Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης - Μονή Μυρελαίου

 

 
Αριστερά, αναπαράσταση της Μονής, όπου φαίνεται το διώροφο κτίριο και δεξιά η Μονή όπως είναι σήμερα γνωστή ως Μπόντρουμ Τζαμί.
                Η Μονή του Μυρελαίου ήταν ελληνικό χριστιανικό μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη που μετά την οθωμανική κατάκτηση της πόλης μετατράπηκε σε τέμενος, σήμερα γνωστό ως Μπόντρουμ Τζαμί. Δίπλα ακριβώς στην μονή υπήρχε το ανάκτορο του Ρωμανού Λεκαπηνού με το οποίο η Μονή επικοινωνούσε άμεσα. Η Μονή χτίστηκε διώροφη με στόχο να είναι στο ίδιο επίπεδο με την ταράτσα του παλατιού.
 
 Αναπαράσταστη του παλατιού, δίπλα η μονή Μυρελαίου
 
                Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του ναού δεν μας είναι γνωστή. Επρόκειτο όμως για το καθολικό της μονής του Μυρελαίου που ίδρυσε, σύμφωνα με τις πηγές, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄ Λεκαπηνός (920-944).Το 922 ενταφιάστηκε στο ναό η σύζυγος του Ρωμανού Α΄ Θεοδώρα. Επομένως, η ίδρυση του μνημείου θα πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 920 (έτος κατά το οποίο ο Ρωμανός Α΄ ανήλθε στο θρόνο) και 922, οπότε ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν έτοιμος εφόσον χρησιμοποιήθηκε για την ταφή της αυτοκράτειρας.
                 Οι περισσότερες πηγές συγκλίνουν στην ίδρυση της μονής από τον Ρωμανό Α΄, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται να μετατρέπει σε μονή το παρακείμενο παλάτι του. Μετά το θάνατο του Ρωμανού, το καθίδρυμά του συνέχισε να λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα, έχοντας φιλοξενήσει μέλη αυτοκρατορικών οικογενειών ως μοναχές και έχοντας δεχτεί αυτοκρατορικές δωρεές σε γαίες· το 14ο αιώνα και πριν από το 1315 μετατράπηκε σε ανδρική μονή. Τελευταία φορά η μονή αναφέρεται πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, γύρω στο 1400, με αφορμή κάποια αγοραπωλησία, ενώ δεν γνωρίζουμε την τύχη της ύστερα από αυτήν.
                Το καθολικό της μονής φαίνεται ότι προοριζόταν εξαρχής για ταφικό μνημείο της οικογένειας των Λεκαπηνών. Το 922 έγινε εκεί η πρώτη ταφή, της Θεοδώρας, συζύγου του Ρωμανού Α΄. Ο μεγαλύτερος γιος του αυτοκράτορα, ο συναυτοκράτορας Χριστόφορος, ετάφη στο Μυρέλαιο το 931. Ακολούθησε άλλος ένας γιος του Ρωμανού, ο Κωνσταντίνος, το 946, ο οποίος ετάφη στο ίδιο μνήμα με τη σύζυγό του Ελένη, που είχε πεθάνει το 940. Το 948 έγινε η μετακομιδή της σορού του Ρωμανού Α΄, που πέθανε εξόριστος στο νησί Πρώτη. Τέλος, το 961, η κόρη του Ρωμανού και χήρα του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου Ελένη, ετάφη δίπλα στη οικογένειά της στο καθίδρυμα του πατέρα της.
               Το 1203 καταστράφηκε από πυρκαγιά εξαιτίας εμπρησμού και ερειπώθηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204-1261). Γύρω στο 1300, επί Παλαιολόγων, υπέστη, όπως προκύπτει από τα ευρήματα των ανασκαφών, μεγάλης κλίμακας αναστηλωτικές εργασίες που άλλαξαν πολλά στοιχεία του αρχικού κτίσματος απλουστεύοντας την αρχική του μορφή.
             Ο ναός, με εξωτερικές διαστάσεις 11,22 μ. × 17,50 μ. και κάτοψη σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου τετρακιόνιου με τρεις αψίδες στα ανατολικά, κτίστηκε εξ ολοκλήρου με πλίνθους, πάνω σε υψηλή υποδομή. Η υποδομή αυτή ήταν απαραίτητη για να έλθει ο ναός στο ίδιο επίπεδο με το γειτονικό συγκρότημα του ανακτόρου του Ρωμανού, με το οποίο κτίστηκε σε επαφή και φαίνεται ότι επικοινωνούσε άμεσα.
             Ο τρούλος του ναού, διαμέτρου 5,50 μ., πτυχωτός, με ψηλό (3,15 μ.), οκτάπλευρο τύμπανο, στηρίζεται σε τέσσερις κτιστούς πεσσούς.
              Εξωτερικά, μία σειρά από κτιστούς ημικυκλικούς πεσσούς προβάλλει στις επιφάνειες των εξωτερικών τοίχων την εσωτερική αρχιτεκτονική διάρθρωση του ναού και προσδίδει πλαστικότητα και πολυπλοκότητα στη δυτική, βόρεια και νότια όψη του. Οι επιφάνειες αυτές φέρουν επίσης πολλά ανοίγματα, πολλαπλώς αλλοιωμένα από την εποχή των Παλαιολόγων μέχρι και τις μέρες μας.
               Με διαστάσεις 13,10 μ. × 24,10 μ., η υποδομή- το υπόγειο μέρος του ναού αποτελεί μια απλή δομική κατασκευή από λίθους και πλίνθους, η οποία χτίστηκε με μόνο σκοπό τη δημιουργία μιας πλατφόρμας έδρασης του κυρίως ναού στο ίδιο ύψος με το παρακείμενο ανάκτορο του Ρωμανού. Η πρωτότυπη αυτή αρχιτεκτονική λύση έδωσε στο όλο μνημείο εντυπωσιακό ύψος και επιβλητική πυργοειδή μορφή. Στην αρχική φάση του κτίσματος, το 10ο αιώνα, χρησίμευε κατά πάσα πιθανότητα ως αποθηκευτικός χώρος, χωρίς να επικοινωνεί άμεσα με τον υπερκείμενο ναό. Κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας επισκευής στο ναό του Μυρελαίου (περί το 1300) ο χώρος της υποδομής ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε υπόγειο σταυροειδή ναό. Το δάπεδο ανυψώθηκε, τα ανοίγματα ανακατασκευάστηκαν και διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες. Όπως φαίνεται από τις επτά ταφές κατά μήκος του νότιου κλίτους, ο υπόγειος αυτός ναός έλαβε το χαρακτήρα ταφικής κρύπτης.
                Ο υπόγειος ναός έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με τον υπερκείμενο και την ίδια εσωτερική διάταξη. Στο εσωτερικό του διατηρούνται οι τέσσερις κίονες με μαρμάρινα κορινθιακά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση. Εξωτερικά, διαμορφώνεται μία σειρά από ογκώδεις ορθογώνιους πεσσούς οι οποίοι ενώνονται με τόξα.
             Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού δεν διατηρήθηκε. Ωστόσο τα ευρήματα των ανασκαφών από το δάπεδο του κυρίως ναού κατέδειξαν μια πλούσια διακόσμηση: μαρμαροθετήματα με γεωμετρικά μοτίβα στο δάπεδο, ορθομαρμάρωση στο κατώτερο τμήμα των τοίχων και ψηφιδωτά στις ανώτερες ζώνες, καθώς και πλίνθινες πλάκες με πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση.
                Ο υπόγειος ναός διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, όπως αναφέραμε, όταν μετατράπηκε σε ταφική κρύπτη κατά τους Παλαιολόγειους χρόνους. Από το διάκοσμο αυτόν είχε διατηρηθεί μέχρι την τελευταία αναστήλωση του μνημείου ένα τμήμα τοιχογραφίας πάνω από έναν από τους τάφους: μια γυναικεία μορφή εικονιζόταν γονατιστή μπροστά στην Παναγία, που παριστανόταν στον τύπο της Οδηγήτριας. Σήμερα και το τμήμα αυτό της τοιχογραφίας έχει χαθεί.

            Ο ναός του Μυρελαίου είναι ένα από τα δύο πρωιμότερα παραδείγματα σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο στην αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης (το άλλο είναι η βόρεια εκκλησία της Μονής Λιβός). Ο τύπος αυτός, που επρόκειτο να γίνει ο επικρατέστερος στη βυζαντινή ναοδομία, εμφανίζεται στα μνημεία αυτά πλήρως απαρτισμένος. Η ποιότητα του μνημείου, τόσο ως προς το σχεδιασμό όσο και ως προς την εκτέλεση, είναι χαρακτηριστική. Η σπουδαιότητα όμως του Μυρελαίου αυξάνεται καθώς, εξαιτίας του μεγάλου κενού στα σωζόμενα μνημεία της Κωνσταντινούπολης, είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κωνσταντινουπολίτικης ναοδομίας από την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας, ενώ πρέπει να φτάσουμε στον 11ο αιώνα για να συναντήσουμε το επόμενο δείγμα βυζαντινής ναοδομίας στην πρωτεύουσα.
             Πέραν του αρχιτεκτονικού τύπου, όμως, ο ναός αποκτά, σύμφωνα με τον Striker, ξεχωριστή ιστορική σημασία ως ιδιωτικό αυτοκρατορικό ταφικό κτίσμα του Ρωμανού Α΄. Ο Ρωμανός έγινε αυτοκράτορας παραγκωνίζοντας αθόρυβα τον ανήλικο ακόμη Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο υπό την ιδιότητα του βασιλεοπάτορα αρχικά και του συναυτοκράτορα στη συνέχεια. Αν και επιδίωκε να εδραιώσει τη δική του δυναστεία στην εξουσία, ποτέ δεν στράφηκε ανοιχτά εναντίον του Κωνσταντίνου Ζ΄, ο οποίος παρέμενε συναυτοκράτορας στη σκιά του πεθερού του. Σύμφωνα με τον Striker, η ίδρυση ενός οικογενειακού ταφικού μνημείου είχε αναμφίβολα σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ρωμανός ανέβηκε στο θρόνο. Οι αυτοκρατορικές ταφές γίνονταν στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όμως η ταφή του ίδιου του Ρωμανού ή άλλων μελών της οικογένειάς του εκεί δεν θα μπορούσε ποτέ να νομιμοποιηθεί, οπότε δημιουργήθηκε η ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικού ταφικού χώρου. Η ενέργειά του αυτή ενθάρρυνε πιθανότατα τη μεταγενέστερη συνήθεια των Βυζαντινών να ιδρύουν ιδιωτικούς ταφικούς ναούς.
 
επιμέλεια; Θάνος Δασκαλοθανάσης
Πηγή Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου