Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Η συγκρότηση και η εξέλιξη της καστροπολιτείας της Μονεμβασιάς

Δημόσια κτίρια, ιδιωτικές κατοικίες, δρόμοι 




         ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ
Η βυζαντινή καστροπολιτεία


από το βιβλίο "Μονεμβασιά" του Υπουργείου Πολιτισμού
επιμέλεια-διασκευή- φωτογραφίες: Θάνος Δασκαλοθανάσης


      Η πόλη-κάστρο της Μονεμβασιάς αποτελούσε ένα σημείο στο γενικό σύστημα άμυνας και οίκησης της οικουμενικής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι συνοριακές γραμμές, ο έλεγχος και η προστασία της υπαίθρου, η προστασία των πόλεων και των περασμάτων ήταν βασικοί στόχοι του αμυντικού συστήματος της αυτοκρατορίας. Το αμυντικό αυτό σύστημα εξυπηρετούσε την κεντρική εξουσία η οποία όμως έπαιρνε υπόψη της και τις ανάγκες κάθε επαρχίας. Τα διαφορετικά υλικά, η γεωγραφική διαμόρφωση,το πολιτισμικό υπόβαθρο, οι ιστορικές εξελίξεις κάθε περιοχής δημιούργησαν μικρές διαφοροποιήσεις στα αμυντικά συστήματα.
    Στις περισσότερες κλασικές ρωμαϊκές πόλεις όπως η Αθήνα, η Μίλητος, η Έφεσος, η Πέργαμος, οι Σάρδεις, η Σπάρτη, η Θεσσαλονίκη κ.ά., είχαν χτιστεί τείχη τον 3ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων γοτθικών επιδρομών. Τον 4ο και 5ο αιώνα, σε όσες πόλεις είχαν επιβιώσει, χτίστηκαν νέα τείχη, όπου δεν υπήρχαν, όπως στην Κόρινθο ή επισκευάστηκαν τα παλιά, όπως στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή του Ιουστινιανού πραγματοποιούνται μεγάλα έργα οχύρωσης σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Στη Μονεμβασιά, από τις λίγες ενδείξεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα, αυτήν την εποχή (6ος αιώνας), φαίνεται να χτίζεται το πρώτο οχυρωματικό έργο, ένας μικρός οχυρωματικός περίβολος με τέσσερις πύργους, στο χώρο της σημερινής Επάνω Πόλης.
    Μετά τον 6ο αιώνα σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας μπορούμε να διακρίνουμε αρχαιοελληνικές ή ρωμαϊκές πόλεις που επιβίωσαν και διατήρησαν τις αρχικές τους διαστάσεις , όπως η Θεσσαλονίκη, η Βέροια, η Ρόδος, η Έφεσος, κ.ά., πόλεις που περιορίστηκαν σε μέγεθος, όπως η Μίλητος, η Νικόπολη κ.ά., άλλες που εγκαταλείφθηκαν και ιδρύθηκε νέος οικισμός σε κοντινή θέση, όπως η Διοκλητιανούπολη που εγκαταλείφθηκε, ενώ σε κοντινή απόσταση ιδρύθηκε η Καστοριά, πόλεις που εγκαταλείφθηκαν τελείως λόγω των ιστορικών εξελίξεων και τέλος νέες πόλεις που δημιουργούνται. Αυτές οι πόλεις παίρνουν τη μορφή πόλης-κάστρου της κυρίως βυζαντινής εποχής.
   Οι μεσαιωνικές πόλεις είναι μικρότερης έκτασης χτισμένες συνήθως σε φυσικά οχυρές θέσεις, πυκνοκατοικημένες, με δαιδαλώδεις δρόμους, εκτός από την κεντρική οδό που αποτελεί τον κύριο άξονα της πόλης και ενώνει συνήθως τις δύο βασικές πύλες του τείχους, χωρίς μεγάλους χώρους για υπαίθρια συγκέντρωση του πληθυσμού. Οι συγκεντρώσεις γίνονταν στην εκκλησία ή γύρω από αυτήν. Οι πόλεις είχαν πάντα ακρόπολη στο ψηλότερο και καλύτερα οχυρωμένο σημείο τους, που αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο της φρουράς. Πολλές φορές διαθέτουν και διατείχισμα που αποτελεί το δεύτερο σημείο άμυνας, σε περίπτωση που οι εχθροί έχουν περάσει το πρώτο που είναι το εξωτερικό τείχος. Έτσι δημιουργείται μια τριμερής πόλη όπως στη Μονεμβασιά, το Μυστρά, τα Σέρβια, τη Ρεντίνα.
Ο βράχος της Μονεμβασιάς. Διακρίνεται η (ακατοίκητη σήμερα) Πάνω Πόλη και η Κάτω Πόλη
    Η έκτασή τους ποικίλει και δηλώνει ένα πραγματικό αστικό κέντρο της μεσαιωνικής εποχής για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών της κοσμικής, εκκλησιαστικής, στρατιωτικής, διοίκησης, των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών, της βιοτεχνίας και ένα σημείο προστασίας του γύρω αγροτικού πληθυσμού. Πολλές φορές οι κάτοικοι εκτείνονται και έξω από τον οχυρωματικό περίβολο. Η Κωνσταντινούπολη έχει μια οχυρωμένη έκταση 1300 εκταρίων, η Θεσσαλονίκη 320, η Βέροια και η Καστοριά 23, ο Μυστράς περίπου 20-22, τα Σέρβια 19, η Δράμα και τα Μογλενά 4. Στη Μονεμβασιά ο προστατευόμενος χώρος μόνο της Επάνω πόλης ειναι 15 εκτάρια.
    Ο ιδιόμορφου σχήματος βράχος της Μονεμβασιάς επρόκειτο να παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία από τα χρόνια του βυζαντίου μέχρι το β΄ παγκόσμιο πόλεμο (χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη από Γερμανούς και Άγγλους). Το οχυρό του σε ύψος 300 μέτρων από τη θάλασσα, μπορούμε να το αναγάγουμε στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αιώνας). Αποτελείται από ένα οχυρό περίβολο με τέσσερεις πύργους.
    Πολύ σύντομα άρχισε να αναπτύσσεται ο οικισμός στο ανώτερο σημείο του βράχου, η Επάνω Πόλη, σε ένα πλάτωμα που καλύπτει μια έκταση 120 στρεμμάτων. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τη διάταξη του οικισμού, είναι όμως βέβαιο ότι υπήρχαν δύο κύριοι δρόμοι, παράλληλοι σχεδόν μεταξύ τους, και, επίσης παράλληλοι με τα τείχη της νότιας πλευράς.
    Η επάνω πόλη είναι οχυρωμένη μόνο από τη νότια πλευρά και ένα τμήμα της  βόρειας, τα υπόλοιπα σημεία ήταν φυσικά οχυρωμένα. Η πρόσβαση στο κάστρο γινόταν από δύο εισόδους που βρίσκονταν η μία στη βόρεια πλευρά, που κλείστηκε στην Α΄ τουρκοκρατία, και η άλλη στη νότια πλευρά, η σημερινή είσοδος.



   Τα σπίτια και τα κτίσματα που έχουν βρεθεί, φαίνεται ότι αναπτύσσονταν σε ομάδες και περικλείονταν από έναν περίβολο, χωρίς να έχουν τα κτίρια πρόσοψη στο δρόμο. Μεσα σε κάθε ομάδα κτισμάτων εξέχοντα ρόλο είχε η οικία, ένα ορθογώνιο στενομέτωπο κτίσμα, σαν αυτά που σώζονται στην κάτω πόλη. Στην πάνω πόλη υπήρχαν δημόσια κτίρια(εκκλησίες, στέρνες, διοικητικά κτίρι) και οικίες. Έχουν σωθεί σε καλή κατάσταση τρεις στέρνες και ο ναός της Αγίας Σοφίας. Πιθανότατα ο οικισμός της πάνω πόλης εγκαταλείφθηκε μετά τη Β΄ Ενετοκρατία και παρέμεινε εκεί μια φρουρά.
     Η κάτω πόλη αναπτύχθηκε σχεδόν παράλληλα με την επάνω και χτίστηκε με τείχη σε σχήμα αντεστραμμένου Π, που την προστατεύουν από τη θάλασσα, τη δύση και την ανατολή. Από την είσοδο της δυτική πύλης ξεκινά ο κεντρικός δρόμος που διασχίζει την κάτω πόλη μέχρι την ανατολική πύλη και αντιστοιχεί στη βυζαντινή μέση οδό. Εκεί αναπτύσσονταν και εξακολουθούν να συγκεντρώνονται όλες οι εμπορικές δραστηριότητες.


Η κεντρική είσοδος (δυτική πύλη)                             Ο κεντρικός δρόμος, η βυζαντινή "Μέση Οδός"


     Κάθετα στον κεντρικό δρόμο εντοπίζεται ακόμη ένας δρόμος, που συνδέει την επάνω πόλη με την πύλη στα νότια επιθαλάσσια τείχη, το Πορτέλο, που δεν αντιστοιχούσε σε λιμάνι αλλά ήταν απλώς μια διέξοδος στη θάλασσα. Στη συμβολή των δύο δρόμων υπάρχει σήμερα ένας από τους ελάχιστους ελεύθερος χώρους του οικισμού, γνωστός ως πλατεία Ελκομένου. Οι άλλες δύο πλατείες, η Μικρή και η Μεγάλη Τάπια, δεν αποτελούσαν στοιχεία του αρχικού πολεοδομικού ιστού αλλά διαμορφώθηκαν το 19ο αιώνα.



Στέρνες στην Άνω Πόλη                   Ανατολική πύλη (Πορτέλλο)            Πλατεία Ελκομένου 









 
                                             
Αγία Σοφία                                      Δρομικές - καμάρες                             Η κεντρική πύλη πάνω πόλης

    
          Στην πλατεία Ελκομένου εντοπίζονται και ορισμένα από τα πιο αξιόλογα δημόσια κτίρια: ο ναός του Ελκομένου Χριστού που είναι ο μητροπολιτικός ναός, το τζαμί που στεγάζει την αρχαιολογική συλλογή, και το μητροπολιτικό μέγαρο. Άλλα δημόσια κτίρια της κάτω πόλης είναι ένα συγκρότημα λουτρών (χαμάμ) και αρκετοί σε καλή κατάσταση ναοί. Οι δρόμοι και τα καλντερίμια είναι στενοί, ενώ στις γωνίες των κτιρίων συναντάμε συχνά αποτμήσεις για την ευκολότερη διέλευση των ζώων. Στην προσπάθεια εξεύρεσης ωφέλιμου χώρου πολλά τμήματα των δρόμων καλύφθηκαν με θολωτές κατασκευές που λέγονται «δρομικές». Πάνω από τις δρομικές υπήρχε η δυνατότητα να επεκτείνονται οι παρακείμενες ιδιωτικές κατοικίες.

    Τα εκκλησιαστικά κτίσματα είχαν σημαίνοντα ρόλο στην ζωή της καστροπολιτείας. Ενοριακοί ναοί γύρω από τους οποίους δημιουργούνται οι γειτονιές, όπως η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα η Κρητικιά, στη συνοικία των Κρητικών, αλλά και μεγάλα μοναστηριακά συγκροτήματα όπως της Αγίας Σοφίας στην πάνω πόλη και της Χρυσαφίτισσας κοντά στα θαλάσσια τείχη, καθόριζαν τη φυσιογνωμία της πόλης. Υπάρχουν και πολλά εκκλησάκια, οικογενειακού χαρακτήρα. Τα εκκλησιαστικά κτίσματα ανάγονται στην πλειονότητά τους στη μεσοβυζαντινή περίοδο και στα χρόνια της Β΄ ενετοκρατίας. Σύγρονη με την ίδρυση της πόλης θεωρείται η παλαιότερη οικοδομική φάση του μητροπολιτικού ναού του Ελκομένου Χριστού.
                                                  

                                        Ένα τυπικό βυζαντινό σπίτι

      Η μορφή των σπιτιών και η τυπολογική τους διάταξη, υπαγορεύονταν από τις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της περειοχής, αλλά και από τις συνθήκες ασφαλείας της εποχής. Λόγω των παραπάνω αλλά και της μικρής έκτασης που καταλάμβανε η Κάτων Πόλη, ο αστικός ιστός παρουσιάζεται πυκνοδομημένος και πολλές φορές τα κτίρια εκτείνονται πάνω από τους στενούς δρόμους του οικισμού που καλύπτονταν με τις « δρομικές».
       Ο πιο διαδεδομένος τύπος σπιτιών ( για την πάνω πόλη, λόγω έλλειψης στοιχείων, δε θα γίνει αναφορά) είναι το στενομέτωπο σπίτι, το οποίο κυρίως διατάσσεται κάθετα προς την κλιση του εδάφους.
     Η πρώτη στάθμη είναι θολωτή με ανεξάρτητη είσοδο ή εισόδους και χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος ή ως στάβλος. Στην ίδια στάθμη ή σε χαμηλότερη βρίσκεται η στέρνα, για την περισυλλογή των ομβρίων υδάτων.
    Στην δεύτερη στάθμη, στην οποία η πρόσβαση γίνεται είτε από μικρά δώματα διαμορφωμένα πάνω από τους θόλους της πρώτης στάθμης είτε απευθείας από το δρόμο, διατάσσονταν οι χώροι υποδοχής της κατοικίας και οι βοηθητικοί χώροι, ενώ πολλές φορές ενσωματωμένο ήταν και το λουτρό. Στην εσωτερική παρειά του τοίχου «προς τη θέα» βρίσκεται το τζάκι και στο δάπεδο το στόμιο της στέρνας.
     Η πρόσβαση στο τρίτο πάτωμα επιτυγχάνεται μέσω μικρής ξύλινης κλίμακας ανόδου με απότομη κλίση και πέτρινη βάση. Διαιρούνταν σε δώματα με τοίχους από ελαφρά υλικά και χρησίμευε ως χώρος διημέρευσης της οικογένειας. Θυμίζει το βυζαντινό τρίκλινο, την πολυτελή αίθουσα των συνδαιτυμόνων, που καταλάμβανε ολόκληρο όροφο ή τμήμα του. Εδώ υπήρχαν και τα πιο πολλά παράθυρα.



    


 














 Τομή και κατόψεις οικίας με στέρνα. Πρώην οικία Ρεβέκκας Μαστραποστόλη (σχέδιο Ντ. Ντουβή)


         Τα κτίρια της κάτω πόλης, παρά τις επισκευές και τις τυπολογικές τους διαφορές, παρουσιάζουν ορισμένα στοιχεία που επαναλαμβάνονται σταθερά , όπως η διάταξη σε τρεις στάθμες, οι θολωτές κατασκευές με βοηθητικές λειτουργίες στις κατώτερες, η διάταξη της κατοικίας στις ανώτερες κτλ.
    Το αρχιτεκτονικό και μορφολογικό ενδιαφέρον των σπιτών της κάτω πόλης εστιάζεται στη μονολιθικότητα του όγκου και στην αυστηρή διάταξη των ανοιγμάτων. Χαρακτηριστική είναι η πλαστικότητα του όγκου με τις επιβλητικές καπνοδόχους στις όψεις, την καμπυλότητα των γείσων στη στέψη των κτιρίων που δημιουργείται από τις υδρορροές απαγωγής των ομβρίων στη στέρνα, τη μεγάλη ποικιλία των ανοιγμάτων και την περίτεχνη κατασκευή των περιθυρωμάτων (λοξοτόμηση στην πώρινη ποδιά, εγχάρακτη επίστεψη, παραστάδες κ.ά.)
    Τα κτίρια αποτελούνται από αργολιθοδομή με συνδετικό κονίομα. Οι εξωτερικοί τοίχοι φέρουν συνήθως πατητά επιχρίσματα για την προστασία από κλιματολογικές συνθήκες. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι των κτιρίων, οι φαλτσογωνίες, τα περιθυρώματα των ανοιγμάτων, οι θολωτές κατασκευές, οι καπνοδόχοι κατασκευάζονται από πωρόλιθο, αφθονο υλικό της περιοχής.
     Οι ξύλινες κατασκευές, λόγω έλλειψης ξυλείας στην περιοχή, περιορίζονται μόνο στις απολύτως αναγκαίες, στα πατώματα, στους εσωτερικούς διαχωριστικούς τοίχους, στις στέγες, στις σκάλες και στα κουφώματα που φέρουν εξωτερικά τζαμιλίκια.
      Τα δάπεδα τέλος, παρουσιάζουν ποικιλία ως προς το υλικό επίστρωσής τους: κουρασάνι στην επικάλυψη των θόλων και των δωμάτων, σχιστόπλακες, μάρμαρο και πλακίδια.
     Ο τύπος σπιτιού (πρώην οικία Ρεβέκκας Μαστραποστόλη) που περιγράδεται, παρέμεινε στα βασικά του χαρακτηριστικά σταθερός και ιδιαίτερος, παρά τις επιδράσεις που δέχτηκε στο πέρασμα των αιώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου