Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β’ Ο ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΣ (958 – 1025)



           Ο Βασίλειος Β’ (958 – 15 Δεκεμβρίου 1025), ο επονομαζόμενος Βουλγαροκτόνος, ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας της Μακεδονικής δυναστείας, ο οποίος βασίλεψε από τις 10 Ιανουαρίου 976 έως το θάνατό του στις 15 Δεκεμβρίου 1025, χαρίζοντας την τελευταία περίοδο πολιτικής ακμής στην αυτοκρατορία.



 
                                    ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ      http://dictyo.gr/                        

         


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β’ Ο ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΣ (958 – 1025)

     

           Το πρώτο μέρος της μακράς βασιλείας του χαρακτηρίστηκε από τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια σε πανίσχυρους στρατηγούς από την αριστοκρατία της Ανατολίας. Μετά την υποταγή τους, ο Βασίλειος επέβλεψε τη σταθεροποίηση και την επέκταση των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και, πάνω απ’ όλα, την τελική και πλήρη υποταγή της Βουλγαρίας, τον κυριότερο ευρωπαϊκό εχθρό της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και ονομάστηκε από μεταγενέστερους συγγραφείς ως Βουλγαροκτόνος, με το οποίο είναι ευρύτερα γνωστός. Κατά το θάνατό του, η αυτοκρατορία εκτεινόταν από τη Νότια Ιταλία μέχρι τον Καύκασο και από το Δούναβη μέχρι την Παλαιστίνη.
           Παρά τους σχεδόν συνεχείς πολέμους, ο Βασίλειος Β’ έδειξε επίσης διοικητικές ικανότητες, μειώνοντας τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων, που κυριαρχούσαν στη διοίκηση και στο στρατό, και γεμίζοντας τα θησαυροφυλάκια της αυτοκρατορίας. Πολύ μεγάλης σημασίας ήταν η απόφαση του Βασιλείου να προσφέρει το χέρι της αδελφής του, Άννας, στον Βλαδίμηρο Α’ του Κιέβου, σε αντάλλαγμα για τη στρατιωτική του υποστήριξη, γεγονός που οδήγησε στον εκχριστιανισμό των Ρως και την ενσωμάτωση της Ρωσίας στην πολιτιστική σφαίρα του Βυζαντίου. 
Γέννηση και παιδική ηλικία
        
          Ο Βασίλειος Β’ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 958 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς, η οποία ήταν Ελληνίδα, γεννημένη στη Λακωνία. Η πατρικήτου καταγωγή είναι άγνωστη καθώς στον υποτιθέμενο πρόγονό του, τον Βασίλειο Α’, ιδρυτή της δυναστείας, αποδίδεται αρμενική, σλαβική ή ελληνική καταγωγή. Επιπλέον, είναι πιθανό ότι ο βιολογικός πατέρας του Λέοντα ΣΤ’ (προπάππου του Βασιλείου Β’) ήταν ο Μιχαήλ Γ΄ και όχι ο Βασίλειος Α’. Η οικογένεια του Μιχαήλ Γ’ ήταν Μικρασιάτες από τη Φρυγία και μιλούσαν ελληνικά. Το 960, όταν ο Βασίλειος ήταν δύο ετών, ο πατέρας του τον έκανε συναυτοκράτορα. Όμως το 963 ο πατέρας του πέθανε ενώ ο Βασίλειος ήταν μόλις 5 ετών.
 
Στέψη Βασιλείου Β' ως συναυτοκράτωρ του πατέρα του Ρωμανού ΙΙ
από τον Πατριάρχη Πολύευκτο το 960

           Επειδή ο Βασίλειος και ο αδελφός του, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η’ (βασίλεψε από το 1025 έως το 1028), ήταν πολύ μικροί για να βασιλέψουν, η μητέρα τους Θεοφανώ παντρεύτηκε έναν από τους κορυφαίους στρατηγούς του Ρωμανού, τον Νικηφόρο Β’ Φωκά, ο οποίος στέφθηκε αυτοκράτορας το ίδιο έτος. Το 969 ο Νικηφόρος Φωκάς δολοφονήθηκε από τον ανηψιό του, Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας και βασίλεψε για 7 χρόνια. Τέλος, όταν ο Ιωάννης Τσιμισκής πέθανε στις 10 Ιανουαρίου του 976, ο 18χρονος τότε Βασίλειος Β’ ανέλαβε πλέον τα καθήκοντα του αυτοκράτορα.

                                          Εξεγέρσεις στην Ασία και συμμαχία με τους Ρως
              Ο Βασίλειος ήταν γενναίος στρατιώτης και εξαιρετικός ιππέας και έμελλε να αποδείξει ότι ήταν ισχυρός ηγέτης και ικανός στρατηγός. Στην αρχή δεν έδειξε την πλήρη έκταση της ενέργειάς του. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, η διοίκηση παρέμεινε στα χέρια του ευνούχου Βασίλειου Λεκαπηνού (νόθου γιου του αυτοκράτορα Ρωμανού Α’), προέδρου της Γερουσίας. Ο Λεκαπηνός ήταν ένας πανούργος και προικισμένος άνθρωπος, ο οποίος ήλπιζε ότι οι νέοι αυτοκράτορες θα ήταν μαριονέτες του. Ο Βασίλειος περίμενε και παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει, μαθαίνοντας όμως τις λεπτομέρεις των διοικητικών επιχειρήσεων και εμβαθύνοντας στη στρατιωτική επιστήμη.
         Ακόμα και ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Ιωάννης Τσιμισκής, που ήταν εξαιρετικοί στρατιωτικοί διοικητές, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τόσο καλοί στη διοίκηση του κράτους. Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Ιωάννης Τσιμισκής είχε προγραμματίσει καθυστερημένα να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων, και ο θάνατός του, ο οποίος ήρθε αμέσως μετά την ομιλία του εναντίον τους, δημιούργησε φήμες ότι ο Τσιμισκής δηλητηριάστηκε από τον Βασίλειο Λεκαπηνό, ο οποίος είχε αποκτήσει παράνομα τεράστια ακίνητη περιουσία και φοβόταν την έρευνα και την τιμωρία του.
              Ως αποτέλεσμα των αποτυχιών των άμεσων προκατόχων του, ο Βασίλειος Β’ βρέθηκε από την αρχή της βασιλείας του αντιμέτωπος μ’ ένα σοβαρό πρόβλημα καθώς δύο μέλη της πλούσιας στρατιωτικής ελίτ της Μικράς Ασίας, ο Βάρδας Σκληρός (παλαιότερα στενός συνεργάτης του Ιωάννη Τσιμισκή) και ο Βάρδας Φωκάς, διέθεσαν αρκετούς πόρους για να προβούν σε ανοικτές εξεγέρσεις εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Το κύριο κίνητρο των δύο ανδρών, οι οποίοι ήταν έμπειροι αλλά αλληλοσυγκρουόμενοι στρατηγοί, ήταν να αναρριχηθούν στον αυτοκρατορικό θρόνο και να εκμηδενίσουν το ρόλο και την επιρροή του Βασίλειου. Ο Βασίλειος, δείχνοντας την τάση για σκληρότητα που θα γίνει το σήμα κατατεθέν του, ανέλαβε να τους αντιμετωπίσει ο ίδιος και κατέστειλε τις εξεγέρσεις τόσο του Σκληρού (το 979) όσο και του Φωκά (το 989) .
           Αυτές οι εξεγέρσεις είχαν βαθιά επίδραση στις προοπτικές και τη μέθοδο διακυβέρνησης του Βασίλειου Β’. Ο ιστορικός Μιχαήλ Ψελλός περιγράφει τον ηττημένο Σκληρό να συμβουλεύει τον αυτοκράτορα να καθαιρεί τους κυβερνήτες που γίνονται υπερβολικά περήφανοι, να μην αφήνει στους στρατηγούς που είναι σε εκστρατείες να έχουν πολλούς πόρους, να τους εξαντλεί με άδικες ενέργειες για να είναι απασχολημένοι συνεχώς με υποθέσεις, να μην επιτρέπει την παρουσία γυναικών στα αυτοκρατορικά συμβούλια, να μην είναι προσβάσιμος σε κανέναν και να μοιράζεται με λίγους τα προσωπικά του σχέδια. Ο Βασίλειος φαίνεται πως έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη του αυτή τη συμβουλή.
         Για να αντιμετωπίσει την τελευταία εξέγερση, ο Βασίλειος συμμάχησε με τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο Α’ του Κιέβου, ο οποίος το 988 είχε καταλάβει τη Χερσώνα, την κύρια αυτοκρατορική βάση στην Κριμαία. Ο Βλαδίμηρος προσφέρθηκε να αφήσει τη Χερσώνα και να ενισχύσει με 6.000 στρατιώτες τον Βασίλειο, ζητώντας ως αντάλλαγμα να παντρευτεί την αδελφή του Βασίλειου, Άννα. Στην αρχή, ο Βασίλειος δίστασε καθώς οι Βυζαντινοί έβλεπαν όλα τα έθνη της Βόρειας Ευρώπης, είτε ήταν Φράγκοι είτε ήταν Σλάβοι, ως βάρβαρους, αλλά και η ίδια η Άννα δεν ήθελε να παντρευτεί έναν βάρβαρο ηγέτη.
          Ο Βλαδίμηρος είχε κάνει μακρόχρονη έρευνα σε διάφορες θρησκείες, στέλνοντας μάλιστα και αντιπροσώπους σε διάφορες χώρες. Ο γάμος δεν ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο επέλεξε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Όταν ο Βλαδίμηρος υποσχέθηκε να βαπτιστεί ο ίδιος χριστιανός και να προσηλυτίσει το λαό του στο χριστιανισμό, ο Βασίλειος συμφώνησε. Ο Βλαδίμηρος και η Άννα παντρεύτηκαν στην Κριμαία το 989. Η επιστράτευση των Ρως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τερματισμό της εξέγερσης και αποτέλεσαν τη βάση του Τάγματος των Βαράγγων. Έτσι κερδήθηκε η κρίσιμη μάχη της Αβύδου ενάντια στις δυνάμεις της οικογένειας Φωκά τον Απρίλιο του 989, ενώ στη συνέχεια συνθηκολόγησε ο Βάρδας Σκληρός. Επιπλέον, ο γάμος του Βλαδίμηρου και της Άννας είχε σημαντικές μακροπρόθεσμες συνέπειες, σηματοδοτώντας την έναρξη της διαδικασίας με την οποία το Μέγα Δουκάτο της Μόσχας πολλούς αιώνες αργότερα θα αυτοανακηρυσσόταν “Η Τρίτη Ρώμη” και θα διεκδικούσε την πολιτική και πολιτιστική κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
        Μετά τις εξεγέρσεις ακολούθησε η πτώση του Βασίλειου Λεκαπηνού. Ο Λεκαπηνός κατηγορήθηκε ότι συνωμοτούσε με τους εξεγερθέντες και τιμωρήθηκε με εξορία και με δήμευση της τεράστιας περιουσίας του. Προσπαθώντας να προστατέψει τις χαμηλές και τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις, ο Βασίλειος Β’ έκανε αδίστακτο πόλεμο κατά του συστήματος της τεράστιας περιουσίας που αναπτύχθηκε στη Μικρά Ασία. Το 995, επιστρέφοντας με το στρατό του από την Ανατολή μέσω της Καππαδοκίας, έτυχε πλουσιοπάροχης φιλοξενίας από τον Ευστάθιο Μαλεϊνό, μέλος ισχυρής οικογένειας που είχε παρασταθεί στους Φωκάδες. Αντί να τον ευχαριστήσει, τον μετέφερε αναγκαστικά στην Κωνσταντινούπολη και όταν πέθανε του δήμευσε την κτηματική περιουσία του. Το 996 νομοθέτησε την πιο απόλυτη απαγόρευση κατά της απόκτησης γαιών από τους ισχυρούς. Ακόμα και εάν κάποιος ισχυρός είχε κατοχή 40 ετών, και άσχετα των οποιωνδήποτε βελτιώσεων εκ μέρους του “δυνατού”, ο αδύνατος μπορούσε να επανακτήσει την περιουσία του, και μάλιστα χωρίς να επιστρέψει το αρχικό τίμημα.
  

                                                        Εκστρατείες εναντίον των Αράβων
             Έχοντας θέσει τέρμα στις εσωτερικές διαμάχες, ο Βασίλειος Β’ έστρεψε την προσοχή του σε άλλους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Οι βυζαντινοί εμφύλιοι πόλεμοι είχαν εξασθενήσει τη θέση της αυτοκρατορίας στα ανατολικά και οι κατακτήσεις του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή παρά λίγο να βρεθούν στα χέρια των Φατιμιδών. Μετά από δύο βαριές ήττες του δούκα της Αντιόχειας, Μιχαήλ Βούρτζη, το 992 και το 994, το Χαλέπι πολιορκήθηκε και η Αντιόχεια απειλήθηκε από το στρατό των Φατιμιδών. Το 995, ο Βασίλειος Β’ μαζί με ένα στρατό 40.000 ανδρών (και με 80.000 μουλάρια) ξεκίνησε εκστρατεία κατά των Φατιμιδών, ανακουφίζοντας το Χαλέπι. Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν εντυπωσιακή για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις μέρες ο στρατός του διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας. Στη συνέχεια απέκτησε τον έλεγχο της πεδιάδας του Ορόντη και διεξάγοντας επιδρομές νοτιότερα, κατέλαβε όλες τις πόλεις από την Έμεσα μέχρι την Τρίπολη στο σημερινό Λίβανο.
           Αν και δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να μπει στην Παλαιστίνη και να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ, ο Βασίλειος Β’ κατάφερε να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας. Κανένας αυτοκράτορας από την εποχή του Ηράκλειου δεν κατάφερε να κρατήσει αυτά τα εδάφη, τα οποία παρέμειναν μέρος της αυτοκρατορίας για τα επόμενα 75 χρόνια.
Η κατάκτηση της Βουλγαρίας
          Ο Βασίλειος Β’ ήθελε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορία στα εδάφη που είχαν χαθεί στο παρελθόν. Στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο εχθρό του, τον Σαμουήλ της Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία υποτάχθηκε εν μέρει στον Ιωάννη Τσιμισκή, αλλά μέρη της χώρας παρέμειναν εκτός του ελέγχου των Βυζαντινών.
         Στα τέλη του 10ου αιώνα, οι κλυδωνισμοί στο εσωτερικό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ευνόησαν την ανάπτυξη του βουλγαρικού επεκτατισμού σε ολόκληρη τη χερσόνησο του Αίμου. Με ηγέτη τον Σαμουήλ οι Βούλγαροι ίδρυσαν ανεξάρτητο κράτος εκτεινόμενοι προς Βορρά μέχρι το Δούναβη και προς Νότο μέχρι τη Θεσσαλία, ενώ οι ληστρικές επιδρομές που επιχειρούσαν ακόμη και μέχρι την Πελοπόννησο είχαν εξελιχθεί σε μάστιγα για την αυτοκρατορία.
         Η βυζαντινή κυβέρνηση προσπάθησε να προκαλέσει διχόνοια στις τάξεις των Βουλγάρων επιτρέποντας κατ’ αρχάς τη διαφυγή του αιχμάλωτου αυτοκράτορα της Βουλγαρίας, Μπορίς Β’. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, και κατά τη διάρκεια μίας ανάπαυλας της διαμάχης του με την αριστοκρατία, ο Βασίλειος οδήγησε ένα στρατό 30.000 ανδρών στη Βουλγαρία και πολιόρκησε την πόλη Σρεντέρς (σημερινή Σόφια) το 986. Έχοντας απώλειες και ανησυχώντας για την αφοσίωση μερικών από τους κυβερνήτες του, ο Βασίλειος ήρε την πολιορκία και αποφάσισε να υποχωρήσει προς τη Θράκη. Όμως στις 17 Αυγούστου του 986, έπεσε σε ενέδρα και υπέστη σοβαρή ήττα στη Μάχη που έγινε στις Πύλες του Τραϊανού, γεγονός που σημάδεψε για όλη του τη ζωή την πολιτική του απέναντι στους Βούλγαρους.
        Ο Βασίλειος διέφυγε με τη βοήθεια του Τάγματος των Βαράγγων και προσπάθησε να καλύψει τις απώλειές του στρέφοντας τον αδελφό του Σαμουήλ, Ααρών, εναντίον του. Ο Ααρών δελεάστηκε από την πρόταση του Βασίλειου να του προσφέρει την αδελφή του, Άννα, σε γάμο (η ίδια που δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Βλαδίμηρο του Κιέβου), αλλά οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν όταν ο Ααρών ανακάλυψε ότι η νύφη που του έστειλε ο Βασίλειος δεν ήταν η Άννα.
        Το 987 ο Σαμουήλ εξουδετέρωσε τον Ααρών, ενώ ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος πολεμώντας εναντίον του Σκληρού και του Φωκά στη Μικρά Ασία. Παρόλο που το 991 συνελήφθη ο αυτοκράτορας της Βουλγαρίας, Ρομάν, ο Βασίλειος Β’ έχασε από τους Βούλγαρους τη Μοισία.
         Το 992 ο Βασίλειος Β’ υπέγραψε συνθήκη με τον δόγη της Βενετίας, Πιέτρο Ορσεόλο Β’, σύμφωνα με την οποία η Βενετία θα πλήρωνε λιγότερους τελωνειακούς δασμούς στην Κωνσταντινούπολη σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία της στη μεταφορά βυζαντινών στρατευμάτων στη νότια Ιταλία, σε περιόδους πολέμου.
            Τα χρόνια που ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος με τις εσωτερικές εξεγέρσεις και την ανάκτηση των ανατολικών συνόρων, ο Σαμουήλ επέκτεινε την κυριαρχία του από την Αδριατική θάλασσα μέχρι τον Εύξεινο Πόντο ανακτώντας τα περισσότερα εδάφη που είχε η Βουλγαρία πριν την εισβολή του Σβιατοσλάβ Α’ του Κιέβου. Επίσης ήταν επικεφαλής καταστροφικών επιδρομών στην κεντρική Ελλάδα, που αποτελούσε μέρος της βυζαντινής επικράτειας. Όμως, το 996 ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός επέτυχε συντριπτική νίκη ενάντια στο βουλγαρικό στρατό στη Μάχη του Σπερχειού. Ωστόσο ο Σαμουήλ και ο γιος του,Γαβριήλ Ρωμανός, κατάφεραν να διαφύγουν.
         Από το έτος 1000, ο Βασίλειος Β’ ήταν ελεύθερος πλέον να επικεντρωθεί σε έναν πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, έναν πόλεμο τον οποίο προσέγγισε με επιμονή και στρατηγική διορατικότητα. Εκείνη τη χρονιά, ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας κατέλαβε την πόλη Βέλικι Πρέσλαφ, παλιά πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Το 1001 ο ίδιος ο Βασίλειος κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο στις πόλεις Βοδενά, Βέροια και Σέρβια. Την επόμενη χρονιά, έχοντας ως βάση τη Φιλιππούπολη, κατέλαβε τη στρατιωτική οδό από τον δυτικό Αίμο έως το Δούναβη, περικόπτοντας έτσι την επικοινωνία μεταξύ της Μακεδονίας και της Μοισίας. Μετά από αυτή την επιτυχία, πολιόρκησε το Βιδίνιο (Βίντιν), το οποίο τελικά έπεσε μετά από παρατεταμένη αντίσταση. Ο Σαμουήλ αντέδρασε στη βυζαντινή εκστρατεία με ένα τολμηρό χτύπημα. Ξεκίνησε μία μεγάλης κλίμακας επιδρομή στην καρδιά της βυζαντινής Θράκης, επιτιθέμενος στην Αδριανούπολη.
 
         Επιστρέφοντας στην έδρα του με τα λάφυρα, ο Σαμουήλ αναχαιτίστηκε κοντά στα Σκόπια από τον βυζαντινό στρατό που διοικούσε ο αυτοκράτορας. Οι δυνάμεις του Βασίλειου εισέβαλαν στο βουλγαρικό στρατόπεδο, νικώντας τους Βούλγαρους συντριπτικά και ανακτώντας τα λάφυρα της Αδριανούπολης. Τα Σκόπια παραδόθηκαν λίγο μετά τη μάχη και ο κυβερνήτης τους αντιμετωπίστηκε με ευγένεια από τον αυτοκράτορα. Το 1005, ο κυβερνήτης του Δυρραχίου παρέδωσε την πόλη του στους Βυζαντινούς. Η προσάρτηση του Δυρραχίου ολοκλήρωσε την απομόνωση του Σαμουήλ στα υψίπεδα της δυτικής Μακεδονίας. Ο Σαμουήλ εξαναγκάστηκε σε μία εξ ολοκλήρου αμυντική στάση ενισχύοντας τα περάσματα και τους δρόμους των εδαφών που βρίσκονταν ακόμα στην κατοχή του. Κατά τα επόμενα χρόνια, μειώθηκε η επιθετικότητα των Βυζαντινών και δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά γεγονότα, αν και το 1009 μία προσπάθεια αντεπίθεσης των Βούλγαρων αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τους Βυζαντινούς σε μία μάχη που διεξήχθη στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης.
        Το 1014, ο Βασίλειος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει μία εκστρατεία με στόχο την εξάλειψη της αντίστασης των Βουλγάρων. Στις 29 Ιουλίου1014, ο Βασίλειος Β’ και ο στρατηγός του, Νικηφόρος Ξιφίας, διέλυσαν το βουλγαρικό στρατό στη Μάχη του Κλειδίου στην οροσειρά Μπέλλες. Ο Σαμουήλ απέφυγε την αιχμαλωσία χάρη στην ανδρεία του γιου του, Γαβριήλ. Έχοντας συντρίψει τους Βούλγαρους, ο Βασίλειος Β’ αιχμαλώτισε 15.000 άνδρες, τους οποίους και τύφλωσε αφήνοντας μόνο έναν μονόφθαλμο ανά 100 τυφλούς άνδρες για να μπορέσουν να επιστρέψουν στον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ αντίκρυσε συγκλονισμένος τον τυφλό στρατό του και δύο ημέρες αργότερα πέθανε μετά από καρδιακό επεισόδιο. Αν και η έκταση της κακομεταχείρισης των Βούλγαρων αιχμαλώτων μπορεί να έχει μεγαλοποιηθεί, το περιστατικό αυτό βοήθησε στο να δοθεί αργότερα στον Βασίλειο Β’ η προσωνυμία “ο Βουλγαροκτόνος”.
         Η Βουλγαρία πολέμησε για άλλα τέσσερα χρόνια, καθώς η αντίστασή της αναζωπυρώθηκε από τη σκληρότητα του Βασίλειου Β’. Την άνοιξη του 1017 ο Βασίλειος Β’ ξεκίνησε απ’ τη Μοσυνούπολη εναντίον του οχυρού του Λογγά (βρίσκεται μεταξύ Σιδεροχωρίου και Τοιχιού Καστοριάς), το οποίο μετά από σκληρή πολιορκία παραδόθηκε στους Βυζαντινούς. Ο αυτοκράτορας κατέστρεψε εκ θεμελίων το βουλγάρικο οχυρό και μοίρασε τους στασιαστές κατοίκους του ως σκλάβους στους στρατιώτες του. Μετά την κατάληψη του Λογγά ο Βασίλειος κυρίευσε τη γειτονική Καστοριά, που την κατείχαν αρκετά χρόνια οι Βούλγαροι, και στη συνέχεια κατέλαβε την Οχρίδα υποτάσσοντας τελικά τους Βούλγαρους το 1018. Η υποταγή αυτή ήταν το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής πίεσης και της επιτυχημένης διπλωματικής εκστρατείας που στόχευε στη διχόνοια και στην εξαγορά της βουλγαρικής ηγεσίας. Με τη νίκη επί των Βουλγάρων και τη μετέπειτα υποταγή των Σέρβων, εκπληρώθηκε ένας από τους στόχους του Βασίλειου Β’, καθώς η αυτοκρατορία ανέκτησε τα σύνορά της στον Δούναβη για πρώτη φορά μετά από 400 χρόνια.
        Ο Βασίλειος γιόρτασε το γεγονός με ένα θρίαμβο στην Αθήνα, αφού πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη συνέχισε την προέλασή του από τη Στρώμνιτσα έως το Μελένικο, εισέβαλε στη Πελαγονία και από τη πεδιάδα της Καρατζόβας έφθασε στη Θεσσαλονίκη (1015) και στη συνέχεια μέσω Λιβαδιάς έφτασε στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα και προσκύνησε στην Παναγία την Αθηνιώτισσα (στον Παρθενώνα). Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στόλος του, επιβιβάστηκε στα καράβια και έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Από τη “Χρυσή Πύλη” μπήκε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα, στεφανωμένος με χρυσό στεφάνι και όρθιος πάνω σε μεγαλόπρεπο άρμα.
          Ο Βασίλειος Β’ έδειξε τις ικανότητές του στην πολιτική, δίνοντας στους πρώην ηγέτες των Βουλγάρων τίτλους, θέσεις στην επαρχιακή διοίκηση και σημαντικά πόστα στο στρατό. Στις δε βουλγαρικές επαρχίες χορήγησε πλήρη πολιτική και εκκλησιαστική αυτονομία. Μ’ αυτό τον τρόπο προσπάθησε να απορροφήσει τη βουλγαρική ελίτ στη βυζαντινή κοινωνία. Επίσης, η Βουλγαρία δεν είχε ανεπτυγμένη τη νομισματική οικονομία στον ίδιο βαθμό που υπήρχε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο Βασίλειος πήρε τη σοφή απόφαση να δεχθεί τις πληρωμές των φόρων σε είδος. Οι διάδοχοι του Βασίλειου άλλαξαν την πολιτική αυτή, γεγονός που δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στη Βουλγαρία και οδήγησε αργότερα σε εξέγερση.
Εκστρατεία κατά των Χαζάρων
         Αν και η δύναμη του Χαζαρικού Χαγανάτου είχε καταλυθεί από τους Ρως τη δεκαετία του 960, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν πλήρως το κενό εξουσίας και να αποκαταστήσουν την κυριαρχία τους στην Κριμαία και σε άλλες περιοχές γύρω από τον Εύξεινο Πόντο.
          Το 1016, βυζαντινά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κριμαία, μεγάλο μέρος της οποίας ήταν υπό τον έλεγχο των Χαζάρων που είχαν ως βάση το Κερτς. Ο Γεώργιος Κεδρηνός αναφέρει ότι ο αρχηγός των Χαζάρων συνελήφθη και το διάδοχο κράτος τους καταστράφηκε. Στη συνέχεια οι Βυζαντινοί κατέλαβαν τη νότια Κριμαία.
Βασίλειος Βουλγαροκτόνος: Ποιος ήταν
          Ο Μιχαήλ Ψελλός ήταν δεν ήταν 8 χρονών όταν πεθαίνει ο αυτοκράτορας. Ο σπουδαιότερος της δυναστείας των Μακεδόνων, ο Βασίλειος ο Β’, ο μυθικός Βουλγαροκτόνος των θριάμβων. Ένας αστραφτερός ημίθεος που λένε πως δεν ξεκαβάλησε καθόλου όσο πολεμούσε τους οχτρούς.
O Ψελλός, (λόγιος, αστρονόμος, διανοητής, αλχημιστής, διπλωμάτης, φιλόσοφος, αστρονόμος, νομικός, μαθηματικός, θεολόγος, πρύτανης του “Πανδιδακτηρίου” –πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης) συγγράφει ως ιστορικός το “Χρονολόγιο” του και μας περιγράφει το παιδικό του ίνδαλμα. Φωτογραφίζει το βυζαντινό βασιλέα και τον παραδίδει στην ιστορική μνήμη :
“… Στους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς μας έδινε την εντύπωση του στρυφνού και άξεστου στη συμπεριφορά ανθρώπου, οξύθυμου, επίμονου, λιτοδίαιτου, που αποστρέφονταν κάθε είδους μαλθακότητα. Εγώ ο ίδιος συμπέρανα πως δεν ήταν καθόλου έτσι κατ΄ αρχάς, αλλά από μια ζωή φιλήδονη και τρυφηλή, μεταβλήθηκε σε άνθρωπο ενεργητικότατο, σα να εστύφησαν το χαρακτήρα του οι περιστάσεις, και αποδυνάμωσαν τη χαυνότητα.
Όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος αντιλήφθηκε την ποικιλομορφία των διοικητικών καθηκόντων, απαρνήθηκε κάθε μαλθακότητα. Περιφρόνησε κάθε κόσμημα σωματικό. Ούτε στόλιζε καδένες το δέρμα του, ούτε με τιάρες τα μαλλιά του, ούτε λαμπροντυνόταν με καταπόρφυρες χλαμύδες. Πέταξε μακριά τα περιττά δαχτυλίδια, και όλες τις πολύχρωμες εσθήτες, παρουσιάζονταν πάντα σκεπτικός και περίφροντις.
Και ενώ άφησε τον ομομήτριό του αδελφό Κωνσταντίνο να απολαμβάνει την ομορφιά των λειμώνων και τις τέρψεις των κυνηγίων και των λουτρών ο ίδιος έσπευσε στα σύνορα για να απαλλάξει την αυτοκρατορία από τους πέριξ εχθρούς.
Τα μάτια του ήταν χαρωπά και ακτινοβολούσαν. Τα φρύδια του ήταν μικρά και όχι αγριωπά, τοξωτά προς τα πάνω τόνωναν την περηφάνια του. Τα μάτια του πάλι δεν ήταν βαθιά μέσα στο πρόσωπο, πράγμα που δήλωνε πανουργία και βιαιότητα, ακτινοβολούσαν με αρρενωπή λάμψη. Το πρόσωπό του ήταν σα να είχε χαραχτεί γύρω από το κέντρο ενός τέλειου κύκλου κι ενωνόταν με τους ώμους με ένα εύρωστο όχι πολύ μακρύ αυχένα. Το στέρνο του πάλι ούτε προεξείχε ούτε βαθούλωνε, αλλά είχε μια συμμετρία διαστάσεων. Το ύψος του ήταν κατά τι λιγότερο του μετρίου αλλά με αρμονική αναλογία του έδινε μια στάση ευθυτενή.
Αν κάποιος τον συναντούσε πεζό έμοιαζε με ένα κοινό άνθρωπο από τους γύρω μας. Πάνω στη σέλα όμως έδινε την εντύπωση ενός αγάλματος από αριστοτέχνη γλύπτη. Κι όταν κρατούσε τα χαλινάρια του αλόγου, εφορμούσε επιτιθέμενος έμενε αλύγιστος άκαμπτος είτε κατηφόριζε είτε ανηφόριζε. Όταν πάλι επιθεωρούσε το άλογό του, μπορούσε να τινάζεται ψηλά σα να είχε φτερά, ιππεύοντας και αφιππεύοντας με την ίδια μεγαλοπρέπεια.
Στη γηρατειά του αραίωσε κάπως το γένι κάτω απ΄ το σαγόνι. Οι τρίχες όμως από τις παρειές μάκρυναν πολύ, πύκνωσαν και πλήθυναν, φαινόταν πως είχε γένια παντού. Συνήθιζε μάλιστα να τα περιστρέφει με τα δάχτυλά του όταν έβραζε από θυμό ή έδινε ακροάσεις ή συλλογιζόταν κάτι βαθιά.
Συνήθιζε να βάζει τα χέρια του στα ισχία οσάκις λύγιζε τους αγκώνες. Δεν μιλούσε με ευχέρεια, ούτε επεξεργαζόταν τους λόγους του, ούτε έδινε μήκος κατάλληλο στις φράσεις του, κι έκανε ολιγόλεπτες παύσεις ανάμεσά τους σα να μιλούσε κάποιος χωριάτης και όχι ένας μορφωμένος άνδρας. Δεν γελούσε μάλιστα, αλλά κάγχαζε με έναν τρόπο που έκανε όλο το σώμα του να συσπάται…”
Τα τελευταία χρόνια
          Ο Βασίλειος Β’ επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια επιτέθηκε ανατολικά προσαρτώντας εδάφη της σημερινής Γεωργίαςκαι Αρμενίας. Επίσης ενίσχυσε τα σύνορα σ’ αυτές τις ορεινές περιοχές κατά τρόπο που θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποτελεσματικά ενάντια στις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, εάν οι διάδοχοί του ήταν ικανοί.
Εν τω μεταξύ, άλλες βυζαντινές δυνάμεις νίκησαν τους Λογγοβάρδους και επανέκτησαν μεγάλο μέρος της νότιας Ιταλίας, της οποίας ο έλεγχος είχε χαθεί από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία για πάνω από 150 χρόνια. Ο Βασίλειος Β’ πέθανε σε ηλικία 67 ετών, στις 15 Δεκεμβρίου του 1025, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πολεμώντας. Τις τελευταίες μέρες σχεδίαζε μία στρατιωτική εκστρατεία για να ανακτήσει τη Σικελία.
          Ο Βασίλειος Β’ ήταν να ταφεί στην τελευταία διαθέσιμη σαρκοφάγο στη ροτόντα του Μέγα Κωνσταντίνου στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ωστόσο ο ίδιος είχε ζητήσει από τον αδελφό του και διάδοχο Κωνσταντίνο Η’ να ταφεί χωρίς πομπές και επισημότητες στο Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην περιοχή Έβδομον, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το 1204, ο τάφος λεηλατήθηκε από τους σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας. Η επιγραφή του τάφου είναι άγνωστης πατρότητας και χρονολογίας και είναι γνωστή μέσω χειρογράφων που σώθηκαν.
Στίχοι ἐπιτάφιοι εἰς τὸν τάφον κυροῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου καὶ βασιλέως.
ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων
αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων
οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν•
οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα•
ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,
ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία•
καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ•
καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.
  
 Η εμφάνιση και ο χαρακτήρας του
            Ο Βασίλειος Β’ ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας, ο οποίος, αν και με ανάστημα κάτω από το μέσο όρο, φαινόταν μεγαλοπρεπής πάνω στο άλογό του. Είχε γαλάζια μάτια και έντονα τοξωτά φρύδια. Επίσης είχε ελάχιστη γενειάδα αλλά τα μουστάκια του ήταν πλούσια και είχε τη συνήθεια να τα στριφογυρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά του όταν σκεφτόταν κάτι ή ήταν πολύ θυμωμένος. Δεν ήταν ευφραδής ομιλιτής αλλά είχε πολύ δυνατό γέλιο. Ως ώριμος άνδρας είχε ασκητικές συνήθειες και δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη μεγαλοπρέπεια και τις τελετές της αυτοκρατορικής αυλής, ενώ συνήθως ήταν ντυμένος με στρατιωτική στολή. Ήταν ικανότατος στην κρατική διοίκηση και αποτελεί μοναδική περίπτωση μεταξύ των στρατιωτικών αυτοκρατόρων που πεθαίνοντας άφησε γεμάτα τα ταμεία της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος Β’ περιφρονούσε τη λογοτεχνία και γενικότερα τον πολιτισμό. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ήταν ενεργοί πολλοί ρήτορες και φιλόσοφοι.
          Ο στρατός τον λάτρευε, καθώς ο αυτοκράτορας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του εκστρατεύοντας με τον στρατό αντί να στέλνει τις διαταγές του από το παλάτι, όπως έκαναν οι περισσότεροι προκάτοχοί του. Έζησε τη ζωή του απλού στρατιώτη, σε σημείο που έτρωγε το ίδιο φαγητό με τους στρατιώτες του. Επίσης έπαιρνε τα παιδιά των σκοτωμένων αξιωματικών υπό την προστασία του και τους πρόσφερε στέγη, τροφή και μόρφωση. Πολλά απ’ αυτά έγιναν αργότερα στρατιώτες και αξιωματικοί και τον θεωρούσαν σαν πατέρα τους.
         Ο Βασίλειος Β’ ήταν δημοφιλής και στους αγρότες της χώρας. Η τάξη αυτή παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του στρατού και παρείχε τους περισσότερους στρατιώτες. Για να διασφαλίσει τη συνέχεια, ο Βασίλειος Β’ εισήγαγε νόμους που προστάτευαν τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία και μείωσε τους φόρους των αγροτών. Η βασιλεία του θεωρήθηκε ως περίοδος σχετικής ευημερίας παρά τους σχεδόν συνεχείς πολέμους. Απ’ την άλλη μεριά, ο Βασίλειος αύξησε τους φόρους της αριστοκρατίας και της εκκλησίας και προσπάθησε να ελαττώσει την ισχύ και τον πλούτο τους. Αν και για ευνόητους λόγους δεν ήταν δημοφιλής στις τάξεις τους, κανένας απ’ αυτούς δεν είχε τη δύναμη να αντιταχθεί αποτελεσματικά στον υποστηριζόμενο από το στρατό αυτοκράτορα.
         Ο Βασίλειος Β’ ποτέ δεν παντρεύτηκε, ούτε απέκτησε παιδιά. Όταν ήταν νέος φλέρταρε με τις γυναίκες, αλλά όταν έγινε αυτοκράτορας επέλεξε να αφοσιωθεί στα καθήκοντα του κράτους. Ο Μιχαήλ Ψελλός αποδίδει τη ριζική αλλαγή του Βασίλειου, από τον έκλυτο νέο στον ζοφερό αυτοκράτορα, στα γεγονότα των εξεγέρσεων του Βάρδα Σκληρού και του Βάρδα Φωκά. Ο ασκητισμός του Βασίλειου είχε ως αποτέλεσμα να αφήσει ως διάδοχο τον αδελφό του και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, που αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί ως ηγέτες. Παρ’ όλα αυτά, ακολούθησαν 50 χρόνια ευημερίας και πνευματικής ανάπτυξης χάρη στους πόρους του κράτους. Υπό τον Βασίλειο Β’, η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πιθανόν έναν πληθυσμό 18.000.000 κατοίκων και, χάρη στη συνετή του διαχείριση, το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο συσσώρευσε εκατομμύρια νομίσματα, τα σύνορα ήταν ασφαλή από εισβολείς και η Βυζαντινή αυτοκρατορία αναγνωρίστηκε απ’ όλους ως το πιο εύπορο και καλά διοικούμενο βασίλειο του χριστιανικού κόσμου.
Στη λογοτεχνία...
          Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το ενδιαφέρον στην Ελλάδα για τον Βασίλειο Β’ οδήγησε σε μία σειρά βιογραφιών και ιστορικών μυθιστορημάτων γι’ αυτόν. Το 1911 εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, με τίτλο “Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου”. Η Πηνελόπη Δέλτα το εμπνεύστηκε μετά από αλληλογραφία που είχε με τον περίφημο βυζαντινολόγο Γκυστάβ-Λεόν Σλυμπερζέ.
          Ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα, το 1907 είχε εκδόσει το έργο “Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα”, όπου γράφει:
“… σε μία τάξη έκαναν ιστορία κι έτυχε ίσα ίσα η βασιλεία του Βουλγαροκτόνου. Ένα παιδί διηγούνταν πως ο βασιλέας, ύστερα από είκοσι χρόνια πόλεμο, καταπόνεσε το Σαμουήλ και τους Βουλγάρους και πως τύφλωσε δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους, αφήνοντας σε κάθε εκατοντάδα από ένα μονόφθαλμο για να τους οδηγεί, και τέλος, πως βλέποντας την τόση καταστροφή, ο Σαμουήλ πέθανε από το κακό του. Ο Αλέξης τότε γύρισε και είπε στα παιδιά: Ο Βασίλειος αντί να τυφλώσει τόσους ανθρώπους, πράγμα βάρβαρο, καλύτερα θα έκανε να τους σκότωνε όλους. Έτσι και δε θα βασανίζονταν οι άνθρωποι αυτοί, τυφλωμένοι και ζωντανοί, και θα ήταν αμέσως δεκαπέντε χιλιάδες Βούλγαροι λιγότεροι στον κόσμο – πράγμα χρήσιμο”.
        Το 1964 εκδόθηκε το δημοφιλές ιστορικό μυθιστόρημα του Κώστα Κυριαζή “Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος”. Γράφτηκε ως συνέχεια του προηγούμενου έργου του, “Θεοφανώ” (1963), και εστίαζε στη ζωή του αυτοκράτορα από την παιδική του ηλικία μέχρι το θάνατό του, μέσα από τα μάτια τριών φανταστικών αφηγητών. Εκδίδεται συνεχώς από το 1964.
 
Θριαμβική παρέλαση του Βασίλειου Β' στην Κωνσταντινούπολη
           

                     ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
         
           Ο Βασίλειος μετά την πλήρη κυριαρχία του στην Μακεδονία, περιόδευσε στις νότιες επαρχίες, όπου τα πλήθη συνέρρεαν να τον συναντήσουν και να τον επευφημήσουν. Επισκέφθηκε τις Θερμοπύλες πού είχαν γραφτεί σελίδες αντάξιας δόξας από τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, πέρασε από την Θήβα πού ήταν το κέντρο της παραγωγής μεταξιού όλης της αυτοκρατορίας, με πολυάριθμες βιοτεχνίες και εξαγωγές προς την Δύση.
          Στο τέλος δε έφτασε στήν πατρίδα των μαχητών του Μαραθώνος και της Σαλαμίνας, την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς. Εκεί, ανέβηκε στον Παρθενώνα, πού είχε στο εσωτερικό του κτισμένο ναό προς τιμήν της Θεοτόκου. Παραθέτουμε αφήγηση του ερευνητού Γάλλου Σλουμβερζέ:
“Ενώ δέ χρόνω ο σεπτός νικητής των Βουλγάρων γονυκλινής ηυχαρίστει την Παναγίαν την Αθηνιώτισσαν, οι θεοί και οι ήρωες του Φειδίου εν τη μεγαλοπρεπεί αυτών πομπή εθεώντο τον γηραιόν αυτοκράτορα άνωθεν από των σεπτών ζωφόρων. Διότι οι των θαυμασίων συληταί Τούρκοι, Ενετοί και Αγγλοι δεν είχον παρέλθει επί τον ιερόν βράχον.”
            Αξίζει να αναφέρουμε μία λεπτομέρεια. Ο ενετός Μοροζίνι το 1688, έκλεψε από τον Πειραιά ένα κολοσσιαίο αρχαίο άγαλμα που παρίστανε Λεοντάρι. Εξού και οι Βενετοί ονόμαζαν το λιμάνι Πόρτο Λεόνε.
           Τα λιοντάρια όπως γνωρίζουμε έμελλε να αποτελέσουν σύμβολο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στο άγαλμα αυτό ήταν χαραγμένες επιγραφές άγνωστης γλώσσας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η γλώσσα ήταν σκανδιναβική και οι επιγραφές ήταν χαραγμένες από τούς μισθοφόρους Ρώς του Αυτοκράτορα, ο οποίος το 1018 επέστρεψε ναυτοπλοικώς στήνΘεοφύλακτη Κωνσταντινούπολη και φυσικά για κάποιες ώρες είχε καταλύσει και στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά.
           Πόσα και πόσα δεν εκλάπησαν από την δύσμοιρη πατρίδα μας από τούς αναρίθμητους εισβολείς, κατά την διάρκεια των αιώνων! Ο Βασίλειος τουλάχιστον για κάποιο διάστημα είχε αποτρέψει την κλοπή έργων των προγόνων του. Η αίγλη της Ρωμιοσύνης τότε ήταν από τα υψηλότερα σημεία.

                                                                   ΤΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΟΝ
            
         Όπως έχουμε αναφέρει, στο εσωτερικό μέτωπο ο κυριότερος στόχος του Βασιλείου ήταν η μεγάλοι γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας και οι παντοδύναμοι αριστοκράτες. Γι’αυτό εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα με τα οποία επιχειρούσε να πλήξει αυτά τα αρπακτικά.
         Έτσι, το 996, με ένα διάταγμα του το Αλληλέγγυον, απαιτούσε την επιστροφή των εδαφών που είχαν αφαιρεθεί, με διάφορες μεθόδους, από το 922 και μετά στους προηγούμενους κατόχους τους, που συνήθως ήταν μικροϊδιοκτήτες. Επαναφέροντας σε ισχύ ένα παλιό νόμο του ΝικηφόρουΑ΄, καθόριζε πώς η πληρωμή του φόρου Αλληλέγγυον, θά γινόταν από τον πλησιέστερο πλούσιο κάτοχο γης, όταν κάποιος μικροϊδιοκτήτης αδυνατούσε να τον πληρώσει.
Έτσι, πολλοί μεγαλο γαιοκτήμονες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς γη, η οποία κατέσχετο ή διαμοιραζόταν σε ακτήμονες γεωργούς. Το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γέμισε από τις πωλήσεις της κατασχόμενης γης και από τούς φόρους και οι φτωχοί καλλιεργητές ανακουφίστηκαν. Η δυσαρέσκεια της τάξης των πλουσίων θα εκδηλωθεί ανοιχτά μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου και η πορεία προς τον φεουδαλισμό και την συγκέντρωση και πάλι μεγάλων εκτάσεων γης σε λίγα χέρια θα καταστεί ανεξέλεγκτη από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι φτωχοί αγρότες πού αποτελούσαν τή ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού να εξαθλιωθούν και η Μικρά Ασία να πέσει λίγα χρόνια αργότερα στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων.
          Ο Βασίλειος έκανε το ίδιο λάθος πού έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος. ,δεν διάλεξε ικανό διάδοχο πού θα συνέχιζε το έργο του.
         Αυτό το λάθος είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του από την ανικανότητα του διαδόχου και αδελφού του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων ανίκανων βασιλιάδων, πού σε λίγα χρόνια θα φέρουν το Βυζάντιο στο χείλος της καταστροφής, μέχρι την σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού.
        Τελειώνοντας την μικρή αναφορά στον μέγιστο της Ρωμιοσύνης με την κρίση των Ψελλού και Ζωναρά.
“ο ηγεμών ούτος αφ’ου και τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε την δέ αριστοκρατίακαθαιρέσας ισότιμον πρός τάς άλλας κοινωνικάς τάξεις κατέστησε και εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών το κράτος ετύγχανεν….. δαπανούσε μόνον τα αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέπροσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τα ταμεία των ανακτόρων……. αλλ’ ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τον πλείστον της αρχής αυτούχρόνον….”.

“Δεν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων την πορφύραν, ίναδιακρίνηται, ότε εις τάς θρησκευτικάς τελετάς παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ησαν εις τα ταμεία αποτεθειμένοι….”.
                             


             ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟ Β’ ΤΟΝ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟ
           Όταν οι Ελληνες ανέκτησαν τήν Πόλη, από τούς Λατίνους, τό 1261, βρήκαν στό νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στόν οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπεκτικά στό στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στόν σκελετό, ήταν παραβιασμένος καί συλλημένος ένας τάφος μέ μία επιγραφή πού έγραφε:
”ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΙΣΤΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ”
          Αυτός λοιπόν ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε νά δώσει στό Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος τήν μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ηταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στήν πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τά βαθιά του γεράματα, έσωσε τήν Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, ήταν ο άνθρωπος πού απώθησε τούς Αραβες καί τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία, καί τούς Σαρακηνούς από τήν Καλαβρία. Ηταν εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα τήν παντοδύναμη αριστοκρατία πρός όφελος των ακτημόνων καί των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τά ταμεία του κράτους. Τό κράτος του ήταν καί οικονονικά παντοδύναμο, μέ εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τίς εισαγωγές. Αναφέρεται δέ, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τά εμπορικά πλοία κατά τήν έξοδό τους από τά στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τόν φόρο πού πλήρωναν κατά τήν είσοδό τους στά στενά. Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας ηταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσσους θέτοντας έτσι τά θεμέλια του πολιτισμού τους. Ηταν ο γιός της φόνισσας, ένα βάρος πού τό κουβαλούσε σέ όλη του τή ζωή, πού τόν συγκράτησε από τήν πολυτέλεια, τήν χλιδή, τήν επίδειξη καί τόν εμπόδισε νά εμπιστευτεί γυναίκα γιά σύντροφο στόν αυτοκρατορικό θρόνο. Εζησε όλη του τήν ζωή σάν απλός στρατιώτης καί ετάφη χωρίς πομπές καί επισημότητες.
       Τό ελληνικό κράτος μετά τόν θάνατό του Βουλγαροκτόνου, περιελάμβανε περιοχές πού κατοικούνταν από Ελληνες, αρκετές χιλιετίες πρίν. Ανατολικά από τήν Σικελία του Αρχιμήδη, μέχρι δυτικά στόν Πόντο τού Διογένη καί του Στράβωνα, καί στήν Καισάρεια του Μεγάλου Βασιλείου, καί βόρεια από τήν Μακεδονία του Φιλίππου καί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι τήν Κύπρο καί τήν Κρήτη του Μίνωος. H Eλληνική γλώσσα, ακουγόταν όπως καί στήν αρχαιότητα, από τόν Δούναβη μέχρι τόν Ευφράτη, καί από τήν Βάρη της Ιταλίας μέχρι τήν Χερσώνα της Κριμαίας.


         Η μεγάλη προσφορά του Βασιλείου στο Βυζάντιο είναι η κατάλυση του βουλγαρικού κράτους γιατί απελευθέρωσε την αυτοκρατορία για δυο περίπου αιώνες από ένα φοβερό εχθρό, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή για το Βυζάντιο, όταν νέοι εχθροί θα φανούν τόσο απο Ανατολή όσο και από τη Δύση.
        Η περίοδος της βασιλείας του είναι η τελευταία εποχή που το βυζαντινό κράτος μπορεί και αντιμετωπίζει με επιτυχία εξωτερικούς εχθρούς σε γενικό επίπεδο και αντιπροσωπεύει μια σημαντικότατη καμπή στην ιστορία του. Πράγματι, μετά το θάνατο του Βασιλείου η παρακμή επέρχεται ραγδαία και ποτέ ξανά το βυζαντινό κράτος δε θα φτάσει στα ίδια επίπεδα ακμής και ευημερίας.
         Κατά τόν Schlumberger, τόν μεγαλύτερο βυζαντινολόγο πού έγραψε χιλιάδες σελίδες γία τόν Βασίλειο τόν Β’ τόν Βουλγαροκτόνο:
“H βασιλεία του υπήρξε μακροτάτη καθ’όλην τήν ύπαρξιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καί μία των πλέον μακροχρονίων της παγκοσμίου Ιστορίας. Μέ τόν θάνατό του εξέλιπεν η μεγαλυτέρα καί ενδοξοτέρα φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Ελληνισμού.”



ΠΗΓΕΣ :
(1) :
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%92%C2%B4
(2) :
http://www.hellinon.net/VasiliosMakedon.htm
(3) :
http://www.hellinon.net/VasiliosMakedon.htm
(4) :
http://xartografos.wordpress.com/2012/03/10/428-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%84%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1/
(5) :
http://www.computer.gr/portal/vasiliosb.htm
Πηγή ‘ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ‘

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου