Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Πάσχα στο Βυζάντιο, Φαίδων Κουκουλές



Φαίδων Κουκουλές

Πασχαλινά Βυζαντινά Έθιμα
 
επιμέλεια-διασκευή : Θάνος Δασκαλοθανάσης

                   Μία από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες χριστιανικές γιορτές είναι αναμφίβολα η Κυριακή της Λαμπρής. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι η γιορτή αυτή κατά τους παλιότερους χριστιανικούς χρόνους δεν γιορταζόταν την ίδια χρονική περίοδο από τους κατά τόπους χριστιανούς. Σύμφωνα με το βιογράφο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, πριν από την εποχή του Μ. Κων/νου, το Πάσχα το γιόρταζαν άλλοτε  μαζί με τους Ιουδαίους, άλλοτε κατά την 25η Μαρτίου, άλλοτε κατά το θέρος και άλλοτε κατά το χειμώνα. Την ανωμαλία αυτή διόρθωσε ο άγιος Βασιλιάς θεσπίζοντας να μη γιορτάζεται μαζί με τους Ιουδαίους και όρισε με τη σύνοδο της Νίκαιας να γιορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας,  όποτε αυτή τύχει.
                Σχετικά με την απόφαση να μη συνεορτάζεται το Πάσχα με τους Ιουδαίους, θα πρέπει να πούμε ότι τουλάχιστον μέχρι τον τέταρτο αιώνα γινόταν αυτός ο συνεορτασμός που ξεκίνησε από τους πρώτους Ιουδαίους χριστιανούς. Υπάρχουν οι απαγορευτικοί κανόνες της συνόδου της Αντιόχειας όπως και διαταγές των Αγίων Αποστόλων, πού αφορίζουν κληρικούς και λαϊκούς που παρακούουν τις οδηγίες τους. 
                  Στον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο η Ανάσταση του Χριστού ήταν η «ευφροσύνη των πιστών», η βαθιά πνευματική χαρά και ηρεμία. Κατά την γιορτή αυτή, όπως και στις άλλες μεγάλες γιορτές, οι πιστοί καθάριζαν με ασβέστη και έβαφαν τους τοίχους των σπιτιών τους , ενώ συνήθιζαν να στρώνουν στα δάπεδα κλαδιά δάφνης, μυρσίνης, δεντρολίβανου, φύλλα λεμονιάς έθιμο το οποίο τον ΙΑ' αιώνα πιστοποιεί  ο Χριστόφορος ο Μυτιληναίος:
«εις τας εν τη εκκλησία ραινομένας δάφνας κατά τας εορτάς» και όπως και σήμερα ακόμη επικρατεί κατά τον εορτασμό διαφόρων εκκλησιών, όπως αποδεικνύει και το δίστιχο
«μυρτιά μου χρυσοπράσινη της εκκλησιάς στολίδι  χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα πανηγύρι»
               Στον  Πόντο μάλιστα,  το έδαφος των σπιτιών  στρωνόταν  με κλάδους δάφνης ήδη από της Κυριακή των Βαΐων.
               Όχι  μόνο τις οικίες περιποιούνταν  οι Χριστιανοί κατά τις ημέρας του Πάσχα, αλλά και καινούργια φορέματα φρόντιζαν  να φορέσουν, να λαμπροφορέσουν, όπως έλεγαν τότε, ή, όπως λέμε  σήμερα, να φορούν Πασχαλιάτικα, Λαμπριάτικα ή λαμπρά ή να λαμπραγκαινιάζουν.
              Αυτό μαρτυρεί και η σύζυγος του Πτωχοπροδρομου, η οποία  παριστάνεται να λέει με παράπονο  προς τον σύζυγο της :  

«ποίον ιμάτιν μ' έρραψες; ποιον δίμιτον μ' εποίκες;
και ποιον γυρίν μ' εφόρεσες; ουκ οίδα Πασχαλίαν.»
              Κατά τους επισήμους εορτασμούς συνήθιζαν οι βυζαντινοί να φωταγωγούν  τις πόλεις τους, άπλετο δε φως να έχουν  και στα σπίτια τους. Τούτο έκαμναν και κατά το Πάσχα, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον «ιδία τε και δημοσία δαψιλεί τω πυρί την νύκτα καταφωτίζοντες». Επειδή κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι πιστοί τηρούσαν  αυστηρά την νηστεία της Μ.Τεσσαρακοστής, για αυτό  κατά το Πάσχα παρέθεταν πλούσια τραπέζια με άφθονα τα κρέατα και όλα τα είδη που κατέλυαν  την νηστεία. Ας σκεφτούμε την ανάλογη σημερινή στην Πάρω ευχή «είν'τά χει η μέρα η Λαμπρή να τά χης μεσ' στο σπίτι σου».
              Το ίδιο το  ρήμα λαμπρεύω σημαίνει σήμερα καταλύω την νηστείαν, η λέξη Πάσχα ισοδυναμεί με κατάλυση της  νηστείας.
             Φαίνεται ότι   πολλά και καλά φαγητά κατά την ημέρα του Πάσχα έτρωγαν όχι μόνον οι λαϊκοί, αλλά και οι  μοναχοί, όπως από τα  τυπικά των μονών πληροφορούμαστε. Σε ένα τυπικό διαβάζουμε : «οι μοναχοί το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τέσσερα φαγητά να τραπεζώνωνται».
            Το Πάσχα, η γιορτή της αγάπης, ως επακολούθημα είχε και το  φιλήμα από τους  εκκλησιαζομένους, δύο μάλιστα Βυζαντινοί συγγραφείς, ο  Χριστόφορος ο Μυτιληναίος, και κατά τον ΙΒ' αιώνα Θεόδωρος ο Πρόδρομος έγραψαν επιγράμματα «εις τον κατά το Πάσχα γινόμενον ασπασμόν».
              Πόσο  το φίλημα τούτο θα ήταν  τότε διαδεδομένο, φανερά αποδεικνύεται και σήμερα από το  κατά την Ανάσταση  ανταλλασσόμενο φιλί.
              Πασίγνωστη σε όλη την Ελλάδα  είναι η συνήθεια κατά το Πάσχα να γίνονται οι κουλούρες της Λαμπρής, στις οποίες έβαζαν  και κόκκινα αυγά. Το έθιμο αυτό  είχαν  και οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας.
             Το να πληρώνονται τότε οι ιερείς, για να παράσχουν  την Θεία Κοινωνία, φαίνεται ότι ήταν αρκετά σύνηθες, κάτι που τράβηξε την προσοχή των Συνόδων. Έτσι  η εν Τρούλλω οικουμενική σύνοδος θεωρώντας  το πράγμα Σιμωνίαν, καθαιρεί δια του εικοστού τρίτου κανόνος της τον επίσκοπο ή πρεσβύτερο, που, για να  μεταδώσει την άχραντον κοινωνίαν, εισέπραττε «οβολούς ή είδος το οιονούν».
              Ας προσθέσουμε ακόμη ότι η χρήση αυγών  στη γιορτή του Πάσχα,  κατά τους ερευνητές, έχει βαθύτερη  έννοια προερχόμενη  από την  αντιλήψη των αρχαίων λαών για το αυγό ως εικόνα  του κόσμου και συμβόλο της ζωής και της δημιουργίας.
             Τα αυγά  του Πάσχα, ως γνωστόν, βάφονται κόκκινα και για να ερμηνευτεί το έθιμο, αναπτύχθηκαν  διάφορες  ανεκδοτικές, κυρίως, γνώμες. Το σωστό βρήκε  ο σοφός Κοραής που υπέθεσε  ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα των προβάτων με  το οποίο οι Ιουδαίοι έβαψαν στην Αίγυπτο τις πόρτες των σπιτιών τους, για να αποφύγουν την  φθορά από τον  εξολοθρευτή  άγγέλο, έθιμο που  υφίσταται στην Μάδυτο  και κατά τους παλαιοτέρους χρόνους διατηρείτο  από τους Κερκυραίους, οι όποιοι  με το αίμα των σφαζομένων αρνίων έκαμναν σταυρούς στις παραστάδες  των οικιών τους ακολουθούντες την  Γραφή «(Έξοδος ΙΒ' 7) και λήψονται από του αίματος και θήσουσιν επί των δύο σταθμών και επί την φλιάν εν τοις οίκοις εν οις οίκοις εν οις αν φάγωσιν».
                Στην Έξοδο (ΙΒ' 8) μετά την αναφορά  της επαλείψης  των παραστάδων με  το αίμα του αρνιού, προστίθεται: «Και φάγονται τα κρέα τη νυκτί ταύτη οπτά πυρί».
                Αυτό ποστεύω  ότι εξηγεί το έθιμο του οβελία, πασίγνωστο σε όλους σήμερα, ασφαλώς θα ήταν και βυζαντινό έθιμο.
                Το ότι οι Βυζαντινοί γνώριζαν το έθιμο του οβελία, αποδεικνύει η παρατιθεμένη εικόνα  από  χειρόγραφο του ΙΑ' αιώνα, όπου  φαίνεται «ο υπέρ την πυράν ψηνόμενος οβελίας».
               Άλλο Πασχαλινό έθιμο, πανελλήνιο τώρα,  είναι το τσούγκρισμα των αυγών. Και για την αρχή αυτού του εθίμου  πολλά, όχι  όμως ικανοποιητικά, ελέχθησαν. Οι Χριστιανοί φαίνεται ότι διείδαν στην  πράξη  αυτή συμβολισμό της Αναστάσεως του Χριστού, όπως δηλαδή εντός του αυγού, οιονεί τάφου, εγκλείεται ζωή, το κοτόπουλο, και, όταν έλθει ο καιρός, αφού σπάσει  το κέλυφος, αναπηδά, έτσι  και ο Χριστός, η αιωνία ζωή, αφού σπάσει τα δεσμά,  από  του θανάτου επανέρχεται στη  ζωή.
              Ότι το εθίμo της σύγκρουσης των αυγών ήταν  γνωστό κατά το πρώτο ήμισυ του ΙΓ' αιώνος, πιθανόν   και πολύ παλαιότερα, βεβαιώνει  μαρτυρία του μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιωάννου Αποκαύκου.  Στον  Αλμαλή Μαλγάρων της Θράκης οι κάτοικοι κατά την εσπέρα του Σαββάτου, πριν  το «Χριστός ανέστη», βάζουν  στους τάφους  των συγγενών τους  αυγά  κόκκινα, ενώ στο χωριό Καστανιά στη Λακαιδεμονία,  μετά την νυκτερινή ακολουθία της Αναστάσεως κάνουν το ίδιο.
             Αν λάβουμε  υπόψη  ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το αυγό ιερό αντικείμενο  του Ασκληπιού και το μεταχειρίζονταν  ως κόσμημα των τάφων, οι  Ρωμαίοι όχι  μόνο κατά τα επικήδεια δείπνα το χρησιμοποιούσαν, αλλά και στους τάφους το έβαζαν, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι το σημερινό έθιμο επικρατούσε και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, συνδεδεμένο με δείπνα που γίνονταν κατά τα μνημόσυνα πάνω στους τάφους.
              Το Πάσχα, ως η μεγίστη των γιορτών  και λαμπρή  πανήγυρη, γιορταζόταν  όχι μόνο μία ημέρα, αλλά όλη   την μέχρι της Καινής ή Νέας Κυριακής Εβδομάδα, δηλαδή την Εβδομάδα του Θωμά. Όπως λέγει Βυζαντινός συγγραφεύς, «ως μία Κυριώνυμος ημέρα λογίζεται κατά πάντα η μετά την αγίαν Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τρέχουσα Εβδομάς».
             Ότι η αντίληψη  αυτή εξακολούθησε στο λαό καθ' όλους τους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και τους μετά την άλωση χρόνους, φαίνεται από το ότι σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδος Λαμπρόσκολα λέγεται η Διακαινήσιμος Εβδομάδα, στην  Κέρκυρα δε η τράπεζα της Κυριακής δεν σηκώνεται μέχρι της Κυριακής του Θωμά.
               Κατά την Εβδομάδα του Πάσχα, κατά τους παλαιοτέρους αιώνες, οι πιστοί απείχαν από κάθε εργασία, σιωπηρά όμως  επετράπη η εργασία από την Τετάρτη και τέλος περιορίσθηκε στις τρεις πρώτες ημέρας, όπως  φανερώνει ο σχολιαστής του 66ου κανόνος της εν Τρούλλω συνόδου : «Ερωτήσει τις όπως οι χειρονάκται, μετά την Τρίτην της Εβδομάδος ταύτης τα οικεία εργάζονται εργόχειρα;»
                Οι πολίτες, που δεν εργάζονταν  κατά τις ημέρες της Διακαινησίμου, έβρισκαν  ευκαιρία τότε να παρακολουθήσουν δημόσια θεάματα, ιδιαίτερα τους προσφιλείς τους ιπποδρομικούς αγώνες, πράγμα που δεν άρεσε στους  εκκλησιαστικούς άνδρες, διότι οι πιστοί, εγκαταλείποντας την εκκλησία, έσπευδαν στον  ιππόδρομο.
                Έχουμε λοιπόν επέμβαση των ιερών Συνόδων, που με τους κανόνες τους απαγορεύουν κατά τις ημέρας αυτές τους ιπποδρομικούς αγώνες.
                Επειδή ο λαός εξακολουθούσε  να παρακολουθεί  κατά την Διακαινήσιμο Εβδομάδα τους ιπποδρομικούς αγώνας, επανήλθε στο ζήτημα η εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδος, που  διά του 66ου κανόνος της θέσπισε «Από της αγίας Αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας μέχρι της Καινής Κυριακής την όλη Εβδομάδα εν ταις αγίαις εκκλησίαις σχολάζειν δει απαραλείπτως τους πιστούς. Μηδαμώς ουν εν ταις προκειμέναις ημέραις ιπποδρόμια ή ετέρα δημώδης θέα επιτελείσθω».
                 Την Τρίτη, μετά το Πάσχα, που ονομάζεται της Γαλιλαίας, όπως και σήμερα λέγεται από τους Ποντίους, γινόταν το λεγόμενο καλημέρι του δημάρχου, του προέδρου δηλαδή των Πρασίνων και των Βενετών.
                  Κατά τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, που περιγράφει την τελετή, οι του δήμου των Πρασίνων και των Βένετων με το αρμόνιό τους πήγαιναν στην  αυλή  του δημάρχου τους, που τους υποδεχόταν έφιππος φορώντας την στολή του.  Εκεί υπήρχαν πολλές  επευφημίες.
              «Την καλήν ημέραν ποιήσωμεν μετά του δημάρχου των Βενέτων (ή των Πρασίνων)• Τρισάγιε, βοήθησον τους δεσπότας και συ αυτούς θεράπευσον επί πάσιν πλεονάζων της ζωής αυτών χρόνους συν ταις τιμίαις Αυγούσταις εν τη πορφύρα εις τελείαν χαρμονήν των Ρωμαίων και Βενέτων (ή Πρασίνων) των γνησίων ημών δούλων. Κύριε χαίρε• καλή σου ημέρα, όλη η ημέρα σήμερον καλή σου ημέρα γίνεται. Ο δείνα πρωτοσπαθάριε δήμαρχε, πολλοί σου χρόνοι• ως γαρ αγαπώμεν σοι, αξίως σε ευχόμεθα, ίνα αδιάδοχος μείνης διοικών ημάς. Ο αναστάς Θεός ημών, φύλαττε τον δήμαρχον».
              Με  τις ευχάς αυτές, συνοδευόταν  ο δήμαρχος στον ιππόδρομο, όπου άκουε τα εξής: «Καλώς ήλθες προβολή ευεργετών, καλώς ήλθες ευγενής εκ προγόνων, καλώς ήλθες Θεοστέπτων ο δούλος, καλώς ήλθες ο δείνα, πρωτοσπαθάριε και δήμαρχε των Βενέτων (ή Πρασίνων), αλλ' ο πάντων ποιητής και δεσπότης ο αναστάς παραδόξως εκ τάφου τους χρόνους σου πληθύνοι εις μήκη χρόνον• ο Θεός ο άγιος φύλαττε τον δήμαρχον».
            Οι Βυζαντινοί πρόγονοι μας, τιμώντας την ιερότητα των Πασχαλινών  ημερών, νομοθέτησαν να μη λειτουργούν  τα δικαστήρια κατά την Μεγάλη και την Διακαινήσιμο Εβδομάδα.  Οι αντίδικοι τότε συνήθιζαν να λένε : «παρέλθει η ημέρα του πάθους του Χριστού και γυμνάζω την δίκην, εκδικώ την ύβριν».
          Ο νόμος όριζε κατά τις ημέρες αυτές να μη φυλακίζονται όσοι υπέπιπταν σε ελαφρά πταίσματα. Εξαίρεση  γινόταν για αυτούς που έκαμναν βαριά αδικήματα π.χ. τυμβωρύχους, βιαστές, πατροκτόνους και παραχαράκτες, οι οποίοι  φυλακίζονταν.
           Κατά τις μεγάλες εορτές ή κατά τις ημέρες ευχάριστων για  το κράτος γεγονότων, κατά τους Βυζαντινούς χρόνους επικρατούσε η συνήθεια, να απολύονται από τις φυλακες οι για  ελαφρά παραπτώματα φυλακισθέντες. Τούτο γινόταν  και κατά το Πάσχα με  ειδική βασιλική διαταγή,  του ευεργετήματος όμως αυτού  στερούνταν οι για  σοβαρά εγκλήματα φυλακισθέντες..
          Ας σημειωθεί  ότι τη συνήθεια της αποφυλάκισης ακολούθησε και η Βενετική Κυβέρνηση  στις κατακτημένες από τους Βενετούς  ελληνικές χώρες.
           Στην χαρά και στον  πανηγυρισμό γιά το Πάσχα μετείχαν, όπως είναι φυσικό, και  τα ανάκτορα. Κατά την Μεγάλη λοιπόν Κυριακή οι βασιλείς μετέβαιναν στο  ναό της Αγίας Σοφίας,  για να εκκλησιασθούν  ακούοντας κατά την μετάβαση και την επιστροφή τις επευφημίες των δήμων,  των Πρασίνων και Βένετων, οι οποίοι , τοποθετημένοι σε διάφορα σημεία, εναλλάξ επευφημούσαν την διερχομένη βασιλική πομπή,  με πρώτους τους Βένετους να αρχίζουν τις επευφημίες.
           Κατά την μετάβαση  λοιπόν ακουγόταν:

-Θεϊκής εγέρσεως δυναστεία ο του θανάτου πόλεμος διελύθη
-Φωτός απροσίτου λαμπηδόνες νεκροίς επέλαμψαν τοις εν σκότει
- Πάσχα Κυρίου σήμερον καθορώντες μελωδικώς κραυγάζομεν και ομοφρόνως
-ο αχρόνως τω Πατρί συμβασιλεύων αυτός, τας ημέρας υμών, δεσπόται, ανυψώσοι ταις νίκαις κατά βαρβάρων
- ο των πάντων ποιητής και δεσπότης ο αναστάς παραδόξως εκ τάφου και το χαίρε δεδωκώς μυροφόροις τους χρόνους υμών πληθύνοι συν ταις Αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις
. Πολυχρόνιον ποιήσοι ο Θεός την αγίαν βασιλείαν σας εις πολλά έτη.
       
             Κατά την επιστροφή πάλι ακουγόταν:

-Καλώς ήλθον οι δεσπόται συν ταις Αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις προσκυνήσαντες του αναστάντος Χριστού την δόξαν
 -Η κτίσις σήμερον εορτάζει διπλούν το Πάσχα της Σωτηρίας ορώσα το σκήπτρον υμών, δεσπόται, την αναστάσει του Χριστού συνανατέλλον
- Εγκαινίζεται σήμερον των ανθρώπων η φύσις ο γαρ έχων το κράτος του θανάτου ο του πατρός συνάναρχος και συναΐδιος λόγος, σκυλεύσας τα βασίλεια του Άδου έλυσε τον δεσμόν των αιχμαλώτων πάσι δωρησάμενος ελευθερίαν, ος και φυλάξοι το κράτος της βασιλείας εις δόξαν, εις καύχημα, εις ανέγερσιν των Ρωμαίων
.
     
            Σε όλη τη διάρκεια που γινόταν  ο όρθρος της Μεγάλης Κυριακής, με παρόντες τους βασιλείς,  κατά την 3η ή 4η ώρα μετά το μεσονύκτιο, το εκκλησίασμα κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου έμενε εκτός του ναού, με κλεισμένη τη θύρα. Μετά την ανάγνωση,  ο πρωτοπαππάς των ανακτόρων άνοιγε την θύρα και εισέρχονταν ψάλλοντας  το «αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν λαοί».
             Αυτά γινόταν στην Αγία Σοφία, στους άλλους όμως ναούς στα χρόνια των Παλαιολόγων  πιθανόν   και παλαιότερα, πριν ο ιερέας ανοίξει την κλειστή θύρα, την χτυπούσε αναφωνώντας τη φράση που συνηθίζεται  και κατά τα εγκαίνια των εκκλησιών «άρατε, πύλας οι άρχοντες υμών και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης»,  και μετά  την ανταλλαγή της γνωστής στιχομυθίας, εισέρχονταν.
            Αυτό  σαφώς  μαρτυρεί ο Κωδινός στο  « περί των οφφικιαλίων»  έργο  του και επιβεβαιώνεται και από το ότι επαναλαμβάνεται σε πολλά μέρη και σήμερα ακόμη.
               Στο  κλητορολόγιον του Φιλοθέου, κείμενο του Ι' αιώνος, διαβάζουμε:
           «Η αγία και δεδοξασμένη της του Χριστού αναστάσεως περιφανής ημέρα λαμπράν τινα και περίβλεπτον ευωχίαν τοις βασιλεύσιν ημών προεξένησεν».
            
                Όντως κατά την Κυριακή του Πάσχα γίνονταν επίσημα γεύματα στο  επιβλητικότατο και μεγαλοπρεπέστατο των διαμερισμάτων των ανακτόρων, το Χρυσοτρίκλινο, που ήταν,  κατάλληλα στολισμένο εστολισμένο.  Τοποθετούσαν τη χρυσή τράπεζα και το έπιπλο το λεγόμενο πενταπύργιο,  ένα είδος  μπουφέ  που είχε  πέντε πυργίσκους, στο οποίο τοποθετούσαν   τα πολύτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα.
           Στο γεύμα  της πρώτης μέρας οι προσκεκλημένοι  προέρχονταν με επίσημη  περιβολή και κάθονταν  στη χρυσή τράπεζα ανώτατοι άρχοντες, μάγιστροι, ανθύπατοι, στρατηγοί και πατρίκιοι,  ξένοι πρεσβευταί που  βρίσκονταν  στην Κωνσταντινούπολη.
            Στα άλλα τραπέζια ελάμβανον θέση  οι υποδεέστεροι άρχοντες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, οι ακόλουθοι των ξένων πρεσβευτών φορώντας τις εθνικές τους  ενδυμασίες και ορισμένοι αιχμάλωτοι που βγήκαν από τις  φυλακές.
            Κατά το γεύμα αυτό έπαιζαν  τα μουσικά όργανα κι όταν σταματούσαν  οι προσκεκλημένοι, σηκώνονταν και επευφημούσαν  τον βασιλέα.
            Το σημείο της αποχωρήσεως έδιδε ο βασιλεύς υψώνοντας  και κινώντας  το  χέρι  του.
           Τέτοια  επίσημα γεύματα γίνονταν  μέχρι της μεθεπομένης της Καινής Κυριακής και καλούνταν σε  αυτά κάθε φορά  διαφορετικοί  άρχοντες , κατώτεροι και ανώτεροι.
          Κατά την πέμπτη ημέρα προσκαλούνταν  ο Πατριάρχης με τους μητροπολίτες  και πρεσβύτερους  του παλατιού  και ηγούμενους δώδεκα μοναστηριών. Από τους προσκεκλημένους, ο πατριάρχης και οι μητροπολίτες συνέτρωγαν με το βασιλέα στην χρυσή τράπεζα, ενώ σε άλλα  τραπέζια τοποθετούνταν  οι διάκονοι και οι ιερείς των πατριαρχείων.
          Όλα αυτά γίνονταν κατά τον εορτασμό του Πάσχα από τους  Βυζαντινούς βασιλείς  και τους Βυζαντινούς  πολίτες, οι οποίοι με πολύ πόθο περίμεναν την μεγάλη εορτή και συχνά κατά το διάστημα της Μ. Τεσσαρακοστής συναντώντας  τους γνωρίμους και φίλους, απηύθυναν προς αυτούς την ευχή  «καλό Πάσχα».
"Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός", Φαίδων Κουκουλές 

επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου