Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Το ιστορικό του ναού της Αναστάσεως

         
Αναπαράσταση του ναού της Αναστάσεως  όταν οικοδομήθηκε το 335
 
 
 
             Στις 20 Μαΐου ξεκίνησαν οι εργασίες τις Α' Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια της Βιθυνίας για την αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρειανισμού. Στην σύνοδο συμμετείχε και ο Επίσκοπος Ιεροσολύμων (δεν είχε γίνει ακόμη Πατριαρχείο) Μακάριος. Την ίδια χρονιά η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η αγία Ελένη. πραγματοποίησε ταξίδι στα Ιεροσόλυμα με σκοπό την αποκατάσταση της χριστιανικής διοίκησης και λατρείας στους τόπους που βάδισε ο Θεάνρωπος και την ανέγερση Ιερών Ναών στα σημαντικότερα σημεία της παρουσίας του.
            Ειδική μέριμνα απαιτούνταν για την περιοχή του Γολγοθά. Στην περιοχή είχαν γίνει επιχωματώσεις τον καιρό του αυτοκράτορα Ανδριανού και είχε στηθεί είδωλο και ναός της Αφροδίτης επί του Τάφου του Κυρίου, με σκοπό την αποτροπή των Χριστιανών από το προσκύνημα. Το πρώτο έργο της Αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Η προσπάθεια πέτυχε και ο Τίμιος Σταυρός βρέθηκε μέσα σε σπήλαιο μαζί με τους δύο άλλους των συσταυρωθέντων ληστών και τα λοιπά σύνεργα της σταυρώσεως. Το θαύμα της αναστάσεως της χήρας ξεχώρισε τον σταυρό του Χριστού. Κατόπιν αυτών ο τόπος καθαρίσθηκε και ήρθαν στην επιφάνεια τα σημεία της Σταυρώσεως, της Αποκαθηλώσεως και της Ταφής του Κυρίου. Τα υλικά που αποτελούσαν τον ναό και τα είδωλα απομακρύνθηκαν και η περιοχή καθαγιάσθηκε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έγινε μια αρχαιολογική ανασκαφή από την Αγία Ελένη και αποκατάσταση ενός Ιερού Μνημείου.
               Με βασιλικά έξοδα ανεγέρθηκε για πρώτη φορά ο Ναός της Αναστάσεως. Ο Ευσέβιος Καισαρείας διασώζει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του επιστολή την οποία έστειλε ο Μέγας Κωνσταντίνος στον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο:
 
«Νικητής Κωνσταντίνος, μέγιστος σεβαστός, Μακαρίω. Τόση μεγάλη είναι η χάρις του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπου δεν φαίνεται να είναι άξια του παρόντος θαύματος μηδεμία δύναμις λόγων. Επειδή και το σημείο εκείνο του αγιοτάτου δεσποτικού πάθους, όπου προ πολλού εκρύπτετο υποκάτω της γης και δεν εγνωρίζετο εις τόσας ετών περιόδους, έως ου έμελλε να αναλάμψει εις τους δικούς του θεράποντας, που ελευθερώθησαν με την αναίρεσιν και φθοράν του κοινού εχθρού πάντων, αληθώς υπερβαίνει πάντα νουν ανθρώπινον και μεγάλην έκπληξιν και θάμβος προξενείν εις τόσον, όπου, και αν όλοι της οικουμένης οι σοφοί εις εν συνελθόντες θελήσουσι να το επαινέσουν και κατ' αξίαν να το παραστήσουν, ουδέ το ελάχιστον δύνανται να ειπούσι. Τόσον πολλά υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην κατάληψιν το θαύμα τούτο, όσον τα ουράνια υπερβαίνουσι τα ανθρώπινα. Και δια τούτο λοιπόν αυτόν τον σκοπόν έχω πάντοτε και πρώτον και μόνον, ότι καθώς η αληθής πίστις δεικνύει εαυτήν καθεκάστην με καινότερα θαύματα, κατά τον αυτόν τρόπον και αι ψυχαί πάντων ημών να σπουδάσωσι προθυμότερον εις τον άγιον νόμον με πάσαν σωφροσύνην και ομογνώμονα προθυμίαν. Όθεν και θέλω να είναι όλοι εις τούτο καταπεπεισμένοι, το οποίον υπολαμβάνω να είναι και εις όλους φανερόν, ότι περισσότερο απ' όλα φροντίζω όπως, καθώς θεία νεύσει τον ιερόν εκείνον τόπον τον ελάφρωσα από ένα βάρος, όθεν έγινεν από τας αισχροτάτας προσθήκας των ειδώλων, ούτω να τον κοσμήσωμεν με κάλλος οικοδομημάτων, επειδή και αυτός ο τόπος εξ αρχής ήτον άγιος με κρίσιν Θεού και αγιώτερος εφανερώθη, αφού έβγαλεν φως εις την πίστιν του σωτηρίου πάθους».
          
            Στην συνέχεια της επιστολής ο Μέγας Κωνσταντίνος δίνει κάποιες οδηγίες για την κατασκευή, αφήνει, όμως, και σχετική ελευθερία στις επιλογές του Μακαρίου. Κατά τον Θεοδώρητο Κύρου κομιστής της επιστολής ήταν η Αγία Ελένη. Ο Σωκράτης στην δική του Εκκλησιαστική Ιστορία μας πληροφορεί, ότι ο ναός κτίσθηκε παρουσία της με σχέδια του αρχιτέκτονα Ζηνοβίου. Στοιχεία από τα σχέδια αυτά διατηρήθηκαν και στις μεταγενέστερες κατασκευές, όπως ο ανοικτός θόλος (Ροτόντα) υπεράνω του Παναγίου Τάφου.
           Οι εργασίες της οικοδόμησης ολοκληρώθηκαν το 335 μ.Χ. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 13 Σεπτεμβρίου του 336 από τους επισκόπους που συμμετείχαν στην σύνοδο της Τύρου. Ο πρώτος ναός είναι γνωστός σε μας ως Κωνσταντίνειος Βασιλική και περιγραφή του αν και ελλειπή βρίσκουμε στον Βίο του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Ευσεβίου Καισαρείας.


Το Καθολικόν του Ναού της Αναστάσεως
 
 
             Το 614 μ.Χ ο στρατηγός του Πέρση βασιλιά Χοσρόη Β' κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα. Ακολούθησε φοβερή καταστροφή. Πλήθος Χριστιανών σφαγιάσθηκαν από τους Πέρσες και τους συνεπικουρούντες Ιουδαίους. Πάνω από τριακόσια μοναστήρια κάηκαν. Την ίδια κατάληξη είχαν και οι εκκλησίες της πόλης, όπως η Εκκλησία της Αγίας Σιών, ο Ναός της Θεοτόκου, προσφορά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, η εκκλησία της Αναλήψεως στο όρος των Ελαιών κ.α. Ο Ναός της Αναστάσεως έγινε επίσης στόχος του μίσους των ζωροαστρών και παραδόθηκε στις φλόγες. Αναθήματα τριακοσίων ετών εκλάπησαν.
              Ηγούμενος της Μονής του οσίου Θεοδοσίου ήταν την εποχή εκείνη ο Μόδεστος. Αυτός ανέλαβε να ανακουφίσει τους κατοίκους της Παλαιστίνης με την συνδρομή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος. Εξαγόρασε πλήθος αιχμαλώτων, έθρεψε τον πεινασμένο πληθυσμό, επανέφερε τους μοναχούς στις Μονές τους. Με τον μοναχό Αντίοχο ξεκίνησαν έρανο για την αποκατάσταση του Ναού της Αναστάσεως σε όλη την Ανατολή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, εκτός από τα χρηματικά ποσά που προσέφερε, έστειλε και χίλιους εργάτες, πρώτες ύλες, μεταφορικά ζώα κατάφορτα με τρόφιμα.
             Η ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως τελείωσε το 626 μ.Χ. Δυστυχώς η άσχημη οικονομική κατάσταση της κατεστραμένης περιοχής και της αυτοκρατορίας εν γένει δεν επέτρεψε τη επαναφορά του Ναού στην πρότερη μεγαλοπρεπή του μορφή. Η ιστορία διασώζει, ότι ο πρώτος που βαπτίσθηκε στον Ναό ήταν ένας Πέρσης στρατιώτης ο μετέπειτα μεγαλομάρτυς Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης. Εν συνεχεία ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κατατρόπωσε τους Πέρσες και τους ανάγκασε να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους και τον Πατριάρχη Ζαχαρία. Παρέλαβε ο ίδιος τον Τίμιο Σταυρό και τον έφερε πρώτα στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Ιερουσαλήμ το 630 μ.Χ. Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου και έκτοτε τιμάται η ανάμνησις του γεγονότος κάθε χρόνο. Ο Ηράκλειος προσέφερε μεγάλα ποσά για την αποκατάσταση των μνημείων και φορολογική ατέλεια στην περιοχή για την ανακούφιση του λαού. Ο καινούργιος Ναός ήταν σε βυζαντινό ρυθμό πιο λιτός, όπως ήδη είπαμε. Την περιγραφή αυτού του Ναού βρίσκουμε στην περιήγηση του Αρκούλφου που γράφηκε το 680 μ.Χ.
               Το 637 μ.Χ. ο χαλίφης Ομάρ έγινε κύριος της Ιερουσαλήμ. Μετά από συνεννοήσεις με τον Πατριάρχη Σοφρώνιο, εξέδωσε διάταγμα (Αχτιναμέ) με το οποίο εξασφάλισε την κυριαρχία των Ρωμαίων επί των Αγίων Τόπων και ρύθμιζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Χριστιανών
                 Το παραπάνω έγγραφο εγγυόταν την ασφάλεια των Χριστιανών κατοίκων και προσκυνητών των Αγίων Τόπων και των προσκυνημάτων.
           Οι σχέσεις των Χριστιανών της Ιερουσαλήμ και των μουσουλμάνων επικυρίαρχων ακολουθούσαν τις εξελίξεις των σχέσεων του Χαλιφάτου με την βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι το 969 μ.Χ. εξαγριωμένο πλήθος μωαμεθανών εισέβαλε στο Ναό της Αναστάσεως και τον εσύλησε, ως αντίποινα για την κατάληψη της Αντιόχειας από των στρατό του Νικηφόρου Β' Φωκά. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης ο Δ' βρήκε μαρτυρικό στην πυρά θάνατο.
             Το 995 μ.Χ ανήλθε στον θρόνο της Αιγύπτου ο Χακέμ ιμπν Αμριλλάχ. Αυτός καταγόταν από μητέρα Χριστιανή. Η ιστορία τον θυμάται ως άστατο και αδίστακτο τύραννο. Η γνώμη του δεν παρέμενε σταθερή επί ζητήματος για πολύ καιρό και αυτό είχε επιπτώσεις στην πολιτική του, ιδίως την θρησκευτική. Κατεδίωκε τους Χριστιανούς με περισσότερο φανατισμό από τους προκατόχους του, διότι δεν ήθελε να αφήσει ίχνος επήρειας από την εκ μητρός καταγωγή του. Το αποκορύφωμα του μίσους του εναντίον των Χριστιανών υπήρξε η καταστροφή του ναού της Αναστάσεως το 1010 μ.Χ
             Η δεύτερη αυτή καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Σε μια από τις πολλές μεταστροφές της γνώμης του ο Χακέμ επέτρεψε την ανοικοδόμηση του, αλλά κανείς δεν ετόλμησε να πράξει κάτι, στην διάρκεια της τυραννίας του.             
              Το 1028, μετά τον θάνατο του Χακέμ ανέβηκε στον θρόνο της Αιγύπτου ο γιος του Δαρέχ. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ρωμανός Γ' ο Αργυρός. Αυτός ήρθε σε συνεννόηση με το Δαρέχ, ο οποίος επέτρεψε την ανοικοδόμηση. Ο Ρωμανός προς επίτευξη του σκοπού αυτού, έστειλε χρήματα, υλικά και κτίστες, για να ξεκινήσουν το έργο. Οι διάδοχοί του Μιχαήλ ο Παφλαγών και Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος συνέχισαν τις εργασίες με τις προσφορές τους. Μετά την εκδίωξη του Δαρέχ από τον χαλίφη της Βαγδάτης Μουστάνζαρ, αντηλλάγησαν αντιπροσωπίες με την Κωνσταντινούπολη. Ένα από τα θέματα της «αντζέντας» ήταν η απελευθέρωση 5000 μουσουλμάνων, αιχμαλώτων των Ρωμαίων, οι οποίοι θα βοηθούσαν στην αποπεράτωση. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος συμφώνησε και πέντε χιλιάδες μωαμεθανοί έφθασαν στην Ιερουσαλήμ και συνέβαλαν στην ολοκλήρωση των εργασιών. Ο νέος Ναός της Αναστάσεως ήταν έτοιμος το 1048 μ.Χ.
                 Το 1099 μ.Χ. οι Σταυροφόροι έφθασαν μπροστά στα τείχη της Ιερουσαλήμ. Νέες προτάσεις για καταστροφή του Ναού από τους μουσουλμάνους απορρίφθηκαν την τελευταία στιγμή ως ατελέσφορες. Στις 16 Ιουλίου του ίδιου έτους η Ιερουσαλήμ πέρασε στα χέρια των Φράγκων και του αρχηγού τους Γεδεφρείδου. Η παρουσία τους εκεί διήρκεσε 88 έτη. Στα χρόνια αυτά οι Λατίνοι σεβάσθηκαν το οικοδόμημα των Βυζαντινώνων αυτοκρατόρων και δεν επέφεραν αλλαγές ή τροποποιήσεις στην κατασκευή. Περιορίσθηκαν σε επισκευές επί Πατριαρχείας του Λατίνου Αλμέρικου, για τις οποίες συνεισέφερε και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός.
                  Το 1187 μ.Χ. ο Σαλαντίν εξεδίωξε τους σταυροφόρους και έγινε κύριος της Ιερουσαλήμ. Μαζί με τους ιππότες έφυγαν και οι Λατίνοι κληρικοί από την Αγία Πόλη. Ο Σαλαντίν προέβη σε αντίποινα, μέρος των οποίων είχαν να κάνουν και με τον Ναό της Αναστάσεως. Σφράγισε όλες τις πύλες του Ναού, εκτός από μία, και έκλεισε τα παράθυρα του τρούλου του Καθολικού. Κατέβασε τον σταυρό που στόλιζε τον τρούλο και τον περιέφερε χλευαστικά στους δρόμους της πόλης. Οι ζημιές θα είχαν λάβει μεγαλύτερη διάσταση, εάν η Βυζαντινή διπλωματία, δεν απέδιδε. Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος εξευμένισε τον Κούρδο Σουλτάνο
               Έκτοτε και μέχρι το 1229 μ.Χ. κύριοι του Ναου παραμένουν οι Ορθόδοξοι. Το 1229 ο Κάιζερ των Γερμανών Φρειδερίκος Β' Μπαρμπαρόσσα εκστράτευσε στην Παλαιστίνη και έγινε κύριος της Ιεροσαλήμ. Επανήλθε, λοιπόν, ο λατινικός κλήρος και οι Ορθόδοξοι αποκλείστηκαν από τα δικαιώματά τους μέχρι το 1244. Στο διάστημα αυτό υπέφεραν τα πάνδεινα.
              Το 1244 ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Σάλεχ Εγιούπ ανακατέλαβε τους Αγίους Τόπους και αποκατέστησε την κυριαρχία των Ορθοδόξων επί των προσκυνημάτων παραδίδοντας τα κλειδιά του Ναού της Αναστάσεως στον Ρωμιό Πατριάρχη. Το 1390 μ.Χ. κατόπιν συμφωνίας με τον αυτοκράτορα της Ρωμανίας Ιωάννη Καντακουζηνό  ο Ναός επισκευάζεται.
            Στα τέλη του 14ου και αρχές του 15ου αι. το μεγαλύτερο μέρος του Ισλάμ καταστρέφεται από τους Μογγόλους. Μοναδική ισχυρή δυναστεία παραμένει αυτή των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Αυτοί, λόγω συμβίωσης με τους Κόπτες της Αιγύπτου, τους παραδίδουν προσκυνήματα, όπως ο ναος της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Επίσης τους δίδεται τόπος στα ΒΑ του νάρθηκα του Ναού για χρήση ως ενδιαίτημα. Αυτή η κίνηση άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Σταδιακά και άλλα τμήματα παραχωρούνται στους αιρετικούς. Έλαβαν το παρεκκλήσιο του διαμερισμού των ενδυμάτων του Χριστού και τόπο όπισθεν του Κουβουκλίου για να ιερουργούν
              Νέα καταστροφή συνέβη το 1808. Κάποιος Αρμένιος κανδηλανάπτης, μεθυσμένος καθώς ήταν, κόλλησε αναμένα κεριά στο τέμπλο του αρμένικου παρεκκλησίου, αντί να τα βάλει στα μπρούτζινα κηροπήγια. Στην συνέχεια αποκοιμήθηκε. Σύντομα το τέμπλο άρπαξε φωτιά, την οποία πρώτοι αντιλήφθηκαν οι γείτονες Φραγκισκανοί. Αυτοί ξύπνησαν τους Αγιοταφίτες και μαζί προσπάθησαν να την σβήσουν. Η φωτιά εξαπλώθηκε στον Γυναικωνίτη και από κει στον τρούλλο.             
              Παρά τις σύντονες προσπάθειες Ρωμιών, Φράγκων, Αρμενίων, Κοπτών και Σύρων η κατάσβεση της πυρκαγιάς δεν κατέστη εφικτή. Από την βιβλική αυτή καταστροφή σώθηκε μόνο ο Τάφος του Κυρίου. Ούτε οι κανδήλες του δεν έσβησαν από τον καπνό, ούτε οι ξύλινες θύρες του Κουβουκλίου δεν πειράχθηκαν. Αυτές, ως μάρτυρες του θαύματος, μεταφέρθηκαν κατά την ανακαίνιση στο Συνοδικό της Αγιοταφικής αδελφότητας.
           Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Πολύκαρπος ενδιέτριβε τον καιρό εκείνο στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις του ανήγγειλαν την είδηση της καταστροφής του Ναού εστράφη στον Οικουμενικό Πατριάρχη Καλλίνικου για βοήθεια, ο οποίος ανέλαβε τον αγώνα της ανέγερσης νέου περικαλλούς οικοδομήματος. Αμέσως εκδόθηκαν συνοδικές επιστολές και εγκύκλιοι προς όλους τους Αρχιερείς του Θρόνου. Επίσης συντάχθηκε αναφορά προς τον Σουλτάνο Μαχμούτ για την έκδοση της σχετικής απόφασης- άδειας. Μετά την έκδοσή της προσήλθε και ο βασιλικός Αρχιτέκτων Κομνηνός ο Μιτυληναίος αυτόκλητα και ανέλαβε τις εργασίες, που ξεκίνησαν την άνοιξη του 1809.            
           Παρά τις δυσκολίες που προέβαλαν ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι ο Ναός ανακαινίσθηκε και οι εργασίες περατώθηκαν. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την 13η Σεπτεμβρίου του 1810 μ.Χ. Μέρος των εργασιών ματαιώθηκε εξαιτίας ενεργειών της γαλλικής κυβέρνησης. Τα μέρη που ανήκαν στους αιρετικούς αποδόθηκαν ανακαινισθέντα από τους Ορθοδόξους. Παρόλα αυτά η επόμενη εικοσαετία πέρασε με έριδες και διαφωνίες ιδιοκτησιακής φύσεως. Το 1834 μ.Χ. ανοίχθηκαν τα παράθυρα του τρούλου που παρέμεναν σφραγισμένα από την εποχή του Σαλαντίν
           Νέες επισκευές έχρηζε το οικοδόμημα στα μέσα το 1842. Τότε με νέες ενέργειες του Πατριαρχείου κάτέστη δυνατό να δοθεί άδεια από τον Σουλτάνο Αβδούλ Μετζήτ. Το σχετικό διάταγμα τελικά παρέμεινε κενό γράμμα διότι για άλλη μια φορά η γαλλική κυβέρνηση κατάφερε να το ματαιώσει. Με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου, Ρωσία, Γαλλία και Τουρκία αποφάσισαν την από κοινού επισκευή του Ναού, χωρίς αλλαγή του ιδιοκτησιακού status quo. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 2 Ιανουαρίου του 1867 και κράτησαν δύο έτη.

                                                                                    πηγή;  www.agioitopoi.org


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου