Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Εκκλησιαστικό και δημοτικό άσμα

Εκκλησιαστικό και δημοτικό άσμα
Βυζαντινό μέλος και δημοτικό τραγούδι: η στενή συγγένεια των δύο ελληνικών μουσικών εκφράσεων
 
 

Οργανοπαίχτες με νταούλι και ζουρνά, λεπτομέρεια τοιχογραφίας από την βυζαντινή  Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών
 
 
Του Γιάννη Αρβανίτη, μουσικολόγου
 

        Η στενή σχέση ανάμεσα στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και το δημοτικό τραγούδι μπορεί κατ΄ αρχήν να πιστοποιηθεί από τους ανθρώπους που τα εκπροσωπούν. Όσο κι αν έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του βυζαντινού μέλους ο μοναχισμός, πολλοί μεγάλοι δάσκαλοι και ψαλτάδες στις κατά κόσμον εκκλησίες, ήταν και είναι λαϊκοί, άνθρωποι δηλαδή που συμμετείχαν και συμμετέχουν σ΄ένα τρόπο ζωής που αρχίζει με τον εκκλησιασμό, για να συνεχιστεί κατόπιν  με το πανηγύρι, το χορό και το γλέντι. Και μαζί με τον παπά οι ψαλτάδες  ήταν πάντα πρωταγωνιστές, ως οι επιπλέον καλλίφωνοι, σε όλα αυτά, μεταφέροντας πολλές φορές ακούσματα και μουσικά στοιχεία από το ένα είδος στο άλλο, συμβάλλοντας έτσι σε μια παράλληλη διαμόρφωση, τόσο του εκκλησιαστικού μέλους, όσο και του δημοτικού τραγουδιού.
         Αυτή η στενή σχέση, πολύ στενή σε κάποιες περιοχές, χαλαρότερη ίσως σε άλλες, είναι μια σχέση που ούτε μπορεί να παραθεωρηθεί  ούτε να υπερτονιστεί. Το δημοτικό τραγούδι και το εκκλησιαστικό μέλος παρουσιάζουν πολλά κοινά τεχνικά στοιχεία αλλά βέβαια κα αρκετές διαφορές.
 

Μουσικός με νταούλι, λεπτομέρεια τοιχογραφίας με παράσταση της παραβολής του πλουσίου και φτωχού Λαζάρου.( Μονή Λουκούς στο Άστρος Κυνουρίας, 16ος αιώνας)

Ο ποιητικός λόγος

      Δε γνωρίζουμε το ακριβές άκουσμα του δημοτικού τραγουδιού παλαιότερων εποχών, μπορούμε όμως να ανιχνεύσουμε ομοιότητες και διαφορές στη βασική πρώτη ύλη τόσο του εκκλησιαστικού μέλους όσο και του δημοτικού τραγουδιού: στον ποιητικό λόγο δηλαδή και την χρήση του, την αντιστοιχία δηλ. με τη μουσική που τον ντύνει. Το πιο λαϊκό τρόπο ποιητικής έκφρασης, την τονική δηλ. ποίηση, χρησιμοποίησε και η εκκλησία στους ύμνους της κι όχι την λόγιο προσωδιακή ποίηση. Πιο ελεύθερη μετρικά βέβαια η υμνογραφία, πιο συγκεκριμένη μετρικά και στιχουργικά η δημοτική ποίηση, δάνεισαν ωστόσο η μία στην άλλη πολλά από τα στοιχεία τους αυτά.
      Μπορεί ο 15σύλλαβος να κυριαρχεί στο δημοτικό τραγούδι, έχουμε όμως και πολλές εκκλησιαστικές συνθέσεις με αυτόν  τον στίχο από τους μεγάλους μαΐστορες των τελευταίων βυζαντινών χρόνων. Και στα δημοτικά τραγούδια κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα του 15σύλλαβου μπορούν να παραπέμπουν  σε εκκλησιαστικά τροπάρια συχνής χρήσεως όπως π.χ. η «Τιμιωτέρα».
       Πολυποίκιλη είναι τώρα η μουσική χρήση του ποιητικού λόγου, κάτι που προκύπτει κατ΄  αρχήν από τη διάρκεια της βασικής μονάδας του, δηλ. της συλλαβής. Εκφωνούνται κάποια αφηγηματικά τραγούδια, όπως τα ευαγγέλια ή οι ψαλμοί, θα έλεγε κανείς, αλλά πάλι τραγουδιώνται απλά, με ένα φθόγγο κατά βάσιν σε κάθε συλλαβή τους, όπως τα συλλαβικά μέλη της Εκκλησίας, αυτά που συνήθως λέγονται σύντομα ειρμολογικά. Υπάρχουν όμως και τα μέλη που σε κάθε συλλαβή δίνουν περισσότερη διάρκεια, κατά μέσον όρο δύο μουσικών χρόνων κα την ευκαιρία για περισσότερους φθόγγους στη συλλαβή.
       Τα μέλη αυτά είναι τα σύντομα μελισματικά (αργά ειρμολογικά και στιχηραρικά). Και υπάρχουν παρά πολλά τραγούδια αυτού του είδους, με καταπληκτικές καμιά φορά ομοιότητες κι αντιστοιχίες με τα εκκλησιαστικά μέλη, αν και στα τελευταία οι μουσικές φράσεις είναι πιο συγκεκριμένες και στερεότυπες (οι λεγόμενες θέσεις) ενώ στα τραγούδια πιο ελεύθερες. Πηγαίνοντας κανείς πιο πέρα στη διάρκεια της συλλαβής, έχει τα αργά καθιστικά τραγούδια και τα αργά μελισματικά μέλη της εκκλησίας, τα λεγόμενα παπαδικά. Σ΄ αυτά ακριβώς τα εκκλησιαστικά μέλη παρεμβάλλονται πολλές φορές και άλλες ξένες προς το κείμενο, όπως π.χ. –χα, -χε, -ου, -γγε  κ.λπ. για να σπάσουν τη μονοτονία της συλλαβής, λέξεις κόβονται στη μέση και ξαναλέγονται από την αρχή ή παρεμβάλλονται λέξεις, όπως «λέγε», «πάλιν» ή και προστίθεται  κείμενο άσχετο προς το πρώτο. Αυτά ακριβώς γίνονται  κα στο δημοτικό τραγούδι, με τα «τσακίσματα» και τα «γυρίσματα» και τα στιχάκια που παρεμβάλλονται στο κυρίως ποιητικό κείμενο.

Ρυθμοί και κλίμακες

         Το δημοτικό τραγούδι είναι πολλές φορές συνδυασμένο με το χορό, πολλοί και ποικίλοι οι χοροί και οι ρυθμοί τους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Από την άλλη μεριά στην εκκλησία δεν υπάρχει χορός. Έτσι οι εκκλησιαστικοί μελοποιοί διάλεξαν ένα ρυθμό για βασικό στους ύμνους, αυτόν που ανέκαθεν ήταν ιερατικός, τον τετράσημο σπονδείο (δύο μακρές συλλαβές) αφήνοντας τους άλλους ρυθμικούς πόδες να είναι εξαιρέσεις.
         Στις μουσικές κλίμακες των τραγουδιών θα διαπιστώσουμε κι εδώ ομοιότητες και διαφορές με τις αντίστοιχες κλίμακες των εκκλησιαστικών μελών. Εδώ ίσως φαίνεται το ιδιαίτερο στίγμα κάθε περιοχής του Ελληνισμού. «Βυζαντινά» θα χαρακτήριζε κανείς ως προς τις κλίμακες ή και το γενικότερο άκουσμα τα τραγούδια της Θράκης , τα ριζίτικα της Κρήτης ή πολύ περισσότερο τα Μικρασιάτικα. Πολλές ομοιότητες θα έβρισκε  και στα τραγούδια των νησιών, της Μακεδονίας, του Πόντου, της Κύπρου, της Πελοποννήσου ή της Ρούμελης.  Ως «κάτι άλλο» θα χαρακτήριζε όμως τα πεντατονικά τραγούδια της Ηπείρου ή και τα Θεσσαλικά και πολλά Ρουμελιώτικα, υπολείμματα ίσως παλιότερων μουσικών στοιχείων. Στα αυτιά όμως κάθε Έλληνα υπήρχε η ίδια εκκλησιαστική μουσική, που επηρέασε με τον τρόπο της το δημοτικό τραγούδι, για να επηρεαστεί και η ίδια από αυτό, εμπλουτίζοντας τις μουσικές της κλίμακες με άλλες πιο «λαϊκές».
        Υπάρχουν κι άλλα σημεία, πέρα από αυτά που αναφέρθηκαν, στα οποία θα μπορούσε να επεκταθεί κανείς, για να εντοπίσει ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο δημοτικό τραγούδι και το εκκλησιαστικό μέλος. Είναι τεράστιο το θέμα για να εξαντληθεί στα πλαίσια ενός άρθρου. Μπορεί ωστόσο καθένας, ειδικός ή μη, με μόνο κριτήριο την ακοή του και τη μουσική του αντίληψη, να διαπιστώσει τη στενή τους σχέση και ότι δίκαια μπορούν να χαρακτηριστούν ως η ίδια ελληνική μουσική γλώσσα με διαφορετική προσφορά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου