Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Μονεμβασιά: Oι κάτοικοι της πόλης και οι ασχολίες τους



 
Μονεμβασιά
Oι κάτοικοι της πόλης και οι ασχολίες τους
                   
   από το βιβλίο "Μονεμβασιά" του Υπουργείου Πολιτισμού
   επιμέλεια- διασκευή Θάνος Δασκαλοθανάσης
          
             Λάκωνες ήταν σύμφωνα με το Χρονικό της Μονεμβασιάς, οι ιδρυτές και πρώτοι κάτοικοι της πόλης, που γρήγορα αναπτύχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου, πόλος έλξης και σταθμό πολλών ξένων, αποκτώντας παράλληλα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα.
             Στην πόλη εγκαταστάθηκαν, ιδίως τα μεταβυζαντινά χρόνια, και μέτοικοι από άλλες περιοχές, π.χ. Κρητικοί, ενισχύοντας τον πληθυσμό της.                                                  
           Μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας, την εποχή που το κάστρο υπαγόταν στην ενετική ή τουρκική κατοχή, εγκαθίστανται εκεί οργανωμένες ομάδες ξένων, Βενετοί, άλλοι Δυτικοί, Τούρκοι.
Δεδομένης της θέσης του Κάστρου και της ανάδειξής του από νωρίς σε σημαντικό συγκοινωνιακό και εμπορικό κόμβο, μεγάλο μέρος των κατοίκων ασχολείται, όπως ήταν φυσικό, με τη θάλασσα. Στο χρυσόβουλο του 1201 του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου αναφέρεται και τοίνυν πολύ των οικούντων ενταύθα ικανόπλοον και θαλαττουργόν, χαρακτηριστικό που αποδίδεται στους κατοίκους και από άλλο κείμενό του αναφέρει των…Μονεμβασιτών κατά θάλασσαν δουλευτών.
             Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το λιμάνι της Μονεμβασιάς δεν εχωροθετείτο στο ομώνυμο κάστρο.  Ήταν ένα περίπλοκο σύνολο από σταθμούς και αποβάθρες για σύντομες συναλλαγές, ορισμένες από τις οποίες βρίσκονταν στα όρια της καστροπολιτείας, αλλά και από φυσικά λιμάνια που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της και που παρείχαν ασφάλεια για μακροχρόνια παραμονή. Αναφέρουμε τον Γέρακα, τον Παύλο, τον Κοχυλά και την παλιά Μονεμβασιά-Επίδαυρο Λιμηρά.
            Η θαλάσσια δραστηριότητα των Μονεμβασιτών ενισχύονταν από σειρά αυτοκρατορικών εγγράφων που κατοχύρωναν εμπορικά προνόμια για την πόλη και τους ναυτικούς της. Έχει διασωθεί μέχρι σήμερα το περιεχόμενο των σχετικών χρυσόβουλων που εξέδωσαν μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας των Παλαιολόγων, ο Ανδρόνικος Β΄ (1284) και ο Ανδρόνικος Γ΄ (1336). Έμμεσα από άλλα κείμενα, είναι φανερό ότι προνόμια, των οποίων το ακριβές περιεχόμενο μας διαφεύγει, είχαν δώσει στην πόλη και προγενέστεροι αυτοκράτορας όπως ο Κωνσταντίνος Πωγωνάτος (680-684) ή ο Αλέξιος Κομνηνός (1082)
         Στις γραπτές πηγές οι Μονεμβασίτες αναφέρονται ως πλοιοκτήτες, έμποροι, ναυτικοί, καπετάνιοι ή ναύτες, αλλά και πειρατές. Στις αρχές του 10ου αιώνα Μονεμβασίτες μετέβησαν για εμπορικούς λόγους στη Θεσσαλονίκη. Από τη μεσοβυζαντινή ήδη περίοδο η τοπική αριστοκρατία ασχολήθηκε με το εμπόριο. Από το 13ο έως και το 15ο αιώνα γόνοι μεγάλων οικογενειών, Σοφιανοί και Δαιμονογιαννάκηδες, ήταν έμποροι και πλοιοκτήτες. Σοφιανοί αναφέρονται εγκατεστημένοι και στην Πόλη. Το 13ο και 14ο αιώνα η εμπορική δραστηριότητα των Μονεμβασιτών είχε εξαπλωθεί σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα (Μοριάς, Πειραιάς, Αιγαίο, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Μαύρη Θάλασσα). Συχνά ωστόσο, φαίνεται ότι τα πλοία δεν τους ανήκαν. Οι Μονεμβασίτες ασκούσαν κυρίως θαλάσσιο διαμετακομιστικό εμπόριο. Εμπορεύονταν λινόκοκκο, κοξινέλα του Αιγαίου, μετάξι, παστά, δέρματα, ζώα, δούλους, λάδι, κρασί, πρινοκόκκι κ.ά. Μικρό μέρος των παραπάνω προϊόντων εξαγόταν από την ευρύτερη περιοχή της πόλης. Είναι αξιοσημείωτο επίσης, ότι πολλοί, όπως ο μεγαλέμπορας Νικόλαος, πλούσιος εισαγωγέας λαδιού που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν σε επικοινωνία με τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό και τον πατριάρχη Ισίδωρο, ήταν εγκατεστημένοι σε διάφορα εμπορικά κέντρα της αυτοκρατορίας και συχνά εμπλέκονταν και στο χερσαίο εμπόριο της περιοχής τους.
             Η ικανότητα πάλι των Μονεμβασιτών ναυτικών οδήγησε τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο(1261) να επανδρώσει με αυτούς το βυζαντινό στόλο.
        Όσον αφορά την πειρατία, πρέπει αρχικά να διευκρινιστεί ότι εθεωρείτο ένδοξη δραστηριότητα, βρισκόταν συχνά στην υπηρεσία της κεντρικής εξουσίας –οπότε συνιστούσε πολεμική δραστηριότητα κατά των εχθρών του κράτους (π.χ. Αράβων)- και, τέλος, σε κάποιες περιπτώσεις, αποτελούσε μέσο πίεσης προς την κεντρική διοίκηση. Μεγάλος αριθμός Μονεμβασιτών όλων των κοινωνικών τάξεων επιδίδονταν στην πειρατία. Το 1271 Μονεμβασίτες πειρατές κατέλαβαν καράβι με φορτίο μεταξιού που έπλεε στην περιοχή. Σε ενετικά έγγραφα (π.χ. δικαστική απόφαση του 1278) αναφέρονται επίσης, Μονεμβασίτες πειρατές, ο Κωνσταντίνος Μανιάτης, ο Γεώργιος Μακρόχερος, οι αδελφοί Σπανοί και οι αδελφοί Καβάκηδες.
           Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο οι Μονεμβασίτες εξακολουθούν να επιδίδονται με επιτυχία σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη θάλασσα. Φτάνουν στην Βενετία και σε άλλα λιμάνια. Και την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Κάστρου στρέφονταν σε ναυτικά επαγγέλματα, αν και είχε πια συρρικνωθεί η εμπορική δραστηριότητα στην περιοχή. Στον τελευταίο ενετοτουρκικό πόλεμο για την κατάκτηση της Κρήτης, η Μονεμβασιά έδωσε τους περισσότερους ναύτες από κάθε άλλο λιμάνι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι ναυτικοί της θεωρούνταν ακόμη οι καλύτεροι. Όσον αφορά το εμπόριο τεκμηριώνονται επαφές με περιοχές όπως η Συρία, η Κρήτη, η Κωνσταντινούπολη, καθ΄ όλη τη διάρκεια της Α΄ Τουρκοκρατίας.
Εμπορικό,βυζαντινό καράβι 
           Με την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου συνδέεται άρρηκτα και η ανάπτυξη της ναυπηγικής. Στην ευρύτερη περιοχή και κυρίως βορειότερα του Κάστρου υπάρχουν διαθέσιμες οι απαραίτητες πρώτες ύλες, ξυλεία (κέδρος, πεύκο κυπαρίσσι, έλατο) και σίδηρος για ναυπήγηση και επιδιόρθωση καραβιών. Σίδηρο επεξεργάζονταν πιθανώς στην περιοχή Βούταμα, όπου βρέθηκαν μικροί κάμινοι. Έχει υποστηριχθεί ότι τα κυριότερα ναυπηγεία λειτουργούσαν στην περιοχή του Γέρακα, του μεγαλύτερου λιμανιού. Στη ναυπήγηση και στην επιδιόρθωση καραβιών θα απασχολείτο μεγάλος αριθμός των κατοίκων κατά τη βυζαντινή περίοδο, με ποικίλες ειδικότητες και υψηλή, για την εποχή, εξειδίκευση.
     
           
            Μεγάλος αριθμός των κατοίκων απασχολείτο στην γεωργοκτηνοτροφία, στην ενδοχώρα, όπου υπήρχαν οι απαραίτητες εκτάσεις. Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες για την κτηνοτροφία, που όμως, ευνοείτο από τις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες στις πλαγιές του Πάρνωνα. Στους συνεχιστές του Θεοφάνη αναφέρεται ότι ποιμένες, πιθανόν αιγοπροβάτων, κατοικούσαν στην περιοχή του Έλους, στις παρυφές της οροσειράς.
          Πλουσιότερα είναι τα στοιχεία που αφορούν τη γεωργία. Αν και εντός του κάστρου οι ελεύθεροι χώροι ήταν ελάχιστοι, τα εδάφη της ευρύτερης περιφέρειας ευνοούσαν τη γεωργία. Στο περίφημο χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β΄ απαριθμούνται χωράφια, αγροί, περιβόλια, με καρποφόρα δέντρα, αμπελώνες στο Έλος και στα Φώτα, υποστατικά, νερόμυλα κ.ά. που δηλώνουν γεωργική εκμετάλλευση. Το κρασί, ο περίφημος μονεμβάσιος οίνος ή το malvoisie των Δυτικών, παραγόταν αρχικώς στην ενδοχώρα του Κάστρου, από το λιμάνι του οποίου εξαγόταν προς διάφορες κατευθύνσεις έως και την υστεροβυζαντινή περίοδο τουλάχιστον. Μέχρι σήμερα σώζονται λείψανα εγκαταστάσεων παραγωγής του τοπικού οίνου (πατητήρια) σε εγκαταλελειμμένες πλέον και μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις.


         
          Η άλλη, ευρύτατα διαδεδομένη καλλιέργεια στην περιοχή, ήταν η ελιά. Το λάδι ήταν βασικότατο προϊόν εξαγωγής των κατοίκων σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Ήταν περιζήτητο και κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, οπότε γινόταν εξαγωγή και στη Δύση (Γαλλία).
           Από το λιμάνι της Μονεμβάσιας εξαγόταν και δύο πρώτες ύλες, ο κέρμης και το μετάξι, πολύτιμες στον τομές της υφαντουργίας. Η παραγωγή τους προϋπόθετε τόσο αγροτική όσο και βιοτεχνική δραστηριότητα. Ο κέρμης ή πρινοκόκκι, μικρό έντομο από το οποίο φτιάχνεται κόκκινο χρώμα για νήματα και υφάσματα, ενδημεί κοντά στο Κάστρο, στην πεδιάδα του Έλους και στην Ζαραφώνα. Η συλλογή και η εκμετάλλευσή τους στη βυζαντινή περίοδο γινόταν εν μέρει από την Εκκλησία και εν μέρει από τον δημόσιον, εκ πρόσωπον της κοσμικής εξουσίας, όπως αναφέρεται στο παραπάνω χρυσόβουλο. Η συλλογή των εντόμων και η επεξεργασία τους, π.χ. ξήρανση και συσκευασία που επιτρέπει την καλή διατήρησή τους για την εξαγωγή χρώματος, απαιτούν ειδικές γνώσεις. Η αναφορά στο χρυσόβουλο της διακίνησης μεταξιού για από τους Μονεμβασίτες έμπορους και η εξαγωγή ακατέργαστου μεταξιού από το λιμάνι της πόλης που τεκμηριώνεται από ανώνυμο φλωρεντιανό έγγραφο του 1320, υποδηλώνει ότι η καλλιέργεια μουριάς, η σηροτροφία και τα πρώτα στάδια της μεταξουργίας είχαν πιθανότατα αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβάσιας. 
                Το βέβαιο είναι ότι οι Μονεμβασίτες σε επίπεδο οικοτεχνίας θα χρησιμοποιούσαν το μετάξι και πρινοκόκκι για την κατασκευή και βαφή υφασμάτων, όπως επίσης θα έφτιαχναν και μάλλινα ή λινά υφάσματα. Στην περιοχή οι κλιματολογικές συνθήκες είναι κατάλληλες και για την παραγωγή λιναριού. Αναφέρεται ότι η παραγωγή αυτού του προϊόντος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη γειτονική Μάνη, όπου επικρατούσαν ανάλογες συνθήκες.
      

          Βιοτεχνική δραστηριότητα, σχετική με την επεξεργασία δερμάτων, τεκμηριώνουν τέλος, ορισμένες κατασκευές που διασώζονται έξω και δεξιά από την κεντρική πύλη του Κάστρου, προς τη θάλασσα, στα λεγόμενα «Ταμπάκικα». Πρόκειται για υπαίθριες δεξαμενές με δύο ή περισσότερες στάθμες, βαθμιδωτά τοποθετημένες και επιχρισμένες με κουρασάνι. Είναι άγνωστο πότε η λειτουργία βυρσοδεψείων στο χώρο αλλά φαίνεται ότι συνεχίστηκε μέχρι τα νεώτερα χρόνια.


 Αρχαιολογική συλλογή Μονεμβασιάς


 
           Άλλος τομέας ασχολίας των κατοίκων ήταν τα κεραμικά, που κατείχαν εξέχουσα θέση στους τομείς της βιοτεχνικής παραγωγής, της τέχνης αλλά και της οργάνωσης της καθημερινής ζωής. Στο Βυζάντιο τα κεραμικά αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα κάθε στοιχειώδους νοικοκυριού. Ο πηλός, σε αντίθεση με το γυαλί, υλικό εύπλαστο και οικονομικό εκαλείτο να καλύψει ποικίλες ανάγκες του καθημερινού βίου. Στο προβάδισμά του έναντι άλλων υλικών συνετέλεσαν η αντοχή του στη φωτιά, η μη διαπερατότητά του από τα υγρά, η καλή διατήρησή του στο χρόνο.
         Στη Μονεμβασιά ο πηλός χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα. Δοχεία φύλαξης (πιθάρια, λαγήνια) μεταφοράς ειδών διατροφής (αμφορείς, φλασκιά, λαγήνια), αγγεία προετοιμασίας ( χύτρες, τηγάνια) και σερβιρίσματος της τροφής ( πινάκια, γαβάθες, κούπες, κύπελλα, λεκάνες), ειδικές συσκευές (φουφούδες, πυροστιές, μαγκάλια, λαγήνια-ψύκτες, σιφούνι), σκεύη φωτισμού (λυχνάρια) και είδη καπνιστού (πίπες, εξαρτήματα ναργιλέδων) έχουν ανακαλυφθεί σε ανασκαφές και αποχωματώσεις που έγιναν στο Κάστρο.
             Στοιχεία για την ύπαρξη εργαστηρίων παραγωγής κεραμικών δεν υπάρχουν, ίσως ε πειδή οι ανασκαφές γίνονται στην Κάτω Πόλη, όπου λόγω στενότητας χώρου δεν θα ήταν εκεί τα εργαστήρια ή ίσως η συνεχής κατοίκηση του χώρου έχει εξαφανίσει τα ίχνη των κεραμικών φούρνων.
          Στην Μονεμβασιά ασκούντα ιδιαίτερα τα παραδοσιακά οικοδομικά επαγγέλματα. Κτίστες πέτρας, κατασκευαστές στεγών, ξυλουργοί, λιθοξόοι ήταν ειδικοί τεχνίτες που έχουν αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στα κτίρια του κάστρου που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Και φυσικά είχαν αναπτυχθεί ειδικότητες επικουρικές της οικοδομής, λατόμοι πωρόλιθου που εργαζονταν καθ΄ όλη τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο στα λατομεία της περιοχής, κατασκευαστές πλίνθων και κεράμων.
            Εντός του κάστρου και συνήθως στην Επάνω Πόλη διέμεναν οι διοικούντες την περιοχή, οι τοπικοί άρχοντες, οι διοικητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι της κεντρικής εξουσίας. Στην πόλη ήταν εγκατεστημένος ο Μητροπολίτης της περιοχής, ιερείς αλλά και μοναχοί. Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας είχε εγκατασταθεί στην πόλη και Λατίνος επίσκοπος ενώ λειτουργούσαν επίσης και καθολικές μονές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι σε ένα μοναστήρι λειτουργούσε από το 14ο αιώνα σχολείο όπου διδάσκονταν και ξένες γλώσσες και όπου φοίτησαν εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Φώτιος, μητροπολίτης Ρωσίας και ο Νικόλαος Ευδαιμονογιάννης, διπλωμάτης στην υπηρεσία των δεσποτών Μανουήλ και Θεοδώρου Β΄κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου