Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά - Βοιωτία

 

             Τo σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Ελλάδας του 11ου αι, η Μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτη, είναι χτισμένο σε γραφική πλαγιά στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα, κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία.Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο τόπων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από κοινού με τα μοναστήρια της Νέας Μονής και του Δαφνίου.
             Το μοναστήρι που είναι αφιερωμένο στον τοπικό άγιο, απέκτησε σύντομα μοναδική ακτινοβολία και τούτο γιατί η μορφή της τέχνης του θεωρείται πρότυπο για τα βυζαντινά μνημεία του 11ου αι. σε όλη την Ελλάδα.
              Βασική πηγή των πληροφοριών μας για το μοναστήρι και τον Όσιο Λουκά είναι ο Βίος του, που συνέταξε ανώνυμος μαθητής του το 962, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου το 953. Μαθαίνουμε ότι ήταν τοπικός αξιωματούχος, με στενή σχέση με τους στρατηγούς του Θέματος της Ελλάδος, με έδρα την ακμάζουσα τότε Θήβα.
          
              Το συγκρότημα αποτελείται από το σύμπλεγμα δύο εκκλησιών, τη μονή της Παναγίας και το Καθολικό, που πλαισιώνονται από κελιά και βοηθητικά κτίσματα. Δύο μεγαλειώδεις βυζαντινές εκκλησίες, διακοσμημένες με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά πάνω σε χρυσό βάθος (10ος-11ος αιώνας). Όλη η βυζαντινή πολυτέλεια σε ένα μοναστήρι, που κατοικείται ακόμα και αναδείχτηκε πρόσφατα χάρις σε ακόμα μια πετυχημένη αναστήλωση
             Πρώτα κτίστηκε ο ναός της Παναγίας στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Το καθολικό κατασκευάστηκε στη συνέχεια, στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα, για να στεγάσει το λείψανο του Οσίου. Οι τεράστιες δαπάνες που απαιτήθηκαν για την ανέγερση και η ποιότητα και η πολυτέλεια των υλικών φανερώνουν όχι μόνο την εύνοια Βυζαντινών αυτοκρατόρων και αξιωματούχων αλλά και τη μετάκληση συνεργείων από την Κωνσταντινούπολη.
              Η οικοδόμηση του Καθολικού αποδίδεται, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου: Τον Ρωμανό Β΄ (959-963), τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο (976-1028) και τον Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο(1042-1056).
               Ο Όσιος Λουκάς είχε προφητέψει το 941 ότι «Ρωμανός Κρήτην χειρούται», θα ελευθερώσει δηλαδή την Κρήτη από τους Σαρακηνούς.Όταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α ΄ πού βασίλευε την εποχή εκείνη, απάντησε «ουχί ούτος αλλ’ έτερος». Έτσι η ανέγερση του Καθολικού συνδυάστηκε με την προφητεία αυτή, γιατί ήταν επόμενο ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Β΄ να θέλησε να ανεγείρει έναν μεγαλοπρεπή ναό από ευγνωμοσύνη στον Όσιο για την απελευθέρωση της Κρήτης (961), όπως είχε προφητέψει είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όμως ο Ρωμανός Β΄ απεβίωσε το 963, δύο χρόνια μετά την ανακατάληψη της Κρήτης. Επομένως το χρονικό διάστημα των δύο ετών που μεσολάβησε κρίνεται ανεπαρκές για την αποπεράτωση του μεγαλεπήβολου αυτού έργου.
             Πιο πιθανή είναι η εκδοχή της συμβολής του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου στην ανέγερση του Καθολικού,καθώς η εποχή του συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο.
              Προς την κατεύθυνση αυτή μας οδηγεί και η πληροφορία του περιηγητή Κυριακού Αγκωνίτη (1391-1455). Τη Μονή επισκέφθηκε ο Κυριακός κατά την περιοδεία του στην Ελλάδα από το τέλος του 1435 ως το Μάρτιο του 1436. Ο περιηγητής έγραψε «ιδία χειρί», μικρό κείμενο, στο οποίο αναφέρει ότι ο ναός του Οσίου Λουκά κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο και ότι την πληροφορία αυτή τη διάβασε σε βιβλίο της Μονής.
              Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού της Κοιμήσεως της Παναγίας είναι τετρακιόνιος σταυροειδής με τρούλο. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου .
 
 
 
 
 

                        Το Καθολικό που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του Οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον τύπο των «ηπειρωτικών οκταγωνικών ναών» και μάλιστα θεωρείται το πρότυπο όλων των μεταγενέστερων ναών αυτού του τύπου. Το καθολικό του Οσίου Λουκά χαρακτηρίζεται για τον ευρύ τρούλο του (διαμέτρου 9 μ. περίπου) και αντίστοιχα το διευρυμένο ενιαίο τετράγωνο χώρο κάτω από αυτόν. Το βάρος του τρούλου φέρουν οκτώ ογκώδεις πεσσοί. Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του Οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται και επικοινωνεί με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του Οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.
               Μετά την ανέγερση και των συνοδευτικών κτισμάτων, το συγκρότημα οχυρώθηκε, όμως, ελάχιστα τμήματα από την αρχική περιτοίχιση σώζονται σήμερα.
              Η γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά που μόνο ένα τμήμα τους σώζονται σήμερα, υποβάλλουν στον επισκέπτη την εικόνα του εσωτερικού της μονής όπως ήταν τα χρόνια που θεμελιώθηκε. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνιού. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.
               Αναστηλωμένο σε μεγάλο βαθμό σήμερα όλο το συγκρότημα, είναι εγγεγραμμένο από το 1990 στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO και αποτελεί σπουδαίο βυζαντινό μνημείο του ελλαδικού χώρου.


Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης -- Μίλιον-Milion

 
                                                               
 
Μίλιον-Milion
            Το Μίλιον κατασκευάστηκε στη νεοϊδρυόμενη πόλη, στην περιοχή του αρχαίου Βυζαντίου, μπροστά σε μια πύλη του τείχους, στο ξεκίνημα της Μέσης οδού. Το Μίλιον ήταν το κέντρο της πόλης από όπου ξεκινούσε το μέτρημα των χιλιομετρικών αποστάσεων για κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας. Ήταν ακριβώς δίπλα στο Αυγουσταίον και είχε άμεση σχέση με αυτό.

           Η ακριβής τοποθεσία του Μιλίου δεν είναι γνωστή, πιθανότατα όμως βρισκόταν στα ΒΔ της Αγίας Σοφίας και στα δυτικά του Αυγουσταίου.Ορθωνόταν στην αφετηρία της Μέσης οδού, και από εκεί ο δρόμος κατευθυνόταν προς το Φόρο του Κωνσταντίνου στα δυτικά, ενώ στα βόρεια προς τα θερμά λουτρά του Ζευξίππου. Στο σημείο όπου η Μέση οδός καταλήγει στη σημερινή πλατεία της Αγίας Σοφίας (Aya Sofya Meydani) και στρέφεται προς τη λεωφόρο Alemdar αποκαλύφθηκε μία αψίδα και μία στήλη, που κατά τους ανασκαφείς πρέπει να ανήκουν στο Μίλιον, το οποίο, απ’ ό,τι εικάζεται, πρέπει να βρισκόταν εδώ. Η κύρια πρόσοψή του στρεφόταν προς την ανατολή, προς την πλευρά του Αυγουσταίου. Εδώ υπήρχε μια τοποθεσία επιστρωμένη με μάρμαρο, το «πλακωτόν του Μιλίου» ή «μαρμαρωτόν». Το τμήμα της Μέσης οδού που βρισκόταν μπροστά από το Μίλιον ονομαζόταν «αγορά του Μιλίου.
           Το Μίλιον οικοδομήθηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, κατά μίμηση του Miliarium aureum του Αυγούστου, στο πλαίσιο της μεταφοράς του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας από τη Δύση στην Ανατολή. Από τότε η μέτρηση των αποστάσεων γινόταν από την Κωνσταντινούπολη. Η αρχική στήλη χρυσού πλαισιώθηκε με τετράπυλο, του οποίου οι αψίδες ήταν σταυροειδώς διατεταγμένες, ενώ το κεντρικό τετράγωνο στεγαζόταν με τρούλο. Το δάπεδο ήταν υπερυψωμένο και η πρόσβαση γινόταν με μνημειακή κλίμακα.
            Η θέση του μνημείου στην περιοχή της Μέσης, του Αυγουσταίου και της Αγίας Σοφίας συνηγορούν για τη σημασία του στη ζωή της πόλης. Το ίδιο και η πληθώρα αγαλμάτων που το κοσμούσαν, σύμφωνα με τις πηγές. Ήδη κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα το κτήριο το κοσμούσαν αγάλματα της Τύχης, του Κωνσταντίνου και της Ελένης με το σταυρό ανάμεσά τους, ανδριάντες των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού έφιππων, καθώς και του Θεοδοσίου Β΄.
              Τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός Α΄ τοποθέτησε εκεί ένα ηλιακό ρολόι, ενώ επί Ιουστίνου Β΄ (565-578) κατασκευάστηκαν αγάλματα της συζύγου του Σοφίας, της κόρης του Αραβίας και της ανιψιάς του Ελένης.
            Στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα, και ενώ ήδη το μνημείο κοσμούνταν με ψηφιδωτές παραστάσεις των έξι Οικουμενικών Συνόδων, ο αυτοκράτορας Βαρδάνης Φιλιππικός, οπαδός του μονοθελητισμού ο ίδιος, για να αντιταχθεί στην απόφαση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που καταδίκαζε το μονοθελητισμό, εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο μόνο οι πέντε πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι επρόκειτο να αναπαρασταθούν στις αψίδες του Μιλίου. Η παράσταση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου καταστράφηκε και τη θέση της κατέλαβε ψηφιδωτό με τον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη Σέργιο. Ο διάδοχος του Βαρδάνη Αναστάσιος Β΄ πρόσθεσε εκ νέου ψηφιδωτή παράσταση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όμως αργότερα ο Κωνσταντίνος Ε΄ αντικατέστησε και πάλι το ψηφιδωτό με παράσταση αρματοδρομίας του ευνοούμενού του αρματοδρόμου Ουρανικού.
            Το Μίλιον αποτελούσε κομβικό σημείο μέσα στη βασιλεύουσα, από το οποίο περνούσε καθημερινά μεγάλο πλήθος. Αποτελούσε εθιμοτυπικό σταθμό πολλών αυτοκρατορικών πομπών, το σημείο όπου ο αυτοκράτορας δεχόταν τις τιμές των Βενέτων ή των Λευκών.
          Λόγω της θέσης του αλλά και της κατασκευής του φαίνεται ότι μπορούσε να αποτελέσει ορμητήριο σε περιόδους στάσεων, αυτό συνέβη τον 6ο αιώνα, στη στάση του Νίκα, και στο τέλος του 11ου αιώνα, οπότε διεξήχθησαν εκεί συγκρούσεις μεταξύ του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη και του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.
           Στη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την πόλη το 1204 κατά τη διάρκεια της άλωσης από τους Σταυροφόρους, το Μίλιον παραδόθηκε στις φλόγες. Στο τέλος του 13ου αιώνα με αυτοκρατορικό διάταγμα η περιοχή πέρασε στη δικαιοδοσία της Αγίας Σοφίας.
          Το Μίλιον δε φαίνεται ότι προσέλκυε πλέον την προσοχή των προσκυνητών και των ταξιδιωτών που επισκέπτονταν την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές του 15ου αιώνα, ο Buondelmondi απλώς υπαινίσσεται την ύπαρξη του μνημείου, ενώ το 16ο αιώνα ο Pierre Gylles αναφέρεται στο Μίλιον σαν να επρόκειτο για ένα μνημείο που είχε πλέον χαθεί.
             Για το τέλος του μνημείου δεν είναι τίποτα γνωστό. Στις ανασκαφές του 1967-1968 ήρθαν στο φως θεμέλια τοίχου κι ένας μαρμάρινος κίονας με τη βάση του, που όμως δεν επιτρέπουν να γίνει μια συνολική αποκατάσταση της εικόνας του κτίσματος.


Σπάραγμα απο το Μίλιον, Κωνσταντινούπολη

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

H ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου
Του Βλάση Αγτζίδη
 
ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
 
 
 
 
 
 
H άνοιξη του 1204 μ.Χ. υπήρξε μοιραία για τον Ελληνισμό. Στις 13 Απριλίου οι Σταυροφόροι είχαν εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη και είχαν καταλύσει την ελληνική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Διέλυσαν έτσι τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Ανατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Ισλάμ, αραβικό και τουρκικό. H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Τούρκων μουσουλμάνων. Μετά την κατάληψη της Πόλης, οι Ελληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Βαλκάνια και δύο στη Μικρά Ασία. Με κέντρα τη Νίκαια της Βιθυνίας, την Ηπειρο και την Τραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Μακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. Ιδρύθηκε από τα αδέλφια Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνό. Ηταν εγγόνια του Ανδρόνικου A΄, ιδρυτή της βυζαντινής Αυτοκρατορικής δυναστείας των Κομνηνών, που έχασε τον θρόνο το 1185 από τη δυναστεία των Αγγέλων.

Η ύπαρξη ενός δυναμικού ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή, επέτρεψε τη δημιουργία μιας ισχυρής κρατικής εξουσίας, η οποία διεκδικούσε τη συνέχιση της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδέας. Την εποχή εκείνη, ο Πόντος ήταν σημαντικός εμπορικός και πολιτικός σταθμός. H Τραπεζούντα ήταν μία από τις ασφαλείς απολήξεις του περίφημου δρόμου του μεταξιού. Εξαιτίας της ισλαμικής - τουρκικής επέκτασης, οι νότιες απολήξεις του δρόμου του μεταξιού είχαν σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Επιπλέον, ο εμπορικός δρόμος Τραπεζούντας προς την Κριμαία και τη σκυθική ενδοχώρα, είχε τεράστια εμπορική σημασία λόγω των υψηλών τελωνειακών εσόδων.

Πολιτικά ο Πόντος βρισκόταν σε κομβικό σημείο. Νοτιοανατολικά υπήρχαν οι Πέρσες και τα κράτη των νεοφώτιστων στο Ισλάμ τουρκομάνων εισβολέων, δυτικά η Αρμενία και βορειότερα η Γεωργία, ενώ στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας βρισκόταν το έσχατο ελληνικό έδαφος της Κριμαίας. Στη συνέχεια, υπήρχαν οι απέραντες στέπες, όπου κυριαρχούσαν οι νομάδες και έφταναν μέχρι τις περιοχές των Σλάβων και των Σουηδών. Το διαμετακομιστικό εμπόριο υπήρξε η κινητήρια δύναμη ανάπτυξης της περιοχής και συσσώρευσης πλούτου στον Πόντο.

Ενδοελληνικές αντιθέσεις

Στην Ανατολή διαμορφώθηκαν δύο ισχυρά ελληνικά κράτη με πρωτεύουσες την Τραπεζούντα και τη Νίκαια, τα οποία διεκδικούσαν κληρονομικά -το καθένα για τον εαυτό του- την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς και την αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας. Το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού υπήρξε η πολεμική αναμέτρηση του Θεόδωρου Λάσκαρη της Νίκαιας, με τον Δαβίδ Κομνηνό της Τραπεζούντας. H νίκη του πρώτου στην Ηράκλεια περιόρισε τις ποντιακές φιλοδοξίες. H αδυναμία συνεννόησης των δύο ελληνικών κρατών είχε αρνητικές επιπτώσεις στις προσπάθειες αναχαίτισης τόσο των Λατίνων της «Ρωμανίας», δηλαδή του «φραγκικού» κράτους της Κωνσταντινούπολης, όσο και των Σελτζούκων Τούρκων του Ικονίου. Τα βυζαντινά όνειρα των Κομνηνών θα λάβουν τέλος το 1261 με την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ H΄ Παλαιολόγο της Νίκαιας. Οι Κομνηνοί συνειδητοποίησαν ότι δεν έπρεπε πλέον να τρέφουν καμιά ελπίδα επιστροφής στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Οι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν οριστικά στην ισχυροποίηση της ποντιακής τους Αυτοκρατορίας. Σύμβολό τους θα γίνει ο μονοκέφαλος αετός, που κοιτάει πλέον προς την Ανατολή, σε αντίθεση με τον αετό των αρχαίων Σινωπέων που έχει το κεφάλι του στραμμένο προς τη Δύση. Οι Πόντιοι Αυτοκράτορες, μετά την επίσημη αναγνώριση του κράτους τους από τον Παλαιολόγο, θα ονομάζονται «εν Χριστώ πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας» σε αντίθεση με τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, που διατήρησαν τον παραδοσιακό τίτλο: «βασιλείς και αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Ιβηρία ονομαζόταν τότε η Γεωργία του Καυκάσου και Περατεία η χερσόνησος της Κριμαίας.

Ο βυζαντινολόγος Αλέξης Γ. K. Σαββίδης γράφει: «Σταδιακά κατάφερε να σταθεροποιηθεί κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά ασταθούς κατάστασης στην Εγγύς Ανατολή, και να διαγράψει τη δική του ιστορία σε σχετική, αλλά όχι ολοκληρωτική, απομόνωση από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Κέντρο του η ονομαστή Τραπεζούντα, σημείο κομβικό του διαμετακομιστικού εμπορίου πολύτιμων προϊόντων από την Ανατολή στη Δύση και αντίστροφα».

Κράτος και Εκκλησία

Ενα από τα ενδιαφέροντα -και επίκαιρα- στοιχεία της ιστορίας της ελληνικής αυτής Αυτοκρατορίας ήταν οι σχέσεις του κράτους με την Εκκλησία και οι ενδοθρησκευτικές ισορροπίες. Με την κατάληψη της Πόλης από τους Δυτικούς, την έξοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την έδρα του από το 1204 έως το 1261 και τη δημιουργία και άλλων ελληνικών κρατών, προέκυψε ένα υπαρκτό εκκλησιαστικό ζήτημα. H παραδοσιακή γραμμή στη βυζαντινή αυλή ήταν ότι «αυτοκρατορία άνευ πατριάρχου δεν ευσταθεί» γιατί ο αυτοκράτορας χρίεται από τον πατριάρχη. Τη θεωρία αυτή είχαν χρησιμοποιήσει πρωτίστως οι Βούλγαροι για να πετύχουν τους δικούς τους εκκλησιαστικούς στόχους.

Η Τραπεζούντα αμφισβήτησε την κανονική συνέχεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ οι σλαβικές εκκλησίες των Βουλγάρων και των Σέρβων διεκδίκησαν την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία. Μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, οι εκκλησιαστικές σχέσεις ομαλοποιήθηκαν από τους Μιχαήλ H΄ Παλαιολόγο και Μανουήλ A΄ Μέγα Κομνηνό. O μητροπολίτης Τραπεζούντας έλαβε τον τίτλο του «παναγιώτατου». Οι Πόντιοι, παρότι είχαν τη δική τους ξεχωριστή κρατική συγκρότηση, αποδέχτηκαν την πρωτοκαθεδρία του Οικουμενικού Θρόνου αποτρέποντας έτσι μια μεγάλη ρήξη στους κόλπους της ελληνόφωνης ορθοδοξίας. H επόμενη κρίση στο πλαίσιο του Ελληνισμού -η οποία αυτή τη φορά θα οδηγήσει σε ρήξη- θα γίνει τον 19ο αιώνα με αφορμή τη διεκδίκηση της αυτοκεφαλίας από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το νεαρό βασίλειο περιλάμβανε τότε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τις Κυκλάδες, κατέχοντας έκταση λίγο μεγαλύτερη από το μισό της έκτασης που κατείχε η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στις μέρες της ακμής της.

Μεγάλο πρόβλημα στο ακριτικό ελληνικό κράτος δημιούργησε η εισβολή και η εδραίωση των τουρκομανικών ομάδων στον μικρασιατικό χώρο. Παρ' όλα αυτά, στο τέλος του 14ου αιώνα η Αυτοκρατορία ήταν αρκετά ακμαία. Αιτία ήταν η ισχυρή προσωπικότητα του Αλεξίου Γ΄, ο οποίος κυβέρνησε επί σαράντα συνεχή έτη. Οι διάδοχοί του, όμως, θα σταθούν μικρότεροι των περιστάσεων, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο δύσκολες εξαιτίας του τουρκικού παράγοντα, που είχε επανακάμψει απειλητικός μετά τη μογγολική εισβολή.

Το τέλος θα έρθει στις 15 Αυγούστου 1461, οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. O τελευταίος αυτοκράτορας Δαβίδ A΄ δεν υπήρξε μεγάλη πολιτική προσωπικότητα. Παρά το γεγονός αυτό, η Αυτοκρατορία κατάφερε να συνάψει συμμαχία με την ισχυρή ομάδα των Ασπροπροβατάδων, τους μουσουλμάνους τουρκομάνους του Ουζούν Χασάν. Ανανεώθηκαν οι συμμαχίες με τους Γεωργιανούς, τους Αρμενίους, τους εμίρηδες της Σινώπης και της Καραμανίας. Στη Δύση άρχισε να κυοφορείται η ιδέα μιας νέας Σταυροφορίας για την υπεράσπιση της Τραπεζούντας.

Το 1459, ο ποντιακός στρατός αριθμούσε 20.000 άντρες και διέθετε ναυτική δύναμη 30 πλοίων. O Μωάμεθ B΄ ο Πορθητής, μεθοδικά κατέστρεψε το δίκτυο συμμαχιών της Αυτοκρατορίας. Τον Ιούλιο του 1461 τα οθωμανικά στρατεύματα με επικεφαλής τον εξωμότη Μαχμούτ, πρώτο εξάδελφο του μυστικοσύμβουλου του Δαβίδ Γεωργίου Αμοιρούτζη, πολιόρκησαν την Τραπεζούντα. O λαός της πόλης ήταν αποφασισμένος να προβάλει αντίσταση στην τουρκική απειλή. Με μυστικές διαπραγματεύσεις Αμοιρούτζη με τον Μωάμεθ μέσω του Μαχμούτ, ο Δαβίδ πείστησε να παραδώσει την πόλη έπειτα από πολιορκία 32 ημερών, ενάντια στη θέληση του λαού. Παρά την παράδοση της πόλης, οι Οθωμανοί προέβησαν σε βιαιότητες κατά του πληθυσμού. O Δαβίδ με την οικογένειά του και την περιουσία του εγκαταστάθηκε στη Αδριανούπολη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μωάμεθ τον εκτέλεσε, όπως και τους επτά γιους του. O μόνος που επέζησε ήταν ο μικρότερος γιος του Νικηφόρος, ο οποίος υποχρεώθηκε να εξισλαμιστεί. Στο τέλος του 15ου αιώνα ο Νικηφόρος Κομνηνός κατέφυγε στη Μάνη. O εγγονός του Στέφανος Κομνηνός, που αναγνωρίστηκε ως πρωτόγερος στην περιοχή, υπήρξε γενάρχης της μεγάλης πελοποννησιακής οικογένειας των Στεφανόπουλων. 430 Στεφανόπουλοι μετανάστευσαν το 1738 στην Κορσική ιδρύοντας εκεί μια ελληνική αποικία.

Ετσι άδοξα τελείωσε η ιστορία του μεσαιωνικού ελληνισμού. H κατάληψη της Τραπεζούντας από τους μουσουλμάνους Οθωμανούς έθεσε τέλος σε μια μεγάλη περίοδο ελληνικής κυριαρχίας, πολιτιστικής και πολιτικής, στην καθ' ημάς Ανατολή. Οπως γράφει ένας από τους καλύτερους μελετητές της ιστορίας της ποντιακής Αυτοκρατορίας, J. K. Fallmerayer: «λιγότερο η τύχη και το θάρρος της τουρκικής ράτσας και περισσότερο η απειθαρχία των ανώτερων τάξεων της ανατολικής Εκκλησίας οδήγησαν τον βυζαντινό κόσμο στην καταστροφή».

Οι Ελληνες δεν θα καταφέρουν ποτέ στο εξής να επανακτήσουν την παλιά τους επιρροή. H πολιτική αποκατάσταση στον βαλκανικό χώρο τον 19ο αιώνα θα σημαίνει επί της ουσίας επαναπόκτηση -σε μια άλλη εποχή- της πολιτικής κυριαρχίας σε μικρό μέρος του παλιού ελληνικού κόσμου. Μόνο το μικρασιατικό εγχείρημα μπορεί να θεωρηθεί ότι διεκδικούσε κομμάτι της ελληνικής Ανατολής, απωθώντας το τουρκικό Ισλάμ στο φυσικό του χώρο. Πάντως, παραμένει ερώτημα για την ιστοριογραφία μας, γιατί στην Ανατολή δεν συνέβη η «επανακατάκτηση» των γεωγραφικών χώρων που είχε κατακτήσει το Ισλάμ, όπως έγινε στη Δύση στην περίπτωση της Ισπανίας.


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΠΕΡΧΕΙΟΥ -997 μ.Χ. -

Ο Νικηφόρος Ουρανός αντιμετωπίζει τους Βούλγαρους στον Σπερχειό
 
 
 
 
του Παντελή Καρύκα
Συγγραφέα

                    Το 996 μ.Χ. οι Βούλγαροι, υπό τον τσάρο Σαμουήλ, εκμεταλλευόμενοι την εμπλοκή του αυτοκράτορα Βασιλείου Βουλγαροκτόνου με τους Άραβες, πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη. Αδυνατώντας όμως να καταλάβουν την καλά οχυρωμένη πόλη κινήθηκαν νότια και έφτασαν, λεηλατώντας, ως τη Λάρισα, την οποία ισοπέδωσαν, κυριολεκτικά και μέχρι την Κόρινθο.

                  Η ένταση της βουλγαρικής επιδρομής υποχρέωσε τον αυτοκράτορα να διαθέσει δυνάμεις στην Ελλάδα, τις οποίες έταξε υπό τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό. Καθώς οι Βούλγαροι κινούνταν πάλι προς Βορρά, φορτωμένοι λάφυρα και σέρνοντας μαζί τους χιλιάδες γυναίκες και παιδιά που είχαν αρπάξει, ο Ουρανός τους ακολουθούσε προσεκτικά, πλήττοντας, όταν αυτό ήταν δυνατό, τις οπισθοφυλακές τους.

                Το παιχνίδι αυτό της γάτας με το ποντίκι εξακολούθησε μέχρι τις Θερμοπύλες. Εκεί ο Ουρανός πέρασε με τον στρατό του τον ποταμό και βρέθηκε μπροστά από τους Βούλγαρους, που λόγω λαφύρων και αιχμαλώτων, κινούνταν αργά. Οι Βούλγαροι στρατοπέδευσαν στη νότια όχθη, έχοντας μπροστά τους, τους Βυζαντινούς.

               Λόγω των έντονων βροχοπτώσεων ο ποταμός ήταν αδιάβατος και έτσι οι Βούλγαροι τοποθέτησαν μικρές φρουρές κατά μήκος της ελεγχόμενης από αυτούς όχθης. Αδυνατώντας να κινηθούν, οι δύο στρατοί έμειναν αντιμέτωποι μερικές μέρες, δίνοντας μια αίσθηση ασφάλειας στους Βούλγαρους, οι οποίοι θεωρούσαν πως οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να περάσουν τον ποταμό. Ωστόσο οι περίφημοι Τραπέζιτοι ελαφροί ιππείς του Βυζαντινού στρατού, ανακάλυψαν έναν σημείο από όπου μπορούσε, με προσπάθεια, να περάσει ο στρατός. Αμέσως ο Ουρανός έσπευσε στο σημείο και αφού βεβαιώθηκε διέταξε να ετοιμαστεί το στράτευμα να περάσει μόλις νύχτωνε.

               Έτσι και έγινε. Με απόλυτη τάξη οι Βυζαντινοί πέρασαν τον ποταμό τη νύχτα και πλησίασαν στο βουλγαρικό στρατόπεδο. Δεν επιτέθηκαν όμως, περιμένοντας την αυγή, από το φόβο μήπως σκοτώσουν, μέσα στο σκοτάδι και την σύγχυση και τους Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων. Ξαφνικά, μόλις άρχισε να χαράζει οι Βυζαντινοί με την ιαχή «Κύριε Ελέησον», εφόρμησαν. Οι αιφνιδιασμένοι Βούλγαροι δεν κατάφεραν να αντισταθούν, αλλά όσοι μπόρεσαν τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους λάφυρα και αιχμαλώτους. Περίπου 1.000 που προσπάθησαν να προβάλουν αντίσταση σκοτώθηκαν. Άλλοι 12.000 αιχμαλωτίστηκαν. Το σημαντικότερο όμως ήταν η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια ευχαριστούσαν τους στρατιώτες που τους έσωσαν.
                Ο Σαμουήλ και ο γιος του Ραντομίρ που τον ακολουθούσε σώθηκε. Αλλά η ήττα αυτή ήταν η αρχή του τέλους του Α΄  βουλγαρικού κράτους.
 




Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Τοπογραφία της Κωνσταντινούπολης-- Παναγία Μουχλιώτισσα

 
           Ο ναός της Παναγίας Μουχλιώτισσας είναι γνωστός και με τα ονόματα Θεοτόκος Παναγιώτισσα, Θεοτόκος των Μαγουλίων, Παναγία των Μογγόλων, Θεοτόκος του Μουχλίου, Παναγία Μουχλιώτισσα και στα τουρκικά Kanlı Kilise (η ματωμένη εκκλησία). Υπάρχει η άποψη ότι το προσωνύμιο Μουχλιώτισσα προέρχεται από τη μεσαιωνική πόλη Μουχλίον της Αρκαδίας, οι κάτοικοι της οποίας εγκαταστάθηκαν το 1242 στη συνοικία Φανάρι. Το πιο πιθανό είναι πως πρόκειται για την απόδοση στα ελληνικά της σλαβικής λέξης Mogyla (Μογγολία) και αναφέρεται στη σχέση της εκκλησίας με την Μαρία Παλαιολογίνα που στάλθηκε νύφη στη Μογγολία.Ο προσδιορισμός «ματωμένη» (από την τουρκική ονομασία) οφείλεται είτε στο εξωτερικό κόκκινο χρώμα του ναού είτε στη «ματωμένη» ιστορία της Μαρίας Παλαιολογίνας, κόρης του Μιχαήλ Η΄ (1261 -1282), που τον ανακαίνισε.Ο ναός βρίσκεται στον πέμπτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, στo Φανάρι, κοντά στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο και στο μετόχι του Πανάγιου Τάφου, μεταξύ της Μεγάλης του Γένους Σχολής και του Ιωακείμειου Παρθεναγωγείου. Ο ναός συνεχίζει να χρησιμοποιείται έως σήμερα ως χριστιανικός ναός
        Στο χώρο αυτό αναφέρεται, ήδη από τον 7ο αιώνα, η ύπαρξη γυναικείας μονής, της Αγίας Ευστολίας, που ιδρύθηκε από τις κόρες του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602) Σώπατρα και Ευστολία. Τον 11ο αιώνα μαρτυρείται η ύπαρξη ανδρικής μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου των Παναγίου. Η μονή ανακαινίστηκε το 1261 από τον πεθερό του Γεωργίου Ακροπολίτη, τον Ισαάκιο Δούκα, θείο του Μιχαήλ Η΄, ή κατά άλλους από τον ίδιο τον Ακροπολίτη.
       Στη συνέχεια, η Μαρία Παλαιολογίνα, μεταξύ των ετών 1282 και 1285, ανακαίνισε εκ νέου τον υπάρχοντα ναό, του πρόσθεσε νάρθηκα και επανίδρυσε τη μονή, αυτή τη φορά γυναικεία. Η Μαρία το 1265 πήγε στην Περσία για να παντρευτεί το μεγάλο χάνο των Μογγόλων Hulagu, επικυρώνοντας έτσι συμφωνία του πατέρα της, του Μιχαήλ Η΄, με τους Μογγόλους. Καθώς αυτός πέθανε προτού η Μαρία φτάσει, παντρεύτηκε τελικά το γιο του, τον Abaga. Έμεινε εκεί 15 χρόνια και σ’ αυτήν οφείλεται ο εκχριστιανισμός του συζύγου της και αρκετών αξιωματούχων της Αυλής. Γι’ αυτό είναι γνωστή και ως Κυρία ή Δέσποινα των Μογγόλων. Επιστρέφοντας στην Πόλη, αγόρασε ολόκληρη την περιοχή με τους αμπελώνες και τα οικήματα, ανακαίνισε ορισμένα κτήρια έκτισε κι άλλα και οργάνωσε γυναίκεια μονή. Αφιέρωσε σ᾽ αυτὴ κειμήλια, πολύτιμα σκεύη, βιβλία, κτήματα στην Κωνσταντινούπολη καὶ τη Ραιδεστὸ και ξόδεψε όλη της την περιούσια. Στη μονή έμεναν 33 μοναχές, αλλά και η ίδια η Παλαιολογίνα στο τέλος της ζωής της.
        Μετά την Άλωση η μονή του Μουχλίου πιθανότατα καταστράφηκε. Ο ναός ωστόσο διατηρήθηκε και, μαζί με μερικά οικήματα και οικόπεδα της περιοχής, κατά την παράδοση δόθηκε στον αρχιτέκτονα Χριστόδουλο από το Μωάμεθ Β΄ ως αμοιβή για την ανέγερση από εκείνον του τεμένους του Fatih Camii στη θέση του ναού των Αγίων Αποστόλων, το 1471. Έτσι ο ναός, λειτουργώντας πλέον ως ενοριακός και όχι ως μοναστικός, αποτέλεσε τη μόνη βυζαντινή εκκλησία της πόλης που παρέμεινε χριστιανική στη χρήση της. Το φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ καθώς και άλλων σουλτάνων που επικύρωναν και επιβεβαίωναν το ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μουχλιώτισσας είχε ιστορηθεί κατά τους Νεότερους χρόνους στο εσωτερικό του ναού.
        Στη σημερινή της κατάσταση, η Μουχλιώτισσα έχει ακανόνιστη κάτοψη εξαιτίας της επέκτασης που έγινε κατά το 18ου αιώνα. Ο αρχικός ναός ήταν τρουλαίος τετράκογχος. Οι γωνίες του κεντρικού τρουλαίου τετραγώνου ορίζονταν με κίονες ύψους περίπου 3 μ., οι οποίοι έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα του 5ου αιώνα, σε δεύτερη χρήση. Από τον αρχικό βυζαντινό ναό έχουν διατηρηθεί ο κύριος τρουλαίος χώρος της εκκλησίας, οι δύο από τις αρχικές κόγχες και τα δύο τρίτα του τριμερούς νάρθηκα.
        Ο τρούλος είναι εσωτερικά οκτάπλευρος, πτυχωτός, με οκτώ αρχικά μονόλοβα παράθυρα και ύψος 13,60 μ. Μεταξύ των τόξων του μετώπου και των σφαιρικών τριγώνων παρεμβάλλονται τόξα ή υποτυπώδεις καμάρες. Εξωτερικά, το τύμπανο του τρούλου ήταν κυλινδρικό και η στέγαση κωνική. Η εξωτερική όψη του τυμπάνου διαμορφώνεται με οκτώ ελαφρώς προεξέχοντα τόξα, που πλαισιώνουν τα παράθυρα και εναλλάσσονται με οκτώ μικρότερα τυφλά τόξα.
        Ο αρχιτεκτονικός τύπος της Μουχλιώτισσας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων, αφενός επειδή σπανίζει στην περιοχή της πρωτεύουσας (το μόνο άλλο παράδειγμα είναι ο ναός της Καμαριώτισσας στη νησίδα της Χάλκης) αφετέρου γιατί παρουσιάζει τη μοναδική παραλλαγή με κογχάρια και κίονες γύρω από τον κεντρικό τρουλαίο χώρο. Ωστόσο, παρά τη σπανιότητά τους στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης, οι τετράκογχοι ναοί αποτελούν έναν από τους πρωιμότερους (ήδη από τον 6ο αιώνα) και διαχρονικότερους τύπους της βυζαντινής ναοδομίας.
       Σύμφωνα με μια αναφορά από τον ύστερο 13ο αιώνα, η εκκλησία αγιογραφήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα από το Μόδεστο. Τα μόνα ίχνη τοιχογραφιών που σώζονται σήμερα, από παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στον ανατολικό τοίχο της επέκτασης, είναι έργα μεταβυζαντινού ζωγράφου. Οι τοιχογραφίες αυτές διατηρούνταν κάτω από το επίχρισμα μέχρι το 1899, αλλά καταστράφηκαν σε επισκευές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Σώζονται επίσης η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας της Μουχλιώτισσας (τέλη 13ου-αρχές 14ου αιώνα), και τέσσερις εικόνες της Μεταβυζαντινής περιόδου: Η αγία Παρασκευή, η αγία Ευφημία, οι Τρεις Ιεράρχες και οι Άγιοι Θεόδωροι. Το τέμπλο, ο δεσποτικός θρόνος στα νότια και ο άμβωνας στα βορειοανατολικά είναι ξυλόγλυπτα και κοσμούνται με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Οι εικόνες στην κάτω ζώνη του εικονοστασίου φέρουν ασημένιες επενδύσεις και χρονολογούνται το 1884.
         Η Παναγία η Μουχλιώτισσα είναι ουσιαστικά η μόνη βυζαντινή εκκλησία που δε μετατράπηκε σε τζαμί. Η άλλη είναι η Αγία Ειρήνη που χρησιμοποιείται ως μουσείο και συναυλιακός χώρος.
 
 


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Οι ποινές στο Βυζάντιο












H ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ



                Οι πιο συνηθισμένες ποινές που επέβαλαν τα βυζαντινά δικαστήρια ήταν τα χρηματικά πρόστιμα, ο περιορισμός σε μοναστήρι, η δήμευση της περιουσίας και ο ακρωτηριασμός. Η ποινή του θανάτου μετά τον 8ο αιώνα διατηρήθηκε μόνο για την προδοσία, τη λιποταξία, το φόνο και τις παρά φύσιν έξεις, αλλά και στις περιπτώσεις αυτές σπάνια εφαρμοζόταν. Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι ο ακρωτηριασμός ήταν ένα φιλάνθρωπο υποκατάστατο της θανατικής ποινής, που θεωρούσαν ότι δεν ήταν αντιφατικό προς το σχετικό κήρυγμα του Χριστού:<< Να βγάλεις τα μάτια σου και να κόψεις τα μέλη σου άμα σε σκανδαλίζουν>>. Πρώτος ο Λέων ο Γ΄ ο Ίσαυρος καθιέρωσε τον ακρωτηριασμό σε μεγάλη κλίμακα και από τότε οι Βυζαντινοί το χρησιμοποιούσαν αρκετά συχνά. Σήμερα βέβαια το αντιμετωπίζουμε σαν μια αποκρουστική και βάρβαρη συνήθεια, ωστόσο πολλοί άνθρωποι προτιμούσαν και προτιμούν τον ακρωτηριασμό από το θάνατο.
 
Ο ρόλος της Εκκλησίας
             Πολλές φορές οι φυγόδικοι κατέφευγαν σε εκκλησίες, όπου δεν μπορούσε ο νόμος να παρέμβει και να τους αποσπάσει με τη βία. Αν ο φυγόδικος ήταν δούλος που είχε αποδράσει, υποχρεωνόταν να ακολουθήσει τον κύριο του, εφόσον εκείνος εγγυόταν ότι η συζήτηση για την υπόθεσή του θα γινόταν ήσυχα. Αν  όμως ο αφέντης επιχειρούσε να τον αποσπάσει από το ναό με τη βία, τότε αυτός μαστιγωνόταν 12 φορές και στη συνέχεια γινόταν η συζήτηση. Αν κατέφευγε στην εκκλησία κάποιος εξ΄αμελείας φονιάς, πρώτα έχανε την περιουσία του και στη συνέχεια, αν ήθελε, κλεινόταν σε μοναστήρι. Αν όμως είχε διαπράξει φόνο εκ προμελέτης, αναγκαζόταν να ασπαστεί τον μοναχικό βίο για πάντα.
 
Διαπόμπευση
               Όσοι συλλαμβάνονταν για κλοπή, για εμπρησμό, για μοιχεία ή άλλα αδικήματα, πριν τους επιβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, γνώριζαν τη διαπόμπευση. Η σχετική διαδικασία άρχιζε με το κούρεμα. Ύστερα μαύριζαν το πρόσωπο του διαπομπευόμενου χρησιμοποιώντας καπνιά και, αφού τον έντυναν με κουρέλια, τον υποχρέωναν να ανέβει σε έναν γάιδαρο καθισμένος ανάστροφα, ώστε να βλέπει και να κρατάει την ουρά του ζώου. Ύστερα, καθώς περιφερόταν στους δρόμους, όλοι τον έφτυναν στο πρόσωπο, του πετούσαν ακαθαρσίες, πολλές φορές τον λιθοβολούσαν και τον περιέπαιζαν με κάθε τρόπο.
 
Βούκινο…
            Όταν διαπομπευόταν οι θεωρούμενοι εγκληματίες ( παιδεραστές, εμπρηστές, βιαστές, κλέφτες, λιποτάκτες κά.), υπήρχε ειδικός τελάλης, ο <<πλατσάριος>>, που διαλαλούσε το έγκλημα, με σκοπό να παραδειγματίζεται ο κόσμος και να απέχει από άδικες πράξεις. Συχνά οι πλατσάριοι, για να προ(κ)αλέσουν  το πλήθος να δει τον διαπομπευόμενο, χρησιμοποιούσαν σάλπιγγα, γεγονός στο οποίο παραπέμπει και η σημερινή φράση << έγινε βούκινο>> (βούκινο = σάλπιγγα από κέρατο ).
 
Σκληρός νόμος, αλλά νόμος
 
            Στο Βυζάντιο οι ποινές για τους κλέφτες ήταν πολύ αυστηρές. Όταν συλλαμβανόταν  κάποιος να κλέβει, του σημάδευαν το μέτωπο με πυρακτωμένο σίδερο. Αν μάλιστα υπέπιπτε στο ίδιο αδίκημα για δεύτερη φορά, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να του κόψουν το χέρι ή το πόδι. Στους μοιχούς και στις μοιχαλίδες επιβαλλόταν η ποινή της ρινότμησης  και φαίνεται ότι έτσι, με κομμένη τη μύτη, γινόταν η διαπόμπευσή τους. Για άλλα παραπτώματα, ιδίως σε περιπτώσει λιποτακτών, επιβαλλόταν ακόμα πιο σκληρές ποινές, όπως η τύφλωση. Επειδή ο νόμος δεχόταν το <<οφθαλμόν αντί οφθαλμού>>, οι μοιχοί κινδύνευαν να χάσουν το ανδρικό μόριό τους.
Αναθεώρηση
 
           Ο αυτοκράτωρ Λέων ο ΄Γ  (717-741) εισήγαγε τον πρώτο  σημαντικό κώδικα νόμων το 726, που πήρε την ονομασία <<Εκλογή>>. Ο ίδιος ο Λέων  υπερηφανευόταν ότι αναθεώρησε  την προηγούμενη νομοθεσία  <<εις το φιλανθρωπότερον>>, ωστόσο έφερε για πρώτη φορά στο ρωμαϊκό δίκαιο βάρβαρες ποινές, μάλλον υπό την επίδραση ανατολικών  συνηθειών. Για παράδειγμα, η ψευδορκία τιμωρούνταν με την αποκοπή της γλώσσας, η κλοπή λατρευτικών σκευών με τύφλωση, η παραχάραξη με αποκοπή ενός χεριού, η αποπλάνηση μοναχής, η μοιχεία και η αιμομιξία με ρινότμηση, η κτηνοβασία με την αποκοπή του γεννητικού μορίου κά. Η ποινή του θανάτου επιβαλλόταν για άλλα αδικήματα, όπως η μαγεία, η φαρμακεία (δηλητηρίαση) η ανθρωποκτονία εκ προμελέτης, η ληστεία, η λιποταξίας κά.
 
 
           από το βιβλίο << Το άγωνστο Βυζάντιο>>  Ι. Γρυντάκης, Γ. Δάλκος, Ά. Χόρτης, Ε. Χόρτης

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΑΣ «ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ» ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 
Hartis-Mnizos1
 
 
 Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Τα τελευταία χρόνια μια εμφανής «αγωνία», (για μας ευκολονόητη), των Τούρκων να πιστοποιήσουν και να αποδείξουν το… βυζαντινό παρελθόν της χώρας τους, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και των… ιδίων και να φέρουν στην επιφάνεια την χαμένη Ρωμιοσύνη, (Βυζάντιο), της Μικράς Ασίας, έχει αρχίσει και φέρνει καταπληκτικά αποτελέσματα.
 
 

Τα αποτελέσματα αυτά σε πολλές περιπτώσεις εκπλήσσουν ακόμα και τους ιδίους, αφήνουν άναυδη την κοινή γνώμη στην γειτονική χώρα, αλλά δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα, την μόνη φυσική κληρονόμο της Ρωμιοσύνης της Μικράς Ασίας, δεν έχουν ακόμα τύχει της απαιτούμενης προσοχής και δημοσιότητας.
 
Ereipia Mnizos
 
Έτσι, με εντυπωσιακούς τίτλους δυο τουρκικές εφημερίδες η Milliyet και η Hürriyet ανήγγειλαν ότι οι Τούρκοι ανακάλυψαν μια ολόκληρη (!!!), χαμένη βυζαντινή πόλη η οποία ήταν πρωτεύουσα επαρχίας και επισκοπικό κέντρο με μια μεγάλη βυζαντινή εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στην αγία Σοφία.
 
 
Η πολιτεία αυτή, οι ανασκαφές για την ανεύρεση της οποίας είχαν αρχίσει εδώ και χρόνια, βρίσκεται δυτικά της Άγκυρας και οι Τούρκοι ανέφεραν το όνομα της που είναι Mnizos.
 
 
Η αλήθεια είναι ότι σύμφωνα με τον Γεώργιο Κλεάνθη Σκαλιέρη κα το βιβλίο του, «Λαοί και Φυλές της Μικράς Ασίας», πρόκειται για την βυζαντινή πόλη Μείζου ή Μνίζου, γνωστή και ως Αγιάς, ανήκει στο βιλαέτιο της Άγκυρας, είναι δήμος, πρωτεύουσα επαρχίας αποτελούμενη από 62 ενορίες υπαγόμενες στην κεντρική μητρόπολη.
 
 
baskentte-bir-kayip-kent-ortaya-cikiyor-DHA-90baf99772568734c6ff87c6ece40ded-3-t
 

Η χαμένη αυτή βυζαντινή πολιτεία με την εκκλησία της αγίας Σοφίας, όπως αναφέρουν οι Τούρκοι, ανακαλύφθηκε δυτικά της Άγκυρας στην επαρχία Güdül και υπάγεται στον τουρκικό δήμο, Çağa.

Σύμφωνα με δηλώσεις του διευθυντή του «Μουσείου Πολιτισμών Ανατολίας», Melih Arslan, η πόλη αυτή έγινε γνωστή μετά το 400 μ. Χ., δηλαδή τον πέμπτο αιώνα και είχε γίνει ένα μεγάλο θρησκευτικό κέντρο της περιοχής την περίοδο που ο χριστιανισμός είχε επικρατήσει σε όλη την Μικρά Ασία.
 
 
Οι ανασκαφές έφεραν στο φως της δημοσιότητας κάποια κτίρια της εποχής εκείνης, τα ερείπια του ναού της Αγίας Σοφίας από τα οποία εξακριβώθηκε και η ταυτότητα της βυζαντινής πόλης Μείζου, καθώς και ρωμαϊκά λουτρά.
 
 
Η αξία του ναού, όπως τονίστηκε από τις τουρκικές αρχές, είναι ότι αποτελεί άριστο δείγμα βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Όπως δήλωσε ο Melih Arslan, οι εργασίες συνεχίζονται για την ανακάλυψη και άλλων κτισμάτων του ιστορικού αυτού χριστιανικού κέντρου της κεντρικής Μικράς Ασίας.
 
 
Στις ανασκαφές που γίνονται στην περιοχή κοντά στην εθνική οδό περίπου 500 μέτρα από τον δρόμο Ayaş – Beypazarı, εποπτεύουν τρεις κρατικοί αρχαιολόγοι και απασχολούν αρκετούς εργάτες.

Το εντυπωσιακό είναι  όπως ανακοινώθηκε, ότι η εκκλησία της αγίας Σοφίας είναι μετά τρούλου, σε σχήμα οβάλ, με μικρότερους τρούλους πέριξ του κεντρικού θόλου που φυσικά έχουν καταρρεύσει.
 
 
 
Το κτίσμα είναι πολύ μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής και το συνολικό συγκρότημα των κτισμάτων του εκκλησιαστικού κέντρου υπολογίστηκε ότι φτάνουν τα 3.600 τετραγωνικά μέτρα.
 
 
 

Η εκκλησία βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης, όπως δείχνουν οι μέχρι τώρα ανασκαφές και δέσποζε στην περιοχή.
 
 
 Θεωρείται ότι ήταν μια από τις 5 μεγάλες επισκοπές της περιοχής της κεντρικής Μικράς Ασίας κατά την βυζαντινή περίοδο.
 
 
Εντυπωσιακό είναι επίσης ότι ο επικεφαλής της ομάδας των Τούρκων αρχαιολόγων, Umut Alagöz, δήλωσε στην τουρκική εφημερίδα Milliyet ότι σε δεύτερη φάση θα επιδιωχτεί η αναστήλωση και ανακατασκευή της εκκλησιάς με την φιλοδοξία η περιοχή να καταστεί μεγάλο κέντρο θρησκευτικού τουρισμού, καθώς ο ναός αποτελεί ένα σπάνιο πρωτοβυζαντινό δείγμα του πέμπτου αιώνα.
 
 
Από ιστορικές πηγές είναι γνωστό πως η πόλη Μείζου ήταν γεωγραφικό κέντρο και δέσποζε στην οδό που σύνδεε την Κωνσταντινούπολη με την Περσία και την Ταρσό, στα παράλια της νότιας Μικράς Ασίας.
 
 
Η εμφάνιση και ραγδαία ανάπτυξη της πόλη άρχισε μετά την διάσπαση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Νικομήδειας σαν μια από τις τέσσερις νέες πρωτεύουσες της διασπασμένη αυτοκρατορίας.
 
 
Μετά το κτίσιμο της Κωνσταντινούπολης και την ανάδειξη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η σημασία της ανέβηκε ακόμα περισσότερο σαν γεωγραφικό σταυροδρόμι της κεντρικής Μικράς Ασίας.
 
 
Οι προσκυνητές που ξεκινούσαν από την Κωνσταντινούπολη για τα Ιεροσόλυμα έκαναν μια σημαντική στάση στην πόλη αυτή που ήταν ήδη μεγάλο χριστιανικό θρησκευτικό κέντρο.
 
 
 

Αλλά και στους επόμενους αιώνες, μέχρι την εμφάνιση των Αράβων και στην συνέχεια των Οθωμανών, η Επισκοπή της Μνίζου ή Αγιάς έπαιξε μεγάλο ρόλο σαν ένας «φάρος» της ελληνοορθοδοξίας σε όλη την περιοχή.
 
 
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας-Τουρκολόγος