Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Η τεχνολογία στο Βυζάντιο του Θ. Π. Τάσιου

 




Με αφορμή μια διάλεξή μου στο φιλόξενο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης (μετά απο πρόσκληση του Συλλόγου των Φίλων του Μουσείου), αξίζει να ξανατεθεί το ερώτημα περι Βυζαντινής Τεχνολογίας. Και διοτι πώς είναι δυνατόν να καμωνόμαστε οτι γνωρίζομε εναν Πολιτισμό, όταν συστηματικά αγνοούμε την Τεχνολογία του. Λοιπόν, οι γνώσεις-μας περι της Βυζαντινής Τεχνολογίας δέν είναι πλούσιες. Και ιδού μερικά πιθανά αίτια, ευρύτερου νομίζω ενδιαφέροντος.
 
α) Και, πρώτον, η παλαιότερη υποτίμηση του Βυζαντίου καθεαυτό απ' τη διεθνή ιστοριογραφία...

β) Δεύτερον, η εγνωσμένη αδιαφορία των Ιστοριογράφων (μέχρι πρόσφατα) για την Τεχνολογία καθόλου, ως θεμελιώδους παράγοντος των Πολιτισμών ενγένει.

γ) Σημαντικό, πάντως, μέρος της αγνοίας-μας περί του Βυζαντίου γενικότερα, οφείλεται στη συστηματική καταστροφή μεγίστου μέρους των Αρχείων των κυβερνητικών υπηρεσιών, κυρίως, αλλά και των γαιοκτημόνων και των Συντεχνιών, κλπ. Η ιστορία της Τεχνολογίας θα προέκυπτε αρμοδιότερον απο τέτοια Αρχεία, παρά απ' τις περιγραφές των υμνητών (ή και κατηγόρων) του Αυτοκράτορα!

δ) Είναι όμως εξ ίσου αληθές οτι οι ίδιοι οι βυζαντινοί δέν φαίνεται να είχαν σπουδαίαν ιδέα για τα τεχνικά επαγγέλματα: «Οι τας αγοραίας και χειρουργικάς τέχνας ασκούντες (οι χειροτεχνάριοι ως ελέγοντο) εθεωρούντο ταπεινοί και βάναυσοι δι' ό και περιεφρονούντο, εκ πολλών μαρτυριών μανθάνομεν» (Φ. Κουκουλές). Ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος, λ.χ., βάζει στο στόμα τού πατέρα-του τη φράση «... ουδέ τε χαλκότυπον, και γάρ εμόν έσσεται αίσχος». Μια τέτοια ιδεαλιστική στάση, που θυμίζει... Ξενοφώντα (στον βαθμό βέβαια κατα τον οποίον δέν προέρχεται μόνον απο λογίους ή μόνον απο ψωροευγενείς), θα μπορούσε να σημαίνει μιαν ευρύτερη υποτίμηση της Τεχνολογίας.

ε) Δέν θα συμμερισθώ, πάντως, την άποψη οτι ο Χριστιανισμός θεωρούσε τάχα τη χειρωνακτική εργασία ως κώλυμα εις την σωτηρίαν των ψυχών! Ο μέν απόστολος των Εθνών Παύλος, λόγιος αυτός, καμάρωνε για τις χειρωνακτικές-του εργασίες, ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκήρυττεν «μηδείς αισχυνέσθω των την τέχνην εχόντων, μή τοίνυν είπης χαλκότυπος εστιν ο δείνα [...] και καταφρονήσης».

στ) Αντιθέτως, μου φαίνεται οτι η βυζαντινή απαγόρευση προς τους ευγενείς να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες, ενδέχεται να αποθάρρυνε την μεγέθυνση μερικών πετυχημένων βιοτεχνικών κέντρων ώστε να καταστούν «βιομηχανικότερα».

ζ) Εξ άλλου, τα πολιτικώς αμφίβολης αξίας προνόμια που έδωσαν βυζαντινοί βασιλείς προς Ρώσσους παλαιότερα, και προς Ιταλούς αργότερα εμπόρους, άνοιξαν τον δρόμο για την ανεμπόδιστη εισαγωγή τεχνικών προϊόντων απο άλλες χώρες, αποθαρρύνοντας αντίστοιχη εντόπια τεχνολογική ανάπτυξη. «Ετσι, κέντρο βάρους του κράτους των Κομνηνών (11ος αι.) ξανάγινε η γή» (Mango) - χωρίς περαιτέρω τεχνική πρόοδο.

η) Τέλος, ίσως πρέπει να προσθέσομε εδώ και μιαν άλλη κοινωνική αιτία που πιθανότατα συνέβαλε στην κατα διαστήματα μείωση της τεχνολογικής ανάπτυξης στο Βυζάντιο. Πρόκειται για την εξαφάνιση των ηγετικών οικογενειών και εν πολλοίς της αστικής τάξης κατα τις αναστατώσεις του 7ου και του 8ου αιώνα, αλλά και αργότερα...

Παρα ταύτα, το Βυζάντιο διέθετε σημαντική Τεχνολογία. Αλλά μια συστηματική και λεπτομερής γνώση περι αυτής, απαιτεί νέες προσπάθειες. «Χρειαζόμαστε μια συστηματική έρευνα με αντικείμενο τις βυζαντινές πόλεις, τα χωριά, τα κάστρα, τα αγροκτήματα, τις υδρεύσεις, τις αρδεύσεις, τους δρόμους, τις βιοτεχνικές εγκαταστάσεις στις διάφορες επαρχίες της Αυτοκρατορίας» (Mango).

Οσο για μάς εδώ, άς τελειώσουμε με μερικές μόνον γενικές πληροφορίες για τη βυζαντινή Τεχνολογία. Αργότερα ίσως επανέλθομε με στοιχεία για επιμέρους τεχνολογικούς τομείς. Κατα την πρωτοβυζαντινή περίοδο, «ένα μεγάλο μέρος της βιοτεχνίας» μας λέει ο Ν. Σβορώνος, «έχει τα χαρακτηριστικά πραγματικής βιομηχανίας. Πολλές βιοτεχνίες ανήκουν στο Κράτος (είναι κρατικά εργαστήρια). Ωστόσο, μεγάλες βιοτεχνικές επιχειρήσεις βρίσκονται και σε χέρια ιδιωτών, π.χ. ένα μεγάλο μέρος των εργαστηρίων κατασκευής όπλων (πρό του Ιουστινιανού). Τα πλούσια σε πολύτιμα μέταλλα ορυχεία (χρυσού και αργύρου) είναι κρατικά».

Και τώρα, ένας εύγλωττος κατάλογος τεχνικών επαγγελμάτων: Εργάτες όπλων, Εικαστικοί τεχνίτες, Ελεύθερα επαγγέλματα: Μηχανικοί, αρχιτέκτονες, οικοδόμοι, τέκτονες (για στέγες και ξυλοδέματα), υαλουργοί, χαλκείς, βρεκάριοι (για βάρκες), ασβεστοποιοί, μολυβδουργοί, κναφείς, ναυπηγοί. Ανήκουν όλοι σε Συντεχνίες, των οποίων το σύστημα αποκτά και νομικόν χαρακτήρα.

Ο κατάλογος αυτός συνιστά άλλη μία ένδειξη ότι η βυζαντινή τεχνολογία λειτουργούσε - και έχομε νομίζω πολλαπλά κίνητρα για την συστηματική συγκέντρωση των διαθέσιμων γνώσεων και την εντατικοποίηση των ερευνών περί αυτής. Και αναμένεται μια σχετική πρωτοβουλία απ' το Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και απ' την ΕΜΑΕΤ στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, προκειμένου να αξιοποιηθεί το κεφάλαιο των γνώσεων των διακεκριμένων Ελλήνων Βυζαντινολόγων (ιστορικών και αρχαιολόγων) στον τομέα αυτόν.

Δημοσίευση <<ΒΗΜΑ>>
Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Αννα Κομνηνή --- αφιέρωμα

 
Ρώσικα έργα ζωγραφικής.
 
            "Το Δεκέμβρη του 1083, η αυτοκράτειρα Ειρήνη Δούκα, σύζυγος του Αλεξίου Κομνηνού, περίμενε την ώρα να γεννήσει στο δωμάτιο του Ιερού Παλατιού που ονόμαζαν Πορφύρα, όπου σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να γεννιούνται οι αυτοκρατορικοί γόνοι, οι οποίοι γι' αυτό ακριβώς το λόγο ονομάζονταν πορφυρογέννητοι. Η στιγμή πλησίαζε, αλλά ο Βασιλεύς απουσίαζε από την Κωνσταντινούπολη λόγω της εμπλοκής του στον πόλεμο με τους Νορμανδούς. Τότε η νεαρή γυναίκα έκανε μία όμορφη χειρονομία. Καθώς αισθανόταν τους πρώτους πόνους, έκανε πάνω στην κοιλιά της το σταυρό της και είπε : "Περίμενε λίγο ακόμη παιδάκι μου, μέχρι να επιστρέψει ο πατέρας σου". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η μητέρα της Ειρήνης, φρόνιμη και σοφή γυναίκα, θύμωσε πολύ : "Και τι θα γίνει αν έρθει ο άντρας σου μετά από ένα μήνα ; Πως μπορείς να το ξέρεις ; Και τι θα κάνεις μέχρι τότε για να αντέξεις τους πόνους ; Τα γεγονότα, ωστόσο, δικαίωσαν τη νεαρή γυναίκα. Τρεις μέρες αργότερα, ο Αλέξιος έφτανε στην Κωνσταντινούπολη, προλαβαίνοντας να κρατήσει στην αγκαλιά του τη νεογέννητη κόρη του. 'Ετσι, με το θαύμα αυτό που σημάδεψε την γεννησή της, ήρθε στον κόσμο η 'Αννα Κομνηνή, μία από τις πιο εξαίρετες και διάσημες πριγκίπισσες που έζησαν στην Αυλή του Βυζαντίου" (Charles Diehl, Figures Byzantines, Παρίσι, 1908 - Σημ. Oι ημερομηνίες του Diehl δεν συμφωνούν απόλυτα με αυτές που θεωρούνται σήμερα πιο έγκυρες).
 
 
           "Σπάνια η αγάπη για τα γράμματα, και κυρίως για τα έργα των Αρχαίων υπήρξε τόσο διαδεδομένη όσο στο Βυζάντιο των Κομνηνών... Μπροστά σε μία τέτοια αναγέννηση της κλασικής κουλτούρας, μία αυτοκρατορική πριγκίπισσα, ιδίως αν διέθετε την εξαιρετική ευφυία της 'Αννα Κομνηνής, δεν μπορούσε να αρκεστεί στην κάπως στοιχειώδη μόρφωση που λάμβαναν οι γυναίκες του Βυζαντίου. 'Εμαθε όλα όσα μπορούσαν να μαθευτούν στην εποχή της, τη ρητορική και τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη λογοτεχνία, τη γεωγραφία και τη μυθολογία, την ιατρική και τις επιστήμες" (Charles Diehl, Figures Byzantines).
Η Σχολή των Αθηνών (1511), έργο του Raphael (με τους Αριστοτέλη και Πλάτωνα στο κέντρο, και τον ίδιο τον Raphael με τη μορφή του Απελλή στην πάνω δεξιά γωνία του πίνακα).
 
             "Διάβασε τους μεγάλους ποιητές της αρχαιότητας, τον 'Ομηρο και τους λυρικούς, τους τραγικούς και τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς όπως τον Θουκυδίδη και τον Πολύβιο, τους ρήτορες όπως τον Ισοκράτη και τον Δημοσθένη. Διάβασε τις πραγματείες του Αριστοτέλη και τους Διαλόγους του Πλάτωνα και από την επαφή αυτή με τους περίφημους συγγραφείς διδάχθηκε την τέχνη της σωστής έκφρασης καθώς και τα πιο τέλεια επιτεύγματα του ελληνισμού. Μπορούσε να απαγγείλει με άνεση Ορφέα και Τιμόθεο, Σαπφώ και Πίνδαρο, Πορφύριο και Πρόκλο, την Ποικίλη Στοά και την Ακαδημία" (Charles Diehl, Figures Byzantines).
 
Η 'Αννα Κομνηνή.
 
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, πατέρας της 'Αννας Κομνηνής και αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 1081 ως το 1118.
 
Η Ειρήνη Δούκα (ή Δούκαινα), μητέρα της 'Αννας Κομνηνής.
 
Ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός (αδερφός της 'Αννας) και η συζυγός του Ειρήνη (από ψηφιδωτή παράσταση στην Αγία Σοφία). Μάταια συνομώτησαν εναντίον του η αδερφή του και η μητέρα του που προτιμούσαν για τη διαδοχή του Αλεξίου τον Καίσαρα Νικηφόρο Βρυέννιο, σύζυγο της Άννας Κομνηνής. Ο Ιωάννης Β' έλαβε από τον ετοιμοθάνατο πατέρα του το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι ("σφραγιστήρα δακτύλιον") και κυβέρνησε από το 1118 μέχρι το θάνατό του το 1143.
 
Ιωάννης Β΄Κομνηνός και Ειρήνη.
Απόσπασμα από το "τυπικό" της Αγίας Μονής της Κεχαριτωμένης στην Κωνσταντινούπολη, όπως το συνέταξε η ίδια η αυτοκράτειρα Ειρήνη Δούκα. Στη Μονή αυτή κατέφυγε η Άννα Κομνηνή όταν εγκατέλειψε τις ελπίδες της για τη διαδοχή του θρόνου. Εκεί έγραψε και την Αλεξιάδα, την επική εξιστόρηση της βασιλείας του πατέρα της που την κατέστησε πρώτη γυναίκα ιστοριογράφο.
'Αννα Κομνηνή (ρώσικη ζωγραφική).
Ο Αλέξιος Κομνηνός, η 'Αννα Κομνηνή, ο στρατηγός Βελισάριος και ο στρατηγός Μανιάκης (ενδυματολογικές επιλογές).
Η 'Αννα Κομνηνή υπαγορεύει την Αλεξιάδα.
Η πρώτη Σταυροφορία (1095 - 1099).
Bohémond Ier d'Antioche, γάλλος πρίγκιπας, εκ των αρχηγών της πρώτης Σταυροφορίας. Κατέλαβε την Αντιόχεια το 1098 (η γκραβούρα του Gustave Doré τον δείχνει να σκαρφαλώνει μόνος του στα τείχη της πόλης), αλλά εναντιώθηκε αργότερα στους Βυζαντινούς και υποχρεώθηκε να δώσει έναν ταπεινωτικό όρκο υποτέλειας στον Αλέξιο. Η 'Αννα Κομνηνή τον είχε γνωρίσει ήδη από την ηλικία των δεκατεσσάρων, και είναι εμφανές με τον τρόπο που τον περιγράφει στην Αλεξιάδα ότι άσκησε πάνω της μία έντονη γοητεία που αντιμαχόταν την αποστροφή.
 
              "Περνούσε τους πιο ψηλούς κατά έναν πήχη. Είχε επίπεδη κοιλιά και φαρδείς ώμους και στέρνο. Δεν ήταν ούτε αδύνατος, ούτε παχύς. Είχε δυνατά μπράτσα, και χέρια σαρκώδη και λίγο μεγάλα. Αν τον παρατηρούσες, έβλεπες ότι ήταν λίγο σκυφτός. Το δέρμα του ήταν πολύ λευκό και τα μαλλιά του προς το ξανθό. Δεν σκέπαζαν τ' αυτιά του, ούτε ανέμιζαν όπως των άλλων Βαρβάρων. Αδυνατώ να πω τι χρώμα ήταν τα γένια του, ίσως κοκκινόξανθα. Τα μαγουλά του και το πιγούνι του ήταν ξυρισμένα. Τα μάτια του, γαλάζια με πράσινες θαλασσινές ανταύγειες, αποκάλυπταν την ανδρεία και τη βία του. Τα πλατιά του ρουθούνια εισέπνεαν ελεύθερα τον αέρα, σε συγχρονισμό με την καρδιά που χτυπούσε μέσα σ' αυτό το πλατύ στήθος. Αυτό το πρόσωπο είχε κάτι το ελκυστικό, μόνο που το κατέστρεφε ο τρόμος. Σ' αυτό το βλέμμα, σ' αυτήν τη κορμοστασιά, δεν διέκρινες κάτι ευγενικό, αλλά κάτι απάνθρωπο. Ακόμη και το χαμογελό του μου φαινόταν περισσότερο σαν απειλητικό σκίρτημα. 'Ολα σ' αυτόν μαρτυρούσαν την πονηριά και τα τεχνάσματα. Ο λόγος του ήταν ακριβής, αλλά οι απαντήσεις του εντελώς ασαφείς". ('Αννα Κομνηνή, Αλεξιάδα, πρόχειρη μετάφραση από τα γαλλικά).
Το ξεκίνημα της πρώτης Σταυροφορίας.
Hugues Ier de Vermandois, γιος του γάλλου βασιλιά Henri Ier και της Anne de Kiev. Συμμετείχε στην πολιορκεία της Αντιόχειας, αλλά απουσίαζε από την κατάληψη της Ιερουσαλήμ. Οι τύψεις και η ντροπή τον έφεραν πίσω στην Παλαιστίνη όπου τραυματίστηκε και πέθανε. Δεξιά, σε ένα χειρόγραφο του 15ου αι., ο Hugues Ier με τον Αλέξιο Α' (Εθνική Γαλλική Βιβλιοθήκη, BNF).
Ο Robert de Normandie στην πολιορκεία της Αντιόχειας. 'Εφτασε μέχρι την Ιερουσαλήμ αλλά πέθανε στο δρόμο της επιστροφής σε ηλικία 25 ετών. Πίνακας του γάλλου ζωγράφου Jean-Joseph Dassy (1838).
Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός υποδέχεται τον γάλλο ιππότη Godefroy de Bouillon, πρώτος άρχοντας του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, μετά την Α' Σταυροφορία.
 
 
             "Στα χρόνια του Αλεξίου Κομνηνού σταθεροποιήθηκε όχι μόνο η αυτοκρατορία αλλά και η αυθεντία του αυτοκράτορα. Αλλά η αυτοκρατορία των Κομνηνών διαφέρει ουσιαστικά στην εσωτερική δομή της από το αυστηρά συγκεντρωτικό κράτος της μέσης βυζαντινής περιόδου. Την εποχή των Κομνηνών χαρακτηρίζει η επιτάχυνση στην ανάπτυξη της φεουδαρχίας και οι φεουδαρχικές δυνάμεις της επαρχίας, εναντίον των οποίων είχαν αγωνισθεί με αποφασιστικότητα οι αυτοκράτορες του δέκατου αιώνα, έγιναν οι κύριοι στυλοβάτες του νέου κρατικού μηχανισμού. Ο Αλέξιος έδωσε το προβάδισμα στους κοινωνικά ισχυρότερους παράγοντες, οι οποίοι είχαν επιζήσει παρά την αντίδραση της κεντρικής εξουσίας στους μέσους βυζαντινούς χρόνους και πάνω σ' αυτούς οικοδόμησε τη νέα κρατική και στρατιωτική οργάνωση. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μυστικό της επιτυχίας του καθώς και τα όριά της. Το Βυζάντιο εγκατέλειψε οριστικά τα άλλοτε σταθερά θεμέλιά του· η στρατιωτική, οικονομική και νομισματική του ισχύς περιορίσθηκε σε μεγάλο βαθμό. Έτσι εξηγείται το γεγονός γιατί το μεγαλείο της εποχής των Κομνηνών δεν είχε διάρκεια αλλά το διαδέχθηκε η κατάρρευση του βυζαντινού κράτους.
            Στην ανάπτυξη της φεουδαρχίας συνέβαλε επίσης η επαφή με τη Δύση. Η μοίρα θέλησε ώστε το Βυζάντιο να έλθει σε στενή επαφή με το δυτικό κόσμο, όταν η εκκλησιαστική κοινωνία – κι αυτό σημαίνει για την εποχή αυτή, η πνευματική επικοινωνία γενικά – είχε πια διακοπεί. Μίσος και αποστροφή ήταν τα αισθήματα που έτρεφαν μεταξύ τους οι Βυζαντινοί και οι Δυτικοί και η στενότερη επαφή όξυνε ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό. Πάντως από την εποχή αυτή αρχίζει να γίνεται αισθητή η επιρροή της Δύσεως πάνω στο Βυζάντιο με πολλούς τρόπους, τόσο στον πολιτιστικό όσο και στον πολιτικό τομέα. Βέβαια η επικράτηση της φεουδαρχίας στο βυζαντινό κράτος ήταν αποτέλεσμα της εσωτερικής του εξελίξεως. Ωστόσο είναι φυσικό ότι δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από τη δημιουργία των πολλών λατινικών ηγεμονιών στην Εγγύς Ανατολή, όπου επικρατούσε ο πιο γνήσιος τύπος της δυτικής φεουδαρχίας. Οι σχέσεις των αρχηγών των σταυροφόρων με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α', που διαμορφώθηκαν κατά τα δυτικά πρότυπα, έφεραν νέες πολιτικές αρχές στον κόσμο του Βυζαντίου. Η σχέση αυτή της υποτέλειας επεκτάθηκε σύντομα και σε άλλους ηγεμόνες της βυζαντινής επικράτειας και έτσι έγινε τελικά ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του μεταγενέστερου βυζαντινού κράτους".
 
Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους (αναδημοσίευση από το Feltor's Blog).
 

Η τέχνη της ξιφομαχίας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το 14ο-15ο αιώνα

   

1b - AKADEMY LEONTES - INTERNET
 
 
Η μελέτη είναι του Andrea Babuin από το βιβλίο του:
‘ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1204-1453)
ΤΟΜΟΣ Α’
Με μικρές παρεμβάσεις πάνω στη πολεμική τέχνη, του Γεώργιου Ε. Γεωργά



          Τα εγχειρίδια μάχης που συντάχθηκαν στη Δύση κατά το 14ο έως και τα τέλη του 15ου αιώνα τα περίφημα Γερμανικά Fechtbücher αλλά και στον αραβικό κόσμο κατά τον 12ο αιώνα, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα στην έρευνα. Στη θέση των βυζαντινών αρχειακών τεκμηρίων, μεγάλο ποσοστό των οποίων χάθηκε, χρησιμοποιήθηκαν ευρέως οι σχετικές με τη Ρωμανία (Βυζαντινή αυτοκρατρία) δυτικές διπλωματικές πηγές.
          Από αυτές αντλήθηκε ένα μεγάλο σύνολο πληροφοριών για τα όπλα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και τον τρόπο που τα χρησιμοποιούσαν. Τα αγχέμαχα όπλα των Βυζαντινών ήταν πολλά κατά το 14o-15ο αιώνα. Ωστόσο η γοητεία της τέχνης του ξίφους και της σπάθας πάντα είχε ιδιαίτερη θέση στον Ελλαδικό χώρο, από τα Ομηρικά έπη μέχρι και τη νεότερη ιστορία της Ελλάδος.
 
Τα είδη των ξιφών και των σπάθων
 
           Υπάρχουν πολλά είδη ξιφών, τα οποία στο πέρασμα των αιώνων και σύμφωνα με το σχήμα και τη χρήση για την οποία προορίζονταν, έλαβαν διάφορες ονομασίες.
Ωστόσο χωρίζονται σε δυο μεγάλες ομάδες:
 
Τα ξίφη
 
            Eίναι όπλα ευθεία και μακρά με δυο ακμές κατά μήκος της λεπίδας (αμφίστομα) και με οξεία ή αμβλεία απόληξη. Έχουν λαβές που καταλήγουν σε ένα σφαίρωμα (ή μήλο), που χρησιμεύει στην εξισορρόπηση του βάρους του σπαθιού και οι λεπίδες τους έχουν κατά κανόνα μια νεύρωση ως προς τον επιμήκη άξονα που τους εξασφαλίζει μεγαλύτερη ελαφρότητα και αντοχή στη κρούση. Στο σημείο συναρμογής της λαβής με τη λεπίδα βρίσκεται ο προφυλακτήρας/ χειροφυλακτήρας, μια εγκάρσια ράβδος με δύο βραχίονες (ή πτερύγια) για την προστασία του χεριού. Τα ξίφη μπορούν να χρησιμοποιούνται τόσο για θλαστικά (σπαθιές) όσο και για νυκτικά κτυπήματα.
 
Οι σπάθες
 
         Έχουν πλατιά και κυρτή (δρεπανοειδή) λεπίδα μονόπλευρης κόψης και μια λαβή ασύμμετρη, χωρίς σφαίρωμα, που συχνά κυρτώνει προς την κοφτερή πλευρά της λεπίδας. Ενίοτε η ράχη (η μη κοφτερή πλευρά) της λεπίδας πλαταίνει στο τελευταίο τρίτο της και σχηματίζει μια ακμή, το λεγόμενο ζέλμαν (jelman). Η σπάθα είναι το τυπικό όπλο του ιππικού και χρησιμοποιούνταν για θλαστικά πλήγματα.
 
 
Ραπιέρ που σώζεται στο Πολεμικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης
 
            Μεταξύ των πολυάριθμων παραλλαγών αυτών των βασικών τύπων, αναφέρουμε δύο: καταρχήν το ραπιέρ, ένα μακρύ ξίφος με λεπτή αμφίστομη (σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και τετράπλευρης διατομής) λεπίδα και συχνά άνευ προφυλακτήρα.
            Έπειτα, την πάλα / pallash, ένα πρόγονο της σπάθης με λεπτή και ίσια λεπίδα μονόπλευρης κόψης και συμμετρική και ίσια λαβή, όπως εκείνη του ξίφους, αλλά χωρίς μήλο. Στη Δύση ένα όπλο με τα ίδια χαρακτηριστικά ήταν γνωστό ως falcione.
           Οι συγγραφείς της εποχής των Παλαιολόγων χρησιμοποιούν μεγάλη ποικιλία ονομάτων για να προσδιορίσουν τα ξίφη, ξεκινώντας από τα φάσγανον, ἄορ και ξίφος που απαντούν ήδη στον Όμηρο για να περάσουν στο ἀκινάκης του Ηροδότου και στη μάχαιρα και ῥομφαία, όρους πολύ κοινούς στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και συχνά δόκιμους σε κείμενα θρησκευτικού ή μη περιεχομένου.Όσο κι αν αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνταν αρχικά για να προσδιορίσουν συγκεκριμένα είδη όπλων, στη γραμματεία χρησιμοποιούνται κυρίως αυθαίρετα και θεωρούνται συχνά συνώνυμα.
Μπορούν να γίνουν μόνο υποθέσεις σχετικά με το σχήμα του σπαθορραβδίου το οποίο ήταν αναρτημένο στη σέλα του Διγενή Ακρίτη, ίσως επρόκειτο για ένα είδος λόγχης ή ίσως ακόμη και για ένα ραπιέρ.
             Παρατηρώντας ένα όπλο αυτού του τύπου που σώζεται στο Πολεμικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης μπορεί κανείς να επισημάνει πως η ολοκληρωτική έλλειψη προφυλακτήρα κάνει αυτά τα ξίφη να έχουν μεγάλη ομοιότητα με τις ράβδους.
 
 
Τα Γερμανικά όπλα
 
            Κατά τους τελευταίους αιώνες της ιστορίας του, σώζονται διάφορα δείγματα ξιφών του 14ου και 15ου αιώνα, τα οποία φέρουν το σύμβολο του λύκου χαραγμένο πάνω στη λεπίδα. Αυτό το έμβλημα – απόδειξη προέλευσης από μια περιοχή της Γερμανίας στην οποία παράγονταν όπλα υψηλής ποιότητας – χρησιμοποιούνταν και πάνω σε ξίφη τοπικής παραγωγής που μετά παρουσιάζονταν ως γνήσια.
 
Βυζαντινό σπαθί με λαβή για δύο χέρια
 
 
Εικόνα του Αγίου Γεωργίου με μακρύ σπαθί
 
            Με βάση τα εικονογραφικά στοιχεία, προκύπτει ότι το μέσο μήκος των λαβών κυμαινόταν μεταξύ 10 και 15 εκατοστών, συμπεριλαμβανομένων του μήλου και του προφυλακτήρα. Με σπανιότατες εξαιρέσεις , δεν εμφανίζονται στην εικονογραφία λαβές για κράτημα και με τα δύο χέρια και αυτό δείχνει ότι τα βυζαντινά ξίφη προορίζονταν ουσιαστικά για έφιππη χρήση, κατά την οποία το ένα χέρι πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμο για να κρατά τα ηνία. Με σκοπό να μένει το χέρι ελεύθερο, ώστε να κρατά το τόξο ή το δόρυ, τα ξίφη μπορούσαν να κρέμονται από τον καρπό χάρη σε ένα λουρί που κρατιόταν από ένα κρίκο αναρτήσεως .
 
Το κυρτό σπαθί (η σπάθη)
 
             Από τον 13ο αι. και εξής εμφανίζεται στη βυζαντινή εικονογραφία με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα ένας τύπος σπαθιού χαρακτηριζόμενου από κυρτή λεπίδα με μια μόνο κόψη, μήκους από 70 εκ. έως ένα μέτρο, το οποίο προερχόταν από την περιοχή της Κεντρικής Ασίας. Η σπάθη ήταν ένα όπλο σχεδιασμένο για έφιππη μάχη, και χρησιμοποιείτο για πλάγια κοπτικά χτυπήματα. Η ύπαρξη μιας μόνο κόψης επέτρεπε την ενίσχυση της ράχης του όπλου, για την επίτευξη ισχυρότερων χτυπημάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις, το άνω άκρο της ράχης σχημάτιζε μια δεύτερη κόψη, το λεγόμενο ζέλμαν (jelman), χάρη στο οποίο η αιχμή του όπλου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και προς τις δυο κατευθύνσεις.
           Στη βυζαντινή γραμματεία, η ακριβέστερη περιγραφή μιας σπάθης βρίσκεται στο έργο του Χαλκοκονδύλη, όπου γίνεται σύγκριση μεταξύ των σύγχρονων όπλων της κεντρικής Ευρώπης με εκείνα των Τούρκων, Ιταλών και Ελλήνων. Εκεί σημειώνεται ότι, ενώ οι Γερμανοί και οι Ούγγροι χρησιμοποιούσαν ευθέα και αιχμηρά ξίφη για νυκτικά κτυπήματα, κοντολογίς τα μακριά σπαθιά (long swords) , οι Τούρκοι εκμεταλλεύονταν την τεράστια δύναμη των καταφορικών κτυπημάτων με τα μονόπλευρης κόψης σπαθιά τους για την πρόκληση βαθέων τραυμάτων. Όποτε έχουμε άλλη μια απόδειξη δια χειρός του Χαλκοκονδύλη ότι το σύστημα του Lichtenauer είχε σαν βασική επιθετική αρχή τα νυκτικά κτυπήματα.
 
Διαβάστε το πρωτότυπο όμως για να δείτε τι λέει:
‘…ξίφει Παιονικῷ βληθεὶς κατὰ τὸ στῆθος, δορατείῳ τραύματι. τὰ γὰρ Παιονικὰ ξίφη σχεδόν τι δή, καὶ τὰ τῆς Γερμανίας ἁπάσης, ἐληλαμένα τυγχάνει ἐπὶ μήκιστον καὶ ὀξέα, οὐ μέντοι τοιαῦτα οἷα καταίροντας κόπτειν ὅτι καὶ ἄξια λόγου, ὡς τὰ βαρβαρικὰ ἢ καὶ Ἰταλικά. τὰ μὲν βαρβαρικὰ τοιαῦτα (Τούρκων δέ ἐστι ταῦτα), βάρος ἴσχοντα πάμμεγα καὶ ἐφ΄ ἑνὶ ἔχοντα τὴν τομὴν, καταβαίνουσί γε μάλιστα δὴ πάντων τῶν ξιφῶν ὧν ἡμεῖς ἴσμεν δεύτερα δὲ τούτων τὰ Ἰταλικά, Ἑλληνικά ποτε γενόμενα. τὰ δὲ Γερμανικὰ καὶ Παιονικὰ μακρὰ μέν εἰσι καὶ στρογγύλα, τετράγωνα, τὴν τομὴν ὀξέα, ἐς ὀξὺ δὲ πάνυ λήγοντα δόρατος ἐπιφέρουσι τομήν, τοῦ ἐφ΄ ἵππου κατεπερείδοντος αὐτὸ ὡς ἐς τὸ τοῦ δόρατος σχῆμα.’
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Ἀποδείξεις ἱστοριῶν, σ. 334. 12-22. σ. 335. 1-2:
 
             Την ίδια εποχή ένας ιταλός παρατηρητής σημειώνει ότι τα ξίφη των Τούρκων δεν ήταν κατάλληλα για νυκτικά κτυπήματα:
‘…gladios magnos non sine mucronibus
quoque, quibus tamen cessim potius et aptius quam punctim petere hostem possint aut soleant, gladiosque item minores habilesque et ad quotidianos usus.’
Lampo Birago, Strategicon adversum Turcos, σ. 696. 168
 
 
 
           Αξιοσημείωτη είναι η διαπίστωση ότι ο ιστορικός αυτός των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου πίστευε ότι οι κυρτές σπάθες χρησιμοποιούνταν κατά τα παλαιότερα χρόνια και στη χώρα του. Από την εικονογραφία, όμως, φαίνεται ξεκάθαρα ότι, μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα, τα πιο διαδεδομένα σπαθιά στην Αυτοκρατορία ήταν τα ευθέα με δύο κόψεις.
          Ένα ιταλικό κείμενο του 1455 αναφέρει ότι τα κυρτά σπαθιά (semitaras) ήταν γνωστά στους Έλληνες με το όνομα spatas. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι «stradiotti» – άμεσοι κληρονόμοι της πολεμικής βυζαντινής παράδοσης – που ήταν στην υπηρεσία των Βενετών στα τέλη του 15ου αιώνα στην Ιταλία, χρησιμοποιούσαν επίσης «scemitarre» με πολύ ισχυρή κόψη. Ενώ η οπλομαχία τους διασώθηκε μέσα στις Ευρωπαϊκές σχολές οπλομαχίας και ιδιαίτερα στη Γερμανική που αφομοίωσε τις τεχνικές των κυρτών σπαθιών. Πολλοί Ρωμιοί μισθοφόροι εκτός από τις υπηρεσίες που είχαν στις Ιταλικές πόλεις κράτη, υπηρέτησαν και κάτω από τις διαταγές των Γερμανών αυτοκρατόρων, ενώ ένας από αυτούς o Ματθαίος Σπανούδης, έγινε κόμης και ιππότης της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλιστα τον έχρησε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος ο 3ος. Αυτό ήταν εκπληκτικό εφόσον ο μισθοφόρος αυτός ήταν Ορθόδοξος!
 
Θυρεός του Μερκούριου Μπούα
 
 
 
                 Δεν ήταν όμως ο μόνος. Ο Μερκούριος Μπούας είχε και δικό του θυρεό που του δόθηκε από τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Μαξιμιλιανό το 1ο το 1510 για τις υπηρεσίες του. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι η οπλομαχία των Ελλήνων της εποχής του, πέρασε στα στρατεύματα των Γερμανών. Την ίδια επιρροή είχαν οι Ιταλοί εφόσον κυρίως σε αυτούς υπηρέτησαν οι Ρωμιοί μισθοφόροι, όπως για παράδειγμα ο Κροκόδειλος Κλαδάς που πολέμησε στο πλευρό των Βενετών ενάντια στους Οθωμανους. Το 1408 έγινε ιππότης της Βενετίας και αργότερα μετανάστευσε στη Κεφαλονιά, ενώ ο οίκος του πολεμούσε συνεχώς τους Οθωμανούς.
 
Θυρεός του Κροκόδειλου Κλαδά
 
           Όλοι αυτοί οι πολέμαρχοι είχαν ιδιαίτερη θέση στη Δύση. Είχαν ισχυρό στρατό και η πολεμική τους τέχνη ήταν αξιοσέβαστη από όλους. Συνεπώς θα ήταν κοντόφθαλμο και στείρο, να πούμε ότι η τέχνη του πολέμου που έκαναν, που δεν ήταν άλλη από τη Βυζαντινή πολεμική τέχνη των ακριτών που επιβίωσε ανά τους αιώνες, δεν επηρέασε την Ιταλική και τη Γερμανική σχολή πολέμου.
Η χρήση
 
          Όποια μορφή και αν είχαν, τα σπαθιά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με ποικίλους τρόπους. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος τα συγκαταλέγει μεταξύ των πιο σημαντικών όπλων και συνιστά την χρήση ταυτόχρονα ενός μακρού και ενός βραχέως ξίφους (ή εγχειριδίου).
Παρ’ όλο που οι Λατίνοι αμφισβητούσαν τις ικανότητες των Βυζαντινών στη μάχη με το σπαθί, στα βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα υπάρχει πληθώρα στοιχείων σχετικών με τις τεχνικές της ξιφομαχίας.
Για παράδειγμα :
‘…πρὸς οὓς συντόμως τὴν ἐμὴν ἀνθυποστρέψας σπάθην,/ τὰ κοντάρια ἔτεμον παρευθὺς ἀμφοτέρων.’
Διγενὴς Ἀκρίτης (Grottaferrata), σ. 200. 6, 633-634
Και αλλού: ‘…σπαθέαν μίαν μὲ ἔδωκεν εἰς τὸ χεροσκουτάριν/ καὶ ἦτον ὁ γέρων δυνατὸς καὶ τὸ ἄρμαν του καινούργιον/ καὶ μοναχὸν τὸ κράτημαν [μ’] ἀπόμεινε εἰς τὸ χέριν·/ τοῦ σκουταρίου τσακίσματα ἔπεσαν ἔμπροσθέν μου.’
Διγενὴς Ἀκρίτης (Escorial), σ. 48. 1248-1251
         Στο παραπάνω χωρίο είναι εμφανέστατη η χρήση της buckler με την ονομασία χεροσκουτάριν.
…καὶ ἐκεῖνος μὲ ἐπέβλεπεν, ἵνα σπαθέαν μὲ δώση,/ καὶ ἐξηστρεφτὴν τοῦ ἔδωσα ἀπάνω εἰς τὸν βραχίοναν/ καὶ τὸ σπαθίν του ἐξέπεσεν κ’ ἡ χείρα του ἐκρεμάστην.’
Ό.π., σ. 48. 1270-1272
…τὸ σπαθίν του ἐγλήγορα σύρνει ἐκ τὸ θηκάριν./ Μὲ τὸ μαντὶν ἐστόλισε τὸν ζερβόν του βραχιόνα,/ γυμνὸν ἐκράτει τὸ σπαθὶν καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐκτρέχει.’
           Ὁ πόλεμος τῆς Τρωάδος, σ. 520. 10014/10016 (Το τελευταίο χωρίο αποτελεί πιστή μετάφραση του γαλλικού πρωτοτύπου του).
             Εξάλλου, η σχολαστικότητα με την οποία αναπαρίστανται τα ξίφη στη βυζαντινή τέχνη από μόνη της αποδεικνύει το ενδιαφέρον που υπήρχε για αυτά τα όπλα. Σε ορισμένες αναπαραστάσεις, για παράδειγμα, απεικονίζεται ο τρόπος με τον οποίο τα δάκτυλα τοποθετούνται επάνω από το χειροφυλακτήρα: αυτή η λεπτομέρεια δείχνει ότι ο καλλιτέχνης γνώριζε ότι ένα τμήμα της λεπίδας στερείτο κόψης. Αυτή η περιοχή πλησίον της λαβής, που στη διεθνή ορολογία λέγεται ricasso, εξυπηρετούσε στο να κρατείται με δύναμη το όπλο κατά τη μάχη.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Δείτε πως κρατά τη λαβή του ξίφους. Τι σας θυμήζει;
 
          Το σπαθί του αυτοκράτορα περιφερόταν στην πομπή της στέψης, ήταν το σύμβολο της αυτοκρατορικής εξουσίας και βρισκόταν πάντοτε δίπλα στον Βασιλέα, ο οποίος δεχόταν τους ξένους πρεσβευτές με αυτό στο χέρι. Το σπαθί ήταν επίσης το σύμβολο της δικαστικής εξουσίας και για αυτόν το λόγο εμφανίζεται σε πολλές σκηνές δίκης πίσω από τον Ηρώδη και τον Πιλάτο. Ο όρκος πάνω στο σπαθί θεωρείτο ιερός στην τελετή ορκωμοσίας τεσσάρων δικαστών ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ διέταξε να του φέρουν το Ευαγγέλιο και το αυτοκρατορικό ξίφος.
         Στις πηγές αναφέρονται εξαιρετικά κοφτερά ξίφη, τα οποία μερικές φορές φαίνεται να έχουν σχεδόν υπερφυσικές δυνατότητες. Στην αναφορά του Nestor Iskander για την άλωση της Κωνσταντινούπολης αφθονούν οι περιγραφές κρούσεων με σπαθιά ικανά να κόψουν στα δυο τους αντιπάλους.
             Για παράδειγμα ο στρατηγός Ραγγαβής κόβει στα δυο έναν Τούρκο από τους ώμους μέχρι κάτω με μια σπαθιά: Nestor Iskander, Povest’ o Tsar’grade, σ. 55, αρ. 39.
            Πείτε μου λοιπόν άλλο τρόπο εκτέλεσης τέτοιου χτυπήματος, εκτός από ένα διαγώνιο κτύπημα που στη γερμανική ορολογία λέγετε ‘χτύπημα της οργής’ και σε παλαιότερη βιβλιογραφία ονομάζεται ‘το χτύπημα του πατέρα’, ενώ στη κλασσική σπαθασκία έχει μείνει εθιμοτυπικά με την ονομασία Zornhau!
           Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ σκοτώνει μόνος του πάνω από 600 Τούρκους κατά τη διάρκεια της τελευταίας μάχης κοντά στη Χρυσή Πύλη. ό.π., σ. 87, αρ. 77.
           Άρα εύκολα καταλαβαίνουμε τι εξοπλισμό είχαν οι Βυζαντινοί κατά τη δύση της αυτοκρατορίας, βαριές πανοπλίες Γερμανικού ή Ιταλικού τύπου όπως και παρόμοιο επιθετικό εξοπλισμό. Γιατί να ήταν κάτι το διαφορετικό και η πολεμική μας τέχνη;
 
 
 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ   https://medievalswordmanship.wordpress.com/

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Οι 42 βυζαντινοί ήρωες του Αμορίου.† 6 Μαρτίου 842 μ.Χ.

 ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
<<ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ>>http://fos-kastoria.blogspot.gr/

 
Νόμισμα του αυτοκράτορα Θεόφιλου
Στίχοι:
Την εξάριθμον συντεθειμένην φέρει,
Συν επταρίθμῳ η τετμημένη φάλαγξ.
Τεσσαράκοντα κάρηνα δυοίν άμα έκτῃ ετμήθη.
.
Η πόλη Αμόριον βρισκόταν στη Μεγάλη Φρυγία και υπήρξε κατά την αρχαία και τη βυζαντινή εποχή στρατιωτικό και συγκοινωνιακό κέντρο της Μικράς Ασίας. Διέθετε ισχυρό φρούριο, που το είχε κτίσει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ζήνωνας. Από την πόλη αυτή καταγόταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820 - 829), που ίδρυσε τη φρυγική δυναστεία.
Κατά τους αραβικούς πολέμους, το Αμόριο κυριεύτηκε πολλές φορές από εχθρικά στρατεύματα και απελευθερώθηκε αντιστοίχως από τους Βυζαντινούς. Τη μεγαλύτερη καταστροφή και λεηλασία του την έπαθε από τον Άραβα χαλίφη Μουτασίμ, όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Θεόφιλος (829 - 842), γιος του Μιχαήλ Β΄. Ο χαλίφης αυτός πολιόρκησε με πολυάριθμο στρατό το Αμόριο κατά την 1η Αυγούστου 838 και στις 15 του ίδιου μήνα το κατέλαβε με προδοσία και το κατέστρεψε ολοσχερώς.

 
Οι 42 μάρτυρες του Αμορίου
Κατά την αναφερόμενη κατάληψη και καταστροφή του Αμορίου, οι Άραβες αιχμαλώτισαν ή σκότωσαν αρκετές χιλιάδες βυζαντινούς πολίτες και στρατιώτες. Μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν και 42 διαπρεπείς πολιτικοί και στρατιωτικοί, μέλη ευγενών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης. Αυτούς τους μετέφεραν αλυσοδεμένους στη Βαγδάτη και τους έριξαν σε μία σκοτεινή και υγρή φυλακή. Εκεί παρέμειναν 4 έτη περίπου, ταλαιπωρούμενοι συνεχώς και βασανιζόμενοι από τους δεσμοφύλακές τους.
Κάποια μέρα του έτους 842 οι Άραβες έβγαλαν τους αιχμαλώτους από τη φριχτή φυλακή και τους παρουσίασαν στο χαλίφη Μουτασίμ. Αυτός, με ύφος φιλικό, τους υποσχέθηκε μεγάλα αξιώματα, εφόσον όμως άλλαζαν την πίστη τους. Φυσικά, οι 42 γενναίοι χριστιανοί αρνήθηκαν ν’ αλλαξοπιστήσουν και γι’ αυτό βασανίστηκαν απάνθρωπα και στο τέλος αποκεφαλίστηκαν.
Οι επιφανέστεροι απ’ αυτούς τους 42 μάρτυρες του Έθνους και της Πίστης μας αναφέρονται ακολούθως μαζί με τ’ αξιώματά τους: Ο άγιος Θεόφιλος ήταν στρατηγός και πατρίκιος, ο άγιος Αέτιος στρατηγός, ο άγιος Βασσόης δρομεύς, ο άγιος Θεόδωρος πρωτοσπαθάριος, ο άγιος Κάλλιστος τουρμάρχης και ο άγιος Κωνσταντίνος δρουγγάριος.

 
Ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος στο θρόνο του
Η εκκλησία μας κατέταξε τους αναφερόμενους τεσσαράκοντα δύο μάρτυρες του Αμορίου στο Αγιολόγιό της και όρισε να εορτάζεται η μνήμη τους στις 6 Μαρτίου εκάστου έτους. Επίσης, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ο Μακεδών (976 – 1025) ανήγειρε επ’ ονόματί τους έναν ναό στο παλάτι των Πηγών.
Η παρουσιαζόμενη άλωση του Αμορίου προξένησε ισχυρή εντύπωση, τόσο στους βυζαντινούς, όσο και στους Άραβες εκείνης της εποχής. Γι’ αυτήν (την άλωση) έχουν γραφτεί και σώζονται αρκετές χρονογραφίες, ευάριθμα ακριτικά τραγούδια, πολλά συναξάρια και αρκετοί εκκλησιαστικοί ύμνοι. Όλα αυτά τα κείμενα περιγράφουν τις δραματικές στιγμές που έζησαν τότε οι κάτοικοι και οι υπερασπιστές της πόλης.


    Ένα απ’ τα υπόψη ακριτικά τραγούδια είναι «Το Άσμα του Αρμούρη», που αναφέρεται στην ανακατάληψη του Αμορίου από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, ο οποίος καταγόταν απ’ αυτήν την πόλη. Οι 14 πρώτοι στίχοι, απ’ τους 200 του εν λόγω Άσματος, παρατίθενται ακολούθως.


 Το Άσμα του Αρμούρη

 
 
Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
 

σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·

 
μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.

 
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:


«Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,


νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».

 
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:

 

«Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.

 

Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,
 

ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
 

τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
 

ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·


καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,


καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».




 
Χάρτης τις Μικράς Ασίας με τις κινήσεις των
εμπολέμων. Στο κέντρο του διακρίνεται το Αμόριο.
 
.
Προσθήκη λεζάντας
Η πολιορκία του Αμορίου, 838 μ. Χ.

Ο Θεόφιλος πολεμάει τους Άραβες.
Μικρογραφία Βυζαντινού χειρογράφου.

Ανασκαφείς των ερειπίων του Αμορίου
Ερείπια λαμπρού ναού του Αμορίου
Ερειπωμένος ναός του Αμορίου

Θάλασσα και Βυζάντιο

           
 
 
 
 
 
 
 
 
 
                H σχέση του Ελληνικού λαού με τη θάλασσα δεν χάθηκε ουδέποτε στο πέρασμα του χρόνου και αυτό δεν είναι καθόλα τυχαίο. Δαμάζοντας τα κύματα,ταξιδεύοντας και γνωρίζοντας νέους τόπους, οι Έλληνες εδώ και χιλιάδες χρόνια ανέπτυξαν τη ναυτοσύνη τους, κυριάρχησαν στο εμπόριο, δημιούργησαν αλλά και διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό.
              Εξετάζοντας σφαιρικά την ιστορική πορεία του τόπου, εύκολα διαπιστώνει κάποιος πως ανέκαθεν υπήρξε μια σχέση δυνατή και καταλυτική με το υγρό στοιχείο.
              Βγαίνοντας από περιόδους μακράς κυριαρχίας, όπως τη ρωμαϊκή ή αργότερα την οθωμανική, η σχέση με τη θάλασσα αποτέλεσε κύριο παράγοντα εξέλιξης σε τομείς οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας που οδήγησαν σε ευρύτερες κυριαρχικές σχέσεις την περιοχή.
              Καμπή στην ιστορική σχέση του ‘Έλληνα με τη θάλασσα αποτέλεσε αναμφισβήτητα η έναρξη της Βυζαντινής περιόδου, όπου στη νέα πρωτεύουσα της διχασμένης πια ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, η εγκαθίδρυση της ορθοδοξίας συμβάλλει καταλυτικά στην μεταγενέστερη πορεία και ανάπτυξη της. Σύντομα μετατρέπεται σε σύμβολο πίστης και πόλο προσέλευσης χιλιάδων χριστιανών. Η γεωγραφική της θέση συνέβαλε στην αλυσιδωτή οικονομικό-κοινωνική της ανάπτυξη και αποτέλεσε για αιώνες το μεγαλύτερο εμπορικό σταυροδρόμι μεταξύ δύσης και ανατολής.
             Οι θαλάσσιες επικοινωνίες ανθούν κατά την περίοδο της κοσμοκρατορίας της και ενώνουν τα πιο απομακρυσμένα μέρη της Μεσογείου μεταξύ τους. Την περίοδο εκείνη ανεκμετάλλευτο δεν μένει κανένα νησί, κανένα λιμάνι.
             Οι θαλασσοπόροι της εποχής δεν διαθέτουν ιδιαίτερα βοηθητικά μέσα σε ότι αφορά τη χάραξη της πορείας τους στα πελάγη. Έτσι στη βυζαντινή ναυσιπλοΐα συναντούμε κυρίως τους περίπλους, δηλαδή αρχαίους οδηγούς που περιείχαν σημειώσεις για λιμάνια, ακτογραμμές και κατά προσέγγιση αποστάσεις μεταξύ τους, αργότερα πολύ γνώρισαν και τους πορτολάνους, ένα επίτευγμα του 12ου αιώνα μ.Χ αλλά και τους ναυτικούς χάρτες από τους γείτονες Ιταλούς.
            Τις θάλασσες οργώνουν ασταμάτητα πλοία εμπορικά, αλιευτικά και πολεμικά. Υπάρχει μια διαρκής και αναπόφευκτη επιρροή ποικιλόμορφων πολιτισμικών στοιχείων αλλά και ταυτοχρόνως μέριμνα για την εξασφάλιση της βυζαντινής κυριαρχίας.
            Αν και τα πολεμικά πλοία καθυστέρησαν λίγο να κάνουν τη συστηματική εμφάνιση τους, τα συναντάμε αρχικά μόλις στα μέσα του 5ου αιώνα και οργανωμένος κρατικός πολεμικός στόλος συγκροτείται επί Βασιλείου του Α’ του Μακεδόνα, κατά το δεύτερο ήμισυ του 9ου αιώνα μΧ.
           Το πιο περίφημο πολεμικό πλοίο του βυζαντινού ναυτικού υπήρξε ο δρόμων. Ένα γρήγορο κωπήλατο σκάφος με βοηθητικά ιστία το οποίο εξελίσσεται γρήγορα και γύρω στον ένατο αιώνα κατασκευάζεται πλέον σε διάφορους τύπους.Έτσι συναντούμε τη διήρης, την τριήρης, την μονήρης και την γαλαία.
          Το διασημότερο πολεμικό σκαρί ήταν η τριήρης, στα 37μ. μήκος και μέγιστο πλάτος στα 5,5μ. Ως κινητήρια δύναμη χρησιμοποιούσε 170 κωπηλάτες καθισμένους σε τρία επίπεδα, καθώς και πανιά. Κύριο χαρακτηριστικό της τα σιφώνια, με τα οποία ήταν εξοπλισμένη για την εκτόξευση του περιβόητου υγρού πυρ.
         Ο επιβλητικός αυτοκρατορικός στόλος που δημιουργήθηκε ήταν αγκυροβολημένος στην Κωνσταντινούπολη και ανελάμβανε μακρινές αποστολές, ήταν ο λεγόμενος στόλος της «ανοικτής θαλάσσης».
            Υπήρχε και ο επαρχιακός στόλος που διέθετε ελαφριές πολεμικές μονάδες και λειτουργούσε ως αμυντικός σχηματισμός. Για τη συντήρηση του είχαν δημιουργηθεί ναύσταθμοι και ναυπηγεία σε πολλά σημεία της βυζαντινής επαρχίας.
           Οι συνεχόμενες εκστρατείες που δραματοποιόντουσαν κατά το απόγειο της Βυζαντινής περιόδου, οδήγησαν στην ανάγκη κατασκευής και κάποιων πολεμικών πλοίων, που χρησίμευαν ενίοτε ως βοηθητικά, για τη μεταφορά στρατιωτών, αλόγων και πυρομαχικών. Το συγκεκριμένο τύπο πλοίου ονομαζόταν "χελάνδιον".
 
 
 
Χελάνδιον (10ος αιώνας)


                   Σε κάθε περίπτωση η ναυτική πολεμική μηχανή που κατασκευάστηκε έπρεπε να διατηρείται πάντα ακμαία και να είναι επαρκής τόσο για την διατήρηση της ευρύτερης κυριαρχίας και δόξας όσο και για την ομαλή διεξαγωγή του εμπορίου.
            Για τα εμπορικά πλοία της εποχής οι πληροφορίες είναι λίγες. Ήταν ως επί το πλείστο πλοία μικρά με στρογγυλό κύτος, ελαφριά και ευέλικτα ώστε να μανουβράρονται γενικότερα εύκολα, να αποφεύγουν τις πειρατικές επιδρομές και να περνούν άνετα τα Ηστενά του Κεράτιου κόλπου.
           Ήταν κατεξοχήν ιστιοφόρα, διέθεταν τριγωνικά ιστία, το αρχαίο λατίνι και διευθυνόταν με τη βοήθεια δύο πηδαλίων στη πρύμνη. Χρησιμοποιούσαν ενίοτε και κουπιά. Εντούτοις όμως οι κωπηλάτες αποφεύγονταν ως οικονομικά ασύμφορη λύση και είχαν επικουρικό ρόλο.
             Πρώτοι ήταν οι Βυζαντινοί που εκμεταλλεύτηκαν τα πλεονεκτήματα του τριγωνικού πανιού στα μεγάλου εκτοπίσματος πλοία. Η χρήση του αυτή, σήμερα μας είναι γνωστή από απεικονίσεις σε χειρόγραφα και από σύγχρονες αγιογραφίες. Αποκαλούσαν όλα τα πανιά, άρμενα και τα ξεχώριζαν σε αρμενόπουλα (τους φλώκους) και σε μεγάλα άρμενα.
           Το αξιοσημείωτο είναι πως το Βυζάντιο είχε θεσπίσει μια ολοκληρωμένη νομοθεσία για την προστασία και ανάπτυξη των εμπορικών στόλων. Το νομοθετικό πλαίσιο για τους πλοιοκτήτες ήταν αρκετά ελαστικό και απαγόρευε ρητά το δανεισμό με επιτόκιο.
           Οι ονομασίες των πλοίων είχαν να κάνουν με τους σκοπούς που εξυπηρετούσαν. Εκείνο που μετέφερε για παράδειγμα καρπούς και ήταν κυρίως εμπορικό, λεγόταν "πάμφιλον" και "σανδάλιον" το φορτηγο και αλιευτικό πλοίο.
            Προς το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τα εμπορικά πλοία αριθμούσαν πολύ περισσότερα από τα πολεμικά. Είχε αρχίσει η παρακμή και οι θαλασσοπόροι και έμποροι είχαν ήδη αρχίσει να χρησιμοποιούν και διάφορους ξένους τύπους σκαφών για τη μεταφορά των εμπορευμάτων τους.
           Προς τον 13ο αιώνα μΧ πλησιάζει σταδιακά το τέλος μιας ένδοξης εποχής που χαρακτηρίστηκε μεταξύ άλλων και έντονα από τη σχέση μεταξύ του Ελληνικού πολιτισμού και του θαλασσινού στοιχείου. Η άλωση θα φέρει την οθωμανική κυριαρχία και η σχέση αυτή θα πάρει άλλες μορφές, ίσως θα λέγαμε πιο υποτονικές, για να παίξει και πάλι πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση της ελλήνων μετά από τέσσερις περίπου αιώνες.
          Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός, ότι η θάλασσα είναι άρρηκτα δεμένη με κάθε κομμάτι της ελληνικής ιστορίας και κάθε φορά η σχέση του Έλληνα μαζί της προσδιορίζεται από το ιστορικό πλαίσιο και τα γεγονότα της εποχής.


Το άρθρο είναι της Ίριδας Λιναρδάτου από τη ιστοσελίδα http://www.yachttime.gr/

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Βυζαντινή Αθήνα— Μονή Καισαριανής




Βυζαντινή Αθήνα— Μονή Καισαριανής
           Η Μονή Καισαριανής είναι μεσαιωνική εκκλησία στην Αττική. Bρίσκεται σε υψόμετρο 350μ περίπου, στο αισθητικό δάσος Υμηττού. Είναι σχετικά κοντά στην κατοικημένη περιοχή (περίπου 2-3 χλμ) και η πρόσβαση από την Καισαριανή μπορεί να γίνει ακόμη και με τα πόδια.
          Λίγο πιο πάνω από το σημείο αυτό η τοποθεσία στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένη στην Αφροδίτη και ονομαζόταν «Κυλλού Πήρα», σήμερα κοινώς «Καλλοπούλα». Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ιδρύθηκε Χριστιανικός ναός κοντά στην πηγή, του οποίου τα δομικά υλικά αργότερα χρησιμοποιήθηκαν στα μεταγενέστερα γύρω κτήρια. Ο σημερινός ναός κτίστηκε τον 11ο αιώνα, και είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου. Στις πηγές αναφέρεται ακόμα ως Κυριανή ή Σάνκτα Συργιανή. Γύρω από το ναό αυτό αναπτύχθηκε η περιοχή, η οποία σήμερα ονομάζεται Καισαριανή.
          Για πρώτη φορά η Καισαριανή αναφέρεται σε επιστολή του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου στις αρχές του 13ου αιώνα. Οι πιο γνωστές εκδοχές για το όνομα << Καισαριανή>είναι οι εξής: από κάποιον ηγούμενο Καισάριο, που λέγεται ότι είναι ο ιδρυτής της μονής, από την εικόνα της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκε από την Καισάρεια, από κάποιον Καίσαρα που ανακαίνισε την εκκλησία κατά τη Βυζαντινή περίοδο, από τη Συριανή, την κόρη του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, καθώς λέγεται ότι στην περιοχή υπήρχε ναός που τελούνταν μυστήρια, όπως τα Ελευσίνια, τα οποία ονομάζονταν Σαισάρια.
        Υπάρχει, τέλος, και η εκδοχή της παραφοράς του ονόματος, ο λαός που έκανε τον περίπατό του εκεί (σεργιανούσε) ονόμασε και την περιοχή σεργιάνι (περίπατος) και η ονομασία αυτή μεταβλήθηκε σε Σεργιανή, Συριανή και Καισαριανή. Το γεγονός, πάντως, είναι ότι στις αρχές του 13ου αι. στα γραπτά κείμενα η περιοχή αναφέρεται Συριανή αλλά και Καισαριανή. Με την ίδια ονομασία βρίσκουμε την περιοχή και σ' ένα μεταγενέστερο λαϊκό δίστιχο: "Στη Συριανή σεργιάνι και στην Πεντέλη μέλι και στο Δαφνί κρύο νερό που πίνουν οι αγγέλοι".

            Ο κύριος ναός, αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου, πρέπει να οικοδομήθηκε στα τέλη του 11ου αι. μ.Χ. ή στις αρχές του 12ου, είναι τύπου εγγεγραμμένου τετρακιόνιου σύνθετου σταυροειδούς με τρούλο. Ο νάρθηκας του ναού προστέθηκε, προφανώς την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και το παρεκκλήσιο του Αγ. Αντωνίου, στη νότια πλευρά του ναού. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, οι οποίες χρονολογούνται περίπου το 1700 και έχουν ως πρότυπο την κρητική ζωγραφική και τη ζωγραφική του Άγιου Όρους.
           Το μοναστηριακό συγκρότημα περιβάλλεται από υψηλό περίβολο, με δύο πύλες, ανατολικά και δυτικά. Έξω από την ανατολική πύλη υπάρχει η πηγή του Κριού ή Κοτς Μπασί, ονομασία που οφείλεται στην αρχαϊκή υδρορρόη, που αποδίδει κεφάλι κριού.
           Από τη βυζαντινή περίοδο διατηρούνται το καθολικό, δηλαδή ο κυρίως ναός, και ο λουτρώνας που ανάγονται στα τέλη του 11ου-αρχές 12ου αι.
            Η παλαιότερη σωζόμενη τοιχογραφία με μορφή Θεοτόκου Δεομένης, 14ου αι., βρίσκεται εξωτερικά του καθολικού και είναι ορατή από το εσωτερικό του παρεκκλησίου.
       Ο λουτρώνας της μονής, νότια του καθολικού, είναι τρουλλαίος, κτισμένος με πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Στους μεταβυζαντινούς χρόνους ενσωματώθηκε σε ένα κτιριακό σύμπλεγμα διαφόρων κατασκευαστικών φάσεων και τμήμα του λειτούργησε ως ελαιοτριβείο. Δυτικά του καθολικού βρίσκεται το μεταβυζαντινό συγκρότημα της τράπεζας, ενώ στη θέση του, ακολουθώντας τον ίδιο άξονα, έχουν βρεθεί και ίχνη παλαιότερης τράπεζας.
             Τα μεταβυζαντινά κελλιά, χώροι διαμονής των μοναχών, αναπτύσσονται στη νότια πλευρά του περιβόλου. Διαμορφώνεται μία κύρια, διώροφη σήμερα, πτέρυγα που διαχωρίζεται από τριώροφο κτίσμα, γνωστό ως Πύργος των Μπενιζέλων.
         Το μοναστήρι Καισαριανής είχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη και απετέλεσε σημαντικό κέντρο φιλοσοφίας, όπου διδάξαν σημαίνοντες φιλόσοφοι και λόγιοι της εποχής (Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός κ.ά ). H Mονή σταμάτησε τη λειτουργία της (όπως και σχεδόν όλα τα μοναστήρια του Yμηττού) το 1833 με απόφαση της αντιβασιλείας του Oθωνα.