Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Στο φως αριστοτελική σχολή αντίστασης

  Η είδηση είναι παλιά αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία διότι ανατρέπει "στερεότυπα" που έχουν δημιουργηθεί για τη βυζαντινή περίοδο.



Στην περιοχή Κόφινα των Αστερουσίων
εντοπίστηκαν τα ευρήματα
της Αριστοτελικής Σχολής Φιλοσοφίας,
που λειτούργησε επί Ενετοκρατίας
Παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός αποτελεί η ανακάλυψη της Αριστοτελικής Σχολής Φιλοσοφίας στην Κρήτη την περίοδο της Ενετοκρατίας, την οποία είχε δημιουργήσει ο ιερωμένος φιλόσοφος Ιωσήφ Φιλάγρης και εντοπίστηκε στο όρος Αστερούσια στην κορυφή του Κόφινα, νότια του Νομού Ηρακλείου, περίπου στα χίλια υψόμετρο, κοντά στο χωριό Καπετανιανά, στην τοποθεσία Λουσούδι.

Η Σχολή, που λειτουργούσε δίπλα στο Μετόχι των Τριών Ιεραρχών το οποίο ανήκει στη Μονή Κουδουμά, αποτελούσε κέντρο πνευματικής και πολιτικής αντίστασης στα πρώτα σκληρά χρόνια της Ενετοκρατίας, όταν οι κατακτητές απέκοψαν την Κρήτη από το Βυζάντιο, ήθελαν βιαίως να την εκλατινίσουν με την κατάργηση της ελληνικής γλώσσας, της εκπαίδευσης και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είχε αποτέλεσμα τις διαρκείς επαναστάσεις και εξεγέρσεις των Κρητών μέχρι που ενσωμάτωσαν τους Ενετούς κατακτητές.
Το μείζον θέμα για την ελληνική ιστορία, αλλά και για την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά είναι πως ο Ιωσήφ Φιλάγρης, μετά τους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Βενετοί, έφυγε από το Ηράκλειο, πήγε στα απρόσιτα Αστερούσια και δημιούργησε μία Σχολή Φιλοσοφίας, που δίδασκε Φιλοσοφία, Αστρονομία, Γραμματική, Θεολογία και Ιατρική.
Ταυτόχρονα όμως είχε στήσει και ένα εξελιγμένο εργαστήριο αντιγραφής αρχαίων κειμένων, ο ίδιος ήταν αριστοτελικός φιλόσοφος με σπουδές στο Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινούπολης και αντέγραφε η ομάδα του αρχαία κείμενα, την εργασία των οποίων επόπτευε ο ίδιος και έκανε τα σχόλια πλαγίως των κειμένων. Τα κείμενα αυτά, εκτός από την Κρήτη και την Κωνσταντινούπολη, ταξίδευαν στην Ευρώπη, συμβάλλοντας στη διάσωση και διάχυση της αρχαίας ελληνικής σκέψης, που υπήρξε το εφαλτήριο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Στη χειμαζόμενη σήμερα Ευρώπη από τα έγκατα της ελληνικής γης φυτρώνει η ελπίδα του πνεύματος και της αντίστασης.
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας, της πολιτικής ισότητας, της απελευθέρωσης των δούλων για πρώτη φορά παγκοσμίως, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας, μαζί με τις επιστημονικές μεθόδους ανάλυσης των κοινωνικών και επιστημονικών φαινομένων στις θετικές επιστήμες. Μάλιστα, κώδικες των αντιγράφων του Φιλάγρη έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου, των Παρισίων, της Βιέννης και του Βουκουρεστίου.
Η ανακάλυψη έγινε πριν από μερικές ημέρες από τον ομότιμο καθηγητή της Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Αθανάσιο Παλιούρα. Ήδη προγραμματίζεται για το επόμενο διάστημα εκτεταμένη ανασκαφή για να έρθει στην επιφάνεια όλο το κτηριακό συγκρότημα της Σχολής Φιλοσοφίας και του μοναστηριακού συμπλέγματος.
Κύριε Παλιούρα, πού ακριβώς εντοπίσατε τη Σχολή Φιλοσοφίας του Φιλάγρη;
«Στη Νότια Κρήτη, στο ιστορικό βουνό των Αστερουσίων, με τα πολλά μοναστήρια, τους βυζαντινούς ναούς και τον φημισμένο σπηλαιώδη ασκητισμό, ανάμεσα στην κορφή του Κόφινα και στο αγέρωχο χωριό των Καπετανιανών, βρίσκονται μέχρι σήμερα τα απομεινάρια του μοναστηριού του Ιωσήφ Φιλάγρη. Στην περιοχή που λέγεται Λουσούδι, λόγω των νερών που διαθέτει, σε ερημική τοποθεσία προβάλλει ο ημιερειπωμένος ναΐσκος των Τριών Ιεραρχών, του 14ου αιώνα, καθολικό Μοναστηριού που ίδρυσε ο αριστοτελικός φιλόσοφος, δικαίος Ανθίμου και διδάσκαλος Κρήτης Ιωσήφ Φιλάγρης».
Ήταν τα δύσκολα χρόνια της Ενετοκρατίας για την Κρήτη. Ιδιαίτερα ο 14ος αιώνας, στον οποίο οι Βενετοί, με αλλεπάλληλες διαταγές του δόγη της Βενετίας, που εφάρμοζε κατά γράμμα ο αντίστοιχος δόγης Κρήτης, είχαν εξαπολύσει κύμα τρομοκρατίας σ' ολόκληρο το νησί με τρεις συγκεκριμένους στόχους:
* Περιορισμό και απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, κλείσιμο των στοιχειωδών σχολείων που διατηρούσαν οι κατά τόπους ιδιωτικοί διδάσκαλοι και ιδιαίτερα τα μοναστήρια.
* Εξουθενωτική φορολογία με το φεουδαρχικό σύστημα, που διέλυε όχι μόνο την αγροτική οικονομία, αλλά εξαθλίωνε και τους κατοίκους των πόλεων, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν την ίδια εποχή δύο επαναστάσεις, μία των Καλλεργών (1365-67) και η άλλη του Αγίου Τίτου (1363-65): «Ενώθηκαν, για λόγους κοινού συμφέροντος, Βενετοί φεουδάρχες και ντόπιοι άρχοντες (Τίτος Venier και Φραγκίσκος Gradenigo), που αντιτάχθηκαν στη βενετική εξουσία, με αφορμή την επιβολή νέων φόρων για την επισκευή του λιμανιού του Χάνδακα» (Γ. Κ. Παπάζογλου, Ιωσήφ Φιλάγρης ή Φιλάγριος, ένας λόγιος Κρητικός ιερωμένος και αριστοτελικός σχολιαστής του 14ου αιώνα, Κομοτηνή 2008).
* Η βενετική εξουσία αναγνώριζε ως επίσημη εκκλησία μόνο τη Λατινική, κατάργησε τους πνευματικούς αρχηγούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή τους επισκόπους, ελέγχοντας όσο της ήταν δυνατόν τις χειροτονίες των ιερέων και αφήνοντας ασύδοτο το Βατικανό, με τα όργανα της παπικής εκκλησίας στην Κρήτη να θέλουν να υποτάξουν και να κρατούν σε διαρκή τρομοκρατία τον ορθόδοξο κλήρο του λαού εξαπολύοντας, ιδιαίτερα τον 14ο αιώνα, κύμα πρωτοφανούς προπαγάνδας και καταπίεσης και απαιτώντας να ασπασθούν το λατινικό δόγμα.
Ο Φιλάγρης πώς αντέδρασε στην καταπίεση;
«Αυτή την εποχή τοποθετείται η δράση του Ιωσήφ Φιλάγρη στην περιοχή των Αστερουσίων. Από συστατική επιστολή του μαθαίνουμε την ύπαρξη σχολείου κοντά στον Κόφινα και στη Μονή Κουδουμά. Οπως γνωρίζουμε από τις σχετικές έρευνες, τα ιερά στοιχειώδη γράμματα, τα οποία δίδασκαν και λόγιοι μοναχοί στη Μονή Κουδουμά, περιελάμβαναν ανάγνωση και γραφή. Αντίθετα, ο Φιλάγρης δίδασκε ανώτερα μαθήματα τα οποία, όπως μας διέσωσε ο κώδικας της Biblioteca Angelica αριθμ. 30 της Ρώμης, ήταν η Γραμματική, η Φιλοσοφία, η Αστρονομία, κείμενα Πατέρων, γνώμες Σοφών και Παροιμίες, δογματικά και αντιρρητικά κείμενα και στοιχεία Ιατρικής.
»Είναι ενδεικτικό εξάλλου ότι ένα από τα σημαντικότερα αντιρρητικά κείμενα του Φιλάγρη, "ο κατά Λατίνων δικανικός" λόγος, όπου συστηματικά επιχειρεί την αναίρεση όλων σχεδόν των παπικών θέσεων, γράφτηκε το 1383 στο Μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών, σύμφωνα με την πληροφορία που διασώζει ο κώδικας της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου: "Ετελειώθη εν τη μονή των τριών μεγάλων Ιεραρχών, εν τη τοποθεσία του Λουσούδου, πλησίον του Κωφηνίου όρους, εν έτει (6891=1383) ινδ. ιά".
»Ο Φιλάγρης συνδέθηκε και συνεργάστηκε με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής του. Πέρα από τη στενή πνευματική φιλία με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών, "πρόεδρο Κρήτης" και μάρτυρα Ανθιμο τον ομολογητή, ανέπτυξε ζωηρή επικοινωνία και με τους εκπροσώπους της αντιρρητικής θεολογίας στην Κρήτη, όπως τον σοφό λόγιο Ιωσήφ Βρυέννιο και τον λόγιο Νείλο Δαμιλά.
»Στη δεύτερη πεντηκονταετία του 14ου αιώνα ταπεινοί μοναχοί στα ερημητήρια της Νότιας Κρήτης όχι μόνο δίδασκαν σε νεαρούς Κρητικούς ανώτερα μαθήματα, αλλά και σχολίαζαν τον Αριστοτέλη από το πρωτότυπο, όπως ο κωδικογράφος και αριστοτελικός φιλόσοφος Ιωσήφ Φιλάγρης».
Θα συνεχιστεί η έρευνα για τη Σχολή Φιλοσοφίας του Φιλάγρη;
«Σήμερα από το Μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών στο Λουσούδι σώζεται μόνο ο ημιερειπωμένος ναΐσκος. Οι λόγιοι αδερφοί Γιώργης, Νίκος και Μιχάλης Σταματάκης από τα Καπετανιανά, σε συνεννόηση με τους γονείς τους, παραχώρησαν τμήμα της ιδιοκτησίας τους στην Ιερά Μονή της Παναγίας του Κουδουμά, ο δραστήριος ηγούμενος της οποίας π. Μακάριος ξεκίνησε έναν προγραμματισμένο σχεδιασμό.
»Σε συνεργασία με τη 13η ΕΒΑ του υπουργείου Πολιτισμού, σε πρώτη φάση έγινε επιφανειακός καθαρισμός, δεδομένου ότι για μακρύ χρονικό διάστημα ο τόπος, και όλη η περιοχή, ήταν βοσκότοπος.
»Ο ευρύτερος μελλοντικός προγραμματισμός προβλέπει τρεις φάσεις: α) μελέτη, έγκριση και υλοποίηση της μελέτης αναστήλωσης του ετοιμόρροπου ναού των Τριών Ιεραρχών, β) ανασκαφή όλου του χώρου και ιδιαίτερα των κτηρίων, πιθανότατα κελιών, και γ) ανάδειξη του κτηριακού συγκροτήματος που θα προκύψει από την ανασκαφή. Ενθερμος υποστηρικτής του δημιουργικού έργου, ο λόγιος οικείος μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας, αγαπητός σε όλους κύριος Μακάριος.
»Στον αποξεχασμένο και για αιώνες εγκαταλελειμμένο αυτό χώρο μεγαλούργησαν κάποτε τα ελληνικά γράμματα, η θεολογία και η φιλοσοφία, με κορυφαία προσωπικότητα τον Ιωσήφ Φιλάγρη. Χρέος όλων μας να τον αναδείξουμε».
Πηγή: Π. Γεωργούδη, Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία"

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Μυστράς, Παναγία Οδηγήτρια-Αφεντικό

           O ναός της Παναγίας Οδηγήτριας ή Αφεντικό αποτελεί το νέο καθολικό της μονής Βροντοχίου και βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της κάτω πόλης του Μυστρά, σε επαφή με το ισχυρό τείχος του οικισμού. Κτίστηκε περί το 1310 από τον δραστήριο ηγούμενό της Παχώμιο, ο οποίος κατάφερε, σύμφωνα με τα τοιχογραφημένα χρυσόβουλα στο νοτιοδυτικό παρεκκλήσι   του ναού, να πετύχει την αυτοκρατορική επικύρωση και παραχώρηση μεγάλων εκτάσεων γης στην Πελοπόννησο και να οριστεί ισόβιος ηγούμενός της. 






             Πρόκειται για ένα μεγάλο και επιβλητικό κτίριο δύο ορόφων που εισάγει μια αρχιτεκτονική πρωτοτυπία: ενώ στο ανώτερο τμήμα έχει τη μορφή σταυροειδούς εγγεγραμμένου πεντάτρουλου ναού με νάρθηκα και υπερώα , στο ισόγειο έχει τη μορφή βασιλικής που χωρίζεται με δύο τοξωτές κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη . Ο τύπος αυτός γνωστός ως «μικτός τύπου Μυστρά» χρησιμοποιήθηκε και σε άλλα μνημεία της περιοχής (Παντάνασσα, Άγιος Δημήτριος). Η τοιχοδομία του κυρίως ναού αποτελείται από αδρά πελεκημένους λίθους με αραιές σειρές πλίνθων, και αρχικά θα πρέπει να ήταν επιχρισμένη. Η ανατολική πλευρά του κτιρίου διατηρεί την αρχική της μορφή και παρουσιάζει τεχνοτροπικά στοιχεία όμοια με αυτά των μνημείων της Κωνσταντινούπολης αυτής της περιόδου. Οι αψίδες του ιερού και των παραβημάτων χωρίζονται σε ζώνες με παράθυρα και τυφλά (χτισμένα) αψιδώματα. Στην ανώτερη ζώνη χαμηλές και επίπεδες κόγχες με διπλά πλίνθινα τόξα, ολοκληρώνουν την εξωτερική κόσμηση του ναού. Ο ναός περιβαλλόταν από προστώα σε διάταξη σχήματος Π που στεγαζόταν με σφαιρικούς τρούλους . Το νότιο προστώο υπέστη μετατροπές κατά το 14o αιώνα. Τότε τοιχίστηκαν τα ανοίγματα του ισογείου και μετατράπηκαν σε κόγχες που δέχτηκαν ταφές, και ο χώρος διαμορφώθηκε σε κοιμητηριακό παρεκκλήσι . Δύο επιπλέον παρεκκλήσια διαμορφώθηκαν στα άκρα του νάρθηκα και δύο ισόγεια στη βόρεια στοά. Το τριώροφο κωδωνοστάσιο του ναού, κτισμένο στα νότια του δυτικού προστώου, ακολουθεί το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοδομίας. Εξωτερικά, ο όροφος διαχωρίζεται από το ισόγειο με μαρμάρινο κοσμήτη και φέρει τρίλοβα παράθυρα που κοσμούνται με πλίνθινα τόξο. Σε ανώτερο επίπεδο, τυφλές (κτισμένες) αβαθείς κόγχες ολοκληρώνουν την εξωτερική όψη του κωδωνοστασίου.




              Ο εσωτερικός διάκοσμος ήταν πλούσιος και συνδύαζε γλυπτό διάκοσμο, ορθομαρμαρώσεις και τοιχογραφίες . Από τον γλυπτό διάκοσμο και τις σπάνιες για την εποχή ορθομαρμαρώσεις σήμερα σώζονται ελάχιστα μόνο δείγματα, ενώ ο τοιχογραφικός διάκοσμος που χρονολογείται σε διαφορετικές περιόδους, διατηρείται αποσπασματικά στον κυρίως ναό και σε καλύτερη κατάσταση στα παρεκκλήσια. Στον ναό, ο τοιχογραφικός διάκοσμος που χρονολογείται στην δεύτερη δεκαετία του 14oυ αιώνα και αποτελεί προφανώς έργο ζωγράφων της Κωνσταντινούπολης προσφέρει έναν εκτεταμένο Χριστολογικό κύκλο και πλήθος αγίων μαρτύρων και οσίων στα πλάγια κλίτη , ιεραρχών και διακόνων στο ιερό, πατριαρχών, προφητών και αποστόλων στα υπερώα. Στα παρεκκλήσια οι συνθέσεις αναδεικνύουν την προσωπικότητα του κτήτορα Παχώμιου. Στο νοτιοδυτικό παρεκκλήσι, γνωστό ως το παρεκκλήσι των χρυσοβούλλων , τέσσερις άγγελοι κρατούν με ρυθμική χάρη δόξα κατεστραμμένου σήμερα Χριστού, απ’ όπου κατέρχονται δέσμες φωτός με θεϊκή χείρα, που κρατούν τα χρυσόβουλλα των αυτοκρατόρων Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου και Μιχαήλ Θ΄. Το βορειοδυτικό παρεκκλήσι αποτελεί τον ταφικό χώρο του Παχωμίου και απεικονίζει σε επάλληλες σειρές χορούς αγίων να προσέρχονται στον Χριστό της Δέησης, ενώ σε αρκοσόλιο της δυτικής πλευράς ο Παχώμιος προσφέρει ομοίωμα του ναού στην Οδηγήτρια. Στη βόρεια πλευρά βρίσκεται ο τάφος του δεσπότη Θεόδωρου Α΄ Παλαιολόγου (1384-1407), που είχε γίνει, σύμφωνα και με την επιτύμβια τοιχογραφία, μοναχός με το όνομα Θεοδώρητος.

          Μεταγενέστερος είναι ο διάκοσμος του νοτιοανατολικού παρεκκλησίου , πιθανώς των Τριών Ιεραρχών, καθώς σε αυτό απεικονίζεται το όραμα του αγίου Ιωάννου Ευχαΐτων, που η εξήγησή του οδήγησε στην καθιέρωση της κοινής γιορτής τους. Σύμφωνα με το μονόγραμμα του συγκέλλου και ηγουμένου Κυπριανού πάνω από την είσοδο του παρεκκλησίου, οι τοιχογραφίες μπορούν να χρονολογηθούν στα 1366. Τέλος, οι τοιχογραφίες της νότιας στοάς που αποτέλεσε χώρο ταφής αρχόντων, όπως φανερώνει η επιλογή των σκηνών στο θόλο και οι ταφικές παραστάσεις του κεκοιμημένου Κανιώτη και της γυναίκας του στο δυτικό αρκοσόλιο και ενός άλλου αξιωματούχου στο βόρειο τοίχο, χρονολογούνται στους επόμενους χρόνους του 14ου αιώνα.

          Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο ναός χρησιμοποιήθηκε ως τζαμί και κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε εντελώς. Στις αρχές του 19ου αιώνα, κίονες από τις τοξοστοιχίες αφαιρέθηκαν για να χρησιμοποιηθούν αλλού, ενώ ο κεντρικός τρούλος και τμήμα των υπερώων κατέρρευσαν. 



Γλωσσάρι (20)

καθολικό: ο κυρίως ναός του μοναστηριού. Κατά κανόνα ήταν ο μεγαλοπρεπέστερος και

βρισκόταν σε κεντρικό σημείο της αυλής.

χρυσόβουλλο: επίσημο δημόσιο έγγραφο – διάταγμα των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου που

έφερε χρυσή σφραγίδα στη μεταξωτή ταινία που το συνόδευε, με την οποία βεβαιωνόταν η

αυθεντικότητα του διατάγματος.

παρεκκλήσι: πρόκειται για μικρών διαστάσεων ναΐσκο, ο οποίος είτε είναι αυτόνομος είτε ανήκει

σε κάποιο ίδρυμα ή εξαρτάται από μεγαλύτερο ναό. Στο Βυζάντιο τα παρεκκλήσια είχαν συχνά

ταφική χρήση.

σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο: τύπος εκκλησίας στην οποία ο κεντρικός τρούλος

στηρίζεται σε τέσσερις καμάρες που αποτελούν τις κεραίες ενός ισοσκελούς σταυρού. Στις

τέσσερις γωνίες διαμορφώνονται γωνιακά διαμερίσματα, τα οποία στεγάζονται με σταυροθόλια ή

τρουλίσκους. Έτσι ο ναός σχηματίζει σταυρό εγγεγραμμένο σε τετράγωνο ή ορθογώνιο χώρο, ενώ

εξωτερικά μέσα από τον ξεχωριστό τρόπο κάλυψης των στεγών προβάλλει το σημείο του

σταυρού.

νάρθηκας: ο νάρθηκας είναι η στενόμακρη αίθουσα που εκτείνεται σε όλο το μήκος της δυτικής

πλευράς της βασιλικής. Προήλθε από την ανατολική στοά του αιθρίου, η οποία ενσωματώθηκε

στον ναό. Χρησίμευε ως χώρος παραμονής των κατηχουμένων, οι οποίοι δεν επιτρεπόταν να

παρακολουθήσουν το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας.

υπερώο: όροφος που αναπτύσσεται περιμετρικά του ναού επάνω από τα πλάγια κλίτη και το

νάρθηκα.

βασιλική: δρομικός τύπος εκκλησίας μεγάλων διαστάσεων. Εσωτερικά υποδιαιρούνταν συνήθως

σε τρία ή και περισσότερα κλίτη. Κατά κανόνα το μεσαίο κλίτος καλύπτεται από υπερυψωμένη

στέγη που διατρυπάται από παράθυρα που φωτίζουν τον χώρο.

κιονοστοιχία: σειρά κιόνων που τοποθετούνται γύρω και μέσα σε οικοδομήματα.

κλίτη: οι διάδρομοι που διαμορφώνονται στο εσωτερικό των ναών μεταξύ των κιονοστοιχιών στις

βασιλικές. Ο αριθμός τους ποικίλλει από τρία ως εννέα με ευρύτερο και ψηλότερο το κεντρικό.

αψίδα: η ημικυκλική απόληξη της ανατολικής πλευράς των βασιλικών. Εσωτερικά καλύπτεται με

θόλο και είναι ημικυκλική, ενώ εξωτερικά καλύπτεται με κλιμακωτή στέγη και μπορεί να είναι

πεταλόσχημη, ορθογώνια ή και πολυγωνική.

βήμα (ιερό βήμα): πρόκειται για το ανατολικό τμήμα του ναού που καταλήγει σε αψίδα. Είναι

συνήθως υπερυψωμένο σε σχέση με το δάπεδο του κυρίως ναού κατά ένα έως τρία σκαλοπάτια.

Ο όρος προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «βαίνω», και λόγω της ιερότητας και ιδιαιτερότητάς του ο

χώρος ονομάστηκε ιερό βήμα.

πρόστωο: είδος στοάς που σχηματιζόταν μπροστά στην είσοδο των κτιρίων και αποτελούνταν

από μια κιονοστοιχία που στήριζε την προέκταση της οροφής που προστάτευε την είσοδο.

τρούλος: ημισφαιρικός θόλος που στηρίζεται σε κυλινδρικό ή πολυγωνικό τύμπανο.

Χρησιμοποιείται ευρύτατα στη χριστιανική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.

πλινθοπερίκλειστο σύστημα: τρόπος δόμησης κατά τον οποίο ισόδομοι λίθοι πλαισιώνονται από

πλίνθους (τούβλα) οριζόντια και κάθετα τοποθετημένες μέσα στο κονίαμα των οριζόντιων και

κάθετων αρμών, σε μονές ή διπλές σειρές.

κοσμήτης: αρχιτεκτονικό μέλος που διαχωρίζει καθύψος τις επιφάνειες, τόσο τις εσωτερικές, όσο

και τις εξωτερικές, των ναών. Στην ουσία πρόκειται για μία λεπτή, ημικυκλικής συνήθως διατομής,

προεξέχουσα ταινία.

τρίλοβο παράθυρο: τπαράθυρο με τρία ανοίγματα που απολήγουν σε τόξα.

ορθομαρμάρωση: η κάλυψη της επιφάνειας τοίχου με μαρμάρινες πλάκες

τοιχογραφία: ζωγραφική παράσταση στην επιφάνεια τοίχου ή οροφής οικοδομήματος.

Χριστολογικός κύκλος: το σύνολο των σκηνών που περιλαμβάνονται στο εικονογραφικό

πρόγραμμα ενός ναού και αναφέρονται στη ζωή του Χριστού, από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου,

μέχρι την Ανάληψη του Χριστού.

δόξα: το κυκλικό ή ωοειδές φωτεινό σχήμα που περιβάλλει σε ορισμένες απεικονίσεις τον Χριστό,

ως σύμβολο της Θείας φύσης του. Η δόξα μπορεί επίσης να μοιάζει με άστρο ή να αποτελείται

από διπλούς ρόμβους. Στις περιπτώσεις που ο Χριστός περιβάλλεται από διπλή δόξα (μία ωοειδή

και μία ρομβοειδή) υποδηλώνεται η παρουσία της Αγίας Τριάδας.
 



Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Η ιστορία της Παναγίας της Κανακαριάς και των περίφημων ψηφιδωτών της

         Η ιστορία και η λεηλασία των περίφημων ψηφιδωτών του ναού της Παναγίας της Κανακαριάς, που αποτελούν σπάνιο δείγμα της τέχνης του 6ου αιώνα μ.Χ., περιγράφεται σε ψηφιακό δίσκο, παραγωγής του Βυζαντινού Μουσείου του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κύπρου.
           Ο ναός της Παναγίας Κανακαριάς, στο χωριό Λυθράγκωμη της Καρπασίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, είναι από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις σύλησης της χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς της νήσου. Τα απαράμιλλης τέχνης εντοίχια ψηφιδωτά αποτοιχίστηκαν μεταξύ 1978-1979 από τον Τούρκο αρχαιοκάπηλο Αϊντίν Ντικμέν, μεταφέρθηκαν στη Γερμανία και πολλά τμήματά τους πουλήθηκαν σε εμπόρους τέχνης. Σήμερα σώζεται, σε κακή κατάσταση, μόνο μία τοιχογραφία της Παναγίας με τον Χριστό πάνω από τη νότια είσοδο του ναού.

  ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  από τη σελίδα    http://www.archaiologia.gr/

  Παναγία  της Κανακαριάς


          Για την ονομασία Κανακαριά υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι ένας Σαρακηνός χτύπησε με βέλος, ή με μαχαίρι, το γόνατο της Παναγίας στην εικόνα, που βρισκόταν στον τοίχο έξω από την εκκλησία. Αμέσως έτρεξε αίμα. Αλλά το αιχμηρό αντικείμενο επέστρεψε σ’ εκείνον και καρφώθηκε στο χέρι του. Στην προσπάθειά του να θεραπεύσει την πληγή, έσπευσε στο διπλανό χωριό, φωνάζοντας «καν, καν» («αίματα, αίματα»). Ο Σαρακηνός πέθανε στον δρόμο κι από τότε η Παναγία ονομάστηκε Κανακαριά. Άλλη παράδοση λέει ότι το προσωνύμιο Κανακαριά προήλθε γιατί ο ναός χτίστηκε από έναν κανακάρη, δηλαδή ένα μοναχοπαίδι. Η τρίτη εκδοχή προέρχεται από το ψηφιδωτό της βρεφοκρατούσας Παναγίας, η οποία «κανακεύει» τον γιο της, τον Χριστό, κρατώντας τον στα γόνατά της.
         Ο ναός της Παναγίας Κανακαριάς στην πρώτη του μορφή ήταν μοναστηριακός, σπάνιο δείγμα της τέχνης του 6ου μ.Χ. αιώνα. Ανήκει στον τύπο της βασιλικής με τρούλο και, σύμφωνα με τους βυζαντινολόγους, η κεντρική αψίδα του είναι το μόνο τμήμα που σώζεται από την ξυλόστεγη βασιλική του 5ου αιώνα. Η βασιλική αυτή καταστάφηκε τον 7ο αιώνα κατά τη διάρκεια των αραβικών επιδρομών. Ο ναός ξανακτίστηκε πρώτα ως ξυλόστεγος και έπειτα ως καμαροσκεπής. Σε μεταγενέστερο στάδιο, σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κύπρου, προστέθηκε στο κτίσμα ασπιδόμορφος τρούλος πάνω από το ιερό βήμα και κατά τον 12ο αι. προστέθηκε τρούλος στο κεντρικό κλίτος.















       Η κεντρική αψίδα του ναού, που χρονολογείται στη Μέση Βυζαντινή περίοδο, ήταν διακοσμημένη με ψηφιδωτά από τον 6ο αι μ.Χ., που αποτελούν πολύ σημαντικά έργα τέχνης και από τα λιγοστά εναπομείναντα πρωτοχριστιανικά ψηφιδωτά παγκοσμίως. Σε αυτά εικονίζεται η Θεοτόκος ένθρονη περιβαλλόμενη από «φωτεινή δόξα», στοιχείο το οποίο συνήθως περιβάλλει τον Χριστό στις σκηνές της Μεταμόρφωσης και της Ανάληψης. Η Θεοτόκος κρατά στα γόνατά της τον Χριστό. Τη δόξα πλαισίωναν δύο φοινικόδεντρα και δύο αρχάγγελοι με σκήπτρο. Την παράσταση περιέβαλλε πλατιά ζώνη με γεωμετρικό και φυτικό διάκοσμο και με δεκατρία μετάλλια, όπου εικονίζονταν στηθαίοι ο Χριστός ή σταυρός και οι δώδεκα απόστολοι.
       Εκτός από τα ψηφιδωτά, στον ναό υπήρχαν τοιχογραφίες του 12ου, του 14ου και του 16ου αιώνα. Η μόνη που διασώθηκε, αλλά «τραυματισμένη», είναι η τοιχογραφία της Παναγίας Κανακαριάς στο τυφλό τόξο πάνω από τη νότια είσοδο, που μπορεί να χρονολογηθεί στην τελευταία εποχή.  
Ο ναός, οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά συντηρήθηκαν από το Aμερικανικό Ίδρυμα Dumbarton Oaks της Ουάσινγκτον το 1973 και η συντήρηση του μνημείου δημοσιεύθηκε από το προαναφερθέν ίδρυμα το 1977.
         Όταν το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου πληροφορήθηκε τη σύληση του ναού κατήγγειλε το γεγονός στην UNESCO, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στο Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), στο Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Χώρων (ICOMOS) και στην Europa Nostra, αλλά και σε καθηγητές Βυζαντινής τέχνης παγκοσμίως.
        Το 1983 επιστράφηκαν, μέσω Γερμανίας και με τη μεσολάβηση εμπόρου τέχνης στο Λονδίνο, τα κλεμμένα μετάλλια με τις μορφές των αποστόλων Λουκά και Βαρθολομαίου, που αφαιρέθηκαν από την αψίδα του ναού.
       Το 1988 εντοπίστηκαν τέσσερα τμήματα των ψηφιδωτών στην Ινδιανάπολη των ΗΠΑ, στην κατοχή της εμπόρου έργων τέχνης Peg Goldberg, η οποία διατηρούσε γκαλερί. Εκείνη κατείχε παράνομα το άνω τμήμα του στήθους του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το άνω τμήμα της παράστασης της Θεοτόκου και του Χριστού και τα μετάλλια που εικονίζουν τους αποστόλους Ματθαίο και Ιάκωβο. 
 
Η κυπριακή κυβέρνηση και η Εκκλησία της Κύπρου ξεκίνησαν αμέσως δικαστικό αγώνα εναντίον της Goldberg. Το δικαστήριο της Ινδιανάπολης και το Εφετείο στο Σικάγο αποφάσισαν τα τέσσερα ψηφιδωτά να επιστραφούν στον νόμιμο ιδιοκτήτη τους, δηλαδή στην Εκκλησία της Κύπρου. Τα ψηφιδωτά επιστράφηκαν το 1991 και σήμερα εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στη Λευκωσία.
          Τον Σεπτέμβριο του 1997 βρέθηκε και αποκτήθηκε το μετάλλιο με τη μορφή του αποστόλου Θαδδαίου και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους βρέθηκε στην κατοχή του αρχαιοκάπηλου Αϊντίν Ντικμέν από τη γερμανική αστυνομία το μετάλλιο με τη μορφή του αποστόλου Θωμά. Έναν μήνα μετά βρέθηκε και το δεξί χέρι του αρχαγγέλου Γαβριήλ και το αριστερό χέρι της Παναγίας.
Το 2010, κατά την επίσκεψη του Πάπα Βενέδικτου στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, ο διευθυντής του Γιάννης Ηλιάδης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα ψηφιδωτά της Παναγίας Κανακαριάς και επισήμανε ότι πρόκειται για μοναδικά ψηφιδωτά, τα οποία είναι της ίδιας εποχής με τα ψηφιδωτά της Ραβέννας και της Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, και πως είναι διαμελισμένα και κατεστραμμένα.
       Το 1997 οι γερμανικές αρχές και η Ιντερπόλ κατάφεραν να εντοπίσουν σε δύο διαμερίσματα του Τούρκου αρχαιοκάπηλου στο Μόναχο και να κατάσχουν 260 εικόνες, τοιχογραφίες, ψηφιδωτά και χειρόγραφα από την τουρκοκρατούμενη Κύπρο.Το 2013, μετά από 16 χρόνια δικαστικής διαμάχης, επαναπατρίστηκαν 173 εκκλησιαστικοί θησαυροί από πενήντα λεηλατημένους ναούς στο τουρκοκρατούμενο τμήμα της Κύπρου. Ανάμεσα σε αυτούς επαναπατρίστηκαν τέσσερα σπαράγματα ψηφιδωτών του 6ου αιώνα από την Παναγία Κανακαριά: ο Απόστολος Θωμάς, το Xέρι της Θεοτόκου, το Xέρι του δεξιού Αρχαγγέλου και τμήμα της διακοσμητικής ταινίας.
       Στα τέλη Αυγούστου επαναπατρίστηκαν 23 εκκλησιαστικοί θησαυροί από τους κατασχεθέντες στα διαμερίσματα του Tούρκου αρχαιοκάπηλου. Εκτός αυτών επαναπατρίστηκε το βαλιτσάκι με τις ψηφίδες που χρησιμοποιούσε ο Ντικμέν για τη δημιουργία πλαστών ψηφιδωτών. Ανάμεσα στις ψηφίδες βρίσκονται και γνήσιες ψηφίδες από την ψηφιδωτή παράσταση της Παναγίας Κανακαριάς.
Τα ψηφιδωτά σπαράγματα της Παναγίας Κανακαριάς θα αποκατασταθούν στην αρχική τους μορφή και θα επανενωθούν για να εκτεθούν σε αψίδα που θα κατασκευαστεί μέσα στο Βυζαντινό Μουσείο. Σύμφωνα με τον διευθυντή του Μουσείου του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, δρα Ιωάννη Ηλιάδη, η έκθεση του ψηφιδωτού στο Μουσείο ελπίζεται να είναι προσωρινή γιατί, σημείωσε, «η προσδοκία όλων των Κυπρίων είναι να επιστραφούν, μετά τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, στο ναό της Παναγίας Κανακαριάς, από όπου κλάπηκαν». Ένα σημαντικό ψηφιδωτό, το οποίο δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, είναι το μετάλλιο με τη μορφή του αποστόλου Ανδρέα. Το 1967 το Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Κύπρου κυκλοφόρησε γραμματόσημο με το μετάλλιο αυτό.

Για να παρακολουθήσετε το ψηφιακό βίντεο πατήστε εδώ.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (Α. Βικέτος).

«Αθηναΐς και Ειρήνη, δυο Αθηναίες στον βυζαντινό θρόνο» της Γιώτας Ιωακειμίδου


«Αθηναΐς και Ειρήνη, δυο Αθηναίες στον βυζαντινό θρόνο» 



Γιώτα  Ιωακειμίδου

             Η Αθηναΐς ήταν κόρη του φιλόσοφου Λεόντιου γεννημένη το 401 στην Αθήνα. Ήταν πανέμορφη και προικισμένη με κλασσική παιδεία. Ο πατέρας της την αδίκησε αφήνοντας όλη την περιουσία στους γιους του και αυτή η αδικία την έφερε στη βυζαντινή αυλή  αναζητώντας τη βοήθεια της Πουλχερίας, αδελφής του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β΄ του Μικρού. Ο αυτοκράτορας την ερωτεύεται κεραυνοβόλα, βαπτίζεται χριστιανή και γίνεται αυτοκράτειρα με το όνομα Ευδοκία.

          Η Πουλχερία την περιγράφει ως εξής: «Ηύρον νεωτέραν καθαράν, εύστολον, λεπτοχαράκτηρον, εύρινα, ασπροτάτην ωσεί χιών, μεγαλόφθαλμον, υποκεχαρισμένην ουλοξανθόκομον, σεμνόποδα, ελλόγιμον, Ελλαδικήν παρθένον». 
             Πολύ γρήγορα όμως η Πουλχερία ξεκίνησε πόλεμο εναντίον της, επειδή ζήλευε την επιρροή που ασκούσε στον αυτοκράτορα. Η Πουλχερία, πολιτικό μυαλό και αυτή, επηρεασμένη όμως από τον ασκητισμό, την πολεμά με κάθε μέσο. Συντηρητική στο έπακρο αντιμάχεται κάθε προοδευτικό στοιχείο της Ευδοκίας .Την κατηγορεί ότι έχει παράνομη σχέση με τον Παυλίνο, με τον οποίο είναι ερωτευμένη η ίδια. Στήνει πλεκτάνη με τη βοήθεια του ευνούχου Χρυσάφιου και την ενοχοποιούν. Βέβαια, κάποιες συμπτώσεις προκάλεσαν την ζήλεια του αυτοκράτορα. Κάποια μέρα ο Θεοδόσιος βρήκε στην αγορά ένα τεράστιο μήλο από την Φρυγία και το έστειλε στην Ευδοκία, αυτή πάλι το έστειλε στον άρρωστο εκείνες τις μέρες Παυλίνο. Ο Παυλίνος το έστειλε στον αγαπημένο του φίλο αυτοκράτορα. Η κατάληξη του μήλου στα χέρια του αυτοκράτορα ενοχοποίησε στα μάτια του την Ευδοκία. Ο Παυλίνος δολοφονείται και η Ευδοκία στέλνεται σε μοναστήρι στα Ιεροσόλυμα το 443, όπου ασχολείται με αγαθοεργίες μέχρι τον θάνατό της το 460.
          Η παρουσία της στον βυζαντινό θρόνο έφερε άλλον αέρα και αφήνει την σφραγίδα της. Ιδρύει πανεπιστήμιο, μαζεύει γύρω της όλα τα προοδευτικά στοιχεία, συγγράφει και η ίδια προσπαθώντας μέσα από τα γραπτά της να συμφιλιώσει το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με τον χριστιανισμό. Προωθεί την ελληνική γλώσσα και τη ρητορική. Γράφει ένα θεατρικό έργο τον «Άγιο Κυπριανό» που σύγχρονοι κριτικοί το παρομοιάζουν με τη θεία κωμωδία. Μέσα στο παλάτι πνέει η ελευθερία της σκέψης και της αθηναϊκής δημοκρατίας.
     
            Η επόμενη Αθηναία που ανέβηκε στο θρόνο είναι η Ειρήνη. Είμαστε πια στον 8ο αιώνα και η Ειρήνη δεν έχει τα πνευματικά προσόντα της Αθηναΐδας. Κατάγεται από πλούσια οικογένεια με το επώνυμο Σαραντάπηχου, ο αδελφός της ήταν ο διοικητής της Αθήνας, που τότε αριθμούσε 10 χιλιάδες. Τον Ιούλιο του 768 αναχωρεί για τη βασιλεύουσα με πομπές και δόξες και καταφθάνει με πλοίο που έστειλε ο γαμπρός, ήταν μόλις 15 χρονών.
          Βασιλεύει σε μια κρίσιμη περίοδο, την περίοδο της εικονομαχίας. Ο σύζυγος Λέων ο Δ’ ο Χάζαρος ήταν εικονομάχος, η ίδια εικονολάτρισσα. Μόλις πεθαίνει ο σύζυγός της (λένε ότι τον δηλητηρίασε η ίδια, μόλις 30 χρονών σε ηλικία), αναλαμβάνει επίτροπος των ανήλικων γιων της. Κοιτάζει πώς θα φέρει τη γαλήνη και συγκαλεί την Ζ’ οικουμενική σύνοδο. Ήταν γεννημένη για να βασιλεύει. Τυφλώνει το γιο της και γίνεται κάτι που δεν είχε ποτέ πριν, παίρνει τον τίτλο «Ειρήνη Μέγας Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων».
           Η ακατανόητη σήμερα πράξη της, να τυφλώσει το παιδί της, την εποχή εκείνη ήταν συμβατή, εποχή ταραγμένη από τα θρησκευτικά πάθη. Ο γιος της ο Κωνσταντίνος ο 6ος εικονομάχος και αυτός έπρεπε να βγει από τη μέση για να επανέλθει η γαλήνη. Τον τύφλωσαν στην αίθουσα της Πορφύρας, εκεί όπου γεννήθηκε.
           Στη  Δύση ο ισχυρός άντρας την ίδια εποχή είναι ο Καρλομάγνος. Λέγεται ότι προσπάθησε να τον παντρευτεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Της έστειλε πανάκριβα δώρα και μια πρόταση γάμου, αποβλέποντας έτσι να γίνει ο πανίσχυρος αυτοκράτορας Ανατολής και Δύσης. Το προξενιό το χάλασαν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί, φοβούμενοι την υποταγή του Βυζαντίου στην Δύση.
          Το κλίμα εναντίον της καλλιεργήθηκε  από τους πρώην συνεργάτες της και κυρίως τον Αέτιο. Την κουρεύουν, την ντύνουν καλόγρια και την εξορίζουν στη Λέσβο, όπου καταφθάνει τον Νοέμβριο του 802 ντυμένη καλογριά και με μια καραβιά μπαούλα γεμάτα θησαυρούς, τους οποίους ξόδεψε στην ανέγερση εκκλησιών.