Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Τα 500 ονόματα της Παναγίας και οι συμβολισμοί τους

Παναγία Ρόδον Αμάραντον
            Αμέτρητα είναι τα ονόματα, ή «Θεοτοκωνύμια» όπως λέγονται, που έχει δώσει ο λαός στην Παναγία. Μέχρι στιγμής υπολογίζεται πως ξεπερνούν τα 500. Άλλα βγαλμένα από ύμνους, άλλα από τον τόπο που βρίσκεται κάποιος Ναός ή Μοναστήρι κι άλλα εξαιτίας του τρόπου που έχει αγιογραφηθεί.
«Η ονοματοδοσία γίνεται συνήθως ανάλογα με τον τόπο ή τον τρόπο που έχει γίνει η εικονογράφηση», λέει ο διδάκτωρ Θεολογίας Α. Καριώτογλου.
Μητέρα, προστάτιδα, τιμώμενη, ιερό πρόσωπο. Η Παναγία κατέχει πρωταρχική θέση στην τιμή και στον σεβασμό των χριστιανών σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Της έχουν αφιερώσει μεγαλοπρεπείς εκκλησίες και ταπεινά ξωκλήσια. Την αποκαλούν Θεοτόκο, αλλά της έχουν δώσει και πολυάριθμα προσωνύμια.
Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, είτε νησιωτική είτε ηπειρωτική, απαντώνται εφευρετικά και παράξενα ονόματα της Παναγίας.
Ο διδάκτωρ Θεολογίας κ. Αλέξανδρος Καριώτογλου, ο οποίος διδάσκει ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, δίνει την επιστημονική διάσταση για την πληθώρα των ονομάτων.
«Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι με τους οποίους εκφράζονται τα ονόματα της Παναγίας. Ανάλογα με τον τόπο ή ανάλογα με τον τρόπο που έχει γίνει η εικονογράφηση». Οπως συμπληρώνει ο κ. Καριώτογλου, «μπορεί να υπάρχει και ένας τρίτος τρόπος ονοματοδοσίας, ανάλογα με τη σχέση του Χριστού με την Παναγία».
Ο κ. Καριώτογλου επισημαίνει συγκεκριμένα: «Εκτός από την Παναγία τη Γλυκοφιλούσα, που ο Χριστός αγγίζει το μάγουλο της μητέρας του, σε όλες τις άλλες παραστάσεις υπάρχει μια σχετική απόσταση, η οποία συμβολίζει την ισορροπημένη σχέση που πρέπει να έχει η μητέρα με το παιδί».
Μπορεί, βέβαια, η Θεομήτωρ να έχει εκατοντάδες χαρακτηρισμούς, όμως σε κάθε ναό, μέσα στο ιερό, υπάρχει πάντα η Παναγία η Πλατυτέρα των Ουρανών, όπου «απεικονίζεται με τα χέρια ανοιχτά και στη μέση της βρίσκεται η μορφή του Χριστού», σημειώνει ο κ. Καριώτογλου.
Από τις πιο γνωστές Παναγίες, που πήραν το όνομά τους ανάλογα με τη γεωγραφική θέση ή την τοποθεσία που βρίσκονται οι αντίστοιχες εκκλησίες, είναι οι εξής: η Παναγία η Κανάλα στην Κύθνο, η Παναγία Σουμελά, η Παναγία η Λιμνιά στη Λίμνη Ευβοίας, η Παναγία Κύκκου στην Κύπρο, η Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα, η Παναγία η Αγιασώτισσα στην Αγιάσο και η Παναγία η Φοδελιώτισσα στο Φόδελε του Ηρακλείου Κρήτης.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι χαρακτηρισμοί που προσδιορίζουν το σημείο όπου βρίσκεται χτισμένος ο ναός, όπως: Παναγία Σπηλιανή, που βρίσκεται στο Πυθαγόρειο Σάμου αλλά και στη Νίσυρο, Παναγία Γκρεμιώτισσα που βρίσκεται στην Ιο, Παναγία Σαραντασκαλιώτισσα στον Μαραθόκαμπο Σάμου, Παναγία Θαλασσινή στην Ανδρο, που είναι χτισμένη σε βράχο μέσα στη θάλασσα, Παναγία η Κρεμαστή στην Ηλεία όπου η Μονή κρέμεται από έναν βράχο.
Τα προσωνύμια της Παναγίας, όμως, της αποδίδονται και ανάλογα με τον τρόπο που είναι ζωγραφισμένη η εικόνα της.
Οπως υπενθυμίζει ο κ. Καριώτογλου, η Παναγία αποκαλείται και Γλυκοφιλούσα, Ελεούσα, Βρεφοκρατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα, Δεξιά ακόμα και Τριχερούσα. Η εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας βρίσκεται στη Μονή Χιλανδαρίου στο Αγιον Ορος.
Η απεικόνιση της Παναγίας με τρία χέρια αποδίδεται στην εξής ιστορία: «Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κρατώντας το κομμένο δεξί του χέρι, το οποίο του κόπηκε από τους εικονομάχους, παρακάλεσε την Παναγία να μη μείνει ανάπηρος. Χάρη σε θαύμα της Παναγίας συγκολλήθηκε το άκρο και εκείνος της αφιέρωσε ασημένιο ανάθημα σε σχήμα χεριού. Η θέση του στη συγκεκριμένη εικόνα το κάνει να φαίνεται σαν ένα τρίτο χέρι της Παναγίας».
Ακόμη μία εκδοχή για την απόδοση ενός προσωνυμίου στη Θεοτόκο είναι ο συσχετισμός της με γεγονότα ή φυσικά φαινόμενα.
Μια πολύ γνωστή Παναγία είναι η Φιδούσα (ή κατ' άλλους Φιδιώτισσα) στην Κεφαλονιά. Κάθε χρόνο, κοντά στον Δεκαπενταύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της Κεφαλονιάς εμφανίζονται και κυκλοφορούν στις εικόνες των ναών του χωριού μικρά και ακίνδυνα φίδια.
Επίσης, στη Σάμο υπάρχει το μοναστήρι της Παναγίας της Βροντιανής, που ονομάστηκε έτσι γιατί στο υψόμετρο που βρίσκεται φυσάει δυνατός άνεμος ο οποίος βροντάει.
Η Θαλασσομαχούσα
Ακόμη, στη Ζάκυνθο, στη Μονή Στροφάδων, βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Θαλασσομαχούσας. Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα, που κάποτε εκλάπη, πάλεψε με τα κύματα και έφτασε στο Μοναστήρι χωρίς να καταστραφεί στη θάλασσα.
Σε άλλες περιπτώσεις η Παναγία ονομάζεται ανάλογα με την ημερομηνία που γιορτάζει. Ετσι, στη Σαντορίνη απαντάται η Παναγία η Τριτιανή που γιορτάζει την τρίτη ημέρα του Πάσχα και στη Σίφνο η Παναγία η Δεκαπεντούσα, που γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο.
«Η ύπαρξη αυτής της πλούσιας ονοματολογίας δεν σημαίνει απλώς μια συναισθηματική σχέση του λαού με την Παναγία, αλλά κυρίως το γεγονός ότι μέσα από αυτόν τον πλούτο των ονομάτων επισημαινόταν η σημασία του προσώπου για τη Σωτηρία του κόσμου: η Μαρία έγινε το σκεύος εκλογής για να γίνει ο Θεός άνθρωπος και να διασωθεί το ανθρώπινο γένος και ο κόσμος από τη φθορά του θανάτου.
Αλλωστε, και η γιορτή της Κοίμησης αυτό ακριβώς συμβολίζει, την καταπάτηση του Θανάτου. Γι αυτό και τιμάται ως το Πάσχα του καλοκαιριού», καταλήγει ο κ. Καριώτογλου.
Πριν από μερικά χρόνια οι μαθητές του 3ου Γυμνάσιου Κερατσινίου, με επιβλέπουσα την καθηγήτρια τους κα Γαρεφαλάκη Μαρία προσπάθησαν να συγκεντρώσουν όσα το δυνατόν περισσότερα από τα ονόματα που έχει χαρίσει στην Παναγία η λαϊκή πίστη και παράδοση.


Τα 500 ονόματα της Παναγίας
 και 
οι συμβολισμοί τους

1 Αγγελόκτιστος
2 Αγία Σκέπη
3 Αγιάσσου
4 Αγιοδεκτινή
5 Αγιοηλιώτισσα
6 Αγιολούσαινα
7 Αγίου όρους
8 Αγνή
9 Αγριδιώτισσα
10 Αγριλιώτισσα
11 Αειμακάριστος
12 Αειμεσιτεύουσα
13 Αθηνιώτισσα
14 Αιγύπτια
15 Αιματούσα
16 Αιμίαλου
17 Αιρκώτισσα
18 Ακαθή
19 Ακατάβλητος
20 Ακατάφλεκτη
21 Ακήραση
22 Ακρωτηριανή
23 Αλανιώτισσα
24 Αλεξανδριανή
25 Αλεξίου Κομνηνού
26 Αλεπινή
27 Αληθινή
28 Αλλοιώτισσα
29 Αλόχη
30 Αματίτση
31 Αμεμπτος
32 Αμετάθετος
33 Αμολιανή
34 Αμόλυντος
35 Αμπελακίων
36 Αμπελοκήπισσα
37 Αμωμη
38 Ανασσα
39 Αναφωνήτρια
40 Αντινίτισσα
41 Αντιφωνήτρια
42 Ανωμερίτισσα
43 Αξιον Εστί
44 Απείρανδρος
45 Απειρόγαμος
46 Απρόσιτος
47 Αρακιώτισσα
48 Αράπισσα
49 Αρβανίτισσα
50 Αρειας
51 Αρμενοκρατούσα
52 Αρσανά
53 Αρτάκης
54 Αρχαγγελιώτισσα
55 Αρχισπορίτισσα
56 Ασπραγγέλου
57 Ασπροβουνιώτισσα
58 Ασπροπαναγιά
59 Ασύγκριτη
60 Αυγουστιανή
61 Αφέντρικα
62 Αφθορος
63 Αφροδίτισσα
64 Αχειροποίητος
65 Αχραντος
66 Αψιδιώτισσα
67 Βαλουκλιώτισσα
68 Βανιώτισσα
69 Βαραγγιώτισσα
70 Βαρδιανιώτισσα
71 Βαρκού
72 Βασίλισσα
73 Βασιληγενέτειρα
74 Βατοπεδινή
75 Βατούσαινα
76 Βελανιδιά
77 Βελεστίνου
78 Βελλά
79 Βεργουπουλιανή
80 Βηματάρισσα
81 Βιγλιώτισσα
82 Βιδιανή
83 Βιργιωμένη
84 Βλασαρού
85 Βλαχέρνα
86 Βλέπουσα .
87 Βλυχιόρικα
88 Βοήθεια
89 Βορεινή
90 Βούλιστα
91 Βουναρκώτισσα
92 Βουνογιάτρισσα
93 Βουνού
94 Βουρνιώτισσα
95 Βράχου
96 Βρεσθενίτισσα
97 Βρεφοκομούσα
98 Βρεφοκρατούσα
99 Βρεφουργήσασα
100 Βρεχούσα
101 Βροντιανή
102 Βρόντου
103 Βροχής
104 Βρυσιανή
105 Γαλακτίνης
106 Γαλακτοτροφούσα
107 Γαλανή
108 Γαλανούσα
109 Γαλατιανή
110 Γαλατούσα
111 Γαλαχτοτροφία
112 Γαλαχτοφορούσα
113 Γαλουχιότισσα
114 Γενεσίου Θεοτόκου Σαβαθιανών
115 Γέννας
116 Γερόντισσα
117 Γεσθημανίτισσα
118 Γηνατού
119 Γηρομεριού
120 Γιαλούσα
121 Γιάτρισσα
122 Γκαβή
123 Γκιζιλκιζιώτισσα
124 Γκουβερνιώτισσα
125 Γλυκιώτισσα
126 Γλυκοκυματούσα
127 Γλυκοφιλούσα
128 Γλωσσά .
129 Γοιρδελάκη
130 Γοργόνα
131 Γοργοεπήκοος
132 Γουμένισσα
133 Γουμερά
134 Γουνιώτισσα
135 Γούντα
136 Γουρλομάτα
137 Γραφιώτισσα
138 Γρηγορίτσα
139 Γρηγορούσα
140 Γύψενη
141 Γωνιά
142 Δαδιού
143 Δαδιώτισσα
144 Δακρυρροούσα
145 Δαμάστα
146 Δέηση
147 Δεκαπεντούσα
148 Δένδρου
149 Δεξιοκρατούσα
150 Δεόμενη
151 Δερμάτα
152 Δέσποινα
153 Δημοκράνια
154 Διακονούσα
155 Διασώζουσα
156 Δικαιόκριτος
157 Δικαιότατη
158 Διότισσα
159 Δόβρα
160 Δομνιανίτισσας
161 Δοξάρισσα
162 Δουβέργαινα
163 Δακρύβρεχτος
164 Εγγυήτρια
165 Εκατονταπυλιανή
166 Εκκλησιάρχουσα
167 Εικονίστρια
168 Ελεημονήτρια
169 Ελαία
170 Ελαιοβρύτισσα
171 Ελειμονήτρια
172 Ελεοβρύτης
173 Ελέους
174 Ελεούσα
175 Ελευθερώτρια
176 Ελπιδοφόρα
177 Ελπϊς Πιστών
178 Ελωνα
179 Ενθρονη
180 Εξακουστή
181 Εξοχική
182 Επακούουσα
183 Επανωχωριανή
184 Επισκοπιανή
185 Επουράνιος
186 Επουράνιος Πύλη
187 Επταβηματούσα
188 Ερυπιανή
189 Εσφαγμένη
190 Ευαγγελίστρα
191 Ευρετή
192 Εύσπλαχνος
193 Ζαλακιώτισσα
194 Ζεραχιώτισσα
195 Ζεριχιώτισσα
196 Ζερμπτίτσης
197 Ζυλή
198 Ζωάρκεια
199 Ζωήρρυτος
200 Ζωηφόρος
201 Ζωοδότειρα
202 Ζωοδότρα
203 Ζωοδόχος
204 Ζωοπηγή
205 Ζωοπόρος
206 Ζωοτόκος
207 Ηγήτρια
208 Ηγουμένη
209 Ηδύπνους
210 Ηλιόκαλη
211 Ηλιοτόκος
212 θαλασσινή
213 Θαλασσίτρα
214 Θαλασσομάχισσα
215 θαλασσομαχούσα
216 Θαρεινή
217 Θεάλεχτη
218 Θεοδίδαχτη
219 Θεοδόξαστη
220 Θεόκλητη
221 Θεοκνήτωρ
222 Θεοκόσμητη
223 Θεόληπτος
224 Θεομάνα
225 Θεομητροπρεπεστέρα
226 Θεοσκέπαστη
227 Θεοτίμητη
228 Θεοτόκος
229 Θεουργία
230 Θεόφραστος
231 Θεόφρων
232 Θερμιανή
233 Θευαγέστατη
234 Θρηνούσα
235 Θρηνωδούσα
236 Θωμιανή
237 Ίαμα
238 Ίαση
239 Ιερόβλαστος
240 Ιερομύτης
241 Ιεροσολυμιτική
242 Ιεροσολυμίτισσα
243 Ιλαρώτατη
244 Ιμερόεσσα
245 Ισηγορία
246 Καγιά
247 Καθαριώτισσα
248 Καθαρών
249 Καθρέπτης
250 Κακαβιώτισσα
251 Καλαθή
252 Καλαμιώτισσα
253 Καλάμου
254 Καλιγού
255 Καλλίτοκος
256 Καλού Νερού
257 Καλυβιανή
258 Καμακάρι
259 Καματερός
260 Καμένη
261 Καμπιώτισσα
262 Κάμπου
263 Κανάλα
264 Κανδήξη
265 Κανταριώτισσα
266 Καπνικαραία
267 Καρδιοβαστάζουσα
268 Καρδιώτισσα
269 Καρποφορούσα
270 Καρύπη
271 Καστριανή
272 Κάστρου
273 Καστρουλέρου
274 Κατάκαρπος
275 Καταλωνική
276 Κατάπαυση
277 Καταπολιανή
278 Καταφυγή
279 Καψοδερματούσα
280 Κερά
281 Κέρνιτσα
282 Κεχαριτωμένη
283 Κεχρινιώτισσα
284 Κηπουραίων
285 Κισσιώτισσα
286 Κιτιού
287 Κλειδί του Παραδείσου
288 Κλεισούρας
289 Κλεφτοπαναγιά
290 Κοιμητηρίων
291 Κόκκινη
292 Κολοκυθιώτισσα
293 Κολυβιανή
294 Κορκοδειλιά
295 Κορυφή
296 Κορφιάτισσα
297 Κοσμοπόθητος
298 Κοσμοσωτείρα
299 Κοσυφοίνισσα
300 Κότσικα
301 Κουκουζέλισσα
302 Κουμπελίδικη
303 Κουνοπιώτισσα
304 Κουρίου
305 Κουροτρόφος
306 Κουτσουρώ
307 Κουφή
308 Κουφή Πέτρας
309 Κοφινή
310 Κρεμαστή
311 Κρομμυδιώτισσα
312 Κτιστή
313 Κτιτόρισσα
314 Κυκκώτισσα
315 Κυπαιότισσα
316 Κυρά Ξένη και κυρία των Αγγέλων
317 Κώμη
318 Λαγουδιανή
319 Λαμπρότατη
320 Λαμπροφορία
321 Λαοδηγήτρια
322 Λαού
323 Λαρνιώτισσα
324 Λαυριώτισσα
325 Λάχνη
326 Λεσινιώτισσα
327 Λεφένα
328 Λεχούσα
329 Λιβαδιώτισσα
330 Λιόσα
331 Λιόσα
332 Λογκοβάρδα
333 Λοιμιώτισσα
334 Λουβαρά
335 Λυκοδήμου
336 Λυκούρεσι
337 Μαγαζιώτισσα
338 Μαγδαληνή
339 Μαδύτου
340 Μακελάρια
341 Μαλεβή
342 Μανδαλάκη
343 Μανεδή
344 Μαντιλούσα
345 Μαραθούντα
346 Μαρία
347 Μαστών
348 Μαύρη
349 Μαυριώτισσα
350 Μαυρομμάτα
351 Μαχαιρωμένη
352 Με τους κρίνους
353 Μεγαλομάρτυρος
354 Μεγαλόχαρη
355 Μεσοσπορίτισσα
356 Μητέρα
357 Μητέρα Θεού επί τον θρόνο
358 Μικρά
359 Μογρονήσι
360 Μολυβδοσκέβαστη
361 Μοναρκά
362 Μυροβλύτισσα
363 Μυρτενή
364 Μυρτιδιώτισσα
365 Μυφελαιώτισσα
366 Νάπα
367 Νάσσα
368 Νέα
369 Νέγρων
370 Νεοφάνεισσα
371 Νεροφορούσα
372 Νικητάτου
373 Νικοποιός
374 Νταλλιανή
375 Νυμφοτόκος
376 Ξενοβλήτης
377 Ξένων
378 Ξεσκλαβώτρα
379 Ξεσπορίτισσα
380 Ξηροκαμπίτισσα
381 Ξηρορείτισσα
382 Ξυνήγορος
383 Οδηγήτρια
384 Οικειώτατη
385 Οικονόμισσα
386 Ολβιόδωρος
387 Ολυμπιώτισσα
388 Ομόθεος
389 Ομονοούσα
390 Ορθοκωστά
391 Οσιώτατη
392 Ουρανού και Γης
393 Παγγαιότισσα
394 Πάθους
395 Παιδεύσασα
396 Παλαιοκαστρίτισσα
397 Παλαιολογίνα
398 Παλατιανή
399 Παλίνου
400 Παμμακάριστος
401 Παναγιόχορτο
402 Πανάχραντος
403 Πανάχραντος
404 Παντάνασσα
405 Παντευλόγητη
406 Πάντιμος
407 Παντόχαρα
408 Πάντων χαρά
409 Παραμυθία
410 Παρηγορήτρα
411 Παρθένα
412 Παμμακάριστος
413 Παυσολύπη
414 Πειραιώτισσα
415 Πελαγονίτισσα
416 Πεπελινίτσης
417 Περίβλεπττος
418 Περλιγού
419 Πετραϊδα
420 Πλαγιά
421 Πλατανιώτισσα
422 Πλατυτέρα
423 Πολίτισσα
424 Πολυσπορίτισσα
425 Πονολύτρια
426 Πόνου
427 Πορταϊτισσα
428 Πορτιανή
429 Πουλάτη
430 Πρέσβειρα
431 Προαναγγελλομένη
432 Προπύλη
433 Προσηγορία
434 Προσίστισσα
435 Προστάτρια
436 Προσφυγιά
437 Προυσιώτισσα
438 Πυριότισσα
439 Πυροβολήθεισα
440 Ραγίου
441 Ραχοπήδη
442 Ρόδο το Αμάραντο
443 Ρόμβη
444 Ρουμελιώτισσα
445 Σαμακιώτισσα
446 Σεπτεμβριανή
447 Σημάου
448 Σκάλα του Ουρανού
449 Σκαλωτή
450 Σκιαδενή
451 Σκοπιότισσα
452 Σοίριζα
453 Σοτομβριανή
454 Σουμελά
455 Σπηλιώτισσα
456 Στεφάνα
457 Σώματα
458 Σωτήρα
459 Ταξιδιάρα
460 Ταταρνώτισσα
461 Τήνου
462 Tης Βάτου
463 Τίμια Σκέπη
464 Τιμιωτέρα
465 Τοπλoύ
466 Του Χάρου
467 Τουρλιανή
468 Τριχερούσα
469 Τροβάτου
470 Τρουλή
471 Τρυπητή
472 Τρυφερούσα
473 Τσαμπίκα
474 Τσυκκώτισσα
475 Υπέρμαχος
476 Υψηλή
477 Φανερουλιώτισσα
478 Φανερωμένη
479 Φαρμακολύτρα
480 Φιδιότισσα
481 Φιδοττοταμιανή
482 Φιδούσα
483 Φίδωσα
484 Φλεβαριανή
485 Φοβερά Προστασία
486 Χαιρετισμών
487 Χαλκοπρατειών
488 Χελιδονού
489 Χιλιονοματούσα
490 Χοζοβιώτισσα
491 Χρυσαφίτισσα
492 Χρυσοβαλάντη
493 Χρυσογαλούσα
494 Χρυσοδαφνιώτισσα
495 Χρυσοκαστριώτισσα
496 Χρυσοκελλαριά
497 Χρυσοπηγή
498 Χρυσοσκαλίτισσα
499 Χρυσοσπιλιώτισσα
500 Ψυχοσώστα
501 Ψυχοσώτρια


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

O Bυζαντινός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πλάκα







        Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης, στην οδό Κλεψύδρας. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα κομψό ναό, που χρονολογείται στον 11ο αιώνα.
        Οι μικρές διαστάσεις του έδωσαν την προσωνυμία Σωτηράκης (Μεταμόρφωση Σωτήρος- Μικρός Σωτήρας- Σωτηράκης.) Οικοδομήθηκε μεταξύ 1050 και 1150.
         Είναι απλός τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με αθηναϊκό τρούλο. Διακρίνεται ο αθηναϊκού τύπου τρούλος του ναού  και η  τοιχοδομία είναι του πλινθοπερίβλητου συστήματος ενώ  στους κάθετους αρμούς έχει κουφικές διακοσμήσεις.
        Η επέκταση του ναού ανατολικά και δυτικά έγινε μεταγενέστερα, ενώ αναλλοίωτο διατηρείται μονάχα το κεντρικό τμήμα της βόρειας και της νότιας πλευράς. Στη νότια πλευρά υπάρχει μικρό παρεκκλήσιο, ένα μέρος του οποίου φτάνει στο κοίλωμα του βράχου. Κάτω από τα εσωτερικά ασβεστώματα, βρέθηκαν ίχνη τοιχογραφιών, που τοποθετούνται στον 14ο αι.
         Ο κομψός βυζαντινός ναός  βρίσκεται στους πρόποδες της Ακρόπολης από την πλευρά της Αρχαίας Αγοράς στην συμβολή τον οδών κλεψύδρας και θεωρίας. Η οδός κλεψύδρας ξεκινάει από την ανατολική πλευρά της Ρωμαϊκής Αγοράς. Φτάνοντας στην αρχή της θα δείτε ψηλά στο τέλος της να ξεπροβάλλει ο τρούλος του ναού. Ανεβαίνετε την οδό (η οποία από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται σε μια σειρά από σκαλοπάτια) και φτάνετε στο ναό.


    
Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ακροπόλεως στην Πλάκα


 

 







Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Οι Παρακλητικοί Κανόνες προς τιμήν της Παναγίας

       
Παναγία του Πάθους, Ι.Μ Σινά
Οι Παρακλητικοί Κανόνες προς τιμήν της Παναγίας
                                  
 Σεβ. Μητροπολίτου πρ. Ν.Ζηλανδίας κ. Ιωσήφ
            Τον Δεκαπενταύγουστο ψάλλουμε Παρακλήσεις, Μικρές και Μεγάλες. Εναλλάξ. Μία μέρα τη Μικρή, μία τη Μεγάλη. Δέκα, ένδεκα ή δώδεκα Παρακλήσεις εν συνόλω. Ανάλογα με τη θέση των Σαββατοκύριακων της περιόδου. Όσες είναι οι Εντολές ή όσα τα Έωθινά, ή όσοι οι Απόστολοι.

          Οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες εις την Ύπεραγίαν Θεοτόκον βρίσκονται στο βιβλίο της Παρακλητικής. Στό τέλος, μαζί με τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, επίσης αναφερόμενο στην Ύπεραγία Θεοτόκο. Τελική παράκλησις του πιστού στην μετά Θεόν τελευταία ελπίδα του. Τελική καί πληθωρική παρηγοριά κι αναψυχή του.

          Ό Αύγουστος, τελευταίος μήνας του εκκλησιαστικού έτους, με διάταγμα του Αυτοκράτορας Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου ώρίσθηκε να είναι αφιερωμένος στη μνήμη της Θεοτόκου από την πρώτη ήμερα του ως την τριακοστή πρώτη. Κι εκείνος φιλοτιμήθηκε καί φρόντισε να Της χαρίση την πιο όμορφη πανσέληνο του χρόνου, ν’ ανάπαυση, στην Κοίμησί Της, τα άχραντα πόδια Της πάνω της, καί είδε κι έθαύμασε σαν παιδί ό πολύς Κόντογλου κι ονομάτισε τη Σελήνη Ύποπόδιον της Θεοτόκου.

      Στά πλαίσια αυτά της Αυγουστιάτικης θεομητορικής ευλάβειας, οί Παρακλητικοί Κανόνες της Παναγιας έχουν μια θέση πού ξεχωρίζει. Κανονίζουν καθημερινά την έκφραση της ευσέβειας μας καί την υποβολή των αιτημάτων μας προς τον Θεό. Καί μας καλούν παρά. Δηλαδή δίπλα. Έξω από το στενό χώρο όπου βρισκόμαστε καθημερινά καί θλιβόμαστε με το ένα καί το άλλο συναπάντημα της ζωής καί στενοχωρούμαστε με τίς βιοτικές μέριμνες καί τα χιλιόμορφα ανθρώπινα βάσανα. Στόν άνετο χώρο της Χάριτος. Εκεί πού μπορεί κανείς ν’ αναπνέει άνετα καί ελεύθερα. Στόν πλατυσμό της Πλατυτέρας των Ουρανών. Στήν άνεση καί την ευρυχωρία της Χώρας των Ζώντων.

         Ό πρώτος, ό Μικρός Παρακλητικός Κανόνας είναι «Ποίημα Θεοστηρίκτου Μοναχού. Οι δε (υποστηρίζουν) Θεοφάνους».
          Ό δεύτερος, ό Μέγας, είναι «Ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως», ήγουν του πολύπαθου τελευταίου Αύτοκράτορος της Νικαίας (1222 – 1258) πού καλογήρεψε προτού πεθάνει σε ηλικία 36 μόλις χρόνων, κι έλαβε τ’ όνομα Θεοδόσιος. Καί τα τέσσερα ονόματα έχουν ως πρώτο συνθετικό τον Θεό Θεοστήρικτος, Θεοφάνης, Θεοδωρος, Θεο-δόσιος. «Αξιον καί δίκαιον, άφοϋ αμφότεροι οι Κανόνες είναι φανερώσεις του στηριγμοϋ, των δόσεων καί των δωρεών του Θεού προς τον αναζητητή παρακλήσεως πιστό, δια της Θεοτόκου
                            Ο Ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα(Μ.Π.Κ)

                                    Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Πορτραίτο του αυτοκράτορα Θεόδωρου Β' από ένα χειρόγραφο του 15ου αιώνα


          
           Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.
           Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.

                                                Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας
           Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.
Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.
            Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας, του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.
            Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨.
            Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)
           Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.
           Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας, ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας.Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.
          Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.
            Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου καί έγινε μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. «Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
           Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.

                          Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.
                               

         Ό Κανόνας γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των γύρω Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
          Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν καθημερινά μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο σε μνήμη του ποιητή της.
           Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )
           Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.

«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»
. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»

            Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.
           Ό Αυτοκράτορας για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.
              Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘
                Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλλημα.
          ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.
           Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.
           Ό Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).
           Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
          Οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.

O Βυζαντινός ναός της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτι (Κύπρος)

 




Ανδρέας Φούλιας
Θεολόγος-Βυζαντινολόγος


Το χωριό και ο ναός
 
               Ο ναός της Παναγίας Αγγελόκτιστης στο Κίτι της Λάρνακας, είναι ένα σημαντικό μνημείο, γνωστό όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό λόγω κυρίως του σημαντικού προεικονομαχικού ψηφιδωτού που κοσμεί το τεταρτοσφαίριο της αψίδας.

            Το χωριό Κίτι βρίσκεται στη νότια πλευρά της Κύπρου, 12 χμ περίπου νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας και του αρχαίου Κιτίου. Η πρώτη γραπτή  αναφορά για το παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό έγινε από τον αξιόπιστο και παρατηρητικό Ρώσο μοναχό και περιηγητή Βασίλειο Μπάρσκυ, ο οποίος επισκέφθηκε το χωριό το 1736. Ο Μπάρσκυ αναφέρει επίσης ότι το χωριό ήταν κάποτε έδρα επισκόπου. Αυτή η αναφορά είναι πολύ πιθανόν να συνδέεται με τον απόηχο ιστορικών γεγονότων, τα οποία έχουν σχέση με τη μεταφορά της επισκοπής Κιτίου για κάποια χρονική περίοδο, από το αρχαίο Κίτιο στο εύφορο χωριό, διατηρώντας έτσι το όνομα του αρχαίου βασιλείου, στην ονομασία του. Η εκδοχή αυτή περί μετακίνησης των κατοίκων ενισχύεται και από την τοπική λαϊκή παράδοση, όπως θα δούμε πιο κάτω.

            Ο σημερινός ναός της Παναγίας της Αγγελόκτιστης είναι ρυθμού εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο, κτίσμα του 11ου αι., που οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια τρίκλιτης ξυλόστεγης παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αι. Από τη βασιλική αυτή σώθηκαν και ενσωματώθηκαν στο σημερινό ναό, το σύνθρονο (χώρος όπου κάθονταν ο επίσκοπος και οι κληρικοί) πίσω από την Αγία Τράπεζα, η αψίδα όπου και το ψηφιδωτό με την Θεοτόκο, τμήματα από τις κόγχες των παραβημάτων καθώς και κάποια αρχιτεκτονικά μέλη. Η κόγχη του ιερού ήταν αρχικά αδιακόσμητη, ενώ μετά από κάποια επισκευή τον 6ο αι. πρέπει να κατασκευάστηκε το ψηφιδωτό με την Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα και τους σεβίζοντες αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.
 
 


           Με την πάροδο του χρόνου ο ναός υπέστη αλλαγές και προσθήκες. Τον 12ο -13ο αι. στα βόρεια του ναού κτίστηκε το μικρό, πιθανότατα ταφικό παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, ενώ γύρω στο 1300 κτίστηκε στη νότια πλευρά το λατινικό παρεκκλήσι και αυτό κοιμητηριακού χαρακτήρα. Τον 19ο αι. ο δυτικός τοίχος καθαιρέθηκε και έγινε επέκταση προς την πλευρά αυτή του ναού. Κατά την δεκαετία 1950-1960, έγιναν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης του ναού και των προσκτισμάτων του. Το 1955 το Τμήμα Αρχαιοτήτων κατεδάφισε το ψηλό κωδωνοστάσιο, που κτίστηκε στις αρχές του 20ου αι. και το οποίο βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά του λατινικού παρεκκλησίου, για να κτιστεί άλλο μικρότερο και ελαφρύτερο στη νότια είσοδό του, γοτθικού τύπου. Πρόσφατα (2008-2010) έγιναν επιπρόσθετες εργασίες συντήρησης κυρίως στο εσωτερικό του ναού.
 
 
Λαϊκές παραδόσεις για το ναό
 
           Η λαϊκή και προφορική παράδοση, χωρίς να αποτελεί βέβαια αποδεικτικό στοιχείο, κάποιες φορές διασώζει σημαντικές πληροφορίες, από τις οποίες μπορούμε να ανιχνεύσουμε διάφορα ιστορικά ή άλλα γεγονότα. Σύμφωνα λοιπόν με τη λαϊκή παράδοση της περιοχής, οι κάτοικοι του αρχαίου Κιτίου, ένεκα επιδρομών, αποφάσισαν να μετακινηθούν προς το Κίτι για περισσότερη ασφάλεια. Όταν έφτασαν εκεί αποφάσισαν να κτίσουν ναό προς τιμή της Θεοτόκου. Όταν άρχισαν να κτίζουν, διαπίστωναν ότι την επόμενη μέρα τα θεμέλια του ναού μετακινούνταν σε άλλο μέρος. Άρχισαν έτσι να οικοδομούν το ναό στη νέα τοποθεσία, παρατηρώντας ότι οι εργασίες προχωρούσαν πολύ γρήγορα, ενώ  παράλληλα  τη νύκτα, έβλεπαν στρατιές αγγέλων να κτίζουν το ναό. Έτσι ο ναός πήρε το προσωνύμιο  Αγγελόκτιστος.  
 
 
 
 
Το Ψηφιδωτό της Παναγίας της Αγγελόκτιστης
 
 
 
 

 
 
          Το ψηφιδωτό χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα επί εποχής του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρικίου [582-602 μ.Χ.]. Αποτελείται από φυσικές ψηφίδες για τα πρόσωπα και τεχνητές, όπως χρυσές για το βάθος και τα ενδύματα του Χριστού και ασημένιες για τα φωτοστέφανα των αγγέλων.Το ψηφιδωτό βρίσκεται στην κόγχη του ιερού που συμβολίζει θεολογικά την ένωση του ουρανού-τρούλου με τη γη.
           Στο ψηφιδωτό παρουσιάζεται η Παναγία όρθια να κρατά το μικρό Χριστό με το αριστερό χέρι, ενώ στέκεται σε πολυτελές από χρυσές ψηφίδες μαξιλάρι-υποπόδιο. Ο Χριστός είναι ντυμένος με χρυσά ενδύματα και με το δεξί Του χέρι ευλογεί. Η Παναγία πλαισιώνεται από τους Αρχαγγέλους Γαβριήλ και Μιχαήλ.
 
 
Φωτ:1 Αρχάγγελος Γαβριήλ και ο διάκοσμος
 
           Βλέποντας το ψηφιδωτό, στη δεξιά πλευρά βρίσκεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ σε άριστη κατάσταση [φωτ:1]. Βαδίζει προς την Παναγία κρατώντας σκήπτρο και σφαίρα, σύμβολα της κυριαρχίας του Χριστού στον κόσμο. Αριστερά, δυστυχώς αρκετά κατεστραμμένος, εικονίζεται ο Αρχάγγελος Μιχαήλ πιο στατικός, με γαλανά μάτια και καστανόξανθα μαλλιά [φωτ:2]. Και οι δύο αγγέλοι είναι ντυμένοι με λευκούς χιτώνες φιλοσόφων, ενώ φέρουν φτερά παγωνιού, σύμβολα αθανασίας και αιωνιότητας.
            Η Παναγία του ψηφιδωτού φέρει την επιγραφή Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ, μια επιγραφή μοναδική στην Κύπρο. Φέρει ακόμα τις επιγραφές ΓΑΒΡΙΗΛ και ΜΙΧΑΗΛ.
 
 
 
Φωτ:2 Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ


            Στη διακοσμητική ταινία που περιβάλλει το ψηφιδωτό, υπάρχει εντυπωσιακός φυτικός και ζωϊκός διάκοσμος, που αποτελείται ξεκινώντας από κάτω, από τριπόδια, άκανθες, αγγεία-κρήνες, πάπιες, παπαγάλους και ελάφια. Στην κορυφή του διακοσμητικού τόξου τέσσερα ελάφια συγκρατούν με τα κέρατά τους, σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχει ακτινωτός σταυρός [φωτ:3]. Όλη αυτή η διακόσμηση, συμβολίζει την ανακαίνιση της φύσης μέσα από το σωτηριώδες μήνυμα του Χριστιανισμού.
           Παλαιότερο κατά μισό περίπου αιώνα ήταν το ψηφιδωτό της Παναγίας της Κανακαριάς από το κατεχόμενο χωριό Λυθράγκωμη της επαρχίας Αμμοχώστου. Το ψηφιδωτό αποσπάστηκε από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και πουλήθηκε στο εξωτερικό. Κομμάτια του επαναπατρίστηκαν μετά από δικαστικούς αγώνες και εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στην Αρχιεπισκοπή. Ένα τρίτο ψηφιδωτό του 7ου αιώνα βρισκόταν στην εκκλησία της Παναγίας της Κυράς του χωριού Λιβάδια της επαρχίας Αμμοχώστου. Δυστυχώς το ψηφιδωτό αυτό έχει καταστραφεί ολοσχερώς μετά την τουρκική εισβολή.
 
 
Φωτ:3 Η κορυφή του ψηφιδωτού όπου τα κέρατα τεσσάρων ελαφιών συγκρατούν σφαίρα με σταυρό

 
             Tο ψηφιδωτό της Αγγελόκτιστης αποτελεί έργο παγκόσμιας κληρονομιάς. Παρόμοια έργα βρίσκονται στη Συρία και στη Ραβέννα της Ιταλίας.


 1.Ανδρέας Μ. Φούλιας, Ο Ναός της Παναγίας Αγγελόκτιστης στο Κίτι Λάρνακας, σσ.22-28, Λευκωσία 2004.


Οι τοιχογραφίες του κυρίως ναού

Στο ναό σώζονται επίσης τοιχογραφίες,  που χρονολογούνται στα μέσα του 13ου αι. όπως μια ημικατεστραμμένη ένθρονη Θεοτόκος στη νότια όψη του βορειοδυτικού πεσσού και άλλη με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου πάνω από το τέμπλο. Στο χώρο του ιερού βήματος, σώζεται τμήμα τοιχογραφίας με την αγία Σολομονή που κρατά ειλητό. Η καλύτερα διασωζόμενη παράσταση είναι αυτή στο βορειοανατολικό πεσσό που παριστάνει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο να κρατεί ανοικτό ειλητό με την επιγραφή ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ ΗΓΓΙΚΕ ΓΑΡ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ.

Εικόνες του ναού

Στο ναό της Παναγίας  στο Κίτι σώζονται ιερές εικόνες διαφόρων εποχών  και τεχνοτροπιών, από το 13ο αι. μέχρι και τον 20ο αι. Στο μικρό εικονοφυλάκιο, που στεγάζεται στο λατινικό παρεκκλήσιο,  φυλάσσονται  21 παλιές εικόνες.

Η Αγγελόκτιστη Κιτίου αποτελεί εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα σταθερό σημείο αναφοράς για τους ερευνητές, της Χριστιανικής Τέχνης και ειδικά της εξέλιξης της τέχνης του ψηφιδωτού και της εικονογραφίας στον παλαιοχριστιανικό κόσμο. Παράλληλα συγκαταλέγεται στα πιο αναγνωρίσιμα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς και γι’ αυτό αναμφισβήτητα θα πρέπει να αισθανόμαστε περηφάνια αλλά και έγνοια για τη συνεχή φροντίδα που θα πρέπει να τυγχάνει από όλους μας, εκκλησία και πολιτεία.

Ανδρέας Φούλιας
 Θεολόγος-Βυζαντινολόγος



Ιερόν Μανδήλιον, Μεταφορά, 944

Συγγραφή : Δημητρούκας Ιωάννης (31/3/2003)
Για παραπομπή: Δημητρούκας Ιωάννης, «Ιερόν Μανδήλιον, Μεταφορά, 944», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού


 
 

          Ιερόν Μανδήλιον, Μεταφορά, 944
 
 
Η υποδοχή του Μανδηλίου στη βυζαντινή πρωτεύουσα στις 15 Αυγούστου 944 μετατράπηκε σε μοναδική θρησκευτική πανήγυρη. Το Μανδήλιο μεταφέρθηκε αρχικά στο ναό των Βλαχερνών, όπου έγινε αντικείμενο προσκύνησης και λατρείας, και ακολούθως αποτέθηκε στο παρεκκλήσιο του Φάρου, στο Μεγάλο Παλάτι. Την επόμενη ημέρα (16 Αυγούστου) η λειψανοθήκη με την εικόνα και την επιστολή του Ιησού φορτώθηκαν στο αυτοκρατορικό πλοίο (βασιλική τριήρις), η οποία παρέπλευσε την πόλη και προσορμίσθηκε έξω από το δυτικό τείχος. Η συνοδεία αποβιβάστηκε και εισήλθε από τη Χρυσή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτή από τους γιους του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού, τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Στέφανο, και τον πατριάρχη Θεοφύλακτο (933-956). Η λαμπρή πομπή διέσχισε την πόλη, ενώ πλήθη κόσμου παρακολουθούσαν το μοναδικό θέαμα, έφθασε στην αγορά που ήταν μπροστά στο Αυγουσταίον και κατέληξε στο Παλάτι. Εκεί τοποθετήθηκε αρχικά επί του αυτοκρατορικού θρόνου στην αίθουσα του τρικλινίου, και ακολούθως αποτέθηκε στην εκκλησία της Παναγίας του Φάρου.
          


1. Η λατρεία των εικόνων και των λειψάνων στο Βυζάντιο
 
 
 
            Η λατρεία των αγίων εικόνων είχε διαδοθεί ευρύτατα στο χώρο της ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδιαίτερα την εποχή μετά τον Ιουστινιανό Α' (527-565), και αποτελούσε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της ευσέβειας των Βυζαντινών. Παράλληλα συνεχίστηκε αμείωτη σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα η λατρεία των ιερών λειψάνων (σκηνώματα αγίων ή μαρτύρων και αντικείμενα που εξαγιάστηκαν από την επαφή μαζί τους). Στις παραμονές της Εικονομαχίας η λατρεία των λειψάνων και των εικόνων είχε προσλάβει τέτοια έκταση ώστε θεωρήθηκε επικίνδυνη δεισιδαιμονία και αποτέλεσε την αφορμή της Εικονομαχίας.
           Η Κωνσταντινούπολη διατηρούσε το μεγαλύτερο θησαυρό λειψάνων στον χριστιανικό κόσμο του Μεσαίωνα.1 Ένα από τα σημαντικότερα λείψανα αυτού του θησαυρού ήταν το ιερό Μανδήλιο, ένα τεμάχιο υφάσματος όπου σύμφωνα με την παράδοση είχαν αποτυπωθεί τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Χριστού. Θεωρούνταν δηλαδή μια αχειροποίητη εικόνα (εικόνα που δεν εχει γίνει από ανθρώπινα χέρια), στην οποία επιπλέον αποδίδονταν θαυματουργές ιδιότητες. Το Μανδήλιο βρισκόταν αρχικά στην Έδεσσα (σημερινή Urfa της Τουρκίας), όπου παρέμεινε και μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση της πόλης το 639. Στην Κωνσταντινούπολη μεταφέρθηκε στα μέσα του 10ου αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ρωμανός Α' Λεκαπηνός (920-944) και συναυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος (908-959).
 
 
 
2. Παράδοση και μετακομιδή του Μανδηλίου
 
 
          Το 944 η πόλη της Έδεσσας πολιορκήθηκε από τους Βυζαντινούς και οι αραβικές αρχές της αναγκάστηκαν να παραδώσουν το κειμήλιο στον στρατηγό Ιωάννη Κουρκούα. Σε αντάλλαγμα οι Βυζαντινοί απελευθέρωσαν 200 μουσουλμάνους αιχμαλώτους και δεσμεύθηκαν με συνθήκη να μη διενεργούν στο μέλλον επιδρομές στην περιοχή της πόλης. Η μετακομιδή του Μανδηλίου περιγράφεται λεπτομερώς στη Διήγησι[ν] περὶ τῆς πρὸς Αὔγαρον ἀποσταλείσης ἀχειροποιήτου θείας εἰκόνος Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ὡς ἐξ Ἐδέσσης μετεκομίσθη, κείμενο που αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο και γράφτηκε πιθανώς το 945, για τον εορτασμό της πρώτης επετείου της άφιξης του Μανδηλίου στην Κωνσταντινούπολη.2 Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, μαζί με την εικόνα παραδόθηκε στους Βυζαντινούς και μια επιστολή του Ιησού προς τον βασιλιά Άβγαρο (βασιλιά της Έδεσσας τον 1ο μ.Χ. αιώνα, στα χρόνια του οποίου αναγόταν και η απόκτηση του Μανδηλίου).3
               Το ιερό κειμήλιο μεταφέρθηκε με λαμπρή συνοδεία στην Κωνσταντινούπολη. Το δρομολόγιο της μετακομιδής μπορεί να ανασυντεθεί σε γενικές γραμμές ως εξής: Η πομπή διένυσε πεζή απόσταση 12 μιλίων και έφθασε στη συριακή πλευρά του Ευφράτη, όπου επιβιβάστηκε σε πλοίο, για να περάσει απέναντι στα Σαμόσατα. Ακολούθως διέσχισε τη Μικρά Ασία. Η τελευταία στάση της πομπής έγινε στη Μονή της Θεοτόκου που βρισκόταν στην τοποθεσία Τα Ευσεβίου, στον Σαγγάριο ποταμό (Θέμα Οπτιμάτων).
          Πειστική φαίνεται η άποψη ότι η πομπή δεν ακολούθησε τον πολυσύχναστο διαγώνιο δρόμο που διερχόταν από τη Νίκαια, αλλά έναν ανατολικότερο δρόμο που συνέδεε τις Συκεές (Γαλατία) με τη Νικομήδεια.4 Ο δρόμος αυτός διέσχιζε την κοιλάδα του ποταμού Γάλλου, περνούσε ακολούθως από τη γέφυρα του Ιουστινιανού Α' στον Σαγγάριο και τη βόρεια όχθη της λίμνης Σόφων ή Βοάνη (Lacus Sophonensis, σημ. Sabanca). Στον Σαγγάριο το Μανδήλιο έγινε επισήμως δεκτό από τον απεσταλμένο του Ρωμανού Λεκαπηνού παρακοιμώμενο Θεοφάνη.




Σινά, φορητή εικόνα, μονή Αγίας Αικατερίνης, 10ος αι.
Ο βασιλιάς Άβγαρος της Έδεσσας υποδέχεται το Ιερό Μανδήλιο (πάνω δεξιά).


 
3. Υποδοχή και περιφορά του Μανδηλίου στην Κωνσταντινούπολη

 
         Η υποδοχή του Μανδηλίου στη βυζαντινή πρωτεύουσα στις 15 Αυγούστου 944 μετατράπηκε σε μοναδική θρησκευτική πανήγυρη. Το Μανδήλιο μεταφέρθηκε αρχικά στο ναό των Βλαχερνών, όπου έγινε αντικείμενο προσκύνησης και λατρείας, και ακολούθως αποτέθηκε στο παρεκκλήσιο του Φάρου, στο Μεγάλο Παλάτι. Την επόμενη ημέρα (16 Αυγούστου) η λειψανοθήκη με την εικόνα και την επιστολή του Ιησού φορτώθηκαν στο αυτοκρατορικό πλοίο (βασιλική τριήρις), η οποία παρέπλευσε την πόλη και προσορμίσθηκε έξω από το δυτικό τείχος. Η συνοδεία αποβιβάστηκε και εισήλθε από τη Χρυσή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτή από τους γιους του αυτοκράτορα Ρωμανού Α' Λεκαπηνού, τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Στέφανο, και τον πατριάρχη Θεοφύλακτο (933-956). Η λαμπρή πομπή διέσχισε την πόλη, ενώ πλήθη κόσμου παρακολουθούσαν το μοναδικό θέαμα, έφθασε στην αγορά που ήταν μπροστά στο Αυγουσταίον και κατέληξε στο Παλάτι. Εκεί τοποθετήθηκε αρχικά επί του αυτοκρατορικού θρόνου στην αίθουσα του τρικλινίου, και ακολούθως αποτέθηκε στην εκκλησία της Παναγίας του Φάρου.5
         Η τελετή (άφιξη, περιφορά και λιτάνευση της εικόνας), που σαφέστατα απέβλεπε στον αγιασμό της πόλης και του κράτους και στην προβολή της εικόνας ως προστάτιδας της Κωνσταντινούπολης και του αυτοκράτορα, εορταζόταν κάθε χρόνο στις 16 Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη.6 Το κειμήλιο παρέμεινε στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα μέχρι τον 13ο αιώνα, οπότε πουλήθηκε, κατά μία εκδοχή, στον Λουδοβίκο ΙΘ΄ της Γαλλίας από τον Λατίνο αυτοκράτορα Βαλδουίνο Β΄, και μεταφέρθηκε στη Sainte Chapelle στο Παρίσι, απ' όπου χάθηκε (ή καταστράφηκε) στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης.

 
4. Η πολιτική αξιοποίηση του Μανδηλίου από τον Πορφυρογέννητο

 
         Η μετακομιδή του Μανδηλίου στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε σημαντικό γεγονός που πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ρωμανού Α' Λεκαπηνού. Η υποδοχή της εικόνας από τους γιους του και κυρίως η τοποθέτησή της στον αυτοκρατορικό θρόνο κατά τη διάρκεια της περιφοράς είχαν σαφώς πολιτική σημασία και αποσκοπούσαν στη σύνδεση του ιερού κειμηλίου με τη δυναστεία του Ρωμανού, εν είδει νομιμοποίησης. Στην πραγματικότητα ο Ρωμανός Α' είχε παραγκωνίσει αθόρυβα τον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο από την εξουσία και, έχοντας στέψει τους γιους του συναυτοκράτορες, επεδίωκε να εδραιώσει τη δική του δυναστεία.7
         Λίγους μήνες μετά την υποδοχή του Μανδηλίου στην πρωτεύουσα ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 944, ο Ρωμανός Α' Λεκαπηνός εκθρονίστηκε από τους δύο γιους του, συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο και Στέφανο, και φυλακίστηκε σε μοναστήρι στο νησί της Πρώτης. Τον Ιανουάριο του 945 ο Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος συνέλαβε και εξόρισε τους δύο σφετεριστές, μένοντας μόνος κυρίαρχος και ελεύθερος να ασκήσει το αυτοκρατορικό του αξίωμα. Λίγους μήνες αργότερα γράφτηκε η Διήγησις, από τον ίδιο ή κατά παραγγελίαν του, με αφορμή την πρώτη επέτειο της άφιξης του Μανδηλίου στην Κωνσταντινούπολη. Στο κείμενο είναι προφανής η προσπάθεια να προβληθεί ο Πορφυρογέννητος ως ευσεβής αυτοκράτορας που εκτελεί το πνευματικό του καθήκον φροντίζοντας για την απόκτηση ιερών λειψάνων και για τη μεταφορά τους στην πόλη. Η εικόνα, από την άλλη, παρουσιάζεται ως προστάτης του δικαιώματος του Πορφυρογέννητου στην εξουσία: είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα θαύματα της εικόνας τελείται μόλις ένας πιστός επευφημεί τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο ως μόνο αυτοκράτορα, αποσιωπώντας το όνομα του Ρωμανού.8
Εξάλλου η Διήγησις δεν είναι μεμονωμένο παράδειγμα της προσπάθειας του Πορφυρογέννητου για πολιτική αξιοποίηση του Μανδηλίου και της μεταφοράς του στην Κωνσταντινούπολη. Σε ένα τρίπτυχο των μέσων του 10ου αιώνα από τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά βλέπουμε να εικονίζεται, στην ανώτερη ζώνη του αριστερού φύλλου, ο βασιλιάς Άβγαρος που παραλαμβάνει το Μανδήλιο. Έχει αποδειχτεί ότι ο Άβγαρος αποδίδεται με τα χαρακτηριστικά του Πορφυρογέννητου, προβάλλοντας ουσιαστικά τον τελευταίο ως τον διάδοχο του πρώτου στην κατοχή του ιερού κειμηλίου.9
--------------------------------------------------------------------------------

1. The Oxford Dictionary of Byzantium III (New York-Oxford) 1991, λήμμα “Relics” (R.F. Talbot-A. Kazhdan), σελ. 1779-1781.
2. Constantinus Porphyrogenitus, Narratio de Imagine Edessena, PG 113, στ. 421-454.
3. Ο θρύλος για την επιστολή αυτή είναι στην πραγματικότητα προγενέστερος από αυτόν του Μανδηλίου και αναφέρεται ήδη από τον Ευσέβιο στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (α' μισό 4ου αιώνα μ.Χ.).
4. Janin, R., Les églises et les monastères des grands centres byzantins (Bithynie, Hellesponte, Latros, Galesios, Trebizonde, Athenes, Thessalonique) (Paris 1975), σελ. 93.
5. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'Empire byzantin I: Le siège de Constantinople et le Patriarcat Oecuménique, v.III: Les églises et les monastères (Paris 1969), σελ. 232.
6. Grumel, V., “Léon de Chalcédoine et le canon de la fête du saint Mandilion”, Analecta Bollandiana 68 (1950), σελ. 135-152. Πρβ.  Cameron, Av., “The History of the Image of Edessa: the Telling of a Story”, στο Okeanos. Essays presented to I. Ševčenko, Harvard Ukrainian Studies 7 (1983), σελ. 91-93.
7. Ostrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Β (Αθήνα 1997), σελ. 147-8.
8. Patlagean, E. “L’entrée de la Sainte Face d’ Édesse à Constantinople en 944”, στο Vauchez, A. (επιμ.), La religion civique à l’époque médiévale et moderne (Chrétienté et Islam), Actes du colloque (Nanterre 21-23 juin 1993), Coll. De l’ École Française de Rome 213 (Rome 1995), σελ. 21-35. Πρβ. και το παράθεμα 2 στη στήλη Παραθέματα.
9. Weitzmann, K., “The Mandylion and Constantine Porphyrogenitus”, Cahiers archeologiques 11 (1960), σελ. 183-184.

 1. Η λατρεία των εικόνων και των λειψάνων στο Βυζάντιο
2. Παράδοση και μετακομιδή του Μανδηλίου
3. Υποδοχή και περιφορά του Μανδηλίου στην Κωνσταντινούπολη
4. Η πολιτική αξιοποίηση του Μανδηλίου από τον Πορφυρογέννητο