  ότι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν μέσα στα τείχη της το 1050 από ότι σε ολόκληρο το βασίλειο της Αγγλίας. Πόλεις με αντίστοιχο μέγεθος υπήρχαν μόνο στον ισλαμικό κόσμο. Η Κόρδοβα στην Ισπανία είχε περίπου το ίδιο μέγεθος, ενώ η Βαγδάτη ήταν μεγαλύτερη.
        Όπως και σε πολλές μεγάλες πόλεις σήμερα, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης ήταν πολυφυλετικός, κάτι που αντικατόπτριζε την εθνοφυλετική σύσταση της Αυτοκρατορίας συνολικά αλλά και του κόσμου που την περιέβαλλε. Ενώ στην πλειοψηφία του ήταν ελληνόφωνος, υπήρχαν και πολλοί Αρμένιοι, Ρώσοι, Γεωργιανοί.  Υπήρχε επίσης μια μεγάλη εβραική κοινότητα, συγκεντρωμένη κυρίως στο προάστιο του Γαλατά, στη απέναντι πλευρά του Κεράτιου, Ιταλοί έμποροι από τη Βενετία, τη Γένουα, την Πίζα, μισθοφόροι από τη Δυτ. Ευρώπη και τη Σκανδιναβία, και μια μικρή αραβική κοινότητα έμπορων οι οποίοι μάλιστα προσεύχονταν σε δικό τους τέμενος.
           Μια άλλη πλευρά της Πόλης, την οποία σχολίαζαν οι πολύ συχνά και οι ντόπιοι αλλά κυρίως οι επισκέπτες της, ήταν ο πλούτος της. Οι πολίτες της επαίρονταν ότι τα δύο τρίτα του πλούτου της υφηλίου ήταν συγκεντρωμένα στην πόλη τους, και επισκέπτες, όπως ο Φούλκρος της Σαρτρ είχαν εκπλαγεί από τη χλιδή που έβλεπαν γύρω τους, ιδιαίτερα από τη αφθονία σε χρυσό , ασήμι και μετάξι. Η κύρια πηγή αυτού του πλούτου ήταν το εμπόριο. Χάρις στη γεωγραφική της θέση μεταξύ Ευρώπης και Ασίας,  η Πόλη ήταν ο προφανής κόμβος όπου προϊόντα της μιας πλευράς μπορούσαν να ανταλλαχθούν με προϊόντα της άλλης. Οι έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην εμπορική συνοικία, κατά μήκος του Κεράτιου. Οι άραβες έφερναν μπαχαρικά, πορσελάνες και κοσμήματα, οι Ιταλοί κασσίτερο και μαλλί, οι Ρώσοι κεχριμπάρι, μέλι και γούνες. Αυτά τα προϊόντα αργότερα μεταπωλούνταν ή ανταλλάζονταν για προϊόντα, τα οποία οι έμποροι μετέφεραν στις αγορές των χωρών τους. Αν και μεγάλο μέρος αυτών των δραστηριοτήτων βρισκόταν στα χέρια ξένων εμπόρων, οι βυζαντινές αρχές κέρδιζαν από το κομμέρκιον, ένα φόρο δίκια τοις εκατό επί όλων των εισαγωγών και εξαγωγών, οπότε η πόλη πολλαπλασίαζε συνολικά τα πλούτη της βασιζόμενη στην εισροή των εμπόρων, προϊόντων και πρώτων υλών.
          Η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Αθήνα η Θήβα και η Κόρινθος, ήταν παραγωγικό κέντρο, ιδιαίτερα γνωστό για τη μεταλλουργία. Οι μεταλλοτεχνίτες  ήταν τόσοι πολλοί, που καταλάμβαναν μια ολόκληρη δική τους περιοχή γύρω από το Αυγουστείον, την κεντρική πλατεία της Πόλης. Τα περισσότερα μεταλλικά καλλιτεχνήματα που κατασκευάζονταν προορίζονταν για αγοραστές μέσα από την Πόλη ή την ευρύτερη αυτοκρατορία, μερικά όμως από αυτά εξάγονταν, ιδίως στη Δύση. Το κόσμημα από πλάκες χρυσού και επισμαλτωμένο άργυρο που είναι γνωστό  με το όνομα Πάλα ντ΄ Όρο στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας φτιάχτηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα και στάλθηκε στη Βενετία εκείνη την εποχή. Χαλκές πορτες, κωνσταντινοπουλίτικης τεχνικής τοποθετήθηκαν στη βασιλική του Αγίου Παύλου εκτός των τειχών στη Ρώμη και στους καθεδρικούς ναούς στο Αμάλφι, του Τράνι και του Σαλέρνο, περίπου την ίδια εποχή. Άλλες βιοτεχνικές δραστηριότητες της πρωτεύουσας ήταν η επεξεργασία και η βαφή του μεταξιού, η κατασκευή μεταξωτών ρούχων, η παραγωγή σαπουνιού, αρωμάτων και κεριών. Οι τραπεζικές εργασίες ,  όπως επίσης και ο δανεισμός χρημάτων επιτρεπόταν, αν και μέσα σε πολύ αυστηρά όρια.
 
από το βιβλίο του Τζόναθαν Χάρρις   <<Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες>>


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου