Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Το Βυζάντιο, η Δύση και η παρακμή

         




           Πρόσφατα πολλοί ιστορικοί της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, έχουν εγκαταλείψει τους όρους <<παρακμή>> και σκοτεινοί>> αιώνες, ως απροκάλυπτα αρνητικούς, προτιμώντας τις λέξεις <<μετασχηματισμό>> ή <<ασυνέχεια>>, όταν αναφέρονται στο Βυζάντιο. Διστάζουν να μιλήσουν για παρακμή, ακόμη και για εποχές όπου οι επιδημίες εξόντωσαν εκατομμύρια ανθρώπους, οι εχθρικές επιδρομές κατέστρεψαν δεκάδες πόλεις, το εμπόριο κατέρρευσε και κυριαρχούσε ο αναλφαβητισμός. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ιστορικούς δε διστάζουν καθόλου να επικρίνουν τη φτώχεια, τον πόλεμο, τις ασθένειες και τον αναλφαβητισμό της εποχής μας. Το γιατί όλα αυτά θα ήταν λιγότερο επώδυνα για τους Βυζαντινούς μοιάζει ανεξήγητο, εκτός κι αν οι τελευταίοι υπήρξαν κατώτερος λαός, άξιος των παθών του. Η αποστροφή για τους Βυζαντινούς διαφαίνεται και στις ενστάσεις που προκαλεί το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν <<Βαρβάρους>> τους Γερμανούς και άλλους βόρειους εισβολείς, μολονότι η λέξη σήμαινε απλώς τον ξένο. Κι όμως οι Γερμανοί αναμφίβολα υπήρξαν λιγότερο μορφωμένοι και καλλιεργημένοι από τους Βυζαντινούς. Εξάλλου, κανείς από τους επικριτές των Βυζαντινών δε δείχνει να ενδιαφέρεται σήμερα για τα αισθήματα των Γερμανών.
               Οι βυζαντινοί πράγματι πρέσβευαν κάποιες απόψεις που σήμερα φαντάζουν σκοταδιστικές. Η στάση τους για παράδειγμα απέναντι στη σεξουαλικότητα μπορεί να παρομοιαστεί με αυτή των σημερινών Αμερικανών απέναντι στο κάπνισμα και τη γαστριμαργία: αποδοκιμασία κατ΄αρχήν, σε συνδυασμό με συχνή απόλαυση ή ανοχή. Δεδομένου ότι οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι η αναπαραγωγή αποτελεί το μόνο αληθινό αγαθό των σεξουαλικών σχέσεων, καταδίκαζαν φυσικά τις εκτρώσεις και την ομοφυλοφιλία. Θα τους φαινόταν διεστραμμένη ή παράλογη η ιδέα ότι τα ενδιαφέροντα και οι προτιμήσεις των ανθρώπων καθορίζονται από το φύλο, την εθνική ομάδα ή την κοινωνική τάξη. Οι βυζαντινοί θεωρούσαν ότι άξιζε να αγωνίζονται για θρησκευτικά δόγματα, για πολιτικούς ηγέτες και ενίοτε για αθλητικούς συλλόγους. Σχεδόν χωρίς εξαίρεση οι βυζαντινοί στασιαστές δεν επιθυμούσαν να καταλύσουν την αυτοκρατορία αλλά να επιβάλλουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις ή τους δικούς τους ηγέτες. Ουσιαστικά όλοι οι βυζαντινοί διατηρούσαν  με συνέπεια τις ίδιες ιδέες τόσο για την αυτοκρατορία όσο και για τη χριστιανική θρησκεία. Για να τους μελετήσουμε δε χρειάζεται να ασπαστούμε τις απόψεις τους. Θα πρέπει όμως να αποφύγουμε τον πειρασμό να τους ερμηνεύσουμε με σημερινούς όρους.
             Σε κάθε περίπτωση, το αν συμπαθούμε ή όχι τους Βυζαντινούς, τους Χριστιανούς ή τις αυτοκρατορίες γενικά, δε θα πρέπει να επηρεάζεται την κρίση μας για το αν και πότε ή κατά πόσο παρήκμασαν, με εξαίρεση ίσως της ηθικής παρακμής. Ομολογουμένως η έννοια της παρακμής (στο Βυζάντιο αλλά και οπουδήποτε αλλού) είναι σύνθετη και προβληματική. Η παρακμή μπορεί να είναι διαφόρων ειδών: η αραβική επέκταση θα μπορούσε να είναι παρακμή των βυζαντινών. Η πολιτική ή στρατιωτική παρακμή ήταν δυνατόν να συνυπάρχει με οικονομική ή πολιτιστική άνθιση.Συνέβαινε επίσης, ένα γεωγραφικό τμήμα της αυτοκρατορίας να παρακμάζει, ενώ κάποιο άλλο αναπτυσσόταν. Βέβαια κάθε κοινωνία έχει τα προβλήματά της, άλλα όλα τα προβλήματα δε σημαίνουν κατ΄ ανάγκην και παρακμή.
           Σήμερα, ενώ διαθέτουμε πάμπολλες πληροφορίες για την εποχή μας, δε συμφωνούμε μεταξύ μας για το αν είμαστε σε φάση παρακμής, δε συμφωνούμε καν για το είδος της παρακμής. Δεδομένου ότι οι μαρτυρίες που έχουμε για τη βυζαντινή ιστορία είναι συχνά ισχνές, δεν μπορούμε να είμαστε πάντα σίγουροι, αν μια ορισμένη εξέλιξη συνιστούσε <<παρακμή>> , <<ανάπτυξη>> ή <<σταθερότητα>>. Αν μη τι άλλο τέτοιου είδους εννοιολογικές πολυπλοκότητες θα πρέπει να μας κάνουν αμφιβάλλουμε ότι το Βυζάντιο παρήκμαζε συνεχώς  καθ΄ όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας του.
            Ο καλύτερος δείκτης κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, τόσο για την αρχαιότητα όσο και για το Μεσαίωνα, ήταν και είναι η αστικοποίηση. Ελάχιστοι από τους κατοίκους των πόλεων αλλά σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι καλλιεργούσαν τη γη, βοσκούσαν ζώα ή ψάρευαν για να επιβιώσουν. Όλες οι κοινωνίες με ολιγάριθμες και μικρές πόλεις είχαν πληθυσμό στον οποίο υπερτερούσαν συντριπτικά οι καλλιεργητές της γης. Τέτοιες κοινωνίες δεν είχαν το χρόνο ή το χρήμα για να προάγουν τη διοίκηση, το εμπόριο, την παιδεία, τη τέχνη ή τη λογοτεχνία. Όσο μεγαλύτερος ο αστικός πληθυσμός τόσο περισσότεροι άνθρωποι καταγίνονταν με τις τυπικά αστικές ασχολίες, οι οποίες συνιστούν αυτό που ονομάζουμε <<πολιτισμό>>, με την πρωταρχική έννοια του όρου, με τις δραστηριότητες δηλ. που αναπτύσσονται στα πλαίσια μιας πόλης.
            H ανάπτυξη ή η συρρίκνωση των πόλεων, λοιπόν, υποδηλώνει πρόοδο ή παρακμή του πολιτισμού. Επιμέρους διακυμάνσεις ίσως να μη μετρούν πολύ, εφ΄ όσον διατηρείται γενικά ένα επίπεδο αστικοποίησης, πάντως η συρρίκνωση πόλεων και η μετατροπή τους σε χωριά πιθανότατα σημαίνει δραστική παρακμή ως προς την ποιότητα και τα μεγέθη της διοίκησης, του εμπορίου, της εκπαίδευσης και της υψηλής παιδείας. Μια τέτοια κατάρρευση γνώρισε η Δυτική Ευρώπη από τον έκτο ως τον όγδοο αιώνα. Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι κάτι σχεδόν ανάλογο συνέβη κατά την ίδια περίοδο και στο Βυζάντιο. Κάποιοι έχουν δώσει μεγάλη έμφαση στους λεγόμενους <<σκοτεινούς>> αιώνες του Βυζαντίου, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα εκείνους της Δύσης. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κείμενα καταδεικνύουν ότι οι λεγόμενοι <<σκοτεινοί>> αιώνες υπήρξαν εκατέρωθεν, όμως η βυζαντινή <<σκοτεινή>> περίοδος υπήρξε σαφώς λιγότερο δεινή από εκείνη της Δύσης, αν δεχτούμε ως κριτήριο την συρρίκνωση των πόλεων και την οπισθοδρόμηση του πολιτισμού. Αν και στην Ανατολή δεν παρουσιάζονται σαφείς τάσεις και φαινόμενα οπισθοδρόμησης, όπως η συρρίκνωση των αστικών κέντρων και η σπανιότητα χειρογράφων, ωστόσο δεν διαθέτουμε αξιόπιστες στατιστικές για τους πληθυσμούς των πόλεων  ή αδιαμφισβήτητα δεδομένα που να καταδεικνύουν πολιτιστική άνθηση.
           Ένα σαφές κριτήριο προόδου ή παρακμής, σε επίπεδο κράτους, είναι οι γεωγραφικές αυξομειώσεις της επικράτειάς του. Μεγάλες και χρονικά παρατεταμένες εδαφικές απώλειες ενδεχομένως είναι αποτέλεσμα ή αιτία αδυναμίας.Αντίθετα, αξιοσημείωτες και σταθερές εδαφικές επεκτάσεις, ίσως αποκαλύπτουν ή καταλήγουν σε αύξηση της δύναμης. Μπορούμε να υπολογίσουμε αξιόπιστα το μέγεθος της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά περιόδους. Ταυτόχρονα όμως άλλοι σχετικοί δείκτες παρακμή της, όπως ο συνολικός πληθυσμός ή οι κρατικές πρόσοδοι σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, είναι δύσκολο να υπολογιστούν και λιγότερο αξιόπιστοι και φυσικά δε μπορεί να γίνει λόγος για ακαθάριστο εθνικό προϊόν ή κάτι ανάλογο.
           Ο πίνακας που παραθέτω δεν περιλαμβάνει τις ούτως ή άλλως αραιοκατοικημένες ερήμους της Αιγύπτου και της Συρίας, τις οποίες οι περισσότεροι χάρτες αποδίδουν συμβατικά στην αυτοκρατορία.

Η έκταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας 285-1461


             Το γράφημα δείχνει ότι ο Γίβων είχε κάποιο δίκιο: αν συνυπολογίσουμε τη Δ. ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως έκανε ο ίδιος, η γενικότερη τάση της χιλιετίας ήταν καθοδική. Οι εξαιρέσεις, ωστόσο, υπήρξαν σημαντικές, κάποιες μάλιστα κάλυπταν εκατοντάδες χρόνια. Την ίδια εποχή που η Δύση παρήκμαζε και κατέρρεε οριστικά, το Βυζάντιο υπέστη μικρότερες και προσωρινές απώλειες. Στη συνέχεια, μεταξύ 450-550 διπλασίασε τα εδάφη του. Αν και προφανώς στους επόμενους δυο αιώνες τα πράγματα δεν πήγαν καλά, εν τούτοις από το 750 ως το 1050 το Βυζάντιο υπερδιπλασίασε την έκτασή του. Κατά την τελευταία μάλιστα περίοδο ήταν μεγαλύτερο από όσο υπήρξε εξακόσια χρόνια πριν. Μετά το 1050 ακολούθησε άλλη μια καταστροφική περίοδος, αλλά το Βυζάντιο ανέκαμψε σύντομα και γύρω στο 1150 ήταν μεγαλύτερο από όσο τετρακόσια χρόνια πριν. Το 1204 μια ακόμη τραγωδία διέλυσε σε κομμάτια την αυτοκρατορία. Ακόμη  και ύστερα από αυτό, τα διάδοχα βυζαντινά κράτη το 1280 είχαν υπό τον έλεγχό τους τόσα εδάφη όσα και η αυτοκρατορίας διακόσια χρόνια πριν. Μόνο τότε ξεκίνησε πραγματικά μια τελική πορεία παρακμής. Αν λάβουμε ως μέτρο την εδαφική έκταση, έχουμε την εικόνα μιας ρωμαλέας αντίστασης στην παρακμή, συχνά ισοδύναμης με την πρόοδο.
              Κάποιες άλλες μετρήσεις, δύσκολο να αποτυπωθούν σε γραφήματα, θα αποτύπωναν μια παρόμοια εικόνα, ίσως και πιο θετική. Για παράδειγμα, είναι πλέον σαφές ότι η οικονομική επέκταση του Βυζαντίου ήταν διαρκής από το 750 ως και το 1204, ίσως και αργότερα. Τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα δείχνουν ότι ο βυζαντινός πολιτισμός ήταν ιδιαίτερα σφριγηλός μέχρι το τέλος, αλλά και αργότερα, αν λάβουμε υπόψη τους Έλληνες λογίους και καλλιτέχνες που κατέκλυσαν την Ιταλία. Ακόμη και στη διάρκεια των χειρότερων κρίσεων του 7ου και 8ου αιώνα, η αποτελεσματικότητα της γραφειοκρατικής μηχανής και του στρατού φάνηκε παραδόξως να βελτιώνεται., ενώ η βυζαντινή κοινωνία με πολλούς τρόπους αποκτούσε μεγαλύτερη συνοχή. Αυτοί οι παράγοντες βοηθούσαν την αυτοκρατορία να ανακάμπτει από τις εκάστοτε κρίσεις.
           Το Βυζάντιο ήταν μοναρχικό κράτος που το κυβερνούσε ένας –θεωρητικά- απόλυτος μονάρχης με άλλους ισχυρούς αξιωματούχους του στρατού, της Εκκλησίας και της διοίκησης. Τούτοι οι ηγέτες μπορούσαν να υλοποιήσουν –και πράγματι υλοποίησαν- θεαματικές και ανθεκτικές στο χρόνο καινοτομίες. Από την άλλη υποχρεώνονταν να αντιμετωπίσουν εξελίξεις τις οποίες αδυνατούσαν να ελέγξουν,  όπως η εξάπλωση του χριστιανισμού, οι επιδημίες πανώλης, οι εισβολές των Γερμανών, Περσών, Αράβων, Βούλγαρων και Τούρκων. Αυτό που καθόρισε την πορεία της βυζαντινής αυτοκρατορίας  ήταν ο συνδυασμός των αντίπαλων δυνάμεων που αντιμετώπιζαν οι βυζαντινοί με τις αντιδράσεις των ίδιων των Βυζαντινών.
 
 
από το βιβλίο <<ΒΥΖΑΝΤΙΟ>> του Warren Treadgold, καθηγητή βυζαντινών σπουδών του πανεπιστημίου του Saint Luis


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου