Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης- α΄ μέρος


       Τον Ιππόδρομο της Πόλης έχτισε πρώτος ο Σεπτίμιος Σεβήρος το 2ο μ.Χ. αιώνα, όταν ακόμα η πόλη λεγόταν Βυζάντιο, αποικία των Μεγαρέων, ιδρυμένη από το Βύζαντα. Είχε τη μορφή ρωμαϊκού ιπποδρόμου-σίρκους. Αργότερα τον 4ο αιώνα, ο Μέγας Κωνσταντίνος τον ανακαίνισε και τον μεγάλωσε. Η ύπαρξή του πριν την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης τον καθιστά το κατεξοχήν σημείο προσανατολισμού της νέας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας.

 του ΑΝΤΡΕΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ιστορικού τέχνης 
επιμέλεια- εικονογράφηση: Θάνος Δασκαλοθανάσης 

 





Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης
 

 
Τοποθεσία
  
             Ο Ιππόδρομος βρίσκεται στην άκρη της πόλης, προς τη θάλασσα, μέσα στο μνημειακό σύμπλεγμα που αποτελείται από το παλάτι, την Αγία Σοφία, το Αυγουσταίον κ.ά., δηλ. στο κέντρο της πολιτικής και θρησκευτικής ζωής της πόλης και κατά προέκταση της αυτοκρατορίας.
               Σήμερα ο χώρος αυτός λέγεται πάλι Ιπποδρόμιο και σώζει μερικά στοιχεία απ΄ τον παλιά (οβελίσκους, φίδινη κολόνα).
   Μορφή
           Ο Ιππόδρομος είχε τη μορφή ελληνικών σταδίων, δηλαδή πέταλο με επιμηκυμένες τις δύο πλευρές του. είχε την είσοδο βόρεια και την καμπύλη του, τη σφενδόνη, νότια. Τα μέρη που τον αποτελούσαν ήταν: οι carceres (κάρκερες), το πέλμα και τα βάθρα.

 
          Carceres: Ήταν το σημείο εκκίνησης στη βόρεια πλευρά του Ιπποδρόμου.Το λέγαν μάγγανα και κάγκελα, γιατί οι πόρτες από τις οποίες βγαίναν τα άρματα ήταν καγκελωτές.
         Πρόκειται για ένα κτίσμα ελαφρά καμπύλο με 12 πόρτες που πλαισίωναν μια μεγάλη κύρια είσοδο. Στην ευθεία τους υπήρχε πύργος, ύψους περίπου 22, 76 μ., σύμφωνα με αρχαίους συγγραφείς, όπου πάνω ήταν τοποθετημένα τα επίχρυσα άλογα του Λύσιππου που στολίζουν τώρα τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Η παράδοση λέει ότι τα άλογα αυτά τα είχε πάρει ο Θεοδόσιος από τη Χίο. Πάνω σ΄ αυτό το σύμπλεγμα κυμάτιζε η σημαία της έναρξης των αγώνων. Στο βόρειο αυτό μέρος του Ιπποδρόμου υπήρχαν κι άλλοι χώροι, όπως βεστιάριο, προσευχητάριο της Παναγίας, χώρος κληρώσεων των αρμάτων, και πιθανώς εξέδρα για τους οργανωτές των αγώνων.
         Το πέλμα, δηλ. ο στίβος, ήταν ο κεντρικός χώρος του Ιπποδρόμου και χωριζόταν σε δύο μέρη, τους δίαυλους, από μια αξονική χαμηλή κατασκευή, τη σπίνα, της οποίας ο άξονας ήταν λοξά σε σχέση με τα καθίσματα, ώστε να αντισταθμίζεται η ανισότητα που εμφανιζόταν κατά την πρόσβαση στην αρένα. Ο χαμηλός τοίχος της σπίνας περιέκλειε νερό σε διάφορα επίπεδα που βρέθηκε το υδραυλικό τους δίκτυο. Το σύνολο αυτό ονομαζόταν Εύριπος.
         Η σπίνα, εκτός από νερό, περιλάμβανε και διάφορα γλυπτά. Στα δύο άκρα της είχε τους καμπτούς, εκεί δηλ. που στρίβανε τα άρματα, σχήματος κυλινδρικών βάσεων που φέρανε τρεις πέτρινους ή χάλκινους οβελίσκους.
          Από τη διακόσμηση της σπίνας σώζεται ο αιγυπτιακός οβελίσκος του Μ.Θεοδοσίου, ο οβελίσκος του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και η κολόνα που σχημάτιζαν τα κορμιά των τριών φιδιών. Πάνω της στηριζόταν ο χρυσός τρίποδας που είχαν αφιερώσει οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τη μάχη των Πλαταιών. Τα ονόματα των πόλεων είναι χαραγμένα πάνω στις σπείρες που δημιουργούν οι φιδίσιοι κορμοί. Μέσα στη βυζαντινή παράδοση αυτή η κολόνα είχει χαρακτήρα εξορκιστικό και προφύλασσε την Πόλη από τα φίδια. Λέγεται μάλιστα ότι όταν ο Μωάμεθ ο Β ή ο Μουρατ ο Δ΄, έκοψε ένα φιδοκέφαλο, θέλοντας να επιδειχθεί, η Πόλη γέμισε φίδια.
           Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της σπίνας είναι τα τετρακιόνια που είχαν πάνων τους το ένα 7 αυγά και το άλλο 7 δελφίνια. Τα αυγά χρησίμευαν για το μέτρημα των γύρων που κάνανε τα άρματα.


 
            Υπήρχαν επίσης, πάντα στη σπίνα και ειδικότερα στις μεγάλες πλευρές της, πολλά αγάλματα. Μεταξύ αυτών ήταν ένα σύμπλεγμα της Σκύλλας, που έτρωγε τους συντρόφους του Οδυσσέα, ένα τρικέφαλο τέρας, και ένα άγαλμα που ονομαζόταν περιχύτης. Μαζί με την Σκύλλα τόνιζαν τον υδάτινο χαρακτήρα του Ευρίπου. Στο σύνολό τους, οι υδάτινες διακοσμήσεις, εκτός από διακοσμητικό τους χαρακτήρα είχαν και συμβολικό, ώστε να μοιάζουν με εικονογραφημένο μυθιστόρημα, με σημαντικότερη την ανάγλυφη βάση του οβελίσκου του Μ.Θεοδοσίου που δοξάζει τον αυτοκράτορα στον Ιππόδρομο. Είναι γεγονός πάντως ότι το πιο φορτισμένο συμβολικά μέρος του Ιπποδρόμου ήταν η σπίνα.
         Βάθρα, δηλ τα καθίσματα των θεατών που στηρίζονταν σε κολόνες, αμφιθεατρικά διατεταγμένα, ήταν περίπου 30 ή 40 σειρές. Οι άρχοντες κάθονταν στα σκαμνία. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια για να κάθονται γεμάτα με άχυρα η φύλλα καλαμιάς. Την τοποθέτηση και το μάζεμά τους φρόντιζε ειδικός υπάλληλος, ο μαξιλάριος.
              Κάτω από τα βάθρα υπήρχαν βοηθητικοί χώροι. Είναι πιθανόν ανάμεσα στα βάθρα και στο πέλμα να υπήρχε τάφρος με νερό για να προφυλάσσει τους θεατές κατά τους αγώνες με θηρία, αλλά και για να κολυμπάνε σε αυτήν διάφορα υδρόβια ζώα.
             Αυτόν το τρόπο διαχωρισμού είχε εφαρμόσει πρώτος ο Καίσαρας στη Ρώμη, αλλά δεν είναι σίγουρο αν συνεχίστηκε στο Βυζάντιο ή αν το υγρό στοιχείο περιορίστηκε μόνο στη σπίνα. Πολύ πιθανό, για συμβολικές ανάγκες, να υπήρχε μια γραμμή που περιέτρεχε την αρένα, μακρινή αναφορά στην τάφρο του Καίσαρα.
           Στην αριστερή, μπαίνοντας, μεγάλη πλευρά των βάθρων και σχεδόν στη μέση υπήρχε το βασιλικό θεωρείο, το κάθισμα. Ήταν ολόκληρη πολυώροφη κατασκευή και επικοινωνούσε με το παλάτι. Περιλάμβανε αίθουσες συμποσίων, ανάπαυσης κ.ά. Δεν επικοινωνούσε με το στίβο, παρά μόνο με ένα στενό μονοπάτι, για την καλύτερη ασφάλεια του αυτοκράτορα. Στο ισόγειο βρισκόταν η βασιλική φρουρά.
           Οι διαστάσεις του Ιπποδρόμου είναι δύσκολο να καθοριστούν με ακρίβεια γιατι λείπουν τα σαφή του όρια. Έτσι, κατά προσέγγιση, έχουμε: πλάτος 117,5 μ. ή 123,5 μ. από τους εξωτερικούς τοίχους, ενώ του πέλματος είναι 83,25 μ. ή 79,5 μ. Τα βάθρα είχαν κλιση 26ο και πλάτος 21,5 στην ανατολική τους πλευρά και 22,5 στη δυτική. Επειδή είναι άγνωστη η ακριβής θέση των carceres, είναι ακόμα πιο δύσκολο να υπολογιστεί το μήκος, που το τοποθετούμε στα 370 ή 450 ή 480 μ.


Αγωνιστική λειτουργία του Ιπποδρόμου-Αρματοδρομίες , αθλήματα, θεάματα
              Ο Ιππόδρομος ήταν το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της Κωνσταντινούπολης. Εκεί αναγορεύονταν οι αυτοκράτορες, γίνονταν επίσημες υποδοχές σπουδαίων προσώπων, διαπομπεύσεις, θανατικές καταδίκες για θρησκευτικούς κυρίως λόγους, συγκεντρώσεις για ευχάριστα γεγονότα, στρατιωτικοί θρίαμβοι. Εκεί έλεγε ο λαός τα αιτήματά του στον αυτοκράτορα, τον επευφημούσε ή τον αποδοκίμαζε.
           Οι αρματοδρομίες, «το ιππικόν», είναι η κατεξοχήν λειτουργία του Ιπποδρόμου. Είχαν τακτές ημερομηνίες, «το ιππικόν του καταλόγου», αλλά γίνονταν και με την ευκαιρία διαφόρων ευχάριστων γεγονότων, όπως για θριάμβους, βασιλικά γενέθλια, επισκέψεις ξένων ηγεμόνων, αλλά και αντιπερισπασμό από διάφορα πολεμικά γεγονότα. Τις Κυριακές επίσης γίνονταν αρματοδρομίες, όπως και τις άλλες γιορτές, Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα, Αγίων Αποστόλων, κάτι που εξόργιζε τον κλήρο, γιατί αποσπούσε τον λαό από την εκκλησία.
           Οι Βυζαντινοί ήταν θερμοί οπαδοί των αγώνων, που γι΄ αυτούς ήταν κάτι σαν το σημερινό ποδόσφαιρο.
         Οι αναφορές των Πατέρων της Εκκλησίας (Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου) περιγράφουν τις πόλεις στις μέρες των αγώνων να κατοικούνται από «παίζοντες» κα «μαινόμενους» πολίτες. Αν μάλιστα κανείς δεν μπορούσε να πάει στον Ιππόδρομο, παρακαλούσε κάποιον φίλο του να του κάνει την περιγραφή. Αν πάλι δε βρίσκανε θέσεις, σκαρφάλωναν σε μπαλκόνια και ταράτσες, εικόνα δηλ. που προσφέρουν τα γήπεδα και οι γύρω τους χώροι σήμερα.
          Πάνω στα βάθρα ο λαός μαινόταν παρακολουθώντας τα άρματα, έβριζε, τσακωνόταν ε τους οπαδούς των αντιπάλων αρμάτων, στοιχημάτιζε μικρά ή μεγάλα ποσά. Η θέση του αυτοκράτορα ήταν στο κάθισμα κι απέναντι οι τέσσερις Δήμοι που αντιπροσώπευαν τον πληθυσμό της πόλης: οι Πράσινοι, οι Βένετοι(μπλε), οι Ρούσσοι(κόκκινοι) και οι Λευκοί. Υπερείχαν όμως οι Πράσινοι και οι Βένετοι, καθισμένοι αντίστοιχα προς τη μεριά της σφενδόνης και προς τις carceres.
         Tη μανία για τον Ιππόδρομο δείχνει το εξής ανέκδοτο. Επί Ιουστινιανού, κάποιος Αντίοχος, αρνιόταν να πουλήσει ένα οικόπεδο κοντά στην Αγία Σοφία και ο αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα, τον φυλάκισε, παραμονή των αγώνων, πράγμα που ανάγκασε τον Αντίοχο να δεχτεί την πώληση για να μη χάσει τους αγώνες…
         Αν ο Ιππόδρομος ήταν το γήπεδο της εποχής, οι ηνίοχοι ήταν οι ποδοσφαιριστές. Ο κόσμος τους θαύμαζε και ήξερε τα πάντα γι΄ αυτούς, τόσο που ο Δίων Χρυσόστομος λέει αγανακτισμένος για την Αλεξάνδρεια ότι, αν ρωτούσες κάποιον πόσοι είναι οι απόστολοι, θα ήταν αμφίβολο αν σου απαντούσε με ακρίβεια, για τους ηνίοχους όμως και τα άλογα ήξεραν τα πάντα. Αν αυτό όμως συνέβαινε στο λαό, για το επίσημο κράτος οι ηνίοχοι ήταν πρόσωπα «άσεμνα», κατά ρωμαϊκή παράδοση ήταν δούλοι.Γι΄ αυτό το λόγο απαγορευόταν να τους στήνουν προτομές σε δημόσιους χώρους παρά μόνο στην είσοδο του Ιπποδρόμου και στα παρασκήνια.
         Αγωνοθέτες μέχρι και τον 6ο αιώνα, όπου η ρωμαϊκή δημόσια ζωή επιζούσε ακόμα στο Βυζάντιο, ήταν οι ύπατοι, αργότερα οι αυτοκράτορες. Μια μέρα πριν τους αγώνες κρεμούσαν στην κεντρική είσοδο του Ιπποδρόμου το βήλο ή το πανί που τους προανάγγελνε. Οι αγώνες κρατούσαν όλη τη μέρα είτε μόνο το πρωί. Σε κάθε αγώνα παίρναν μέρος 4 άρματα, όσοι και οι δήμοι, και κάθε άρμα είχε 4 άλογα, το τέθριππον. Η θέση του κάθε άρματος πάνω στο στίβο καθοριζόταν με κλήρωση από κληρωτίδα, που λεγόταν κυλίστρα και περιστρεφόταν γύρω από έναν οριζόντιο άξονα. Τα άρματα έπρεπε να τρέξουν 7 φορές το γύρο του Ιπποδρόμου, όπου τα πιο επικίνδυνα σημεία ήταν τα όρια, τα σημεία δηλαδή που στρίβανε. Εκεί χρειαζόταν μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί ο ηνίοχος έπρεπε να συγκρατεί το άλογο, το προς το εσωτερικό της στροφής και να ερεθίζει το εξωτερικό, που είχε να διαγράψει μεγαλύτερο τόξο διαδρομής. Σκοπός του ήταν πάντα η νίκη και τίποτα άλλο, ακόμα και μέχρι το θάνατο του αντιπάλου και με την ανατροπή του άρματός του. Ένας τρόπος μάλιστα εξουδετέρωσής του αντιπάλου ήταν να του αφαιρέσει το κασίδιον, δηλ. την περικεφαλαία, γεγονός που ισοδυναμούσε με ήττα. Το ίδιο συνέβαινε αν του έπεφτε κανενός το κασίδι.
         Οι προλήψεις των Βυζαντινών απέδιδαν πολλές φορές την ήττα σε μάγια του αντιπάλου. Γι αυτό το λόγο κυκλοφορούσαν διάφορα φυλαχτά από τα οποία τα πιο αποτελεσματικά ήταν τα νομίσματα με το κεφάλι του Μ. Αλεξάνδρου. Ο Θεοδοσιανός Κώδικας απαγόρευε μέχρι θανάτου τη χρήση της μαγείας από τους ηνίοχους αλλά τα αγιολογικά κείμενα μας λένε ότι αυτή ήταν συνηθισμένη. Βρέθηκε μάλιστα κι ένα αγγείο με μάγια, στη σφενδόνη του Ιπποδρόμου της Πόλης. Γρουσουζιά θεωρούσαν να συναντήσει ο ηνίοχος παπά στο δρόμο. Μαου
         Ο νικητής έπαιρνε κλαδί φοίνικα, το βαΐον, έτσι μάλιστα ονομάστηκε και ο αγώνας με τους εφτά γύρους. Δίνανε επίσης και νομίσματα και φορέματα, όπως κι ασημένιο στεφάνι, το οποίο στους δύσκολους καιρούς της αυτοκρατορίας επιστρεφόταν για να δοθεί στον επόμενο νικητή. Το στεφάνωμα του ηνίοχου γινόταν από αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα, που ονομαζόταν ακτουάριος, και σπάνια από τον ίδιο, γεγονός που το θεωρούσαν μεγάλη τιμή.

 Αγωνίσματα και θεάματα
           Εκτός από τις αρματοδρομίες ο Ιππόδρομος περιλάμβανε κι άλλα αγωνίσματα και θεάματα, στο τέλος των αρματοδρομιών ή στα κενά τους. Τα θεάματα αυτά ήταν κυρίως αναπαραστάσεις κυνηγιών με άγρια θηρία που τα έφερναν από μακριά. Ο Ιουστινιανός είχε φέρει 20 λιοντάρια και 30 πάνθηρες και άλλα άγρια ζώα. Επίσης εξωτικά πτηνά παρουσιαζόταν στο κοινό αλλά και άτομα από χώρες μακρινές με τις τοπικές τους ενδυμασίες. Άλλο είδος θεάματος ήταν οι ψευτομάχες, όπως αυτή που οργάνωσε ο Νικηφόρος Φωκάς και ήταν τόσο αληθοφανής που πολλοί αγριεύτηκαν και έφυγαν από τον Ιππόδρομο.


   
          Επίσης γίνονταν ακροβασίες, σχοινοβασίες, ισορροπίες με άλογα και παραστάσεις μίμων. Μνημονεύεται κι ένα ωραίο γεγονός με μίμους, που δείχνει και τις δυνατότητες πρόσβασης που είχε ο λαός στον αυτοκράτορα στο συγκεκριμένο χώρο. Υπηρχε μια γυναίκα χήρα απ΄ την οποία άρπαξε ο πραιπόζιτος Νικηφόρος τη βάρκα της. Προσπαθώντας μάταια να βρει το δίκιο της, καταφεύγει στους μιμους. Αυτοί φτιάχνουν πάνω σε ένα καρότσι ένα μικρό καρότσι και το φέρνουν μπροστά στο αυτοκράτορα Θεόφιλο. Εκεί, μετά από παρότρυνση του ενός μίμου ο άλλος προσπαθεί να το «καταπιεί», οπότε εξοργισμένος ο πρώτος του λέει ότι « ο πραιπόζιτος κατάπιε ολόκληρο καράβι και εσύ δεν μπορείς ένα καραβίτζι;». Έτσι έμαθε ο αυτοκράτορας τι συνέβη και διέταξε την αποκατάσταση της αδικίας και το θάνατο του Νικηφόρου.
         Εκτός από τα θεάματα αυτά υπήρχαν και αγωνίσματα που συνέχιζαν την ελληνορωμαϊκή παράδοση αθλητική παράδοση. Ο χριστιανισμός βέβαια δεν ευνοούσε τον αθλητισμό, γιατί η φροντίδα του κορμιού ήταν ασύμβατη με το δόγμα όπως και η γύμνια του κορμιού. Έτσι έπαψαν τα αθλήματα να έχουν παιδαγωγικό ρόλο και περιορίστηκαν στην επίδειξη μιας επαγγελματικής ικανότητας.
        Ο νόμος αναγνώριζε 5 βασικά αθλήματα : πάλη, πυγμαχία, άλμα, δρόμο και δίσκο και 4 ελεύθερα: ακόντιο, άρση βαρών, τόξο, σφαίρα. Αυτός ο διαχωρισμός καθόριζε μάλιστα και το είδος της τιμωρίας σε περίπτωση τραυματισμού του αντιπάλου ή και θανάτου ακόμα. Στα αναγνωρισμένα, όταν μάλιστα συνέβαιναν και δημόσια, η τιμωρία ήταν ελαφρότερη απ΄ αυτά που συνέβαιναν σε ιδιωτικό χώρο και ήταν και ελεύθερα. Κι από τα παραπάνω πάλι αθλήματα, η πυγμαχία και η πάλη θεωρούνταν απόβλητα, γιατί με τα χτυπήματα χαλούσαν την ανθρώπινη μορφή που ήταν η εικόνα του Θεού. Σημαντικό αγώνισμα ήταν ο δρόμος όπου, όπως και στα άρματα, οι δρομείς βγαίναν με κλήρωση και παίρναν θέση στο στίβο. Παράλληλα πρόσεχαν να μη δωροδοκηθούν αυτοί που έδιναν το σήμα στους δρομείς, ώστε να καθυστερήσουν μερικοί για να νικήσει κάποιος άλλος. Υπήρχε επίσης κι ένα είδος φρουρών του δρόμου, οι κούρσωρες, που πρόσεχαν να μην μπαίνουν θεατές στο στίβο και εμποδίζουν τον αγώνα.
         Στην πάλη συμμετείχαν γυμνοί αθλητές με ένα ρούχο στη μέση, αλειμμένοι με λάδι και κουρεμένοι. Νικούσε όποιος ξάπλωνε τον αντίπαλο τρεις φορές. Ο χώρος της πάλης ήταν περιφραγμένος με πασσάλους και σχοινιά για εμποδίζεται κι εδώ η είσοδος θεατών.
       Στην πυγμαχία φορούσαν ιμάντες που καταργήθηκαν γιατί τραυμάτιζαν θανάσιμα τους πυγμάχους. Άθλημα ήταν επίσης και το παγκράτιο, όπου συνυπήρχαν πάλη και πυγμαχία, το ρίξιμο της σφαίρας, χάλκινης συνήθως, και το άλμα σε μήκος, ύψος και επί κοντώ. Οι αθλητές έπρεπε ελεύθεροι πολίτες, τουλάχιστον στους δημόσιους αγώνες, γιατί υπήρχαν και ιδιωτικοί όπου συμμετείχαν δούλοι. Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν άτιμους όσους αγωνίζονταν για λεφτά, όπως οι μονομάχοι, οι θηριομαχητές κ.ά. Οι αθλητές προπονούνται υπό αυστηρή παρακολούθηση και ακολουθούν δίαιτα αυστηρή απέχοντας μάλιστα και από τη σεξουαλική δραστηριότητα, όσο προετοιμάζονται για τους αγώνες.
         Άλλα αγωνίσματα ήταν ο ακοντισμός –ακόντιο και βέλος- η άρση βαρών, το παιχνίδι με ράβδους, όπου χτυπιόντουσαν με μπαστούνια, τα κλοτσάτα, όπου προσπαθούσαν να χτυπήσει ο ένας τον άλλον με κλωτσιές, και το τζυκάνιο, κάτι σαν το πόλο, όπου δυο ομάδες πάνω σε άλογα προσπαθούσαν να χτυπήσουν με ράβδους μια σφαίρα και να τη βάλουν στο τέρμα του αντιπάλου.   
  
   Λέγεται ότι το παιχνίδι αυτό ήρθε στο Βυζάντιο από την Περσία και μάλιστα επί Μ. Θεοδοσίου, ο οποίος έφτιαξε ειδικό στάδιο, το τζυκανιστήριο ή σφαιροδρόμιο. Μετά τη Φραγκοκρατία, εμφανίστηκαν στο Βυζάντιο η τζόστρα και ο τορνεμές. Πρόκειται για κονταρομαχίες μεταξύ δύο ατόμων, για τη τζόστρα, και δύο ομάδων, για τον τορνεμέ.
         


                                                      ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου