Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Η πολιτιστική σημασία του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης στο θεοπάτητο όρος του Σινά

 
τού Πάνου Σκιαδά
 
 
 
 
 
 
 
 
 
         Θά ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους τού κάθε επισκέπτη τών Αγίων Τόπων, άν δέν άδραχνε τήν ευκαιρία νά επισκεφθή τούς δύο ιστορικότερους, κατά τήν γνώμη μου, σπουδαιότερους χώρους τής Ορθόδοξης Θρησκευτικής καί Πολιτιστικής Κληρονομιάς μας.
      Ο πρώτος χώρος είναι τό Κουμράν τής ιουδαϊκής ερήμου, όπου μέσα σέ σπήλαια, μεταξύ τού 1947 καί 1956, βρέθηκαν τά περίφημα χειρόγραφα τής Νεκράς Θάλασσας, μιά από τίς σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις όλων τών αιώνων...
      Ο δεύτερος χώρος πού προξενεί θαυμασμό στό μάτι καί δέος στήν ψυχή τού επισκέπτη είναι τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης, στίς ρίζες τού Θεοπάτητου Όρους τού Σινά. Αντικρύζοντάς το από μακριά αδίστακτα μπορεί νά πή κανείς ότι η ορατή φυσική ομορφιά του σπρώχνει άθελα τήν ψυχή σου πρός τόν αόρατο Θεό.
      Τό Όρος τού Σινά μέ τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης στήν αγκαλιά του είναι γνωστό καί εμπνέει σεβασμό σέ όλον τόν κόσμο, όχι μόνον γιά τήν φυσική ομορφιά καί μεγαλοπρέπειά του, αλλά κυρίως γιατί εδώ καί τρείς χιλιάδες (3.000) χρόνια ο Θεός απεκάλυψε Εαυτόν κατά έναν ιδιάζοντα τρόπο.
        Ήταν εδώ πού ο Προφήτης Μωϋσής αντίκρυσε τήν καιομένη αλλά μή φλεγομένη βάτο «...ώφθη δέ αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ τού βάτου καί ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί ο δέ βάτος ου κατεκαίετο..» καί άκουσε τήν θεϊκή φωνή νά λέγη: «Μωϋσή, Μωϋσή, ο δέ είπεν, τί εστί; ο δέ είπε, μή εγγίσης ώδε. Λύσε τό υπόδημα εκ τών ποδών σου, ο γάρ τόπος εν ώ σύ έστηκας γή αγία εστί» (Έξοδος 3:2,5,6).
         Οι πρώτες πληροφορίες γιά τήν ιστορία τού Μοναστηριού προέρχονται από τά Χρονικά τού Πατριάρχη Ευτυχίου τής Αλεξανδρείας, πού έζησε τόν 9ο αιώνα. Σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες τών Χρονικών αυτών η αγία Ελένη, η μητέρα τού Κωνσταντίνου, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τήν ιερότητα τού χώρου τής καιομένης Βάτου, ώστε τό 330 μ.Χ. διέταξε τήν ανέγερση εξωκκλησίου πρός τιμήν τής Παναγίας. Οι αιματηρές επιδρομές τών νομαδικών φυλών τής ερήμου πού επακολούθησαν, ανάγκασαν τούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά ζητήσουν αυτοκρατορική προστασία, όχι μόνον από τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά καί από αυτόν τόν Προφήτη Μωάμεθ, ο οποίος έγραψε γιά τό Μοναστήρι προστατευτική επιστολή, αντίτυπο τής οποίας υπάρχει καί σήμερα στό μουσείο τού Μοναστηριού.
        Τό έτος 530 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός διέταξε τήν ανέγερση μιάς πολύ μεγαλύτερης βασιλικής, πού είναι σήμερα ο μεγαλοπρεπής ναός τής Μεταμορφώσεως, περιτριγυρισμένος μέ ογκώδεις τοίχους ύψους περίπου 12 καί 15 μέτρων. Περνώντας τούς τοίχους αυτούς καί μπαίνοντας στόν εσωτερικό χώρο τού Μοναστηριού, αισθάνεται κανείς ότι βρίσκεται στή μέση ενός μεσαιωνικού χωριού παρόμοιου μέ τού δικού μας Κάστρου τής Μονεμβασιάς. Τά κτίρια στριμωγμένα τό ένα μέ τό άλλο, μέ διαφορετικό ρυθμό καί αρχιτεκτονικό σχέδιο, σού δίνουν τήν εντύπωση ότι τυχαία ξεφύτρωσαν μέσα από τούς πρόποδες τού Όρους Σινά. Παρ’ όλα αυτά όμως η αίσθηση τής αρμονίας καί τής πνευματικότητας πού σού εμπνέουν, είναι ανεπανάληπτη.
         Ο ναός τής Μεταμορφώσεως αποτελεί τήν καρδιά τού Μοναστηριού καί έχει τήν μεγαλύτερη καί αρχαιότερη συλλογή ορθόδοξων εικόνων όλου τού κόσμου. Διά μέσου τών αιώνων Χριστιανοί όλων τών πεποιθήσεων, ακόμη καί αυτοκράτορες, έκαναν δωρεές στό Μοναστήρι. Η συλλογή τών δώρων αυτών σέ εικόνες καί άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα κάνουν τήν εκκλησία μιά ζωντανή έκφραση βαθειάς χριστιανικής πίστης, πού επικρατούσε στό Σινά πρίν από περισσότερους από 17 αιώνες. Στούς τοίχους τού Ναού βλέπει κανείς εικόνες τού Μωϋσή νά βγάζη τά σανδάλια του μπροστά στήν καιομένη Βάτο καί νά δέχεται τίς Δέκα Εντολές από τό Χέρι τού αποκαλυφθέντος Θεού. Πίσω από τό εικονοστάσιο καί πάνω από τήν Αγία Τράπεζα αντικρύζει κανείς τόν μοναδικότερο θησαυρό τής βασιλικής, τό μωσαϊκό τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού.
        Φιλοτεχνημένο τόν 6ο αιώνα μέ τήν λεπτή αρμονία τών χρωμάτων, είναι ένα από τά σπουδαιότερα μωσαϊκά πού διασώζονται μέχρι σήμερα. Παρόμοιο σέ τεχνοτροπία μέ τό μωσαϊκό τής Αγίας Σοφίας τής Κωνσταντινουπόλεως απεικονίζει τόν μεταμορφωμένο Χριστό στό κέντρο, τούς δυό Προφήτες, τόν Μωϋσή καί τόν Ηλία στά αριστερά καί στά πόδια του Χριστού τούς Αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο καί Ιωάννη. Ιδού πώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει τό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού (Λουκάς 9:28-36): «Καί παραλαβών τόν Πέτρον καί Ιωάννην καί Ιάκωβον, ανέβη εις τό όρος (Θαβώρ) προσεύξασθαι καί εγένετο εν τώ προσεύχεσθαι αυτόν, τό είδος τού προσώπου αυτού έτερον καί ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων...ταύτα δέ αυτού λέγοντος εγένετο νεφέλη καί επεσκίασεν αυτούς....»
       Οι χιλιάδες εικόνες πού έχει στήν κατοχή του τό Μοναστήρι, αποτελούν τόν μεγαλύτερο θησαυρό τού Ορθόδοξου κόσμου. Τό 640, μετά τήν κατάκτηση τής Αιγύπτου από τούς Άραβες, τό Μοναστήρι έπαψε νά είναι υπό τήν επιρροή τής βυζαντινής εξουσίας.
        Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά τήν περίοδο τής Εικονομαχίας, επί αυτοκράτορος Λέοντος ΙΙΙ τό 726, απαγόρευσε τήν λατρεία τών εικόνων, 8ο καί 9ο αιώνα, τό Μοναστήρι βρισκόταν υπό ισλαμική κατοχή καί έτσι η πολιτική τής Εικονομαχίας, τής καταστροφής τών εικόνων, άφησε τό Μοναστήρι ανεπηρέαστο.
       Τό ευεργετικό αποτέλεσμα ήταν τό Μοναστήρι νά έχη σήμερα στήν κατοχή του τίς μόνες υπάρχουσες εικόνες τού 5ου αιώνα. Μέ τήν αναστήλωση τών εικόνων τό 843 η παραγωγή ορθόδοξων βυζαντινών εικόνων ξαναάνθισε σέ όλον τόν βυζαντινό ορθόδοξο κόσμο. Μιά από τίς πλέον εντυπωσιακές εικόνες πού έχει τό Μοναστήρι είναι εκείνη πού απεικονίζει μοναχούς επάνω σέ μιά σκάλα μέ πολλά σκαλοπάτια, επιζητούντες νά φθάσουν σέ όσο τό δυνατόν ψηλότερα επίπεδα πνευματικότητας καί θέωσης, ένα γεγονός πού περιγράφει στό βιβλίο του ο σιναΐτης μοναχός, γνωστός ως άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος.
       Η σπουδαιότητα τού Μοναστηριού τής Αγίας Αικατερίνης οφείλεται όχι τόσο στήν αρχαιότητά του καί τήν πλούσια συλλογή εικόνων καί θρησκευτικών εκκλησιαστικών αντικειμένων, όσο γιά τήν Βιβλιοθήκη του. Η Βιβλιοθήκη του γνωστή ως «θεραπείον ψυχής» θεωρείται ως η πλουσιότερη στόν κόσμο σέ κατοχή πρώϊμων μεσαιωνικών χειρογράφων, μετά τό Βατικανό. Η συλλογή αυτή γίνεται μεγαλύτερη σέ αριθμό, διότι πολλά από τά 3.300 αρχαία χειρόγραφα πού έχει η Βιβλιοθήκη είναι παλίμψηστοι, δηλαδή χειρόγραφα (περγαμηνές), τών οποίων η αρχική γραφή είχε σβηστή, έτσι ώστε οι γραφείς σβήνοντας τήν αρχική γραφή νά μπορούν νά ξαναχρησιμοποιούν τήν πολύτιμη περγαμηνή (περγαμηνές ήταν δέρματα νεογνών κυρίως ζώων, τά οποία μετά από κατάλληλη επεξεργασία τά χρησιμοποιούσαν οι γραφείς γιά γράψιμο). Γιά νά χρησιμοποιηθή μιά περγαμηνή ξανά, τό αρχικό κείμενο έπρεπε νά σβηστή μέ ξύσιμο. (Η λέξη παλίμψηστο είναι σύνθετη από τήν λέξη πάλιν καί το ρήμα ψάω= εξαφανίζω διά ξυσίματος).
       Επιστήμονες καί ερευνητές σήμερα χάριν τών νέων μέσων ψηφιακής τεχνικής (spectral imaging an ultraviolet irradiation) έχουν τήν δυνατότητα νά εξαφανίσουν τήν ορατή γραφή καί νά αυξήσουν τήν ορατότητα τής αρχικής υποστρωματικής γραφής.
         Οπως μάς εξήγησε ο π. Ιουστίνος, μοναχός τού Μοναστηριού, πού ασχολείται γιά πολλά χρόνια τώρα μέ τήν αποκρυπτογράφηση τών χειρογράφων αυτών, υπάρχουν 3.300 χειρόγραφα στήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού από τά οποία τά 130 είναι παλίμψηστοι. Τά περισσότερα χειρόγραφα είναι γραμμένα σέ περισσότερες από δέκα γλώσσες, Ελληνικά, Αραμαϊκά, Κοπτικά, Αραβικά, κλπ.
Τά κείμενα τών χειρογράφων είναι κυρίως θεολογικά, αλλά υπάρχουν καί χειρόγραφα μέ ιστορικό καί επιστημονικό περιεχόμενο. Από τήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού προέρχονται δύο από τούς σπουδαιότερους καί γνωστότερους κώδικες τής αρχαιότητας: Ο Codex Syriakus, Συριακός Κώδικας καί ο Codex Sinaitikus, Σιναϊτικός Κώδικας, ο οποίος είναι ο αρχαιότερος καί ο μόνος υπάρχων κώδικας πού περιέχει ακέραιο τό αρχικό ελληνικό κείμενο τής Βίβλου.
       Ο Αρχιεπίσκοπος τού Μοναστηριού Δαμιανός καί οι ελληνικής καταγωγής μοναχοί του ενθαρρύνουν καί υποστηρίζουν τήν επιστημονική έρευνα τών χειρογράφων καί τών «παλίμψηστων, ελπίζοντες ότι η αποκρυπτογράφησή τους θά φέρη στό φώς μεγάλον αριθμό αγνώστων μέχρι τώρα κειμένων μεγάλης πολιτιστικής σπουδαιότητας.
         Χάρη στίς νέες επιστημονικές μεθόδους αποκρυπτογράφησης παλαιών χειρογράφων ερευνητές κατόρθωσαν νά ανακαλύψουν τά κείμενα από επτά μελέτες τού Αρχιμήδη από τίς οποίες «Η Μέθοδος» καί τό «Στομάχιον» δέν υπάρχουν σέ κανένα άλλο υπάρχον χειρόγραφο. Οι νέες μέθοδοι αποκρυπτογράφησης τών παλίμψηστων έχουν φέρει στό φώς όχι μόνον άγνωστες μέχρι τώρα μελέτες τού Αρχιμήδη, αλλά απεκάλυψαν καί άλλα αρχαία κείμενα, όπως λόγους τού αρχαίου Αθηναίου ρήτορα τού 4ου π. Χ. αιώνα Υπερίδη, κείμενα ιατρικού περιεχομένου τού Ιπποκράτη καί σχόλια τού 3ου μ.Χ. αιώνα πάνω στίς κατηγορίες τού Αριστοτέλη.
            Άς ευχόμαστε, ο Θεός νά δίνη πάντα δύναμη στούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά συνεχίσουν νά είναι αιώνιοι θεματοφύλακες τής Πολιτιστικής Ορθόδοξης Κληρονομιάς μας.

ΟΙ ΑΝΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ AΓΙΑ ΣΟΦΙΑ


 
 
              Ο ναός της Αγίας Σοφίας άσκησε μια παράξενη γοητεία στους ανθρώπους από τη μέρα που παραδόθηκε στη λατρεία του Θεού. Πρωτοχτίστηκε επί Μεγάλου Κων/νου ως ξυλόστεγη βασιλική, αλλά τον 4ο αι. καταστράφηκε για να ξαναχτιστεί το 415 πάλι ως ξυλόστεγη. Ο δεύτερος αυτός ναός κάηκε κατά τη ‘’στάση του Νίκα’’.Έτσι, ο Ιουστινιανός ανέθεσε την κατασκευή στους δύο αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο. Οι δύο αρχιτέκτονες εφάρμοσαν ένα νέο μεταβατικό ρυθμό τη βασιλική με τρούλο. Το χτίσιμο κράτησε πέντε χρόνια (532-537) και στο διάστημα αυτό χιλιάδες τεχνίτες και εργάτες δούλεψαν με σπάνια, πολύτιμα και δυσεύρετα υλικά που μεταφέρθηκαν από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ο κτήτωρ και εμπνευστής της Άγιας Σοφίας , ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός στα εγκαίνια της 27 Δεκεμβρίου 537 αναφώνησε ΄΄ Νενίκηκά σε Σολομών ΄΄.
      
               Οι σύγχρονοι της και εκείνοι που την έζησαν σαν λειτουργούντα χριστιανικό ναό , μέχρι την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453 την εξύμνησαν με τρόπο υπερβολικό πολλές φορές σαν να απευθύνονταν σε πρόσωπο και όχι σε κτίσμα. Κατά την άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή η Αγία Σοφία συλήθηκε από όλο το φορητό πλούτο της μέσα σε λίγες ώρες μετά την είσοδο των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη. Ο ναός μετετράπη σε τζαμί και στη διάρκεια των επόμενων αιώνων εσωτερικά προστέθηκαν τα κτίσματα εκείνα που θα εξυπηρετούσαν την ισλαμική λατρεία ενώ η πλούσια εικονογράφηση του καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό.
 
      
           

           Μια πρώτη αναθηματική παράσταση από αυτές που σώθηκαν συναντούμε την περίοδο μετά την Εικονομαχία στη κεντρική βασιλική πύλη:Σε κυκλική κόγχη ο ένθρονος Χριστός ευλογεί με το δεξί χέρι και κρατά ανοιχτό το Ευαγγέλιο στο αριστερό χέρι. Δεξιά και αριστερά μέσα σε κύκλους τα πρόσωπα της Παναγίας και του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ώστε να έχουμε τον τύπο της δέησης. Στα δεξιά του πεσμένος στα γόνατα ο Λέων Στ΄ ο Σοφός σε στάση μετάνοιας ή ο Θεόφιλος που λίγο πριν πεθάνει μετάνιωσε για τον ανηλεή διωγμό του κατά των εικόνων και η ευλαβής γυναίκα του, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, μοναδικός γνώστης της μετανοίας του , την φανέρωσε στον κόσμο με τούτο το ψηφιδωτό. Είναι πάντως περίεργο που δεν υπάρχει γραμμένο το όνομα του αυτοκράτορα όπως συνηθιζόταν.
           





                  Γύρω στα 1000 τοποθετείται η αναθηματική παράσταση των αυτοκρατόρων Ιουστινιανού και Μεγάλου Κων/νου στη νότια είσοδο του εσωνάρθηκα. Στο κέντρο εικονίζεται ένθρονη η Βρεφοκρατούσα Θεοτόκος. Στα άκρα όρθιοι , ο Ιουστινιανός που προσφέρει ομοίωμα του ναού και ο Κωνσταντίνος που προσφέρει ομοίωμα της περιτειχισμένης πόλης. Το ψηφιδωτό έγινε πιθανότατα στα χρόνια του Βασιλείου Β΄Βουλγαροκτόνου ο οποίος έτρεφε βαθύτατο σεβασμό στους δύο αυτοκράτορες και τους είχε πρότυπα.



































 
               Στην ανατολική πλευρά του νότιου υπερώου βρίσκεται η αναθηματική παράσταση των αυτοκρατορικού ζεύγους Κων/νου Μονομάχου και Ζωής (11ος αι) .Ο Κων/νος κρατεί στα χέρια του ένα αποκόμβιο (πουγγί) και το προσφέρει στο Χριστό. Ο Χριστός ένθρονος κρατεί με το αριστερό χέρι κλειστό Ευαγγέλιο και ευλογεί με το δεξί. Ο Χριστός ζωγραφίζεται σε μεγαλύτερο μέγεθος από πρόσωπα και κατ’ αυτόν τον τρόπο τηρούνται οι διαστάσεις και τα διάφορα μεγέθη ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο. Στην άλλη πλευρά ζωγραφίζεται η Ζωή προσφέροντας στον Χριστό τυλιγμένο ειλητάριο όπου περιέχονται οι δωρεές της στο ναό.



 
 
          


                 Στον ίδιο τοίχο τοποθετήθηκε και η αναθηματική παράσταση του αυτοκρατορικού ζεύγους Ιωάννη Β΄Κομνηνού και Ειρήνης (παράσταση χρονολογούμενη με ακρίβεια το 1118, ημερομηνία στέψεως του Ιωάννη Β΄Κομνηνού). Το αυτοκρατορικό ζεύγος βρίσκεται δεξιά και αριστερά της Παναγίας η οποία στέκεται όρθια και κράτα το μικρό Χριστό ευλογούντα. Το εντυπωσιακό στην παράσταση είναι η Ευσεβεστάτη Αυγούστα Ειρήνη που εικονίζεται με ολόξανθα μαλλιά και κάπως συνεσταλμένη (λίγο κόκκινο χρώμα στα μήλα των παρείων) αφού σαν Ουγγαρέζα δεν ήταν εξοικειωμένη με τη βυζαντινή αυλή. Προσφέρουν κι αυτοί αποκόμβιο με χρήματα και ειλητάριο με δωρεές.
             
              Μέσα από τη σύντομη παρουσίαση των αναθηματικών παραστάσεων του ναού της Αγίας Σοφίας ο καθένας μας μπορεί να διαπιστώσει τόσο τον πλούτο του εσωτερικού της διακόσμου , όσο και τις κυριότερες φάσεις που πέρασε η βυζαντινή ζωγραφική και η τέχνη της ψηφιδογραφίας.
 
                                                   Χαράλαμπος Στεργιούλης
 
                                       Υποψήφιος διδάκτωρ  Βυζαντινής Φιλολογίας
 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.Παλιούρας Α. , λήμμα Κωνσταντινούπολη, Πάπυρος
Λαρούς Μπριτάννικα , τομ. 37 , 130-133.
2.Σταθάκης Χαραλ. , Η Αγία του Θεού Σοφία.Το μυστικό
φως της Μεγάλης Εκκλησίας και το αρχιτεκτονικό του ένδυμα , εκδ.
Ίνδικτος , Αθήναι 1997


Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού

 
        
O θάνατος  του Αλέξιου Κομνηνού
του  Θάνου  Δασκαλοθανάση


                  Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και τόσο το ίδιο αληθινές.
               Στις 15 Αυγούστου 1118 πεθαίνει ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, που κατόρθωσε να αναστείλει την παρακμή του 11ου αιώνα και να οδηγήσει την αυτοκρατορία σε σταθερότητα παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον.
              Ο θάνατος του από βαριά αρρώστια ήταν τραγικός. Η ποδάγρα και η ραγδαία επιδείνωση της σε συνδυασμό με την κόπωση δεκαετιών οδήγησαν τον Αλέξιο Κομνηνό στον θάνατο. Ήδη το 1116 είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε ο Αλέξιος δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενάμιση χρόνο μετά τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με τον προσωπικό γιατρό του αυτοκράτορα, Νικόλαο Καλλικλή, είχε αρχίσει η μετάσταση. Η επιδείνωση ήταν ραγδαία σε βαθμό που ο Αλέξιος υποχρεωνόταν να παραμένει συνέχεια καθιστός. Φλεγμονές, οιδήματα και διάρροιες ταλαιπώρησαν τον αυτοκράτορα προκαλώντας του περιπλοκές και φριχτούς πόνους, έως ότου εξέπνευσε στις 15 Αυγούστου 1118.

                    Ακολουθούν δυο διηγήσεις για το θάνατό του:

                     Στην πρώτη, η κόρη του Αννα Κομνηνή, που τον υπεραγαπούσε και τον θαύμαζε, περιγραφεί στην <<Αλεξιάδα>>,συντετριμμένη, τις τελευταίες του στιγμές.
                   Στο δεύτερο απόσπασμα ο Ιωάννης Ζωναράς στηλιτεύει τη συνομωσία που εξυφαίνονταν στο παλάτι από την Άννα και την μητέρα της, για να μην ανεβεί στο θρόνο ο διάδοχος Ιωάννης αλλά ο σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος.Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τις παρατηρήσεις του τις έγραψε μετά το θάνατο του Αλέξιου, όταν είχε απολυθεί από το αξίωμα και πιθανότατα ήταν βαθιά χολωμένος.
              Τελικά το σχέδιο τους απέτυχε. Ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο μοναστήρι των Μαγγάνων,όπου βρισκόταν ο πατέρας του και πήρε το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι από το χέρι του λίγες ώρες πριν πεθάνει.
                 Τα δυο αποσπάσματα φαίνονται αντίθετα το ένα προς το άλλο. Κι όμως και τα δυο έχουν βάση αλήθειας. Για να κατανοήσουμε κάποιες καταστάσεις, πρέπει να υπεισέλθουμε στη ψυχολογία των ηρώων της εποχής, να γνωρίσουμε την ιδεολογία τους έτσι όπως προσδιορίζεται από το ρόλο τους μέσα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ο κόσμος του Βυζαντίου είναι ένας κόσμος των αντιθέσεων, του μεγαλείου αλλά και της παρακμής, θαυμαστός αλλά και παράξενος, γι΄ αυτό και συναρπαστικός.
                Ο Αλέξιος βέβαια τελικά ετάφη στη Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη με τις τιμές που του άρμοζαν.
 
 
 
Τι γράφει η Άννα Κομνηνή στην <<Αλεξιάδα>>
 
                <<Άφησα το χέρι του αυτοκράτορα και στράφηκα προς τη βασίλισσα. Και πάλι του έπιασα τον καρπό… ασφυξία. Εκείνη με σκουντούσε συνεχώς θέλοντας να μάθει πως ήταν ο σφυγμός του. Τον άγγιξα πάλι, κατάλαβα ότι κάθε δύναμη ζωής είχε χαθεί κι ο σφυγμός είχε σβήσει εντελώς. Έσκυψα τότε το κεφάλι, χωρίς μιλιά, παγωμένη σαν σε όνειρο, και, σκεπάζοντας με τα δυο μου χέρια τα μάτια μου, τραβήχτηκα πίσω κι άρχισα να θρηνώ.
               Κι εκείνη κατάλαβε αμέσως και γέμισε τον αέρα με την κραυγή της. Αλλά πώς να παραστήσω το πένθος που κυρίευσε όλη την οικουμένη, πώς να θρηνήσω για το δικό μου πόνο; Απόθεσε η βασίλισσα τη βασιλική καλύπτρα κι έπειτα πήρε ένα ξυράφι κι έκοψε σύρριζα τα μαλλιά της. Πέταξε από τα πόδια της τα ερυθρά σανδάλια και ζήτησε να της φέρουν τα συνήθη μαύρα. Ακόμα και το πεορφυρό της ένδυμα ήθελε ν΄ αλλάξει, μα δεν είχε πρόχειρο κανένα μαύρο. Η Τρίτη σδελφή μου, που είχε δοκιμάσει την πίκρα της χηρείας, της έδωσε ένα μαύρο, το φόρεσε η βασίλισσα και σκέπασε το κεφάλι της με μια απλή μαύρη μαντίλα.
             Ο βασιλιάς είχε παραδώσει στο Θεό την άγια ψυχή του και για μένα βασίλεψε ο ήλιος… όσοι δεν είχαν χάσει τη φωνή τους από τον πόνο, θρηνούσαν… Όσο για μένα, ακόμα και τώρα αμφιβάλλω αν βρίσκομαι στη ζωή, αν στ΄ αλήθεια γράφω και μνημονεύω το θάνατο του αυτοκράτορα κι αγγίζω τα μάτια μου για να βεβαιωθώ πως δεν είναι όνειρο, όσα τώρα διηγούμαι. Μα κι όνειρο να μην είναι, είναι παραίσθηση, μπορεί να ΄χω τρελαθεί και μου συμβαίνουν πράγματα τερατώδη κι αλλόκοτα. Πώς αφού χάθηκε εκείνος, εγώ βρίσκομαι στη ζωή; Πώς δεν παρέδωσα μαζί με αυτόν την ψυχή μου, πώς δεν έπεσα από ψηλά να σκοτωθώ; Μα όπως λέει ο τραγικός ποιητής << Δεν υπάρχει πόνος και θεόσταλτη συμφορά, που δε θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος της>> ( Ευριπίδου, Ορέστης) .
             Για αυτό ο Θεός έστειλε σε μένα τις μεγαλύτερες συμφορές: έχασα έναν τέτοιο φωστήρα της οικουμένης, το Μέγα Αλέξιο. Έσβησε ύστερα το πιο μεγάλο λυχνάρι ή μάλλον η σελήνη η πάμφωτη, η Ειρήνη η βασίλισσα. Κι όμως ζω κι αναπνέω…>>.


 

Τι γράφει ο Ιωάννης Ζωναράς, χρονογράφος, νομικός και θεολόγος για το θάνατο του μεγάλου Κομνηνού:
Ο νόμιμος κληρονόμος του αυτοκράτορα,
ο Ιωάννης, έμεινε κλειδαραμπαρωμένος στο
Ιερόν Παλάτιον με την σφραγίδα της εξουσίας,
και η πρωτότοκη Άννα, η καισάρισσα, ωρύονταν,
και η θεοσεβούμενη Ειρήνη Δούκαινα η Αυγούστα,καταριόταν,
και άπλυτος ο Αλέξιος ο Πρώτος ο Κομνηνός,
παρατημένος Δεκαπενταύγουστο στο ανάκτορο του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων,
σ΄ένα δωμάτιο στον πέμπτο όροφο, ούτε τον νεκροστόλισαν
ούτε τον έψαλαν, όπως του άξιζε, μ΄ένα σκουφάκι μόνον κόκκινο στην κεφαλή,
έξελθε, βασιλεύ, ο Βασιλεύς των βασιλέων,
ο Άρχων του κόσμου σε καλεί,
ο Άρχων των αρχόντων, μάταιε, σε αναμένει.


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

"ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΛΙΜΝΗ, Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ"

 
 
 
αναδημοσίευση απο την καστοριανή εφημερίδα "Οδός¨
            Ας δούμε τι γράφει στην "Αλεξιάδα" για τις οχυρώσεις της Καστοριάς η Άννα Κομνηνή. Η κόρη του Αλεξίου Κομνηνού είναι αυτή που μας δίνει πολλές πληροφορίες για την Καστοριά του 1083 μ.Χ. όταν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα πήγαν εκεί, ηλθαν στην πολιτεία της λίμνης να διώξουν τους Νορμανδούς και να ελευθερώσουν την πρωτεύουσα πόλη της Άνω Μακεδονίας.
        
«...Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω (γράφει η Άννα Κομνηνή) ο Βρυέννιος κατείχε την Καστορία. Ο αυτοκράτορας αποφασισμένος να τον διώξει από εκεί, ανακαταλαμβάνοντας την πόλη, κάλεσε πάλι κοντά του τους στρατιώτες του κι αφού τους εξόπλισε με ισχυρότατα όπλα, κατάλληλα για τειχομαχία και για μάχες ή μικροσυμπλοκές έξω από τα τείχη, πήρε την άγουσα προς το φρούριο.
Ιδού πως είναι η τοποθεσία:
Υπάρχει μία λίμνη η λεγόμενη της Καστορίας, μέσα στην οποία μπαίνει μία προεξοχή της στεριάς, που διευρύνεται στην άκρη της καταλήγοντας σε πετρώδη λόφο. Γύρω από την προεξοχή είναι οικοδομημένοι πύργοι και μεσοπύργια εν είδη φρουρίου, το οποίο και ονομάζεται Καστορία».
 
"ΠΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΜΕΣΟΠΥΡΓΙΑ
ΩΚΟΔΟΜΗΝΤΑΙ"
 
             Ας συνεχίσουμε λίγο με την Άννα Κομνηνή και με την "Αλεξιάδα" της. Έχει ενδιαφέρον για τα κάστρα της Καστοριάς να δώσουμε ολόκληρο το κείμενο που αφορά αυτήν την πολιορκία. Μέσα απ' αυτήν την διήγηση φαίνεται όλο το οχυρωματικό σύστημα της πολιτείας και παρουσιάζεται σχεδόν ως απόρθητον.
 
«Περί δε το τράχηλον
και πύργοι και μεσοπύργια ωκοδόμηνται,
κάστρον δίκην διόπερ και Καστορία ονομάζεται».
 
             Αποδίδοντας το κείμενο σε νεοελληνική μετάφραση, συνεχίζουμε:
«Όταν έφτασε εκεί ο αυτοκράτορας, θεώρησε σκόπιμο να επιχειρήσει αρχικά επίθεση με ελεπόλεις κατά των πύργων και μεσοπυργίων. Επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πλησιάσουν οι στρατιώτες τα τείχη, παρά ξεκινώντας από κάποιο ορμητήριο, πρώτα έστησε το στρατόπεδό του κι έπειτα κατασκεύασε ξύλινους πύργους και τους έδεσε μεταξύ τους με σιδερένιες αλυσίδες. Εξορμώντας απ' αυτούς, σαν από κάποιο φρούριο, έδινε τις μάχες κατά των Κελτών.
Τις ελεπόλεις και τα πετροβόλα μηχανήματα τα τοποθέτησαν έξω από το τείχος κι άρχισε να μάχεται νύχτα και μέρα ώσπου προξένησε ρωγμές στον περίβολο του τείχους. Επειδή όμως οι πολιορκημένοι αντιστέκονταν σθεναρά, καθώς δεν μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό του, πήρε μία απόφαση γενναία και συνάμα συνετή».

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
 
           Για να δούμε την απόφαση του Αλεξίου Κομνηνού, όπως μας την περιγράφει η κόρη του:
 
«Θέλησε (ο πατέρας μου) να μπάσει μερικούς γενναίους στην λίμνη επιβιβάζοντάς τους σε πλοία και να πλήξει τους Κέλτες από δύο μεριές, από την στεριά και από την λίμνη. Πλοία όμως δεν είχε κι έτσι φόρτωσε μερικές βάρκες σαν αμάξια και τις έριξεστην λίμνη από ένα μικρό μόλο...
Επιβίβασε στις βάρκες τον Γεώργιο Παλαιολόγο με μία ομάδα επίλεκτων πολεμιστών και τον πρόσταξε να αποβιβασθεί στους πρόποδες του λόφου, παραγγέλνοντάς του, μόλις θα έβλεπε το συμφωνημένο σύνθημα, για να τραβήξει προς την κορυφή των λόφων, στα νώτα των εχθρών. Του είπε ν' ακολουθήσει τον πιο ασύχναστο, αλλά και συντομότερο δρόμο. Όταν θα έβλεπε ότι ο αυτοκράτορας είχε αρχίσει την μάχη από την στεριά , να σπεύσει κι αυτός μ' όλες του τις δυνάμεις, ώστε οι εχθροί, μη μπορώντας να πολεμούν συγχρόνως σε δύο μέρη, να χαλαρώσουν την ένταση της μάχης στο ένα απ' τα δύο κι έτσι να καταστεί εύκολη στο σημείο εκείνο, η νίκη των Ρωμιών (Ελλήνων)».
 
              Έχει μία γλαφυρότητα η περιγραφή της απελευθέρωσης της Καστοριάς από τους Νορμανδούς, ένα χρονικό που μας δίνει η Άννα Κομνηνή για τον Αλέξιο Α', τον πατέρα της. Όλο αυτό το κόλπο, όλο αυτό το στρατήγημα από την λίμνη και το βουνό, ήταν η παράκαμψη των ισχυρών οχυρώσεων του ισθμού και του λαιμού της Καστοριάς.
 

Αναπαράσταση της Απελευθέρωσης της Καστοριάς: Aλέξιος Κομνηνός και Γεώργιος Παλαιολόγος
 
ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ
ΑΛΛΑΞΑΝ
 
            Όλο το χρονικό της Άννας Κομνηνής είναι μία αναφορά στα ισχυρά τείχη, στης Καστοριάς το κάστρον. Ας συνεχίσουμε μ' αυτό το χρονικό.
 
«Ο Γεώργιος Παλαιολόγος πράγματι πήγε τις βάρκες στους πρόποδες του εν λόγω λόφου και στάθηκε εκεί οπλισμένος. Προηγουμένως είχε τοποθετήσει στο ύψωμα ένα φρούριο με σκοπό μόλις δει το (αυτοκρατορικό) σύνθημα να του το διαβιβάσει αμέσως.
Χάραξε πια η μέρα όταν οι στρατιώτες του αυτοκράτορα αλάλαξαν και όρμησαν από την στεριά στην μάχη εναντίον των Λατίνων. Ο φρουρός είδε το σύνθημα και ειδοποίησε αμέσως τον Παλαιολόγο. Αυτοστιγμεί εκείνος βρέθηκε με τους δικούς του στην κορυφή του λόφου και παρατάχθηκε έτοιμος για μάχη.
Ο Βρυέννιος που έβλεπε τους πολιορκητές έξω από τα τείχη και τον Παλαιολόγο να στέκεται απειλητικός στο άλλο μέρος ούτε τότε δεν είπε να παραδοθεί, αλλά πρόσταξε τους κόμητες ν' αντιπαραταχθούν με όποιο τρόπο μπορούσαν
».
 
                Η Άννα Κομνηνή κάνει την καλύτερη περιγραφή των κάστρων της Καστοριάς, τα οποία και τα θεωρεί απόρθητα. Αυτή η αναφορά, το στρατήγημα του Αλεξίου και το ίδιο το πολεμικό γεγονός, αφορούσε την διάσπαση από τους Έλληνες των οχυρώσεων του λαιμού.
 

 
 
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Ο ΑΥΛΩΝΑΣ
            Όταν οι Λατίνοι είδαν την εις βάρος τους κατάσταση έχασαν το ηθικό τους. Να πώς συνεχίζει την περιγραφή η Άννα Κομνηνή:
 
«Οι κόμητες του φέρθηκαν (του Βρυεννίου) με αναίδεια.
-Βλέπεις το ένα κακό φέρνει το άλλο, του είπαν μερικοί.
-Έχει λοιπόν ο καθένας το δικαίωμα να επιδιώξει την σωτηρία του. Άλλο να προσχωρήσει στον αυτοκράτορα και άλλος να πάρει τον δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα του.
             Κι αυτά τα λόγια τα έκαναν πράξη.
           Ζήτησαν από τον αυτοκράτορα να στήσει μία σημαία κοντά στον ναό του μεγαλομάρτυρα Γεωργίου και μία άλλη στον δρόμο προς τον Αυλώνα.
Του είπαν:
-Όσοι από μας θέλουν να υπηρετήσουν την μεγαλειότητά σου θα κατευθυνθούν στην σημαία κοντά στον Άγιο Γεώργιο.
Όσοι θέλουν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, θα πάνε στην σημαία που βρίσκεται στον δρόμο του Αυλώνα. Και λέγοντας αυτά, προσχώρησαν παρευθύς στον αυτοκράτορα».
Οκτώβριος 1083 μ.Χ.
 
           Εδώ τελειώνει την διήγησή της η Άννα Κομνηνή, βεβαιώνοντας όλους τους νεώτερους ιστορικούς αναλυτές ότι η Καστοριά ήταν η πολιτεία των κάστρων και κατείχε πρωτεύουσα θέση στην Άνω Μακεδονία.
 
 
ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΑ
ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ
 
            Θα ήθελα τώρα να κάνω ένα γενικότερο σχόλιο, ένα σχόλιο που αφορά τον πολιτισμικό στίγμα εκείνης της εποχής.
           Η περίοδος των Κομνηνών και η περίοδος και των Παλαιολόγων ήταν καθοριστική για την είσοδο της Καστοριάς και της Άνω Μακεδονίας στην εποχή του σύγχρονου ελληνισμού.
           Η πολιτεία της λίμνης -ας μου επιτραπεί ένας παραλληλισμός- έπαιξε στην Άνω Μακεδονία, τον ρόλο που έπαιξε ο Μυστράς στην Πελοπόννησο και στην νότια Ελλάδα.
            Εδώ στην Καστοριά γίνεται ένα θαύμα:
           Γίνεται ένας αγώνας, ένας πόλεμος ανάμεσα στον γηρασμένο μεσαιωνικό ελληνισμό και στην νεωτερικότητα, στο νεώτερο πνεύμα των καιρών εκείνων. Κι αυτός ο αγώνας γίνεται μέσα από πολλές περιπέτειες, από πολύπλοκες πολιτισμικές εκφάνσεις και δίνει το φως στην πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα αυτών εδώ των κειμένων.
Θα δούμε πολλά πράγματα και πολλά θαύματα που έγιναν στην λαμπρή ιδιαίτερη πατρίδα μας. Θα δούμε την βλοσυρότητα και τον εικονογραφικό φανατισμό να ξεπερνιούνται και την θέση τους να παίρνουν ωραίες μορφές στις τοιχογραφίες και τις φορητές εικόνες που ατενίζουν τον πιστό με γλυκύτητα και κατανόηση.
          Η Καστοριά, ευρισκόμενη στο κέντρο της Άνω Μακεδονίας, στο δυτικό άκρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας γίνεται φυτώριο της νέας τέχνης, η οποία είναι ορμητική, φωτεινή κι επαναστατική και η ακτινοβολία της απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις.
               Σε πολλά μνημεία της Καστοριάς της εποχής εκείνης, στον Ταξιάρχη, στον Άγιο Ανδρέα, στον Άγιο Στέφανο, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εμφάνιση αυτής της πρωτοποριακής τέχνης. Αλλά ο Άγιος Αθανάσιος της Μητροπόλεως είναι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα σημεία αναφοράς της. Οι ωραίοι ξανθοί άγιοι, σαν νέοι Απόλλωνες, με το φιλικό τους βλέμμα, αντιπροσωπεύουν όχι πλέον την άρνηση της ζωής, αλλά την κατάφαση. Είναι ανθρώπινες αξίες, περιβεβλημένες το φωτοστέφανο της εξιδανίκευσης, που θα αποτελέσουν αργότερα τις θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής αναγέννησης. Η εποχή αυτή μπολιάζει τον αρχαίο ελληνικό ρυθμό, την αγιότητα της ύστερης αρχαιότητας και της μέσης εποχής, με τον ρυθμό της νέας εποχής, μίας εποχής που γίνεται αφετηρία της γέννησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ενός πολιτισμού με συστατικό στοιχείο την ελευθερία και την χαρά της ζωής.
 
"ΤΕΙΧΗ ΜΟΝΟΝ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΞΗΡΑΝ"
 
              Ας γυρίσουμε όμως στης Καστοριάς το κάστρον.
            Η Άννα Κομνηνή στην "Αλεξιάδα" της, αρκετούς αιώνες μετά από τον Προκόπιο, τονίζει ότι μόνο στον λαιμό της χερσονήσου υπήρχαν πύργοι και μεσοπύργια, συγκροτώντας την μορφή του κάστρου.
               Στο ίδιο συμπέρασμα και με βάση το κείμενο της Άννας Κομνηνής φαίνεται να καταλήγει κι ο Αντώνιος Κεραμόπουλος, ο οποίος μας λέει:
               «Ώστε είχε (τότε) τείχη μόνο προς την ξηράν επί του τραχήλου της χερσονήσου». Το ίδιο βεβαιώνει κι ιστοριοδίφης Παντελής Τσαμίσης: «Η χερσόνησος στεφανούται υπό του έμπροσθεν αυτής τείχους και όπισθεν υπό αποτόμων βράχων ασφαλεστέρων και αυτών των τειχών».
              
               Από την ανακατάληψη της Καστοριάς από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό, το φθινόπωρο του 1083, άρχισε για την πόλη ένα διάστημα μακροχρόνιας ειρήνης κι ευημερίας. Οι αυθέντες της, δηλαδή οι βυζαντινοί στρατηγοί-διοικητές, φροντίζοντας τις οχυρώσεις της απέκρουαν κάθε επιδρομή και κάθε λεηλασία. Οι Νορμανδοί ξαναπέρασαν από την Καστοριά τον Δεκέμβριο του 1096, αλλά οι Καστοριανοί αρνήθηκαν να τους φιλοξενήσουν.


Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

ΣΟΥΡΟΥΠΟ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ

 
 
 

Συνεσίου μοναχοῦ

Ἱ. Ἡσυχ. Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου


               Σούρουπο στή Βασιλεύουσα. Ὁ ἥλιος τρέχει νά κρυφτεῖ πίσω ἀπό τά γερασμένα Θεοδοσιανά τείχη καί νά βασιλέψει ὁλοπόρφυρος στήν ἀπέραντη θρακική πεδιάδα. Τό πρόγραμμα τῶν ξεναγήσεων ἔχει τελειώσει καί οἱ προσκυνητές ἔχουν σκορπίσει κατά παρέες στήν ἀγορά γιά ψώνια και βραδυνό φαγητό.

              Ἡ δική μας συντροφιά -ἑπτά ψυχές- βαδίζει στήν παλιά Κωνσταντινούπολη ψάχνοντας μέσα στήν σύγχρονη πόλη τῶν 15 ἑκατομμυρίων κάποια λείψανα τῆς βυζαντινῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων. Ἀπόψε, τελευταία νύχτατοῦ προσκυνήματος, θά ἐπιχειρούσαμε να βρεθοῦμε σέ κάποιες βυζαντινές, χιλιόχρονες καί πλέον ἐκκλησιές, πού στέκουν ἀκόμα ξεχασμένες ἀπό τόν χρόνο ἀλλά δυστυχῶς καί ἀπό τούς Ἕλληνες ἐπισκέπτες τῆς Πόλης.

             Περνᾶμε ἕναν κεντρικό δρόμο καί στρίβουμε ἀριστερά σ᾽ ἕνα μικρότερο. Μπροστά μας ὀρθώνεται ἕνα μεγάλο τέμενος, πού φέρει ἐξωτερικά τά γνωρίσματα ἑνός καθολικοῦ Μονῆς ἐκτός ἀπό τόν Σταυρό, πού ἀπουσιάζει ἐδῶ καί κάποιους αἰῶνες ἀπό τόν τροῦλλο του. …

            Προχωροῦμε καί ζητᾶμε ἀπό τόν χότζα την ἄδεια νά μποῦμε μέσα. Ἐκεῖνος πρόθυμος και φιλικός μᾶς καλωσορίζει καί μᾶς ἐπιτρέπει την εἴσοδο. Παράλληλα μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι ἐδῶ ἦταν στά βυζαντινά χρόνια ἡ περίφημη μονή τοῦ Ἀκαταλήπτου. Ὅμως ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς πλησιάζει γιά τούς πιστούς μουσουλμάνους· ὁ χότζας μᾶς ἀφήνει καί ντυμένος μέ τήν ἐπίσημη στολή του μπαίνει στό ἐσωτερικό και ἀρχίζει τό ναμάζι [Ναμάζι <(τουρκ.) namaz (ναμάζ) = προσευχή τῶν μουσουλμάνων με γονυκλισίες]. Κοντά του συγκεντρώνονται καμιά δεκαριά ἄνδρες πού ἐπαναλαμβάνουν κάποιες προσευχές καί γονατίζουν ὅταν αὐτός δίνει τό παράγγελμα.

           ᾽Εμεῖς, ἀνυπόδητοι καί σιωπηλοί περιεργαζόμαστε ἐσωτερικά τό τέμενος ψάχνοντας ἐπίμονα στούς τοίχους καί στίς ἁψίδες κάποια σπαράγματα τοιχογραφίας ἤ ψηφιδωτοῦ. Τίποτε ὅμως δέν διακρίνουμε, μιᾶς καί ὁ σοβάς ἔχει ξυθεῖ μαζί μέ τίς ἁγιογραφίες, πού εἶχε ἱστορημένες πάνω του (τό ἀνεικονικό ἰσλάμ ἀπαγορεύει αὐστηρά τήν ἀποτύπωση τῆς μορφῆς τοῦ Θεοῦ καί τῶν προφητῶν Του). Μόνο στήν ἁψίδα τῆς κεντρικῆς εἰσόδου ἀπό τή λιτή στόν κυρίως ναό, διακρίνουμε ἴχνη ἀπό φρέσκο. Οἱ μορφές δέν εἶναι δυνατόν να ἀναγνωριστοῦν.
 

           Βγαίνουμε ἀπό τό τζαμί, χωρίς νά ἔχουμε ἱκανοποιήσει τήν ἐπιθυμία μας νά ἀνακαλύψουμε κάτι τό μοναδικό ἀπό τά χρόνια τῆς δόξης τοῦ Βυζαντίου. Καθώς στεκόμαστε στην αὐλή τοῦ τεμένους παρατηροῦμε συμμετρικά πρός τό κεντρικό κτίσμα οἰκοδομήματα πού θά μποροῦσαν νά εἶναι τά παρεκκλήσια τοῦ καθολικοῦ.

              Καθώς ἔχει ἤδη νυχτώσει γιά τά καλά, προχωροῦμε στ᾽ ἀριστερά καί μπαίνουμε σ᾽ ἕναν κῆπο μέ δένδρα, ὅπου ὑπάρχουν πολλά χαλάσματα ἀτάκτως ἐρριμμένα, ποιός ξέρει ἀπό πότε. Μάρμαρα λαξευμένα, κιονόκρανα, σπασμένες κολόνες, πέτρες καί ἕνας τοῖχος στή βόρεια πλευρά τοῦ κήπου ἀλλοῦ γκρεμισμένος ἀλλοῦ γερός. Ἦταν σάν νά μπήκαμε σέ μιάν ἄλλη ἐποχή. Λίγα βήματα πίσω μας ἦταν ἡ Πόλη τοῦ 21ου αἰώνα κι ὅμως σ᾽ ἐκεῖνο τόν χῶρο νιώθαμε ὅτι ὁ χρόνος εἶχε σταματήσει νά μετρᾶ. Μέ ἀρκετό δισταγμό καί με κάποιο φόβο, μήπως κανείς μᾶς σταματήσει, μπαίνουμε μέσα στά χαλάσματα καί προχωροῦμε στό βάθος ὅπου φαίνεται μιά πόρτα μέ σιδεριά. Μήπως εἶναι τό παρεκκλήσι; Ἀφοῦ διασχίσουμε τόν κῆπο τῶν ἐρειπίων φθάνουμε στήν κλειδωμένη πόρτα. Τό παράθυρό της δέν ἔχει τζάμι καί στό ἀμυδρό φῶς μποροῦμε νά διακρίνουμε τό ἐσωτερικό. Πράγματι φαίνεται νά εἶναι ἕνα ἀπό τά παρεκκλήσια τοῦ καθολικοῦ. Δέν φαίνονται ὅμως σ᾽ αὐτό οὔτε τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτά, ὅπως φανταζόμασταν, παρά μόνον εἴδη καθαριότητος, κάδοι ἀπορριμμάτων, σκοῦπες, φαράσια, στολές ὁδοκαθαριστῶν…

          Ἐπιστρέφουμε κάπως ἀπογοητευμένοι, ἀλλά κάτι δέν μᾶς ἀφήνει νά ἐγκαταλείψουμε ἀκόμα τό μέρος ἐκεῖνο. Ψάχνουμε μέσα στα χαλάσματα. Σταματᾶμε σέ μιά μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, ἀκουμπισμένη σ᾽ ἕνα πεζούλι. Εἶναι ἄραγε τό θωράκιο τοῦ παλαιοῦ τέμπλου; Ἔχει κάπου ἀνάγλυφους σταυρούς καί ἄλλα σύμβολα χριστιανικά; Σέ λίγο δέν θ᾽ ἀργήσουμε νά καταλάβουμε ὅτι τό μάρμαρο αὐτό εἶναι Ἁγία Τράπεζα. Φαίνεται καθαρά ἡ θήκη τῶν ἐγκαινίων ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει τό πῶμα καί φυσικά τό περιεχόμενό της. Ἐκεῖ λυγίζουμε καθώς αἰσθανόμαστε ὅτι βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ ἕνα συλημένο ἅγιο Θυσιαστήριο, σ᾽ ἕνα ἀπό τά τόσα πού βεβηλώθηκαν καί καταστράφηκαν μετά τήν Ἅλωση. Συγκλονισμένοι ἀσπαζόμαστε τό ἄκρο της.
 

Παναγία Κυριώτισσα

           Βγαίνουμε ἀπό τόν κῆπο καί ἐπιστρέφουμε στό τζαμί. Θέλουμε νά παρακαλέσουμε Τον καλόκαρδο χότζα νά μᾶς ἀνοίξει τό δεξί παρεκκλήσι, τήν εἴσοδο τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἤδη ἐντοπίσει ἀνάμεσα σέ χόρτα καί θάμνους στην ἄλλη πλευρά τοῦ τεμένους. Ἐκεῖνος παίρνει τά κλειδιά κι ἐμεῖς τόν ἀκολουθοῦμε μέ δέος καί μ᾽ ἐλπίδα. Διασχίζουμε πάλι ἕναν ἄλλο κῆπο με λιγότερα χαλάσματα καί φθάνουμε στή σιδερένια πόρτα. Στό σημεῖο αὐτό πέφτει ἐξωτερικά τό φῶς ἑνός προβολέα, ἀλλά τό ἐσωτερικό τοῦ παρεκκλησίου παραμένει σκοτεινό. Ἔχει πολλούς μικρούς χώρους, κόγχες, ἁψίδες· ἰδανικός τόπος γιά μιά ἀγρυπνία!

           Ὁ ὁδηγός μᾶς δείχνει ἕναν τάφο, ἀλλά τά λίγα του ἀγγλικά δέν τοῦ ἐπιτρέπουν νά μᾶς ἐξηγήσει περισσότερα. Μᾶς ἐπιτρέπει ὅμως νά φωτογραφίσουμε, καθώς μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή στά σημεῖα πού ὑπάρχουν σπαράγματα τοιχογραφίας-φρέσκο, ὅπως το ἀποκαλεῖ. Στό φλάς τῆς φωτογραφικῆς μηχανῆς διακρίνουμε πράγματι λίγες ἁγιογραφίες διατηρημένες σέ πολύ καλύτερη κατάσταση ἀπ᾽ αὐτές τοῦ Καθολικοῦ. Σέ μια κόγχη ἡ παράσταση τῆς Θεοτόκου ‒στόν τύπο τῆς Πλατυτέρας‒ καί ἑκατέρωθεν αὐτῆς ἡ ἐπιγραφή Παναγία ἡ Κυριώτισσα.

          Προσκυνοῦμε τήν τοιχογραφία τῆς Παναγίας, μουρμουρίζοντας τό «Ἂξιόν ἐστί». Σέ λίγο βγαίνουμε ἀπό τό κατανυκτικό παρεκκλήσι καί ὁ χότζας κλειδώνει πάλι τή σκουριασμένη κλειδαριά. Μᾶς λέει ὅτι αὔριο θά μπορούσαμε νά ἐρχόμασταν ὅλοι οἱ προσκυνητές νά δοῦμε τό μνημεῖο αὐτό. Εὐχαριστοῦμε καί φεύγουμε ἀλλά δέν μᾶς κάνει καρδιά νά γυρίσουμε στο ξενοδοχεῖο. Τελευταῖο βράδυ στήν Πόλη και θά θέλαμε νά ζήσουμε καί ἄλλα μυστικά της.
 

        Παίρνουμε τώρα βόρεια κατεύθυνση συνεχίζοντας τήν πορεία μας στίς παλιές γειτονιές. Κάπου περνοῦμε κάτω ἀπό μιά καμάρα τῶν βυζαντινῶν χρόνων, ἐρείπιο πού στέκει ἀκόμη. Δίπλα της ἕνα θεόρατο πλατάνι. Τώρα τά φῶτα λιγοστεύουν καί ἡ περιοχή μοιάζει μέ ἀπόμερη συνοικία. Σέ μιά ἀνοιχτωσιά μέσα στό μισοσκόταδο μερικά παιδιά παίζουν μπάλα. Στό τέλος τοῦ μικροῦ δρόμου, πού διασχίζουμε, στρίβουμε σ᾽ ἕνα σοκάκι καί βρισκόμαστε μπροστά σέ μιά μικρή ἀλλά πανέμορφη καί ἄριστα διατηρημένη, ἐξωτερικά τουλάχιστον, βυζαντινή ἐκκλησία. Ἕνα κομψοτέχνημα μέ τόν κεντρικό της τροῦλλο, τούς τρεῖς μικρότερους τρούλλους στόν νάρθηκα καί τά δύο παρεκκλήσια ἐνσωματωμένα στό ὅλο κτίσμα. Ἐσωτερικά ὅμως καί αὐτή ἡ ἐκκλησούλα εἶναι τέμενος μουσουλμανικό. Ἐν τούτοις βλέπουμε μέ ἔκπληξη χριστιανικά σύμβολα νά μᾶς ὑποδέχονται, ἀνάγλυφα στις ἐντοιχισμένες μαρμάρινες πλάκες ἑκατέρωθεν τῆς κεντρικῆς εἰσόδου.

        Ἡ ὥρα εἶναι περασμένη καί ἡ πόρτα κλειστή. Ὅμως κάποιος φαίνεται νά εἶναι μέσα καί ἐμεῖς παίρνουμε τό θάρρος καί χτυπᾶμε νά μᾶς ἀνοίξει. Εἶναι ὁ χότζας τοῦ τεμένους, ὄχι τόσο πρόσχαρος ὅσο ὁ προηγούμενος, και σπεύδει νά μᾶς δείξει τό φρέσκο στόν δεξιό τροῦλλο τοῦ νάρθηκα. Στό περιορισμένο φῶς βλέπουμε τόν Χριστό Παντοκράτορα στό κέντρο τοῦ θόλου καί γύρω Του μιά χορεία Ἁγίων. Ὁ μεσαῖος τροῦλλος καί ὁ ἀριστερός εἶναι σοβατισμένοι ἐσωτερικά. Στόν κυρίως ναό δεν ὑπάρχει τίποτα πού νά θυμίζει τό βυζαντινό παρελθόν τοῦ κτίσματος αὐτοῦ, παρά μόνο μερικά κιονόκρανα κορινθιακοῦ ρυθμοῦ. Το παρεκκλήσι στά δεξιά χρησιμεύει σάν ἀποθήκη· εἶναι κλειστό. Στ᾽ ἀριστερά, τό ἄλλο παρεκκλήσι εἶναι ἀνοιχτό καί φωτισμένο. Ἔχει μετατραπεῖ σέ… ἀποχωρητήριο, τρεῖς τουαλέτες στή σειρά, στο χῶρο πού κάποτε ἦταν το ἅγιο Βῆμα… Κάπου ἐκεῖ μιά πορτούλα, καί μιά στενή, σχεδόν κρυφή σκάλα, πού ὁδηγεῖ ψηλά σ᾽ ἕνα δωματιάκι.

         – Ἐκεῖ ἔμενε ὁ παπάς, μᾶς ἐξηγεῖ ὁ χότζας και προσθέτει μέ τά σπασμένα του ἀγγλικά: βυζάνς ἁγιάσμα, δείχνοντάς μας μιά πέτρινη ὑδρία στον νάρθηκα γεμάτη μέ νερό. Τί νά εἶναι ἄραγε αὐτό; Φιάλη ἁγιασμοῦ ἀπό τά βυζαντινά χρόνια, πού ἔχει ἀλλάξει χρήση καί χρησιμεύει γιά τό πλύσιμο τῶν πιστῶν τοῦ Ἀλλάχ πρίν το ναμάζι τους;Εὐχαριστοῦμε τόν χότζα, ζητώντας συγγνώμη γιά τή βραδινή ἐνόχληση καί πᾶμε να φύγουμε. Στήν ἔξοδο τοῦ τεμένους ἔχει τοποθετηθεῖ ἕνα πανεράκι καί μᾶς ζητεῖται νά ρίξουμε ἐκεῖ ὅ,τι ἔχουμε εὐχαρίστηση. Βγαίνουμε καί παίρνουμε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Εἶναι ἤδη ἀργά ἀλλά δέν βιαζόμαστε νά γυρίσουμε. Στόν ψυχικό μας κόσμο ἀνάμεικτα τά συναισθήματα, ἰδίως αὐτῶν πού ἔρχονταν για πρώτη φορά στήν παλιά Κωνσταντινούπολη. Καθένας ἀναλογίζεται τά ὅσα εἶδε ἀπόψε…

          Ἔχουν περάσει πάνω ἀπό πεντακόσια χρόνια ἀπό τότε πού ἡ Βασιλίδα τῶν πόλεων ἁλώθηκε, ἀλλά κάποια χιλιόχρονα καί πλέον κτίσματα μένουν ὄρθια προκαλώντας μέ την παρουσία τους τόν καταλύτη χρόνο. Μένουν ὄρθια καί περιμένουν. Τί νά περιμένουν ἄραγε; Περιμένουν τούς εὐαίσθητους διεθνεῖς ὀργανισμούς νά τά προστατέψουν καί νά σταματήσουν τό ἔργο τῆς βεβήλωσης; Περιμένουν τους τουρίστες νά τά φωτογραφήσουν; Περιμένουν τούς Ἕλληνες ἐπισκέπτες, πού τά ἔχουν ὁλότελα ξεχάσει; Περιμένουν λιβάνι νά μοσχοβολήσει, κεριά καί πολυκάνδηλα νά φωτίσουν τους κουμπέδες τους; [Κουμπές <(τουρκ.) kubbe = ὁ θόλος, ὁ τροῦλλος].

         Περιμένουν ν᾽ ἀκουστεῖ κάτω ἀπό τίς χιλιόχρονες ἁψίδες τους τό Χριστός ἀνέστη;

Καί ὅμως περιμένουν…
 


Περιοδικὸ «Πολύγυρος», τεῦχος Μαΐου-Ἰουνίου 2011



9 Οκτωβρίου 1479. Η πρώτη ελληνική επανάσταση κατά των Τούρκων

 
Η σημαία με το βυζαντινό Δικέφαλο που ύψωσε ο Κλαδάς
 
 
του Παντελή Καρύκα
Συγγραφέα
 
               Ύστερα από 16 χρόνια πολέμου, η Βενετία, το 1479, ζήτησε ειρήνη από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή. Ο οπλαρχηγός Κροκόνδειλος Κλαδάς, Στρατιώτης στην υπηρεσία της Βενετίας, κατά διάρκεια του πολέμου, δεν αποδέχτηκε την ειρήνη και στις 9 Οκτωβρίου του 1479, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος 1.600 ανδρών και βάδισε προς τη Μάνη, υψώνοντας το λάβαρο του, σημαία γαλάζια με ολόλευκο σταυρό στη μέση, πλάι στην κόκκινη πολεμική σημαία των Παλαιολόγων με τον δικέφαλο αετό (έμβλημα που επίσης καπηλεύτηκαν οι βόρειοι γείτονες).
            Χιλιάδες Έλληνες έσπευσαν με ενθουσιασμό να καταταγούν στον επαναστατικό στρατό του Κλαδά, ο οποίος μέσα σε έναν μήνα έφτασε να διαθέτει μεγάλο αριθμό ανδρών, σύμφωνα με, ορισμένες, πηγές.
            Για να ενισχύσει τη θέληση του λαού, αλλά και για να εξαναγκάσει τους Ενετούς να ξαναρχίσουν τον πόλεμο με τους Τούρκους, κήρυττε δημόσια ότι ενεργεί με τη σύμφωνη γνώμη της Βενετίας.
             Δεν δίστασε μάλιστα να υψώσει δίπλα στις ελληνικές σημαίες και αυτή του Αγίου Μάρκου.
Έχοντας συγκεντρώσει αρκετούς άνδρες ο Κλαδάς κινήθηκε αρχικά προς απελευθέρωση των οχυρών της Μάνης, τα οποία οι Ενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τούρκους. Με μεγάλο ενθουσιασμό οι Έλληνες ρίχθηκαν στους Τούρκους και τους κατανίκησαν.
             Όλα τα ελεγχόμενα από τους Τούρκους οχυρά στην ευρύτερη περιοχή της Μάνης, κυριεύτηκαν.
            Οι νίκες αυτές προκάλεσαν ρίγη ενθουσιασμού στους Έλληνες, αλλά και τρόμο στον σουλτάνο.
           Ο μεγάλος φόβος του Μωάμεθ ήταν ότι η Βενετία βοηθούσε την εξέγερση. Εκείνη την εποχή οι Τούρκοι πολεμούσαν σκληρά και σε άλλα μέτωπα, στην Ανατολία, κατά τουρκομανικών φύλων, στην Αίγυπτο κατά των Μαμελούκων και στην Μεσοποταμία, κατά των Περσών. Άρα η έκρηξη νέου τουρκοβενετικού πολέμου θα ήταν άκρως επιζήμια, ίσως και μοιραία για την οθωμανική κυριαρχία.
           Η Βενετία όμως, επίσης εξαντλημένη από τον προηγηθέντα μακροχρόνιο πόλεμο, ξεκαθάρισε τη θέση στον σουλτάνο, δηλώνοντας ότι ουδεμία σχέση είχε με το κίνημα και ήταν μάλιστα πρόθυμη να βοηθήσει στην κατάπνιξη του.
          Ως δείγμα καλής θέλησης απέναντι στον Μωάμεθ, ο Ενετός διοικητής της Κορώνης Νικολό Κονταρίνι, συνέλαβε την σύζυγο και τα παιδιά του Κλαδά, τα οποία ο Έλληνας αρματολός είχε αφήσει για ασφάλεια εκεί.
            Κατόπιν εξέδωσε προκήρυξη, με την οποία αποκήρυσσε τον Κλαδά. Οι Ενετοί δεν περιορίστηκαν όμως σ’ αυτά, αλλά επικήρυξαν τον Κλαδά, δίνοντας αμοιβή 10.000 χρυσά νομίσματα σε όποιον παραδώσει στις ενετικές αρχές τον Κλαδά ζωντανό, για να τον παραδώσουν κατόπιν στους Τούρκους.
             Έχοντας ησυχάσει από την «ενετική» απειλή, ο Μωάμεθ αποφάσισε να καταστείλει μόνος τους την εξέγερση.
            Για τον σκοπό αυτό διέταξε τον μπεηλέρμπεη Αλί Βούμικο να εκστρατεύσει κατά του Κλαδά. Ο Αλί Βούμικος αφού συγκέντρωσε 6.000 επιπλέον άνδρες – οι πηγές δεν αναφέρουν τον ακριβή αριθμό του στρατού του Βούμικου – κίνησε από τον Μυστρά για τη Μάνη. Στις 16 Ιανουαρίου 1481 ο οθωμανικός στρατός εισέβαλε στη Μάνη και επιτέθηκε κατά του πύργου του Τριγοφίλου.
           Τον πύργο υπεράσπιζαν τρείς μόνο στρατιώτες, ενώ εντός του είχαν βρει καταφύγιο και 16 άμαχοι, οι οποίοι φυσικά βοήθησαν στην άμυνα. Οι λιγοστοί Έλληνες αντιστάθηκαν όσο μπόρεσαν, αλλά στο τέλος ο πύργος κυριεύθηκε και όλο όσοι αιχμαλωτίστηκαν τεμαχίστηκαν σε μικρά – μικρά κομμάτια, έτσι όπως μόνοι οι Τούρκοι, «καλλιτέχνες», στην βαρβαρότητα, γνωρίζουν.
             Κατόπιν ο Βούμικος κινήθηκε στα ενδότερα της Μάνης και προσέγγισε το Οίτυλο. Ο Κλαδάς όμως είχε συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και δεν δίστασε να δώσει μάχη εκ παρατάξεως με τους αήττητους, έως τότε, Οθωμανούς.
           Προστατευμένοι στο ορεινό έδαφος, οι πεζοί του Κλαδά, τοξότες στην πλειοψηφία τους, θέρισαν τους σπαχήδες του Βούμικου. Έτσι όταν οι Στρατιώτες (ελαφροί ιππείς) τους Κλαδά αντεπιτέθηκαν, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και άγνωστο αριθμό τραυματιών. Ήταν η πρώτη νίκη των Ελλήνων έναντι του κατακτητή, από την άλωση της Πόλης.
            Ταπεινωμένος ο οθωμανικός στρατός σταμάτησε τη φυγή του, όταν έφτασε στα τείχη του Μυστρά. Στο μεταξύ οι Ενετοί, σε μια αναλαμπή ανθρωπισμού, απέρριψαν την πρόταση του Μωάμεθ περί παραδόσεως σε αυτόν της οικογενείας του Κλαδά, αλλά την έστειλαν στη Βενετία, όπου, όμως, έκλεισαν τα μέλη της στη φυλακή.
         Παράλληλα οι Ενετοί, για να είναι βέβαιοι ότι δεν θα δημιουργούνταν ζητήματα με τον Μωάμεθ, αποφάσισαν να αποστρατεύσουν τους περισσότερους από τους Έλληνες Στρατιώτες που είχαν στην υπηρεσία τους. Ένας από αυτούς ήταν ο Θεόδωρος Μπούας. Ο Μπούας θυμωμένος από τους Ενετούς, εγκατέλειψε το Ναύπλιο, επικεφαλής 60 Στρατιωτών και ενώθηκε με τον Κλαδά, με τον οποίο όμως, κατόπιν, ήρθε σε σύγκρουση, γεγονός που έβλαψε ανεπανόρθωτα τον αγώνα.
Παρά την συντριβή του στρατού, ο Μωάμεθ θύμωσε μεν, δεν απογοητεύτηκε δε. Ανέθεσε τη διοίκηση νέας στρατιάς στον σαντζάκμπεη Αχμέτ, στον οποίο διέθεσε και επίλεκτους γενίτσαρους και άτακτους αζάπηδες. Η οθωμανική στρατιά εμφανίστηκε στην Πελοπόννησο το επόμενο έτος.
           Στις 16 Φεβρουαρίου 1481 ο Αχμέτ είχε στρατοπεδεύσει στον Μυστρά, έχοντας συγκεντρώσει τουλάχιστον 10.000 άνδρες. Από την άλλη πλευρά η θέση του Κλαδά εξασθενούσε. Πρώτα από όλα την επανάσταση έβλαψε ιδιαιτέρως η διαμάχη μεταξύ του Κλαδά και του Μπούα και η αποχώρηση του τελευταίου από τη Μάνη.
            Αλλά και η στάση της Βενετίας είχε επηρεάσει πολλούς επαναστάτες, οι οποίοι έβλεπαν αδύνατη την επιτυχία τους χωρίς τη βοήθεια μιας ξένης δύναμης. Έτσι σιγά – σιγά πολλοί εγκατέλειπαν τον Κλαδά. Ο Αχμέτ παρόλα αυτά δεν αποτόλμησε επίθεση, παρά μόνο στις 4 Απριλίου, όταν κατέπλευσε στα ύδατα της Μάνης και μια τουρκική γαλέρα.
            Η εμφάνιση της έριξε ακόμα περισσότερο το ηθικό των επαναστατών, με συνέπεια να μειωθεί ακόμα περισσότερο ο στρατός του Κλαδά. Ο τελευταίος μπορούσε πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στους δικούς του Στρατιώτες, και στους «ζαγραδόρους» (παραστάτες των εφίππων στρατιωτών) πεζούς του.
           Με τις δυνάμεις αυτές δεν μπορούσε καν να διανοηθεί να αντιμετωπίσει τον Αχμέτ μπέη.
           Ο Τούρκος όμως έκανε το λάθος να διαχωρίσει τις δυνάμεις του και να επιτεθεί μόνο με 2.000 γενιτσάρους και ιππείς κατά του χωριού Καστανιά. Ο Κλαδάς αντεπιτέθηκε στο τουρκικό αυτό σώμα, παρά το γεγονός ότι ακόμα και απέναντι σε αυτό οι δυνάμεις του υστερούσαν δραματικά σε αριθμό, και κατόρθωσε να το νικήσει.
           Οι Τούρκοι εκτόξευσαν και νέες επιθέσεις. Η μάχη στο χωριό μαίνονταν για ένα ολόκληρο μερόνυχτο. Στο τέλος οι λιγοστοί Έλληνες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Βρέθηκαν όμως αποκλεισμένοι από παντού, καθώς ένα ακόμα τουρκικό σώμα, με επικεφαλής τον μπέη της Καλαμάτας, είχε κινηθεί στα νώτα των Ελλήνων.
          Ακολούθησε πανικός και ο επαναστατικός στρατός διαλύθηκε. Οι περισσότεροι πάντως άνδρες του διασώθηκαν, αφού κατόρθωσαν διασπάσουν τον τουρκικό κλοιό με μια απελπισμένη έφοδο.
            Ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ο Κλαδάς, ο οποίος κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει ένα σώμα 50, μόλις ανδρών. Οι υπόλοιποι Μανιάτες έσπευσαν προς τα χωριά τους για να τα υπερασπιστούν από τους Τούρκους.
             Τις επόμενες μέρες η στρατιά του Αχμέτ προέλασε χωρίς να αντιμετωπίζει οργανωμένη αντίσταση. Πολλά χωριά ξεθεμελιώθηκαν και οι κάτοικοι ανασκολοπίστηκαν. Ο Κλαδάς στο μεταξύ, πολιορκήθηκε με τους λιγοστούς άνδρες τους σε έναν πύργο. Για καλή του τύχη όμως είχαν φτάσει εκείνες τις μέρες στη Μάνη τέσσερις (κατ’ άλλους τρείς) γαλέρες του βασιλιά της Σικελίας Φερδινάνδου, φανατικού εχθρού των Τούρκων. Επικεφαλής δε του στολίσκου ήταν ένας καλός φίλος του Κλαδά, ο επιλεγόμενος Γιάγκος.
            Αυτός βλέποντας τη δυσχερή θέση του Κλαδά έστειλε μήνυμα, προτείνοντας του να επιβιβαστεί με τους άνδρες του στα πλοία. Ο Κλαδάς, που δεν είχε άλλωστε και άλλη επιλογή, δέχθηκε. Πριν όμως αποχωρήσει αποφάσισε να δώσει μια τελευταία μάχη με τον Αχμέτ. Έτσι το βράδυ της 12ης προς 13ης Απριλίου 1481, οι Έλληνες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των πολιορκητών Τούρκων και κατέσφαξαν πολλούς από αυτούς, μέσα στη σύγχυση και στον πανικό που προκλήθηκε.
           Αμέσως μετά διέσχισαν τις τουρκικές θέσεις και έσπευσαν στο Πόρτο Κάγιο, εκεί όπου είχαν αγκυροβολήσει οι ιταλικές γαλέρες. Την επομένη επιβιβάστηκαν σε αυτές και αναχώρησαν για τη Νεάπολη της Ιταλίας. Ο Κλαδάς όμως δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη.
Πολύ σύντομα οι Τούρκοι θα τον έβρισκαν και πάλι απέναντι τους.
            Ωστόσο ο Κροκόνδειλος Κλαδάς δεν έμελλε να δει την αυγή της ελευθερίας. Μαρτύρησε στα χέρια των Τούρκων, μετά από αποτυχημένη προσπάθεια νέας επανάστασης στη Χιμάρα της Βόρειας Ηπείρου, έχοντας την τιμή να είναι ο πρώτος που ύψωσε την σημαία της επανάστασης κατά του μιαρού Ασιάτη εχθρού.

Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας

      
 
 

 
 
 
                Η Παναγία η Εικοσιφοίνισσα, με την αχειροποίητο θαυματουργό εικόνα της, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Μακεδονίας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Στο κατάφυτο Παγγαίο, σε υψόμετρο 753 μέτρων, βρίσκεται στα όρια των νομών Σερρών - Καβάλας, αλλά εκκλησιαστικά ανήκει στη Μητρόπολη Δράμας.
            Η ίδρυση της μαρτυρικής μονής της Μακεδονίας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πάμπολλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Άγιος Γερμανός, που ασκήτευε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα που είδε από άγγελο εκ της Παρθένου, ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου το 518 μ.Χ. Λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει εκεί κοντά μοναστικό οικισμό ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων (5ο αιώνα) που εγκαταλείφθηκε.

              Αφού ολοκλήρωσε το πρώτο εκκλησάκι ο Άγιος Γερμανός αναζήτησε στο δάσος ένα ξύλο κατάλληλο για να εικονίσει τη Θεοτόκο, ως ένδειξη ευχαριστίας. Όταν το επεξεργάστηκε και το ετοίμασε ξαφνικά το ξύλο ράγισε και ο άγιος λυπήθηκε και σκέφτηκε να το αφήσει. Τότε ένα «φοινικούν», υπέρλαμπρο δηλαδή, κοκκινωπό φως έλουσε το σχισμένο ξύλο και φάνηκε η Παναγία μας μαζί με το Χριστό και μια φωνή ακούστηκε να του λέει: «Παιδί μου ήλπισε, εγώ είμαι εδώ» και τη στιγμή εκείνη εντυπώθηκε η Παναγία πάνω στο ξύλο. Αυτό το φως έδωσε και το όνομα στην αχειροποίητο εικόνα (εικών - φοίνισσα).
 
 


            Δεύτερος κτίτορας θεωρείται ο Άγιος Διονύσιος ο Α΄ (15ο αιώνα), ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη και έγινε ηγούμενος της μονής δίνοντας της τη μεγαλύτερη λαμπρότητα.

           Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Ιεράς Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη. Η δράση των μοναχών στην ευρύτερη περιοχή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, οι οποίοι θανάτωσαν το 1507 και τους 172 μοναχούς. Το μνημείο τους βρίσκεται προ της μονής.

           Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη μονή ο μετέπειτα Εθνομάρτυρας και άγιος Γρηγόριος Ε΄.
 

             Το 1917 οι Βούλγαροι άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας.

            Κατά την περίοδο εκείνη των επιθέσεων και αρπαγών των Βουλγάρων, ένας αξιωματικός τους επιχείρησε να συλήσει την Εικόνα της Παναγίας, αλλά τινάχθηκε πίσω και εξέπνευσε, ενώ η μπότα και το πιστόλι του αποτυπώθηκαν στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου για να ενθυμίζουν πάντοτε το θαύμα. Ακόμα και σήμερα στο μαρμάρινο δάπεδο του Ναού φαίνονται αυτά τα σημεία.

           Το 1943 οι Βούλγαροι, στην Κατοχή, εκδίωξαν πάλι τους μοναχούς, έβαλαν φωτιά και κάηκε όλο το μοναστήρι εκτός από το ναό. Η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αφέθηκε έρημη μέχρι την επαναλειτουργία της ως γυναικείου μοναστηριού το 1967, με ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας κ. Διονυσίου (Κυράτσου). Κατά πολλούς, ο μητροπολίτης Διονύσιος υπήρξε ο τρίτος κτίτορας της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας. Σήμερα στη μονή ζουν περίπου 25 μοναχές.
 
 
 
 
Η Μονή και τα κτίσματά της

             Ολόκληρη η Μονή περιβάλλεται από ψηλό τείχος και στο κέντρο της βρίσκεται ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στο πρώτο και κύριο μέρος της Μονής βρίσκεται το καθολικό, το οποίο είναι το παλαιότερο κτίσμα της, το Ηγουμενείο, τα κελλιά των μοναζουσών, το αρχονταρίκι, το παρεκλήσσιο της Αγίας Βαρβάρας με το αγίασμα, το μουσείο, η τράπεζα και τα εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος των κτηριακών εγκαταστάσεων της Μονής περιλαμβάνονται τα τρία κτήρια των ξενώνων, το πρεσβυτέριο για το λειτουργό Ιερέα της Μονής,το παρεκλήσσιο της Ζωοδόχου Πηγής και ανθόκηπο με παλαιό συντριβάνι. Προ της Ι. Μονής υπάρχει πλατεία την οποία σκιάζουν αιωνόβια πλατάνια. Κοντά σ’ αυτήν βρίσκεται το μνημείο των 172 μοναχών της Εικοσιφοινίσσης που σφαγιάσθηκαν το 1507 από τους Τούρκους. Ανεγέρθηκε το 1972.          
             Στην είσοδο της Μονής υπάρχει ψηφιδωτό της Θεοτόκου δεομένης. Στην εσωτερική πύλη υπάρχει άλλο ψηφιδωτό των δυο κτητόρων της Μονής, αγίων Γερμανού και Διονυσίου. Το «καθολικόν», ο κεντρικός δηλαδή ναός, κτίσθηκε το 1842, πλην του Ι. Βήματος, το οποίο σώζεται από τον 11ο αιώνα. Θαυμάσιας τέχνης είναι το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο, στο οποίο βρίσκεται και η αχειροποίητη Εικόνα. Το τέμπλο κατασκευάσθηκε από το 1781 έως το 1802 από Χιώτες τεχνίτες. Έχει δυο μεγάλους και δυο μικρότερους τρούλους.
            Στη στέγη φύονται δυο μικρά κυπαρίσσια που προκαλούν θαυμασμό, σαν θαύμα. Στη νοτιοανατολική γωνία του Ναού υψώνεται μεγαλοπρεπές κωδονοστάσιο.


          Η Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας εορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.