Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

ΜΑΝΟΥΗΛ Β΄ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ: Αυτοκράτορας και συγγραφέας (1350-1425)







 

ΜΑΝΟΥΗΛ Β΄ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ:
Αυτοκράτορας και συγγραφέας (1350-1425)

 
 
Roberto Soto

Πανεπιστήμιο Adolfo Ibáñez του Σαντιάγο τηςΧιλής. Chile

 

                Θα ήθελα, σ’αυτή την παρουσίαση, να θίξω ουσιαστικά τρία θεμελιώδη ερωτήματα: Πρώτον, γιατί να συμπεριληφθούν οι λογοτεχνικές συνθέσεις ενός βυζαντινού αυτοκράτορα στη νεοελληνική γραμματεία; Δεύτερον, ποιος ήταν ο Μανουήλ Β΄ και ποια  η αξία του ως συγγραφέα; Τρίτον, γιατί το έργο που έγραψε απευθυνόμενος στον γιο του, Ιωάννη Η΄, μπορεί να θεωρηθεί πως συνδέεται ταυτόχρονα τόσο με την αρχαιότητα όσο και με την νέα ελληνική πραγματικότητα;
               Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει μέσα από την παρούσα διάλεξη με τίτλο: «Μανουήλ Β΄, ο αυτοκράτορας και ο συγγραφέας» είναι η σχέση που μπορεί να έχει ο συγκεκριμένος βυζαντινός αυτοκράτορας και το έργο του με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να προσθέσω τις παρατηρήσεις δύο σπουδαίων Ελλήνων ιστορικών. Εν πρώτοις, του Φώτιου Μαλλέρου, ιδρυτή του Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Χιλής που λειτουργεί από το 1968, μοναδικό στο είδος του σε όλη την Λατινική Αμερική. Ο καθηγητής Μαλλέρος δημοσίευσε στην ισπανική γλώσσα, το 1951, χρονολογία εντυπωσιακά πρώιμη για τις βυζαντινές σπουδές, το έργο Η βυζαντινή Αυτοκρατορία 395-1204. Η μελέτη του, πέραν του ότι αναγνώριζε την αξία της βυζαντινής ιστορίας, η οποία θεωρείτο από πολλούς ως η παρακμή της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επεσήμανε πώς με τα ατυχή συμβάντα της Σταυροφορίας του 1204, η οποία κατάστρεψε άδικα και αδικαιολόγητα την Κωνσταντινούπολη, ξεκινούσε μία νέα εποχή για την ιστορία του ελληνισμού. Μολονότι συνέχιζε να υπάρχει η βυζαντινή αυτοκρατορία, αυτή χρόνο με το χρόνο ταυτιζόταν όλο και λιγότερο με την παρελθούσα ρωμαϊκή αυτοκρατορία ενώ, από την άλλη, όλο και περισσότερο με την ελληνική παράδοση. Η καθομιλουμένη γλώσσα άρχισε να χρησιμοποιείται περισσότερο στην λογοτεχνία και πλέον δεν αποτελούσε πρόβλημα η αναγνώριση των βυζαντινών ως «Ελλήνων», όπως προηγουμένως, όταν για αιώνες η έννοια του Έλληνα σχετιζόταν με την ιδέα του ειδωλολάτρη. Ακόμη και αν ο αυτοκράτορας αναγνωριζόταν ως «Βασιλιάς των Ρωμαίων», ακουγόταν παράλληλα και η προσφώνησή του ως«Βασιλιά των Ελλήνων». Αυτή η νέα αξιολόγηση του τι σημαίνει «να είσαι Έλληνας» δημιούργησε τις προϋποθέσεις για το μεγαλειώδες πνευματικό κίνημα της εποχής των Παλαιολόγων, μέρος του οποίου αποτελεί και ο Μανουήλ Β΄, με όχημα έκφρασης διαφορετικό πλέον από την αρχαΐζουσα μορφή της αττικής διαλέκτου. Το άλλο έργο είναι η Ιστορία του Νέου Ελληνισμού του Βακαλόπουλου, δημοσιευμένη αρχικά στα ελληνικά το 1993 και μεταφρασμένη στα ισπανικά από το Κέντρο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών «Φώτιος Μαλλέρος» το 1995. Αν και δεν έχουμε αρκετό χρόνο για να σχολιάσουμε το περιεχόμενο της μελέτης, αρκεί να ρίξουμε μία προσεκτική ματιά στον πλήρη τίτλο της έκδοσης: Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1204-1985. Η εποχή των Παλαιολόγων, η τελευταία περίοδος της βυζαντινής εποχής και συνάμα η πρώτη του σύγχρονου ελληνισμού, συμπεριλαμβάνεται ολόκληρη στην Ιστορία της νεοελληνικής γραμματείας, και μέσα από αυτή την οπτική γωνία, μπορούμε να θεωρήσουμε τα λογοτεχνικά έργα του Μανουήλ Παλαιολόγου ως έργα προδρομικά της νεοελληνικής λογοτεχνίας τόσο ως προς την αξιολόγηση και χρήση της  καθομιλουμένης γλώσσας στη λογοτεχνία, όσο και ως προς την ταύτιση με τις ελληνικές εθνικές αξίες και την υπεράσπισή τους.
               Προχωρώντας στην παρουσίαση αυτή, θα απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, παρουσιάζοντας τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο τόσο ως αυτοκράτορα όσο και ως συγγραφέα.
               Υιός του Ιωάννη Ε΄ (1341-1391) και της Ελένης Καντακουζηνού, ο Μανουήλ Β΄, όγδοος αυτοκράτορας της δυναστείας των Παλαιολόγων και προ προτελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας, γεννήθηκε, σε μία ταραχώδη εποχή εισβολών, στις 27 Ιουνίου του 13502. Έχοντας πλήρη συνείδηση της δυσοίωνης αυτής εποχής, κατά την οποία του έτυχε να μεγαλώσει και αργότερα να εξασκήσει την εξουσία, ο Μανουήλ με λύπη γράφει σε ένα από τα έργα του: «Βγαίνοντας μόλις από την παιδική ηλικία και λίγο πριν αγγίξω την ενηλικίωση, βρέθηκα εν μέσω μιας ζωής γεμάτης κακών και αναταραχών, που ωστόσο επέτρεπε να προβλέψουμε πως το μέλλον θα μας έκανε να θεωρήσουμε το παρελθόν ως μία εποχή απόλυτης ηρεμίας».
             Πιστός στον πατέρα του, παρόλο που δεν είχε το προνόμιο του πρωτογέννητου, ο Μανουήλ συμμετείχε στην άσκηση της εξουσίας από την παιδική ακόμη ηλικία. Ήδη από την ηλικία των πέντε ετών κατείχε τον τίτλο του δεσπότη. Ανάμεσα στις αναρίθμητες υπηρεσίες που πρόσφερε από την εφηβεία του στον αυτοκράτορα, μπορεί να υπολογιστεί και εκείνη η περίπτωση κατά την οποία, ενώ ο Ιωάννης είχε ταξιδέψει στη Βενετία στην προσπάθειά του να ζητήσει βοήθεια έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την απειλή εισβολής του Αμουράτη, βρέθηκε φυλακισμένος λόγω αφερεγγυότητας. Ενώ ο Ανδρόνικος δίστασε να προσφέρει βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη στον πατέρα του βλέποντας στη φυλάκισή του μία ευνοϊκή περίσταση για τον ίδιο ώστε να καταλάβει τον θρόνο, ο Μανουήλ πήγε αμέσως στην Ιταλία πληρώνοντας τα λύτρα και ελευθερώνοντας με τον τρόπο αυτό τον πατέρα του. Για το κατόρθωμα αυτό του απονεμήθηκε ο τίτλος του Δεσπότη της Θεσσαλονίκης4, κατά τη διάρκεια του έτους 1369, καθώς και ο τίτλος του συναυτοκράτορα, ξεπερνώντας έτσι στην ιεραρχία τον μεγαλύτερο αδερφό του Ανδρόνικο, δύο χρόνια αργότερα. Στη νεαρή ηλικία των εικοσιτριών ετών, ως αναγνώριση του ταλέντου και της πίστης του, ο πατέρας του τον ονόμασε διάδοχο αυτοκράτορά του στις 25 Σεπτεμβρίου του 1373.Ωστόσο η ανάληψη της εξουσίας δεν ήταν απλή διαδικασία. Τόσο οι εσωτερικές διαμάχες για την βυζαντινή εξουσία όσο και η ενδυνάμωση της εξωτερικής πολιτικής της τουρκικής αυτοκρατορίας καθυστέρησαν την πραγματική ανάβασή του στον θρόνο. Ο ίδιος ο Μανουήλ αναγκάστηκε να παραμείνει στην αυλή του σουλτάνου και να του προσφέρει στρατιωτικές υπηρεσίες με απώτερο σκοπό την απελευθέρωση του πατέρα του και του αδερφού του. Ένα από τα πιο θλιβερά επεισόδια στη ζωή του Μανουήλ ήταν  η στρατιωτική συμμετοχή του στην τουρκική εισβολή στη Φιλαδέλφεια, η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Μικρά Ασία. Έπειτα από την φυγή του από την αυλή του Βαγιαζήτ στην οποία παρέμενε ως υποτελής στον σουλτάνο, ο Μανουήλ ανέλαβε τελειωτικά την εξουσία το 1391.6 Η είδηση του θανάτου του πατέρα του τον παρακίνησε να επιστρέφει εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη λαμβάνοντας στα χέρια του, τον ίδιο χρόνο μετά τον θάνατο του Ιωάννη, μία Αυτοκρατορία γεωγραφικά συρρικνωμένη και πολιτικά εξαρτημένη από τις αποφάσεις της ισχυρής εκείνη την εποχή Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η επίσημη στέψη από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης με όλη την πολιτικο- θρησκευτική τελετουργία σύμφωνα με το βυζαντινό τελετουργικό7, τελέστηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 13928, ημέρα κατά την οποία συνήψε γάμο με την πριγκίπισσα της Σερβίας Helena Dragas.
            Δυστυχώς, ο χρόνος δε μας επιτρέπει να επεκταθούμε λεπτομερώς στον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας εκ μέρους του Μανουήλ από τον βυζαντινό θρόνο, μία πολιτική τακτική που, σε γενικές γραμμές, χαρακτηρίστηκε από την αναζήτηση συμμαχιών τόσο με τις δυτικές δυνάμεις όσο και με τους ίδιους τους Τούρκους, από τις εσωτερικές διαμάχες για τη διαδοχή στο θρόνο, οι οποίες οδήγησαν στην περαιτέρω αποδυνάμωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, από μία αξιοσημείωτη ώθηση στον πνευματικό τομέα τόσο στη λογοτεχνία όσο και γενικότερα στις τέχνες, από μία ισχυρή θρησκευτική πίστη και υπεράσπιση της εκκλησίας και των δογμάτων της και κυρίως από μία βαθύτατη πίστη, ακόμη και μετά την αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας, στην οικουμενικότητα και στη διαιώνιση του ελληνικού πολιτισμού και της ορθοδοξίας. Δυστυχώς οι διπλωματικές προσπάθειές του δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και έτσι με τον θάνατο του Μανουήλ το 1425, η άλλοτε πανίσχυρη Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιοριζόταν, πρακτικά και ουσιαστικά, γύρω από την πρωτεύουσά της. Ωστόσο, η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, της γλώσσας, της θρησκείας, των αρχαίων παραδόσεων κτλ., παρέμεινε ισχυρή, όπως πίστευε ο ίδιος ο Μανουήλ και όπως δείχνουν τα γραπτά του, γεγονός που φαίνεται στην αντίσταση που πρόβαλλε ο ελληνικός λαός ενάντια στην τουρκική κυριαρχία για 400 χρόνια. Συνεπώς, το 1453 μπορεί να έπεσε η ελληνική αυτοκρατορία, αλλά όχι ο ελληνισμός.
              Εκτός από την πολιτική του ιδιότητα ως δεσπότης, συναυτοκράτορας και βυζαντινός αυτοκράτορας, ο Μανουήλ –“...καλλιεργημένος αυτοκράτορας και με ταλέντο στα γράμματα, μας είναι γνωστός για την ποιότητα των λογοτεχνικών συνθέσεών του, που κατά τη γνώμη του Krumbacher, τοποθετούνται ανάμεσα στις πλέον αξιόλογες των τελευταίωναιώνων του Βυζαντίου. Κατά τη διάρκεια της νιότης του και ενώ συμμετείχε στην αυτοκρατορική διακυβέρνηση, την εκπαίδευσή του ανέλαβε ο Δημήτριος Κυδώνης12, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής , ο οποίος μαζί με άλλους όπως ο Φιλόθεος Κόκκινος, Δημήτριος Τρίκλινος, Γρηγόριος Παλαμάς, Νικηφόρος Γρηγοράς, Νικόλαος Καβάσιλας13 ή ακόμη ο Θωμάς ο Μάγιστρος14, έδωσαν πνοή στο γόνιμο βυζαντινό πνευματικό κίνημα της παλαιολόγειας εποχής του 15ου αιώνα.
            Πιστός στη μόρφωσή του, ο Μανουήλ συνέθεσε κατά τη διάρκεια της ζωής του σημαντικά έργα, κυρίως ρητορικά και επιστολές, οι οποίες διατηρήθηκαν μέσω της χειρόγραφης παράδοσης. Εκτός από τον «Κάτοπτρον Ηγεμόνος» που μας απασχολεί, οι (Υποθήκαι βασιλικής αγωγής Υποθήκαι βασιλικής αγωγής, έργο απευθυνόμενο στον γιο του Ιωάννη, καθώς και τα ακόλουθα: Διάλογος με έναν Πέρση , θεωρούμενο ως ένα από τα βασικά έργα που εξετάζουν την βυζαντινή πολεμικής απέναντι στον τουρκικό κόσμο και αποδεικνύει την εκ του σύνεγγυς γνώση που είχε ο Μανουήλ Β’ σχετικά με το Ισλάμ, ένα ανέκδοτο έργο με τίτλο: Σχετικά με τις επτά οικουμενικές συνόδους, μία σειρά Ομιλιών, Λόγων και Κανόνων, ένας Πανηγυρικός  για την υγεία του πατέρα του, ένας εκτεταμένος Επιτάφιος  για τον αδερφό του Θεόδωρο, μία επιστολή σχετικά με την έννοια των ονείρων  τιτλοφορούμενη Περί ’ονειράτων, ένα ακόμη με τον τίτλο: Διάλογος γύρω από τον θεσμό του γάμου  , ένα θεατρικό έργο με τίτλο Τι άρα  να είπε ο Ταμερλάνος προς τον ηττηθέντα Βαγιαζήτ , ένα σύνολο  Επιστολών που διατηρήθηκαν , οι οποίες μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε το προσωπικό του ενδιαφέρον για την πολιτική, εκκλησιαστική και πνευματική ζωή της εποχής του καθώς και ένα corpus Δοκιμών28 σχετικά με το καλό, την ρητορική τέχνη και την ελευθερία της βούλησης.
            Απαντώντας στο τρίτο ερώτημα αυτής της παρουσίασης, θα ήταν θεμιτό να σχολιάσουμε το λόγο που απηύθυνε ο Μανουήλ Β΄ προς τον γιο του και αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄, λόγος ο οποίος –χωρίς να χάνει την λογοτεχνική αξία του– εντάσσεται μέσα σε μία μακρά ρητορική παράδοση που η σύγχρονη φιλολογική επιστήμη αναγνωρίζει με το όνομα «Κάτοπτρα Ηγεμόνος». Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο υποείδος της πολιτικής ρητορικής που καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα κατά την βυζαντινή εποχή, το οποίο ωστόσο έλκει την καταγωγή του από την ελληνική αρχαιότητα και πιο συγκεκριμένα από τα κείμενα του Ισοκράτη. Το είδος των Κατόπτρων Ηγεμόνος, αν και εμπεριέχει μία πολιτική θεωρία, δεν θα μπορούσε να μπερδευτεί με τους πολιτικούς λόγους, εφόσον η πρόθεσή του δεν είναι ούτε ο θεωρητικός στοχασμός γύρω από την πολιτική ούτε η διάδοση κάποιας ιδεολογίας. Επιπλέον δεν θα ήταν σωστό να χαρακτηρίσουμε τους λόγους που αναγνωρίζουμε ως «Κάτοπτρα Ηγεμόνος» στα πλαίσια των εγκωμίων. Ο εγκωμιαστικός λόγος έχει ως μοναδικό στόχο την εξύψωση των αρετών του παραλήπτη, ενώ το αυθεντικό Κάτοπτρον Ηγεμόνος, είναι ένας λόγος αφιερωμένος σε έναν συγκεκριμένο αυτοκράτορα που συνηθίζει να περιλαμβάνει και σκληρές κριτικές για τον αυτοκράτορα ή τον πρίγκιπα στον οποίο απευθύνεται. Ο πρωταρχικός στόχος αυτού του ρητορικού είδους είναι η διαπαιδαγώγηση του πρίγκιπα, η αγωγή του προς τον σωστό τρόπο άσκησης της εξουσίας, που θα τον οδηγήσει να παίρνει τις αποφάσεις του με βάση όχι το προσωπικό του όφελος αλλά το κοινό καλό. Σ’ αυτό λοιπόν το είδος της ρητορικής, η πολιτική, της οποίας απώτατος σκοπός είναι το κοινό καλό και όχι το όφελος των μερών, και η ρητορική πολιτική, της οποίας ουσιαστική πρόθεση είναι η λειτουργία και χρήση της σκέψης με σκοπό την σωστή άσκηση της εξουσίας με θεμέλιους λίθους το αγαθό και την αλήθεια, εμφανίζονται στενά συνδεδεμένες. Ενώνονται, επομένως, στα Κάτοπτρα Ηγεμόνος, και ιδιαίτερα σε αυτό του Μανουήλ Β΄, ο οποίος ήταν πολιτικός και συγγραφέας παράλληλα (γεγονός όχι και τόσο σύνηθες στις μέρες μας), η τέχνη της διακυβέρνησης με την τέχνη της φιλολογίας. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνεται, στις παρυφές του νέου ελληνισμού και κάτω από την διακυβέρνηση ενός βυζαντινού αυτοκράτορα, το όνειρο ενός Έλληνα της αρχαιότητας, το ιδανικό που δίδασκε ο Πλάτωνας: πως η πολιτική θα επιτύχει το κοινό καλό μόνο όταν οι φιλόσοφοι κυβερνήσουν ή οι άρχοντες ξεκινήσουν να φιλοσοφούν.
           Θεωρώ πως ο λόγος Προς τον ερασμιώτατον υιόν αυτού και βασιλέα Ιωάννην τον Παλαιολόγον, υποθήκαι βασιλικής αγωγής του Μανουήλ αποτελεί ένα αξιοσημείωτου ενδιαφέροντος έργο της γραμματείας των αρχών του νέου ελληνισμού που επιπλέον διακρίνεται για την ταύτισή του με τον πολιτικό στοχασμό και το λογοτεχνικό ύφος του Ισοκράτη χωρίς όμως να επιχειρεί μία απλή απομίμηση της αρχαιότητας, αντιθέτως προωθεί τις αξίες του νέου ελληνισμού: την ελληνική γλώσσα και την ορθοδοξία. Για τον Χρυσοστομίδη, οι συμβουλές και οι παροτρύνσεις του Μανουήλ Β΄ προς τον γιο του, πέρα από τον Επιτάφιο που συνέθεσε για τον μικρότερο αδερφό του Θεόδωρο Α΄, αποτελούν το πιο αξιόλογο ντοκουμέντο για μία εκ βαθέων γνωριμία με την πολιτική θεωρία του, η οποία συνδέει την σωστή άσκηση της εξουσίας, πάνω και πέρα από οποιαδήποτε άλλη πολιτική θεώρηση πρακτικής εφαρμογής, με την επίτευξη της αρετής και την παρατήρηση της ηθικής.
           Λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές του συμβουλές, ο Μανουήλ παρουσιάζει, σύμφωνα με την άποψη του ίδιου συγγραφέα, ένα από τα πιο πολιτισμένα και ανθρωπιστικά πολιτικά οράματα που είχε γνωρίσει ο βυζαντινός κόσμος. Αυτή την διαυγή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, που η Τ. Κιουσοπούλου ερμηνεύει με βάση την ισχυρή επιρροή που ασκούσε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο εκείνης της εποχής ο στοχασμός του Θωμά του Ακινάτη30, δεν την αντιλαμβανόμαστε σε τέτοιο βαθμό μοναδική, σεβόμενοι πάντοτε τη μοναδικότητα του κειμένου, αν λάβουμε υπόψη την ένταξη του παρόντος λόγου στην ρητορική παράδοση και ηθική των βυζαντινών «Κατόπτρων Ηγεμόνος».
          Ο λόγος Προς τον ερασμιώτατον υιόν αυτού και βασιλέα Ιωάννην τον Παλαιολόγον, υποθήκαι βασιλικής αγωγής που έγραψε ο Μανουήλ Β΄ για τον Ιωάννη Η΄ οργανώνεται σε εκατό κεφάλαια, τα αρχικά γράμματα των οποίων επιτρέπουν την ανάγνωση της παρακάτω ακροστιχίδας:                     
 
[Βασιλεύς Μανουήλ
πατέρας προς βασιλέα Ιωάννη υιό, προσφέρω τον καρπό της ψυχής μου ως
τροφή για την ακμάζουσα ψυχή σου, της οποίας σαφώς ο Θεός είναι οδηγός
(επόπτης / διοικητής)]
 

            Όπως και σε άλλους βυζαντινούς συμβουλευτικούς λόγους που συνετέθησαν προηγουμένως, έτσι και στις Υποθήκαι βασιλικής αγωγής, χρονολογικά το τελευταίο  Κάτοπτρον Ηγεμόνος στην ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύεται η επιβίωση του στοχασμού του αρχαίου Ισοκράτη, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση μόνο μία φορά αναφέρεται ρητά.
           Από την άλλη, σε σχέση με τα Κάτοπτρα Ηγεμόνος της μέσης βυζαντινής περιόδου, παρατηρούμε στη συμβουλευτική του Παλαιολόγου, συγκριτικά με άλλες συνθέσεις του ίδιου είδους, μία συνεχή ενίσχυση των θεολογικών και εκκλησιαστικών στοιχείων, που χαρακτήριζαν πιο έντονα τους λόγους της πρωτοβυζαντινής εποχής. Πράγματι, ανεξάρτητα από την πολιτική συμμαχιών που είχε υιοθετήσει με τους γύρω λαούς και μία κάποια υποδούλωση που αυτό σήμαινε για το Βυζάντιο, οι ελπίδες του Μανουήλ για την επανόρθωση της παλαιότερης αυτοκρατορικής ισχύς και την ανεξαρτησία του Βυζαντίου σε σχέση με τα υπόλοιπα βασίλεια της εποχής, τόσο δυτικά όσο και ανατολικά, γίνονται φανερές στο έργο Υποθήκαι βασιλικής αγωγής, όπου, συμβουλεύοντας τον γιο του να ακολουθήσει μία ζωή νόμιμη και ευσεβή, του υποβάλλει το γεγονός ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλον άρχοντα παρά μόνο τον Θεό, που είναι ο μόνος μπροστά στον οποίο μπορεί να θεωρεί εαυτόν υπηρέτη του. Με τον τρόπο αυτόσυμβουλεύει τον Ιωάννη Η’: «Μεγάλη ποσότητα αγαθών θεϊκής προέλευσης, παρόμοια με τις βροχές, θα έχεις, αν κατανοήσεις πως κατέλαβες την εξουσία εκ μέρους του Θεού και αν αναγνωρίζεις πως είσαι υπηρέτης Του, και αν ξέρεις πως υπηρετείς Εκείνον, θα είναι πιο ευχάριστα για σένα αυτά που διατάζεις τους άλλους.»
            Παρουσιάζουμε ακολούθως μία μικρή ανθολογία ορισμένων κεφαλαίων του Κατόπτρου Ηγεμόνος του Μανουήλ προς τον γιο του Ιωάννη, με σκοπό να φωτίσουμε τον τρόπο με τον οποίο ενώνονται στην πολιτική του θεωρία, η πιο κλασική αρχαία ελληνική παράδοση με την χριστιανική πίστη που χαρακτηρίζει τη βυζαντινή και νεότερη Ελλάδα.
              Έχοντας πλήρη συνείδηση της καλοσύνης που πηγάζει από την πνευματικότητά του, ο αυτοκράτορας θα πρέπει να τοποθετεί πάνω από όλα την Εκκλησία βλέποντας σε αυτήν μία μάνα, μία παραμάνα, μία δασκάλα, έναν οδηγό, μία βοηθό και μία δύναμη ώθησης.
 

15. Ακολουθώντας τις συμβουλές του Ισοκράτη, είναι σαφές πως ο αυτοκράτορας θα πρέπει να έχει όλους υπό την υπηρεσία του αλλά περισσότερο τους άριστους, έτσι ώστε να κάνει χρήση των αρετών τους.
75. Όπως το ψωμί είναι η τροφή του σώματος, έτσι και η σωστή διαπαιδαγώγηση είναι η τροφή του πνεύματος.
80. Έπειτα από τις οικείες ασχολίες που προϋποθέτει το αξίωμά του, θα αρκούν για την ξεκούραση του πρίγκιπα τα βιβλία και η ζωή στην εξοχή, τα οποία θα χρησιμοποιήσει όχι ως σκοπό, αλλά ως μέσο για να διατηρήσει την καλή του υγεία.
98. Αν ο αυτοκράτορας επιθυμεί αληθινή ζωή και δόξα θα πράξει αναλόγως έτσι, ώστε η ζωή του να ανταποκρίνεται στην ηλικία που του έχει προσφέρει ο Θεός. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να είναι σε πλήρη δυσαρμονία η συμπεριφορά που έχει κάποιος με την ηλικία του, όπως ο ηλικιωμένος άνθρωπος που συνεχίζει να έχει παιδική συμπεριφορά.
99. Οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι από σκόνη και πνεύμα. Είναι αξιόμεμπτο το γεγονός να μην έχει κάποιος σε υψηλή εκτίμηση την αθάνατη ψυχή, που είναι θεϊκής έμπνευσης, και να την εξισώνει με τη θνητή σάρκα, που έχει φτιάξει ο Θεός από χώμα. Είναι απεχθές να φροντίζει κάποιος πάρα πολύ το σώμα του και να αφήνει το πνεύμα του να αποδυναμώνεται.
100. Για να κατακτήσει κάποιος το στέμμα τόσο σε αυτήν όσο και στην άλλη ζωή, αρκεί η ισχύς ελάχιστων λέξεων. Απομακρύνσου από το κακό, λέει ο Δαυίδ, και πράξε το αγαθό. Ο Δαυίδ ήξερε πώς να ευχαριστήσει τον Δημιουργό, αποφεύγοντας το άδικο και κάνοντας αγαθές πράξεις, για τις οποίες έχουμε όλοι φτιαχτεί. Είναι καθήκον του αυτοκράτορα να εξασκεί και τα δύο έτσι ώστε να μην του συμβεί ό,τι συνέβη στον Φαρισαίο, ο οποίος καλλιεργούσε την αρετή στις συνήθειές του, αλλά δεν ήταν μετριόφρων.
 
             Έπειτα από λίγο καιρό μετά τη συγγραφή του «Κάτοπτρον Ηγεμόνος» για τον γιο του Ιωάννη (c.1417), ο Μανουήλ εκάρην μοναχός υπό το όνομα  Ματθαίος  και πέθανε έπειτα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και αγωνία τριών ημερών, στις 21 Ιουλίου του 1425
           Σε γενικές γραμμές ο Μανουήλ υπήρξε ένας αυτοκράτορας αγαπητός από τον λαό του, τουλάχιστον έτσι έχει καταγραφεί στον επιτάφιο του μνήματός του όπου σημειώνεται
χαρακτηριστικά: «|Mονωδία επί τω μακαρίτη και αοιδίμω κυρώ Μανουήλ τω Παλαιολόγω. »
 
              Θα ήθελα, εν κατακλείδι, να ευχαριστήσω το Σωματείο Διεθνών Σχέσεων και Πολιτιστικών Ανταλλαγών Καλύμνου-Αθηνών για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό το διεθνές συνέδριο. Είναι μεγάλη τιμή για μένα να έχω τη δυνατότητα να παρουσιάσω, έστω και συνοπτικά, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Μανουήλ Παλαιολόγου, του αυτοκράτορα και συγγραφέα ταυτόχρονα, τόσο για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που χαρακτηρίζει το ίδιο το θέμα όσο και γιατί αισθάνομαι ένα ηθικό χρέος απέναντι σε αυτό το σωματείο που εδώ και χρόνια έχει συμβάλλει γενναιόδωρα στην διάδοση της γλώσσας και του πολιτισμού της Ελλάδας σε όλο τον κόσμο. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που είχα την δυνατότητα να γνωρίσω από κοντά το έργο του Σωματείου Διεθνών Σχέσεων και Πολιτιστικών Ανταλλαγών Καλύμνου-Αθηνών. Χάρη στο ΔιεθνέςΠρόγραμμα που διοργανώνει ετησίως, κατάφερα να εκπληρώσω ένα μεγάλο όνειρό μου που από την μακρινή απόσταση της ιδιαίτερης πατρίδας μου, φαινόταν ακατόρθωτο: να μάθω δηλαδή την γλώσσα του Ομήρου, του Πλάτωνα, του Ισοκράτη, των Πατέρων της Εκκλησίας, του Αγαπητού Διακόνου, του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, του Θωμά Μάγιστρου, του Μανουήλ Παλαιολόγου, των ηρώων της ελληνικής επανάστασης του ‘21, του Σεφέρη, του Καβάφη, και κάθε ενός από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που εδώ και αιώνες μαζί με την προσπάθεια της καθημερινής επιβίωσης, διατηρούν ζωντανή την πλούσια και μακραίωνη πολιτισμική παράδοση που αποθησαυρίζει η ελληνική γλώσσα. Μία παράδοση που αρκετές φορές έχει γίνει φάρος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού σε χαλεπούς καιρούς, πυξίδα σε εποχές σύγχυσης και απελπισίας. Κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, ως πρόεδρο του Σωματείου Διεθνών Σχέσεων και Πολιτιστικών Ανταλλαγών Καλύμνου-Αθηνών, θα ήθελα να σας εκφράσω τις πιο ειλικρινείς μου ευχαριστίες τόσο για την δυνατότητα να αισθανθώ μέρος αυτής της παράδοσης, όσο και για την πραγμάτωση της ουτοπίας ενός αρχαίου συμπατριώτη που ονομαζόταν Ισοκράτης, ο οποίος, εν μέσω της κρίσης του 4ου αι. π.Χ., αναγνωρίζοντας την ανθρωπιστική ισχύ της ελληνικής γλώσσας δίδασκε πως: «Όσοι μαθαίνουν ελληνικά γίνονται Έλληνες».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου