Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ο Τίμιος Σταυρός β΄ μέρος







  Ο πόλεμος Βυζαντίου – Περσίας, 602-628 - Β΄ μέρος


του Βαλάντη Αθανασίου, ιστορικού

Η ανασυγκρότηση του Βυζαντίου – Η αρωγή της Εκκλησίας


          Η κατάσταση του Βυζαντίου ήταν απελπιστική. Η οικονομική δυσπραγία είχε κορυφωθεί και τα κρατικά ταμεία παρέμεναν άδεια. Το κράτος είχε στερηθεί τους φόρους και τις πρώτες ύλες των πλουσιότερων επαρχιών του, που είχαν πέσει στα χέρια του εχθρού. Κυρίως η απώλεια της Αιγύπτου αφαίρεσε από την αυτοκρατορία τον σιτοβολώνα της, την πλέον οικονομικά ανεπτυγμένη περιφέρεια που τροφοδοτούσε τον υπερπληθυσμό της πρωτεύουσας σε πρώτες ύλες, σιτηρά, βιοτεχνική παραγωγή, πολύτιμα μέταλλα και υπέρογκους φόρους. Οι χειμώνες ήταν δριμύτατοι και ο αγροτικός πληθυσμός ελαττώθηκε δραματικά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά από ισχυρό σεισμό στην Μ. Ασία, πιθανώς στις 20 Απριλίου 611, ο οποίος σύμφωνα με τις περιγραφές προκάλεσε τεράστιες ανθρώπινες και υλικές απώλειες τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στην ευρύτερη περιοχή της.

Η Περσία το 621.

           Ήδη από το 615 ο Ηράκλειος εξέδωσε νέο ασημένιο ελαφρύτερο νόμισμα (6,82 γραμμάρια, εξ ου και η ονομασία «εξάγραμμο»), στο οποίο αναγραφόταν η επιγραφή Deus adiuta Romanis (Θεέ, βοήθησε τους Ρωμαίους), δείγμα της απελπιστικής κατάστασης των Βυζαντινών

             Το χάλκινο νόμισμα έπεσε από τα 11 γραμμάρια στα 8 με 9. Η υποτίμηση του νομίσματος επέτρεψε στους βυζαντινούς να διατηρήσουν τις δαπάνες τους παρά τα μειωμένα έσοδα.

Ασημένιο νόμισμα του Ηράκλειου με τον γιο του Ηράκλειο Κωνσταντίνου. Στην οπίσθια όψη αναγράφεται η φράση DEUS ADIUTA ROMANIS (Θεέ, βοήθησε τους Ρωμαίους)

         Από τη δυσχερή οικονομική κατάσταση εξήλθε η αυτοκρατορία χάρη στην αμέριστη συνδρομή της Εκκλησίας. Ο πατριάρχης Σέργιος (610 - 638) όχι μόνο πρωτοστάτησε στην ψυχολογική και ηθική ανύψωση του Ηρακλείου, όταν ο τελευταίος απογοητευμένος μετά τις διαδοχικές στρατιωτικές αποτυχίες και το εσωτερικό χάος σχεδίαζε είτε να παραιτηθεί από τον θρόνο, είτε να μεταφέρει την έδρα του στη μακρινή και άρα ασφαλή Καρχηδόνα, αλλά το 619, αφού έβαλε τον αυτοκράτορα να ορκιστεί δημόσια στην Αγία Σοφία πως δεν θα εγκατέλειπε την Πόλη και τον λαό της, έλαβε τη γενναία απόφαση να θέσει την υπέρογκη εκκλησιαστική περιουσία, εκτιμημένη και μη, καταγεγραμμένη και μη, στη διάθεση του κράτους υπό μορφή δανείου.



        Η εξαγγελία της απόφασης προκάλεσε αντιδράσεις αφού από διακυβεύονταν τεράστια οικονομικά συμφέροντα μεταξύ των εκκλησιαστικών και μη κύκλων. Πάντως η απόφαση τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή και πλήθος χρυσών και αργυρών εκκλησιαστικών σκευών, σπουδαίας θρησκευτικής και σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας, μεταφέρθηκαν στα κρατικά νομισματοκοπεία,

όπου χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτη ύλη για τη κοπή χιλιάδων νομισμάτων. Αυτή η ενέργεια προέτρεψε πολλούς να δώσουν το υστέρημά τους υπέρ της σωτηρίας του κράτους.

         Αυτό το αναπάντεχο «μάννα εξ ουρανού», έσωσε την οικονομία του κράτους και έδωσε τα μέσα στον Ηράκλειο ν’ αναθερμάνει την οικονομία και να ξαναφτιάξει στρατό. Αυξήθηκαν με αυτόν τον ταχύ τρόπο τα κρατικά έσοδα, ενισχύθηκε η εμποροβιοτεχνία και έγινε πάλι δυνατή η διπλωματική πρακτική του χρηματισμού. Οι, με μέτρο, κρατικές παροχές ανύψωσαν το ηθικό των πενόμενων και χειμαζόμενων κατοίκων.



        Ο Ηράκλειος στις μέχρι τώρα πολεμικές αναμετρήσεις διαπίστωσε προσωπικά πως ο βυζαντινός στρατός, με την απαρχαιωμένη στρατιωτική τακτική -δηλαδή αυτή της χρήσης του δυσκίνητου πεζικού- καθώς και την έλλειψη πειθαρχίας και δελεαστικών κινήτρων, αδυνατούσε να αντιμετωπίσει το ευκίνητο σιδηρόφρακτο περσικό ιππικό. Τα βυζαντινά στρατεύματα έως τις αρχές του 7ου αιώνα εφάρμοζαν την στρατηγική τακτική των πάλαι ποτέ αήττητων ρωμαϊκών λεγεώνων, χωρίς να έχει προσαρμοστεί στις νέες στρατιωτικές απαιτήσεις.

         Το κυριότερο πρόβλημα ήταν η, επί τρεις και πλέον αιώνες, χρησιμοποίηση μισθοφορικών δυνάμεων η οποία, πέραν της κρατικής οικονομικής αφαίμαξης, είχε δημιουργήσει κατά περιόδους επικίνδυνες καταστάσεις στον κρατικό μηχανισμό. Ο Ηράκλειος προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτές τις δυσμενείς συνθήκες επιχείρησε την συστηματική εντόπια στρατολόγηση του ανδρικού πληθυσμού από τις χειμαζόμενες μικρασιατικές περιφέρειες δημιουργώντας μόνιμες στρατιωτικές μονάδες. Διένειμε γαίες στους αγρότες, ως αντάλλαγμα για την στρατιωτική θητεία και παροχή εκτεταμένων αρμοδιοτήτων στους στρατηγούς. Βάση των νέων αυτών στρατιωτικών μονάδων αποτέλεσε εφεξής το ιππικό, που ως τότε υπήρξε βοηθητικό σώμα διαδραματίζοντας κατά κανόνα ρόλο ανίχνευσης ή εμπροσθοφυλακής, με πυρήνα τους ιπποτοξότες.

          Παράλληλα, ναυπηγήθηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο μεγάλος στόλος, με πολεμικά και μεταγωγικά πλοία. Τέλος, ο Ηράκλειος ζύγισε πως η απειλή των Αβάρων, αν και γεωγραφικά εγγύτερη, δεν ήταν τόσο επικίνδυνη όσο των Περσών. Έτσι μπόρεσε να τους χρηματίσει με 150.000 (υποτιμημένα) χρυσά νομίσματα. «Ο χαγάνος μεθ' ημών πάκτα πεποιηκώς» γράφει ο ποιητής και χρονικογράφος Γεώργιος Πισίδης.

           Έτσι το Βυζάντιο απέκτησε «εθνικό» στρατό, τον οποίο αποτελούσαν στρατιώτες που δεν πολεμούσαν για τον μισθό ή τα λάφυρα, αλλά για να υπερασπίσουν την πατρίδα τους και την περιουσία τους. Η γαία και η υποχρέωση για στρατιωτική υπηρεσία μεταβιβαζόταν από τον πατέρα στον πρωτότοκο γιο. Με τα έσοδα των γαιών οι στρατιώτες - αγρότες συντηρούσαν τις οικογένειές τους, αγόραζαν οπλισμό και κάλυπταν τα έξοδα των εκστρατειών.

    Αυτό που απέμεινε ήταν η ψυχολογική ανόρθωση του πληθυσμού, που μετά από τόσες απανωτές δυστυχίες περίμενε καρτερικά την μοίρα του. Ο Ηράκλειος εμπέδωσε με κάθε τρόπο ένα κράτος δικαίου και αξιοκρατίας, επιβάλλοντας πολύ ψηλά πρόστιμα στους διεφθαρμένους αξιωματούχους. Κυρίως, όμως, τόνιζε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της αναμέτρησης, προβάλλοντας το Βυζάντιο ως τον υπερασπιστή της Ορθοδοξίας απέναντι στους αλλόθρησκους Ζωροάστρες Πέρσες. Προέβαλλε συνέχεια όλες τις ενέργειες του Χοσρόη που πρόσβαλαν τον Χριστιανισμό, την καταστροφή των Χριστιανικών προσκυνημάτων της Ιερουσαλήμ και την αρπαγή του Τίμιου Σταυρού. Έτσι δημιούργησε ατμόσφαιρα «Ιερού Πολέμου» στον πληθυσμό.

       Μετά από δύο χρόνια στρατιωτικής προπαρασκευής ο Ηράκλειος έκρινε πως ήρθε η ώρα και αποφάσισε να ηγηθεί εκείνος της εκστρατείας, πράγμα ασυνήθιστο για βυζαντινό αυτοκράτορα. Στις 4 Απριλίου 622, Κυριακή του Πάσχα, ο Ηράκλειος γιόρτασε με την οικογένειά του και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Την επόμενη μέρα μπήκε στην Αγία Σοφία ντυμένος ως απλός στρατιώτης, γονάτισε μπροστά στο ιερό και προσκύνησε μπροστά σε όλο τον λαό. Στην συνέχεια είπε στον Πατριάρχη Σέργιο: «Στα χέρια του Θεού, της Μητέρας Του και τα δικά σου αφήνω αυτήν την πόλη και τον γιο μου»4. Παραλαμβάνοντας την αχειροποίητη εικόνα του Χριστού κατέβηκε στην παραλία, αποχαιρέτησε την οικογένειά του και μπήκε στα πλοία. Ο λαός αποχαιρετούσε με επευφημίες τον στόλο. Έτσι, μ’ αυτό το καθαρά θρησκευτικό τελετουργικό ο Ηράκλειος ξεκίνησε μια κυριολεκτικά «ηράκλεια» εκστρατεία, έναν απεγνωσμένο αγώνα για την σωτηρία της αυτοκρατορίας.


                 Η βυζαντινή αντεπίθεση


         Ο Ηράκλειος αποβιβάστηκε στην Βιθυνία για να αποφύγει τους Πέρσες που βρίσκονταν στην Χαλκηδόνα. Πριν ξεκινήσει την εκστρατεία έστειλε προτάσεις ειρήνης στον Χοσρόη, αλλά ο τελευταίος απάντησε «Ει αρνήσεται ο βασιλεύς υμών τον εσταυρωμένον και προσκυνήσει τω ηλίω, ποιώ ειρήνην»5 Αν ο αυτοκράτορας σας αρνηθεί τον Χριστό και γίνει Ζωροάστρης θα συμφωνήσω σε ειρήνη»).

         Ο αυτοκράτορας ξεκίνησε με μικρό στράτευμα από την Βασιλεύουσα, αλλά καθ’ οδόν ενίσχυε το στράτευμα του από τους επιστρατευμένους αγρότες. Έτσι έφτασε στην Καισάρεια την Καππαδοκίας με 100-120 χιλιάδες στρατό. Έμεινε μαζί τους όλο το καλοκαίρι για να επιβλέπει την εκπαίδευσή τους, λαμβάνοντας μέρος στις κακουχίες και την καθημερινότητα των στρατιωτών. Το φθινόπωρο ξεκίνησε προς την Περσία, με αποτέλεσμα ο περσικός στρατός να υποχωρήσει από τα μικρασιατικά εδάφη για να του κόψει τον δρόμο. Κοντά στα Σάταλα, νότια της Τραπεζούντας, ο Ηράκλειος παρέσυρε τους Πέρσες σε παγίδα και τους νίκησε, στις αρχές Φεβρουαρίου του 623. Ήταν η πρώτη νίκη των Βυζαντινών μετά από 20 ολόκληρα χρόνια, η οποία τους έδωσε ψυχολογική ώθηση, ενώ εκκαθάρισε τους Πέρσες από το μεγαλύτερο μέρος της Μικρασίας.

        Το ίδιο έτος ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να γυρίσει στην Πόλη γιατί οι Άβαροι παρασπόνδησαν και άρχισαν τις επιδρομές στα Βαλκάνια. Ο Χαγάνος (βασιλιάς) των Αβάρων ζήτησε να συναντηθούν με τον Ηράκλειο στις 5 Ιουνίου 623 στην Ηράκλεια της Θράκης. Ο Ηράκλειος αποφάσισε να τον εντυπωσιάσει, φέρνοντας μαζί του όλη την αυλή του παλατιού, ορχήστρες και ιππικούς αγώνες. Όμως, το σχέδιο των Αβάρων ήταν να απαγάγουν τον αυτοκράτορα για να ζητήσουν λύτρα. Ο Ηράκλειος το αντιλήφθηκε την τελευταία στιγμή, πέταξε τα βασιλικά του διάσημα και έφτασε με την συνοδεία του στην Πόλη καταδιωκόμενος. Αλλά οι Άβαροι δεν είχαν πολιορκητικές μηχανές. Έτσι συμφώνησαν να αποσυρθούν, λαμβάνοντας ετήσια πάκτα 200.000 χρυσά νομίσματα.

       Σ’ εκείνο το διάστημα οι Πέρσες βρήκαν την ευκαιρία να αναδιοργανωθούν και να κάνουν εισβολή στη Μικρασία από τον νότο, στην Κιλικία. Ο Ηράκλειος πρότεινε ειρήνη με επαναφορά της συνθήκης και των συνόρων του 591, αλλά ο Χοσρόης απάντησε ως εξής: 


«Χοσρόης, ο μεγαλύτερος των Θεών και αφέντης της γης, στον Ηράκλειο, τον αχρείο και ανόητο σκλάβο του. Γιατί αρνείσαι ακόμα να υποταχθείς στην εξουσία μας και αποκαλείς τον εαυτό σου βασιλιά; Δεν κατέστρεψα εγώ τους Έλληνες; Λες πως εμπιστεύεσαι τον Θεό σου. Γιατί δεν έσωσε από το χέρι μου την Καισάρεια, την Ιερουσαλήμ και την Αλεξάνδρεια; Και πιστεύεις ότι δεν θα καταστρέψω και την Κωνσταντινούπολη; Αλλά θα συγχωρέσω τα λάθη σου αν υποταχθείς σ’ εμένα κι αν έρθεις με την γυναίκα σου και τα παιδιά σου θα σου δώσω γη, αμπελώνες και ελαιώνες και θα σε αντιμετωπίζω με ευγένεια και σεβασμό. Μην αυταπατάσαι με την μάταιη ελπίδα πως ο Χριστός, που δεν μπόρεσε να σώσει τον εαυτό του από τους Εβραίους που Τον σταύρωσαν, θα σε σώσει. Ακόμα κι αν κρυφτείς στα βάθη της θάλασσας, θ’ απλώσω το χέρι μου και θα σε πιάσω. Και τότε θα με δεις όπως δεν θέλεις.


     Ο Ηράκλειος διάβασε την επιστολή του Χοσρόη στο στράτευμα, το οποίο φανατίστηκε. Τον Μάρτιο του 624 ο Ηράκλειος ξεκίνησε από τα Σάταλα προς την Αρμενία και έφτασε ως την Κασπία θάλασσα, το σημερινό Αζερμπαϊτζάν. Οι ντόπιες φυλές του Καυκάσου (Λαζοί, Ίβηρες, Αρμένιοι), τάχθηκαν με το μέρος του Ηράκλειου. Ο τελευταίος κατευθύνθηκε νοτιοανατολικά και μπήκε στο περσικό έδαφος. Στην πορεία του ο στρατός κατέστρεφε τους πυρολατρικούς ναούς του Ζωροάστρη για να εκδικηθεί την καταστροφή του Πανάγιου Τάφου. Οι Βυζαντινοί είχαν πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων.

       Ο Χοσρόης ανακάλεσε τις δυνάμεις του που βρίσκονταν στην Μικρασία και συγκέντρωσε τις 40.000 στρατό στην Γανζακό. Εκεί, όμως, έχασε την μάχη και κατέφυγε στην πρωτεύουσά του, Κτησιφώντα, εγκαταλείποντας χιλιάδες λάφυρα και οπλισμό. Όμως ο Ηράκλειος αντί να προχωρήσει υποχώρησε στο ορεινό Αζερμπαϊτζάν για να διαχειμάσει και να μαζέψει νέο στρατό.Ο Πέρσης σάχης πίστεψε πως μπορούσε να τον παγιδέψει κι έστειλε τρεις στρατιές για να τον περικυκλώσουν. Ο Ηράκλειος έστειλε κατασκόπους του, οι οποίοι ξεγέλασαν τους Πέρσες να του επιτεθούν ένας-ένας και όχι όλοι μαζί. Έτσι ο βυζαντινός στρατός τους νίκησε επανειλημμένα. Την άνοιξη του 625 ο βυζαντινός στρατός κατέλαβε την Άμιδα και την Μαρτυρόπολη, στρατηγικές πόλεις στον Τίγρη. Τον χειμώνα του 625/626 ο Ηράκλειος διαχείμασε στην Τραπεζούντα.



             Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης


         Ο Χοσρόης αναζητούσε έναν τρόπο να γυρίσει την αρνητική, για τους Πέρσες, ροή του πολέμου, που πριν από λίγα χρόνια φάνταζε νικηφόρος. Κάλεσε γενική επιστράτευση όλων των ανδρών του κράτους του, των υποτελών του, προσέλαβε μισθοφόρους, έφτασε να χρησιμοποιήσει αιχμάλωτους, ακόμα και δούλους

        Εκείνη τη στιγμή ήρθε, άγνωστο πως, σε συνεννόηση με τους Αβάρους. Στόχος τους ήταν να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στην Κωνσταντινούπολη, οι Άβαροι από τα Βαλκάνια και οι Πέρσες από την Χαλκηδόνα. Επειδή η Περσία δεν διέθετε στόλο, οι Άβαροι θα διεκπεραίωναν τους Πέρσες στην Ευρώπη με τα μονόξυλα τους. Ο Χοσρόης χώρισε τον στρατό του στα δύο. 50.000 άνδρες θα έμεναν στην Μεσοποταμία για να απασχολήσουν τον Ηράκλειο και μια μικρότερη δύναμη θα έκανε την επίθεση στην Πόλη.

         Ο Ηράκλειος πληροφορήθηκε από τους κατασκόπους του το σχέδιο και χώρισε τον στρατό του στα τρία: το μεγαλύτερο το έδωσε στον αδελφό του, Θεόδωρο, για να αντιμετωπίσει την στρατιά των 50.000 Περσών, έστειλε μια μικρή δύναμη για να ενισχύσει την άμυνα την Πόλης και κράτησε το μικρότερο μέρος, για να εισβάλει στην ίδια την Περσία.

          Στα μέσα Ιουνίου οι Πέρσες έφτασαν στην Χαλκηδόνα και περίμεναν τους Άβαρους. Οι Άβαροι στα μέσα Μαΐου είχαν εμφανιστεί μπροστά από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Είχαν για πρώτη φορά πολιορκητικές μηχανές. Όμως, παρά την μικρή φρουρά της πόλης, οι Άβαροι δεν την εκπόρθησαν. Επειδή είχαν καθυστερήσει, κατευθύνθηκαν στην Βασιλεύουσα, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Στις 29 Ιουνίου 626 είχαν φτάσει.

        Μέσα στη Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 12.000 στρατιώτες, οι περισσότεροι ιππείς. Ο βυζαντινός στόλος επιτηρούσε τα Στενά, εμποδίζοντας τους Πέρσες να αποβιβαστούν στην Ευρώπη. Ηγέτες της άμυνας ήταν ο Πατριάρχης Σέργιος και ο Μάγιστρος Βώνος. Οι νίκες του Ηράκλειου στην Ανατολή αλλά και το γεγονός πως την Πόλη πολιορκούσαν άπιστοι, έδινε αποφασιστικότητα στους πολιορκημένους. Οι Άβαροι, με τους οποίους πολεμούσαν και οι Σλάβοι υποτελείς τους, αριθμούσαν 100.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και πολύ περισσότερους βοηθητικούς. Σε αντίθεση με προηγούμενες φορές είχαν μαζί τους πολιορκητικές μηχανές και έναν στολίσκο από ευκίνητα πλοιάρια, για την μεταφορά των Περσών.

         Στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της πολιορκίας, ο χαγάνος των Αβάρων είπε πως μόνο αν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας μεταμορφώνονταν σε ψάρια ή πουλιά θα μπορούσαν να σωθούν. Μετά από ένα μήνα βομβαρδισμών, την 1η Αυγούστου έγινε η πρώτη έφοδος εναντίον της Πόλης. Στις επάλξεις ο Πατριάρχης Σέργιος προσπαθούσε να εμψυχώσει τους μαχητές φέροντας την εικόνα της Υπερμάχου Στρατηγού Θεοτόκου. Την επόμενη μέρα οι Άβαροι έριξαν μικρές ακάτους στο Κεράτιο και βρέθηκαν πίσω από τα μεγάλα βυζαντινά πλοία. Στις 3 του μήνα μεγάλος αριθμός μονόξυλων έπλευσε προς την Χαλκηδόνα για να μεταφέρει τους Πέρσες στην Ευρώπη. Στις 6 Αυγούστου οι Άβαροι κατέλαβαν τον ναό των Βλαχερνών, αφιερωμένο στην Παναγία, για τον χρησιμοποιήσουν ως βάση.

       Ο μάγιστρος Βώνος είχε πληροφορηθεί από κατάσκοπους πως η διαταγή για την έφοδο των Αβαρικών μονόξυλων θα ήταν συνθηματικές φωτιές και τις άναψε εκείνος πρόωρα, στις 7 Αυγούστου. Όταν επιτέθηκαν οι Άβαροι ο βυζαντινός στόλος τους περίμενε και τους αποδεκάτισε στα αβαθή νερά του Κερατίου. Όσοι από τους πολιορκητές γλίτωσαν κατέφυγαν μπροστά στα θαλάσσια τείχη. Εκεί τους επιτέθηκε ο άμαχος πληθυσμός της Πόλης και τους αποδεκάτισε. Στον Βόσπορο ο βυζαντινός στόλος περικύκλωσε και βύθισε τις σχεδίες που μετέφεραν τους Πέρσες. Την ίδια μέρα μαθεύτηκε πως ο Θεόδωρος, ο αδελφός του Ηράκλειου, είχε νικήσει τους 50.000 Πέρσες που είχαν καθήκον να επιτηρούν τους Βυζαντινούς στη Μεσοποταμία κι ερχόταν στην Κωνσταντινούπολη.
Μικρογραφία στην χρονογραφία του Κωνσταντίνου Μανασσή (περ. 1150) που απεικονίζει την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης

         Οι Σλάβοι υποτελείς των Αβάρων δυσανασχετούσαν από τις μάταιες επιθέσεις στα τείχη της Πόλης και τις τεράστιες έμψυχες και υλικές απώλειες τους. Οι Άβαροι δεν είχαν προνοήσει να φέρουν μαζί τους εφόδια. Οι συνεχείς ήττες, η τεχνολογική και οργανωτική υστέρηση τους και η ανυπομονησία τους, είχαν επιφέρει την σύγχυση στις τάξεις τους. Στις 8 Αυγούστου ο χαγάνος των Αβάρων διέταξε υποχώρηση. Οι Πέρσες, όταν έμαθαν πως έρχεται από πίσω τους βυζαντινός στρατός έφυγαν από την Χαλκηδόνα.

      Την επόμενη μέρα ο λαός της Κωνσταντινούπολης βγήκε στους δρόμους για να γιορτάσει την νίκη του. Επίκεντρο των εορτασμών και των δοξολογιών ήταν ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών, που ήταν το επίκεντρο της πολιορκίας και των μαχών. Εκείνη την μέρα, ψάλθηκε για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος, όπως τον ξέρουμε σήμερα, που απέδωσε την σωτηρία της Πόλης στην θαυματουργή επέμβαση της Παναγίας. Ποιητής του ύμνου υπήρξε είτε ο πατριάρχης Σέργιος είτε ο διάκονος, σκευοφύλακας και χαρτοφύλακας της Αγίας Σοφίας, Γεώργιος Πισίδης. Πιθανόν τα συγκεκριμένα κοντάκια να προέρχονται από το πολυσχιδές έργο του Άγιου Ρωμανού του Μελωδού (περ. 490-556).



 Η τελική νίκη


           Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Πόλης το ηθικό των Βυζαντινών ανέβηκε κατακόρυφα και των Περσών κατέρρευσε. Ήδη οι συνεχείς ήττες των Περσών οδήγησαν τον Χοσρόη ν’ αυξήσει την φορολογία. Οι συνεχείς στρατολογίες εκμηδένισαν την αγροτική παραγωγή. Οι φυγόκεντρες τάσεις που υπήρχαν ανέκαθεν από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες αυξήθηκαν.

         Ο Ηράκλειος στράτευσε υπέρ του τις τούρκικες φυλές του Καυκάσου και του Βόλγα, οι οποίες εισέβαλαν στην Περσία από το σημερινό Αζερμπαϊτζάν, τον Ιούνιο του 627, λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Ηράκλειος μπήκε στο σημερινό ιρακινό Κουρδιστάν με στόχο να εισβάλει στην Περσία. Ο σάχης μάζεψε ακόμα ένα στρατό 12.000, με αρχηγό τον Ραζάτη, τον οποίο διέταξε ή να νικήσει ή να πεθάνει.

         Τον Δεκέμβριο του 627 ο Ηράκλειος στρατοπέδευσε στα ερείπια της αρχαίας Νινευή, αφού κατέστρεψε την γύρω περιοχή για να μην μπορούν να βρουν εφόδια οι αντίπαλοι. Η μάχη έγινε στις 12 Δεκεμβρίου. Οι Βυζαντινοί είχαν 25 με 50 χιλιάδες άνδρες. Ο Ηράκλειος παρέσυρε τους Πέρσες στην πεδιάδα, προσποιούμενος υποχώρηση και αντεπιτέθηκε όταν είχε το εδαφικό πλεονέκτημα. Ο Ραζάτης προκάλεσε τον Ηράκλειο σε μονομαχία, αλλά έχασε την ζωή του. Η μάχη τέλειωσε με τους Πέρσες να χάνουν 6.000 άνδρες.

        Πλέον η Περσία έχασε κάθε δυνατότητα άμυνας και ο βυζαντινός στρατός κατευθύνθηκε στην Κτησιφώντα, την περσική πρωτεύουσα. Πριν να ξεκινήσει, όμως, ο Ηράκλειος έστειλε στον Χοσρόη τελεσίγραφο: «Αναζητώ την ειρήνη. Δεν θα κάψω οικειοθελώς την Περσία, αλλά αναγκάζομαι από σένα. Ας πετάξουμε τα όπλα κι ας ειρηνεύσουμε. Ας σβήσουμε την φωτιά πριν να κάψει τα πάντα»9. Ο Χοσρόης, αρνούμενος να υποκύψει μέχρι τέλους, αρνήθηκε την ειρήνη και στρατολόγησε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες του βασιλείου του.



       Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής των Περσών. Μια συνομωσία με αρχηγό τον Σιρόη, γιο του Χοσρόη εκθρόνισε τον σάχη από τον θρόνο του. Ο Χοσρόης εγκαταλείφθηκε ακόμα και από την προσωπική του φρουρά και εκτελέστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 627. Ο νέος σάχης αμέσως πρότεινε στον Ηράκλειο, ο οποίος βρισκόταν κοντά στην Κτησιφώντα, ειρήνη, με επαναφορά των συνόρων όπως ήταν πριν τον πόλεμο. Ο Ηράκλειος αποδέχτηκε την ειρήνη, χωρίς να ζητήσει μεγάλες οικονομικές επανορθώσεις, επειδή ήξερε πως η Περσία βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Ο μόνος επιπλέον όρος που ζήτησε ήταν η επιστροφή του Τίμιου Σταυρού.


        Η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη και η Συρία γύρισαν πίσω στο Βυζάντιο. Ο Ηράκλειος γύρισε στην Κωνσταντινούπολη στις 14 Σεπτεμβρίου 629 φέροντας μαζί του το ανεκτίμητο κειμήλιο. Στον μεγαλοπρεπή θρίαμβο η πομπή πέρασε σ’ όλη την πόλη και σταμάτησε στην Αγία Σοφία. Ο Τίμιος Σταυρός υψώθηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα του μεγάλου ναού, ως δείγμα πως η σωτηρία της αυτοκρατορίας οφειλόταν στον Θεό και ως δείγμα της θεϊκής εύνοιας του Βυζαντίου.

         Το 629 ο Ηράκλειος κατάργησε τους λατινικούς τίτλους του Imperator Caesar και του Augustus. Τους αντικατέστησε με τον ελληνικό τίτλο «πιστός εν Χριστώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», που διατήρησαν όλοι οι βυζαντινού αυτοκράτορες ως το 1453.


Ασημένια πλάκα από την Κωνσταντινούπολη, που απεικονίζει την μονομαχία του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Στην πίσω πλευρά έχει σφραγίδα της εποχής του Ηράκλειου, ο οποίος μάλλον τις παρήγγειλε το 628-29 για να εορτάσει τη νίκη του επί των Περσών. Βρέθηκε το 1902 στον Καραβά και αποτελεί μέρος του «Θησαυρού της Λάμπουσας». Σήμερα βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

                                    Συνέπειες


        Ο πόλεμος Βυζαντίου – Περσών θα μπορούσε για την εποχή του να χαρακτηριστεί «παγκόσμιος πόλεμος» επειδή πολέμησαν οι δύο υπερδυνάμεις της εποχής μεταξύ τους, σε ένα ευρύ γεωγραφικό πλαίσιο, από τον Δούναβη μέχρι την καρδιά της Περσίας και από τον Καύκασο ως τον Νείλο. Σ’ αυτόν τον αδυσώπητο πόλεμο και τα δύο κράτη χρησιμοποίησαν κάθε πλουτοπαραγωγικό πόρο προς εξυπηρέτηση των έκτακτων συνθηκών της σύγκρουσης και εξαντλήθηκαν στον υπέρτατο βαθμό.

       Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του πολέμου ήταν η θρησκευτική και πολιτισμική του χροιά. Οι Ζωροάστρες Πέρσες επιστράτευσαν τους Εβραίους και τους Χριστιανούς που δεν αναγνώριζαν την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νεστοριανούς, Μονοφυσίτες) για την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων. Αντιθέτως οι Βυζαντινοί πρέσβευαν την Ορθοδοξία. Η καταστροφή του Πανάγιου Τάφου από τους Πέρσες και των Ζωροαστρικών ναών από τους Βυζαντινούς εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο.

       Βυζαντινοί και Πέρσες χρειάζονταν την ειρήνη για να μπορέσουν να ανορθώσουν την οικονομία τους και την κοινωνία τους που είχε καταστραφεί από τον μακρόχρονο πόλεμο. Όμως κανένας από τους δύο δεν πρόλαβε να ανορθώσει. Από την Αραβία μια νέα θρησκεία με ηγέτη τον Μωάμεθ, το Ισλάμ, επιτέθηκε το 634 και στους δύο. Οι γηγενείς λαοί, κουρασμένοι από τους συνεχείς πολέμους, την βαριά φορολογία της Κωνσταντινούπολης και τις δογματικές διαφορές τους με την Ορθοδοξία, υποδέχθηκαν τους Άραβες ως ελευθερωτές. Μέσα σε μια δεκαετία οι Άραβες κατάκτησαν ολόκληρη την Περσία και στέρησαν από το Βυζάντιο την Αφρική, την Αίγυπτο και την Συροπαλαιστίνη.

      Αν και η Περσία κατακτήθηκε και αλλοτριώθηκε από το Ισλάμ, το Βυζάντιο, χάρη στη νέα στρατιωτική οργάνωση που καθιέρωσε ο Ηράκλειος, με την δημιουργία εθνικού στρατού από τους αγρότες, επιβίωσε. Ο περιορισμός του Βυζαντίου στον ελλαδικό χώρο και την Μικρά Ασία του έδωσε πιο στέρεη εθνική ομοιογένεια και θρησκευτική ενότητα, μέσα στο ενοποιητικό πλαίσιο της Ορθοδοξίας. Ήδη από το 620 ο Ηράκλειος άλλαξε την επίσημη γλώσσα του κράτους από τα λατινικά στα ελληνικά10, τα οποία μιλούσε ο λαός.



Βιβλιογραφία

• Ιωάννα, Ζούλα, «Σάταλα 622 - Κωνσταντινούπολη 626 - Νινευή 627», εφημ. Το Βήμα, 22-06-2003

• Στα χρόνια του Ακαθίστου Ύμνου, Χείλων, ιστολόγιο ιστορικών αναδρομών και προβληματισμού

20

Ηράκλειος (575-645), Ο έξοχος αυτοκράτωρ (μέρος 1ο). Χείλων, ιστολόγιο ιστορικών αναδρομών και προβληματισμού

Ηράκλειος (575-645), Ο έξοχος αυτοκράτωρ (μέρος 2ο). Χείλων, ιστολόγιο ιστορικών αναδρομών και προβληματισμού

Πάσχος, Τάσος, «Οι εκστρατείες του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ηρακλείου κατά των Περσών (622-630 μ.Χ.)», http://www.istorikathemata.com/2011/02/622-630.html (προσπ. 13-2-2015).

• Wikipedia

• Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 5ος, εκδόσεις «Δομή»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου