Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

1204 - Η περιγραφή του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου

 
 


Απόδοση της εικόνας του Βιλλεαρδουίνου σε μεσαινωική χειρόγραφο
 

 Η συμφωνία σταυροφόρων και Αγγέλων

    [Την 1-1-1203] ξαναγύρισαν οι αγγελιοφόροι από τη Γερμανία [...] και είπαν: «Κύριοι, παραγγέλνει ο βασιλιάς, θα σας στείλω τον αδελφό της γυναίκας μου [...]. Πριν απ' όλα, αν δώσει ο Θεός και του επιστρέψετε την κληρονομιά του, θα κάνει όλη την αυτοκρατορία της Ρωμανίας να υπακούει στη Ρώμη, απ' όπου αυτή χωρίστηκε. Ύστερα ξέρει πως έχετε ξοδέψει τα χρήματά σας και πως είσαστε φτωχοί. Εκείνος θα σας δώσει 200.000 αργυρά μάρκα και τροφές για όλο το στρατό και μικρούς και μεγάλους. Και θα έλθει ο ίδιος προσωπικά μαζί σας στη γη της Βαβυλώνας (=Αίγυπτος), ή θα στείλει εκεί, αν το κρίνετε καλύτερο, 10.000 άνδρες με δικά του έξοδα για ένα χρόνο.» Έτσι πήγαν στο κατάλυμα του δόγη και κάλεσαν τους αγγελιοφόρους και έκλεισαν τη συμφωνία με τους προαναφερόμενους όρους, με όρκους και σφραγισμένα έγγραφα.

 
Παράγραφος 128.:
 
             «Τώρα μπορείτε να μάθετε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη εκείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ [αναφέρεται στην στιγμή όπου τα δυτικά στρατεύματα πρωτοαντίκρυσαν την Πόλη, 24 Ιουνίου 1203]. Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο ΠΛΟΥΣΙΑ πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ πύργους κι αυτά τα ΠΛΟΥΣΙΑ παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δε το έβλεπε με τα μάτια του, και ακόμα το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες. Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, άνθρωπος τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος.
 
 

 
                   242. [12 Απριλίου 1204]. Έτσι κράτησε για πολύ η επίθεση μέχρι που ο Κύριος Ημών εκανε να σηκωθεί ένας αέρας που το ονομάζουν Βοριά και έσπρωξε τα καράβια προς την ακτή , περισσότερο από ότι πριν, και μαζί με αυτά και δυο πλοία που ήταν δεμένα μαζί, που το ένα λεγόταν «Η Προσκυνήτρια»(La Pelerine) και το άλλο «Ο Παράδεισος» (Li Paravis) και εκείνα πλησίασαν στον πύργο, έτσι όπως τα οδήγησε ο Θεός και ο άνεμος, μέχρι που η σκάλα της Προσκυνήτριας ακούμπησε στον πύργο. Κι αμέσως ένας Βενετός κι ένας ιππότης που λεγόταν Ανδρέας Ντυρμπουάζ μπήκαν στον πύργο και οι υπόλοιποι άρχισαν να μπαίνουν πίσω από αυτούς. Και κείνοι στον πύργο νικήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή.
  
              243.  Μόλις είδανε τούτο οι ιππότες που ήταν μέσα στα ιππαγωγά, βγήκαν στη στεριά και στήσανε σκάλες πάνω στα τείχη και ανέβηκαν πάνω στα τείχη με ορμή και κατέλαβαν κάπου τέσσερις πύργους. Και άρχισαν να αποβιβάζονται από τα μεγαγωγικά και τα ιππαγωγά και τις γαλέρες όποιος μπορούσε πρωτύτερα. Και σπάσανε κάπου τρεις πύλες και μπήκαν μέσα. Και άρχισαν να τραβάνε τα άλογα έξω από τα ιππαγωγά. Και οι ιππότες άρχισαν να ανεβαίνουν στα άλογα και προχώρησαν προς τα εκεί που είχε στρατοπεδεύσει ο αυτοκράτορας Μούρτζουφλος. Και εκείνος είχε παρατάξει τα σώματα μάχης του μπροστά απ τις σκηνές. Και όταν ήταν να έρχονται οι ιππότες πάνω στα άλογά τους υποχώρησαν και έφυγε ο αυτοκράτορας μέσα από τους δρόμους για να καταφύγει στο κάστρο του Βουκολέοντα.  
               
            244.  Τότε να βλέπατε τους Γρύπες [Χρησιμοποιεί το όνομα Γρύπες περιφρονητικά για τους Έλληνες] να νικώνται και να τους παίρνουμε άλογα για μάχη και για περίπατο, μούλες και μουλάρια και άλλα λάφυρα. Και ήταν τόσοι οι νεκροί και οι πληγωμένοι που δεν είχαν τέλος ούτε αριθμό. Πολλοί από τους σπουδαίους ανθρώπους της Ελλάδας κατευθύνθηκαν προς την πύλη των Βλαχερνών. Και ήταν πια προχωρημένο απόγευμα και εκείνοι του στρατού ήταν καταπονημένοι από τη μάχη και τη σφαγή. Και άρχισαν να συγκεντρώνονται σε μια μεγάλη πλατεία, που ήταν μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Και αποφάσισαν να στρατοπεδεύσουν κοντά στα τείχη και τους πύργους που είχαν καταλάβει. Γιατί δεν πίστευαν καθόλου πως είχαν νικήσει την πόλη μέσα σε ένα μήνα, και τις ψηλές εκκλησίες και τα ψηλά παλάτια και τον κόσμο που ήταν μέσα. Έτσι όπως ορίστηκε έτσι έγινε.
   
 

To παλάτι των Βλαχερνών που κυριολεκτικά ισοπεδώθηκε από τους Σταυροφόρους
            
           245. Έτσι στρατοπέδευσαν μπροστά από τα τείχη και μπροστά από τους πύργους κοντά στα καράβια τους. Ο κόμης Βαλδουίνος της Φλάνδρας και του Αιννώ στρατοπέδευσε στις πορφυρές σκηνές του αυτοκράτορα Μούρτζουφλου, που τις είχε αφήσει στημένες, και ο Ερρίκος ο αδελφός του μπροστά στο παλάτι των Βλαχερνών. Ο Βονιφάτιος ο μαρκήσιος του Μονφεράτου, εκείνος και οι άνθρωποί του, στην πλευρά την πιο κατοικημένη της πόλης. Έτσι στρατοπέδευσε ο στρατός, όπως ακούσατε, και η Κωνσταντινούπολη κατακτήθηκε τη Δευτέρα πριν την Κυριακή των Βαίων.
  
             246. Ετσι ξεκουράστηκαν οι άνθρωποι του στρατού εκείνη τη νύχτα, γιατί ήταν πολύ καταπονημένοι. Αλλά ο αυτοκράτορας Μούρτζουφλος δεν ξεκουράστηκε καθόλου, αλλά μάζεψε τους ανθρώπους του και είπε πως θα πήγαινε να επιτεθεί στους Φράγγους. Αλλά καθόλου δεν έκανε έτσι όπως είπε, αλλά πήγε από άλλους δρόμους, όσο πιο μακρια μπορούσε από εκείνους του στρατού, και ήρθε σε μια πύλη που τη λένε Χρυσή Πύλη. Από εκεί έφυγε και εγκατέλειψε την πόλη. Και πίσω του έφυγε όποιος μπορούσε να φύγει. Και για όλα τούτα εκείνοι του στρατού δεν ξέρανε τίποτα.
  
             247. Εκείνη τη νύχτα [12η προς 13η Απριλίου 1204], μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερράτου, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγγοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.
  
            248. Εκείνη τη νύχτα πέρασε και ξημέρωσε το πρωί της Τρίτης. Και τότε πήραν τα όπλα όλοι στο στρατόπεδο και οι ιππότες και οι απλοί στρατιώτες. Και πήγε ο καθένας στο σώμα μάχης που είχε ταχθεί. Και βγήκαν από το στρατόπεδο και πίστεψαν πως θα πηγαίνανε στην πιο μεγάλη μάχη που είχαν ποτέ κάνει: και δεν ξέρανε καθόλου πως ο αυτοκράτορας είχε φύγει εκείνη τη μέρα. Και δε βρέθηκε κανένας να τους αντιμετωπίσει.
  
             249. Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκεί βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε αυτοκράτειρα [Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄], και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή αυτοκράτειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες. Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό.
  
          250. Όπως το παλάτι τούτο παραδόθηκε στον μαρκήσιο Βονιφάτιο του Μονφερρατου, εκείνο των Βλαχερνών παραδόθηκε στο Ερρίκο, στον αδελφό του κόμη Βαλδουίνου της Φλάνδρας και του Αιννώ, για να σώσουν τη ζωή της εκείνοι που βρίσκονταν μέσα. Εκεί βρήκαν πάλι έναν τόσο μεγάλο θησαυρό που δεν ήταν καθόλου κατώτερος από εκείνον του Βουκολέοντα. Ο καθένας έβαλε φρουρά από ανθρώπους του στο κάστρο που του είχε παραδοθεί, για να φυλάνε το θησαυρό. Και οι υπόλοιποι που είχαν σκορπιστεί στην πόλη πήρανε πολλά λάφυρα. Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει τόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά  και έχοντας σωστά τα  τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.
   
           251. Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Ετσι εγκαταστάθηκε εκεί ο στρατός των προσκυνητών και των Βενετών. Και μεγάλη ήταν η χαρά για τα πλούτη και για τη νίκη που τους έδωσε ο Θεός. Γιατί εκείνοι που ήταν φτωχοί βρεθήκανε σε πλούτη και πολυτέλεια. Έτσι πέρασε η Κυριακή των Βαΐων [18 Απριλίου 1204] και μετά το Πάσχα [25 Απριλίου 1204] μέσα σε αυτά τα δώρα και τη χαρά που ο Θεός τους είχε δώσει. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε  σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου