Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η περιγραφή της ΄Άλωσης της Πόλης (1204) απο τον Ροβέρτο του Κλαρί

       
 
 Επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης
 
 
            Φτωχός  και άσημος ιππότης από μια μικρή γαλλική πόλη, ο Ροβέρτος του Κλαρί μας παρουσιάζει την δική του οπτική γωνία πάνω στα σημαντικά γεγονότα που οδήγησαν την Δ' Σταυροφορία στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του, γραμμένο με διαφορετικά κίνητρα και στόχους από την άλλη σημαντική διήγηση των γεγονότων, το χρονικό δηλαδή του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, αποτελεί  απαραίτητο συμπλήρωμα του χρονικού εκείνου για μια πιο πλήρη κατανόηση της περιόδου. Στο παρακάτω απόσπασμα περιγράφει τα γεγονότα και την κατάληψη της Πόλης, τα πλούτη και τους θησαυρούς της καθώς και  τον τρόπο που τα μοιράστηκαν οι Λατίνοι.


 
Η περιγραφή του Ροβέρτου του Κλαρί:
 
               «Παράγραφος 74.
 
                Κι όταν ήρθε το πρωί της Δευτέρας, όλοι οι προσκυνητές  ετοιμάστηκαν και αρματώθηκαν, κι οι Βενετσιάνοι το ίδιο και ξανάφτιαξαν τις γέφυρες στα μεταγωγικά τους, στα ιππαγωγά τους και στις γαλέρες τους. Τα έβαλαν έπειτα στη γραμμή και ξεκίνησαν για την έφοδο. Και ο στόλος απλωνόταν σε μέτωπο μιας ολόκληρης λεύγας. Κι όταν έφτασαν στην όχθη και τραβήχθηκαν όσο πιο κοντά στα τείχη μπορούσαν, έριξαν τότε τις άγκυρες. Κι όταν αγκυροβόλησαν άρχισαν να χτυπάνε με τους καταπέλτες και τα τόξα και να ρίχνουν υγρό πυρ στους πύργους. Η φωτιά όμως δεν έπιανε, εξαιτίας των πετσωμάτων που σκέπαζαν τους πύργους. Και οι άλλοι από μέσα αμύνονταν με πείσμα κι έριχναν βλήματα από εξήντα λιθοβόλα, όλα τα βλήματα πάνω στα καράβια. Και τα καράβια ήταν τόσο καλά σκεπασμένα με μαδέρια και κληματόβεργες ώστε δεν έπαθαν μεγάλο κακό, και οι πέτρες ήταν τόσο μεγάλες ώστε ένας άντρας δε θα μπορούσε να σηκώσει μια από αυτές από της γη. Και ο Μούρτζουφλος ο αυτοκράτορας βρισκόταν πάνω στο λόφο του και τα ασημένια του βούκινα και τα τύμπανα αντηχούσαν και μέγας σάλαγος γινόταν και ενθάρρυνε τους άντρες του και έλεγε «Πηγαίνετε εδώ! Πηγαίνετε εκεί!» και τους έστελνε εκεί που έβλεπε πως υπήρχε πιο μεγάλη ανάγκη. Και μέσα σε όλο το στόλο δεν υπήρχαν περισσότερα από τέσσερα πέντε καράβια αρκετά ψηλά ώστε να φτάνουν στους πύργους, τόσο ψηλά ήταν εκείνοι. Και όλοι οι όροφοι των ξύλινων πύργων που ήταν φτιαγμένοι πάνω στους πέτρινους , κι αν ήταν πέντε ή έξη ή εφτά, ήταν επανδρωμένοι με στρατιώτες που   υπερασπίζονταν τα τείχη. Και τοσο γερή ήταν η έφοδος που το καράβι του επισκόπου του Σουασόν συγκρούστηκε με έναν από τους πύργους με θαύμα θεού, καθώς η θάλασσα που ήταν συνεχώς ταραγμένη, το έσπρωξε πάνω στον πύργο. 
                Και πάνω στη γέφυρα του καραβιού ήταν ένας Βενετσιάνος και δυο ιππότες αρματωμένοι. Όταν το καράβι έπεσε πάνω στον πύργο αυτό, ο Βενετσιάνος πιάνεται με τα πόδια και τα χέρια όπως μπορούσε καλύτερα και μάχεται με τέτοια ορμή ώστε βρέθηκε μέσα στον πύργο. Όταν βρέθηκε μέσα, οι στρατιώτες που ήταν στον όροφο εκείνο, Άγγλοι, Δανοί και Έλληνες, κοιτάζουν, τον βλέπουν, και πέφτουν πάνω του με τσεκούρια και σπαθιά και τον κάνουν κομμάτια. Καθώς η θάλασσα ξανάφερνε μπροστά το καράβι, ξαναπέφτει αυτό πάνω στον πύργο. Τότε ο ένας από τους δυο ιππότες, Ανδρέας της Υρμπουάζ στο όνομα, τι κάνει; Αρπάζεται με χέρια και πόδια από την πολεμίστρα αυτή και χτυπιέται με τέτοια ορμή που βρίσκεται μέσα με τα γόνατα. Και όταν βρίσκεται με τα γόνατα μέσα, εκείνοι του χιμούν με τσεκούρια και σπαθιά και τον χτυπούν με λύσσα. Καθώς όμως φορούσε την πανοπλία του, δόξα τω Θεώ, δεν του έκαναν καμιά ζημιά, γιατί τον φύλαγε ο Θεός, ο Θεός που δεν ήθελε να κρατήσει πιο πολύ αυτό και να πεθάνει ο ιππότης εκεί, μόνο ήθελε, εξαιτίας της προδοσίας και του φονικού που είχε κάνει ο Μούρτζουφλος, να παρθεί  η πόλη και να ντροπιαστούν όλοι αυτοί. Γι' αυτό και ο ιππότης κατάφερε να σταθεί στα πόδια του. Κι όταν στάθηκε στα πόδια του, τράβηξε το σπαθί του . Κι όταν εκείνοι τον είδαν να στέκεται όρθιος, τρομάξαν και φοβήθηκαν τόσο πολύ που το έβαλαν στα πόδια και κατέφυγαν στον αποπάνω όροφο.
                Κι όταν οι άλλοι που ήταν στον αποπάνω όροφο είδαν ότι οι αποκάτω έφευγαν με αυτόν τον τρόπο, άδειασαν κι αυτοί τον όροφο τους και δεν τόλμησαν να μείνουν άλλο εκεί. Κι έπειτα μπήκε κι άλλος ιππότης, κι άλλοι πολλοί μετά. Κι όταν βρέθηκαν μέσα, παίρνουν γερά σκοινιά, δένουν καλά το καράβι στον πύργο, κι όταν το έδεσαν μπήκαν στον πύργο κι αρκετοί άλλοι. Κι όταν η θάλασσα ξανάριχνε το καράβι προς τα πίσω, ο πύργος έτριζε συθέμελα με τόση δύναμη, ώστε φαινόταν πως το καράβι θα το έπαιρνε μαζί του κάτω. Τόσο που από ανάγκη ή από φόβο αναγκάστηκαν να λύσουν το καράβι. Κι όταν εκείνοι των άλλων ορόφων από κάτω είδαν πως ο πύργος είχε πλημμυρίσει Φράγκους τρόμαξαν τόσο που δε τόλμησε κανείς τους να μείνει εκεί αλλά άδειασαν ολόκληρο τον πύργο. Κι ό Μούρτζουφλος που τα έβλεπε όλα αυτά, έδινε κουράγιο στους δικούς του και τους έστελνε όπου έβλεπε ότι ήταν αγριότερη η επίθεση. Κι ενώ ο πύργος εκείνος είχε αλωθεί με το θαύμα αυτό, το καράβι τους αφέντη Πέτρου του Μπρασέ πέφτει κι αυτό πάνω σε άλλο πύργο. Κι όταν έπεσε πάνω του, εκείνοι που ήταν πάνω στη γέφυρα του καραβιού αρχίζουν μια γερή επίθεση ενάντια στον πύργο, και με θαύμα θεού, ο πύργος πάρθηκε.
                
              75. Κι όταν οι άντρες μας πάτησαν τους δυο πύργους και βρέθηκαν μέσα σε αυτούς, δεν τολμούσαν να κουνηθούν από εκεί εξαιτίας του πλήθους των ανθρώπων που έβλεπαν γύρω τους στο τείχος και μέσα στους άλλους πύργους και κάτω από το τείχος. Σαστιζε το μυαλό σου, τόσο πολλοί που ήταν. Όταν ο αφέντης Πέτρος τη Αμιένης είδε πως εκείνοι που ήταν μέσα στους πύργους δεν κινούνταν και είδε τη στάση των Ελλήνων, τι κάνει τότε; Ξεπεζέυει κι αυτός και οι άντρες του, σε ένα μικρό κομμάτι γης που ήταν ανάμεσα στα τείχη και στη θάλασσα. Κι όταν κατέβηκαν, τότε κοιτάζουν μπρος τους, και βλέπουν μια πορτούλα που της είχαν βγάλει τα πορτόφυλλα και την είχαν χτίσει ξανά. Έρχεται τότε εκεί. Και μαζί του είχε δέκα ιππότες και καμμιά εξηνταριά στρατιώτες. Ήταν εκεί κι ένας παπάς, στο όνομα Αλώμ του Κλαρί, που ήταν τόσο άξιος εκεί που τον χρειαζόντουσαν ώστε σε όλες τις εφόδους που λάβαινε μέρος ήταν ο πρώτος. Και στην κατάληψη του πύργου του Γαλατά, ο κληρικός αυτός είχε κάνει περισσότερα ανδραγαθήματα μόνος του, ένα προς ένα, από όλους τους άλλους άνδρες του στρατεύματος, εκτός από τον αφέντη Πέτρο του Μπρασέ: αυτός ήταν που ξεπέρασε όλους τους άλλους, άρχοντες και παρακατιανούς, γιατί κανένας δεν έκανε τέτοια ανδραγαθήματα και τέτοιες παλληκαριές μόνος του όπως ο Πέτρος του Μπρασέ. 
           
 




 
            Κι όταν πήγαν στην πορτούλα αυτή άρχισαν να χτυπούν με δύναμη. Κι οι πέτρες τινάζονταν με τόση δύναμη και τόσο πολύ λιθοβολισμό δεχόταν από τα τείχη ώστε έμοιαζαν θαμμένοι κάτω από τα λιθάρια, τόσα πολλά έπεφταν. Κι εκείνοι από κάτω είχαν ασπίδες μεγάλες και μικρές και σκέπαζαν αυτούς που χτυπούσαν την πόρτα. Και από τα τείχη άδειαζαν πάνω τους πιθάρια γεμάτα καυτή πίσσα, υγρό πυρ [Fu griiois «ελληνικό πυρ»] και τους έριχναν πελώριες πέτρες, έτσι από θαύμα θεού δε σκοτώθηκαν όλοι. Και ο αφέντης Πέτρος και οι άντρες του τράβηξαν τόσα βάσανα και κόπους όσα δεν τους ήταν γραμμένο να τραβήξουν. Και χτυπούσαν με τέτοια ορμή την πόρτα με τσεκούρια, με γερά σπαθιά, με σανίδες, με λοστούς και κοντάρια που στο τέλος της άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα. Και όταν την τρύπησαν την πορτούλα αυτή κοίταξαν από την τρύπα και είδαν τέτοιο πλήθος ανθρώπων και ψηλά και χαμηλά που φαινόταν πως ο μισός κόσμος είχε μαζευτεί εκεί, και δεν τολμούσαν να κάνουν καρδιά να μπουν μέσα.
 
              76. Όταν ο Αλώμ ο κληρικός είδε πως κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα, πήδησε μπροστά και είπε πως θα έμπαινε. Ήταν εκεί ένας ιππότης, ο αδελφός του Ροβέρτος του Κλαρί που του το απαγόρευσε και του είπε ότι δε θα έμπαινε. Κι ο παπάς είπε πως θα έμπαινε. Και χώνεται μέσα, με χέρια και πόδια. Όταν ο αδελφός του το είδε αυτό, τον πιάνει από το πόδι και αρχίζει να τον τραβά προς το μέρος του, όμως ο κληρικός είτε το ήθελε είτε όχι ο αδελφός του, μπήκε μέσα. Όταν βρέθηκε μέσα, πλήθος οι Έλληνες όρμησαν πάνω του και πάνω από τα τείχη άρχισαν να του πετούν μεγάλα λιθάρια. Όταν το είδε αυτό ο παπάς, βγάζει το μαχαίρι , χύνεται πάνω τους και τους βάζει μπροστά σαν ζωντανά. Και έλεγε στους άλλους απέξω: «Άρχοντες, μπείτε μέσα με θάρρος! Βλέπω ότι το βάζουν στα πόδια για τα καλά και σκορπίζονται.» Όταν ο αφέντης Πέτρος το άκουσε αυτό, και οι άντρες του που ήταν έξω, μπήκε μέσα μαζί με τους άντρες του. Δεν ήταν πάνω από δέκα ιππότες και είχε κι εξήντα στρατιώτες μαζί του. Κι όλοι ήταν πεζοί εκεί μέσα. Κι όταν βρέθηκαν μέσα, κι εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη και σε εκείνο το μέρος τους είδαν, ένοιωσαν τέτοιο φοβο που δεν τόλμησαν να σταθούν σε εκείνο το μέρος αλλά άδειασαν ένα μεγάλο μέρος του τείχους και το έβαλαν στα πόδια όσο μπορούσε ο καθένας γρηγορότερα. Και ο αυτοκράτορας Μούρτζουφλος ο προδότης, ήταν πολύ κοντά εκεί, μιας πετριάς δρόμο περίπου, και τα ασημένια βούκινα και τα τύμπανά του αντηχούσαν με μεγάλο σάλαγο.
 
             77. Οταν είδε τον αφέντη Πέτρο και τους άντρες του που ήταν πεζοί και μέσα στην πόλη προσποιήθηκε πως θα τους επιτεθεί, σπηρούνισε το άλογό του κι έφτασε ώς τα μισά της απόστασης. Όταν ο αφέντης Πέτρος τον είδε να έρχεται, άρχισε να εμψυχώνει τους άντρες του και να λέει: «Τώρα, άρχοντες, τώρα ήρθε η στιγμή να σταθούμε καλά! Σε λίγο θα έχουμε μάχη: να ο αυτοκράτορας που έρχεται! Κανείς να μην τολμήσει να φύγει, μόνο σταθείτε να πολεμήσετε γερά!».
78. Όταν ο Μούρτζουφλος ο προδότης είδε ότι δεν το έβαζαν στα πόδια, στάθηκε κι ύστερα γύρισε πίσω στις σκηνές του. Όταν ο αφέντης Πέτρος είδε πως ο αυτοκράτορας είχε στραφεί πίσω, έστειλε μια ομάδα από τους στρατιώτες του σε μια πύλη που ήταν εκεί κοντά με τη διαταγή να τη σπάσουν και να την ανοίξουν. Κι εκείνοι πήγαν εκεί κι άρχισαν να χτυπούν και να τσακίζουν την πύλη με τσεκούρια και σπαθιά, μέχρι που έσπασαν τις σιδερένιες αμπάρες που ήταν πολύ γερές και τα σιδερένια μάνταλα και άνοιξαν την πύλη. Κι όταν η πύλη ανοίχθηκε κι εκείνοι που ήταν απέξω το είδαν ,έφεραν πιο κοντά τα ιππαγωγά τους, έβγαλαν τα άλογα έξω, τα καβάλησαν, κι άρχισαν να μπαίνουν θριαμβευτικά στην πόλη από την πύλη. Κι όταν μπήκαν οι Φράγκοι μέσα στην πόλη και έφιπποι και τους είδε ο αυτοκράτορας Μούρτζουφλος ο προδότης, ένοιωσε τόσο μεγάλο φόβο που παράτησε τις σκηνές του, με τα χρυσαφικά του μέσα, και έφυγε προς το εσωτερικό της πόλης [κατέφυγε στο παλάτι του Βουκολέοντα] που ήταν πολύ μεγάλη και σε πλάτος και σε μήκος, γιατί λένε στον τόπο εκείνο ότι ο γύρος των τειχών είναι εννιά σωστές λεύγες, τόσο είναι τα τείχη που περιβάλλουν την πόλη, και η πόλη στο εσωτερικό έχει δυο φράγκικες λεύγες μήκος και άλλες δυο πλάτος. Έτσι ο αφέντης Πέτρος του Μπρασέ πήρε στην κατοχή του τις σκηνές του Μούρτζουφλου και τα σεντούκια του και τα χρυσαφικά του, που ο Μούρτζουφλος τα άφησε εκεί. Κι όταν αυτοί που αμύνονταν στα τείχη και τους πύργους είδαν πως οι Φράγκοι είχαν μπει στην πόλη και ο αυτοκράτοράς τους είχε φύγει, δεν τόλμησαν να μείνουν εκεί, αλλά το έβαλαν στα πόδια όπως όπως και έτσι η πόλη πάρθηκε. 
 
Το παλάτι του Βουκουλέοντα
 
             
            Όταν λοιπόν πάρθηκε η πόλη και οι Φράγκοι βρέθηκαν μέσα, στάθηκαν ήρεμοι. Οι μεγάλοι ευγενείς συνάχθηκαν τότε, κι έκαναν μεταξύ τους συμβούλιο για το τι θα έκαναν. Διαλάλησαν τότε σε όλο το στράτευμα να μην προχωρήσει κανείς μέσα στην πόλη, γιατί ήταν επικίνδυνο να μπει κανείς πιο μέσα, από φόβο μήπως τους ρίξουν πέτρες από τα παλάτια που ήταν εκεί πολύ μεγάλα και ψηλά ή μήπως τους σκοτώσουν μέσα στους δρόμους που ήταν πολύ στενοί κι όπου δε θα μπορούσαν να αμυνθούν ή μήπως τους ρίχνουν φωτιά από πίσω και τους κάψουν. Εξαιτίας αυτών των περιπετειών και των κινδύνων δεν τόλμησαν να προχωρήσουν ούτε να σκορπίσουν, μόνο έμειναν εκεί ακίνητοι. Και οι ευγενείς συμφώνησαν μεταξύ τους ότι αν οι Έλληνες ήθελαν να πολεμήσουν την άλλη μέρα, ακόμη κι αν ήταν εκατό φορές περισσότεροι από όσοι ήταν οι Φράγκοι, τότε θα οπλίζονταν την άλλη μέρα το πρωί και θα παρέτασσαν το σώμα μάχης τους και θα τους περίμεναν σε θέσεις που ήταν μπροστά στην πόλη. Κι αν δε ήθελαν να παραδώσουν την πόλη, τότε θα κοίταζαν από ποια μεριά φυσούσε ο άνεμος και θα έβαζαν φωτιά προς την κατεύθυνση του ανέμου και θα τους έκαιγαν: κι έτσι θα τους έπαιρναν με τη βία. Όλοι οι  ευγενείς έμειναν σύμφωνοι σε αυτό. Κι όταν ήρθε το σούρουπο, οι προσκυνητές έβγαλαν τις πανοπλίες τους και αναπαύθηκαν, έφαγαν και κοιμήθηκαν εκεί εκείνη τη νύχτα, μπροστά στο στόλο τους, από μέσα από τα τείχη.
 
            79. Όταν κόντευαν μεσάνυκτα, ο αυτοκράτορας Μούρτζουφλος ο προδότης, έμαθε ότι όλοι οι Φράγκοι βρίσκονταν μέσα στην πόλη, ένοιωσε φόβο μεγάλο και δεν τόλμησε να μείνει εκεί, μόνο έφυγε κρυφά από την πόλη τα μεσάνυκτα. Όταν οι Έλληνες είδαν ότι ο αυτοκράτοράς τους το είχε σκάσει, πήγαν την ίδια νύχτα σε ένα μεγάλο άρχοντα της πόλης, Λασκαρης το όνομά του, κι αμέσως τον έκαναν αυτοκράτορα. Όταν αυτός έγινε αυτοκράτορας, δεν τόλμησε να μείνει εκεί, αλλά μπήκε σε μια γαλέρα πριν ξημερώσει, πέρασε το Στενό του Αγίου Γεωργίου και πήγε στη Νίκαια τη Μεγάλη, που είναι μια καλή πόλη: εκεί στάθηκε κι έγινε αφέντης κι αυτοκράτορας.
 
           80. Όταν ήρθε το πρωί της άλλης μέρας [Τρίτη 13 Απριλίου 1204], παπάδες και ιερωμένοι ντυμένοι με τα ιερατικά τους ενδύματα, Άγγλοι, Δανοί κι από άλλα έθνη, έρχονται σε λιτανεία στο στρατόπεδο των Φράγκων, τους ζητούν έλεος και τους λένε τι είχαν κάνει οι Έλληνες και λένε πως όλοι οι Έλληνες είχαν φύγει κι ότι μονάχα η φτωχολογιά είχε απομείνει στην πόλη. Όταν οι Φράγκοι το άκουσαν αυτό, καταχάρηκαν. Κι ύστερα διαλάλησαν σε όλο το στρατόπεδο να μην πάρει κανείς κάποιο σπίτι για κατοικία του πριν κανονιστεί το πώς θα τα έπαιρναν. Κι έπειτα μαζεύτηκαν ο  άρχοντες οι πλούσιοι και τα συζήτησαν μεταξύ τους, χωρίς οι παρακατιανοί να μάθουν τίποτα, ούτε οι φτωχοί ιππότες του στρατεύματος, αποφάσισαν να πάρουν τα καλύτερα καταλύματα της πόλης. Κι από τότε άρχισαν να προδίδουν τους παρακατιανούς και να τους δείχνουν κακοπιστία και πως είναι κακοί σύντροφοι, πράγμα που κατόπιν το πλήρωσαν ακριβά, όπως θα σας το πούμε αργότερα. 
 
            Έστειλαν λοιπόν και έπιασαν όλα τα καλύτερα και πλουσιότερα οικήματα της πόλης, έτσι που τα είχαν όλα καταλάβει πριν οι φτωχοί ιππότες και το παρακατιανό στράτευμα το πάρουν είδηση. Κι όταν οι παρακατιανοί το πήραν είδηση βολεύτηκαν όπως όπως με ότι τους έπεφτε στο χέρι. Βρήκαν βέβαια πολλά, και πήραν πολλά και έμειναν και πολλά, γιατί η πόλη ήταν μεγάλη και πολυάνθρωπη. Ο μαρκήσιος πήρε το παλάτι του Βουκολέοντα [όσα ονόματα κτιρίων είναι πλαγιαστά και με διαφορετικό χρώμα, αναπαρίστανται παρακάτω] και την εκκλησία της Αγίας Σοφίας και τα οικήματα του πατριάρχη. Και οι  άλλοι άρχοντες όπως και οι κόμητες πήραν τα πιο πλούσια παλάτια κα τα πιο πλούσια μοναστήρια που μπόρεσαν να βρουν, γιατί, μετά που αλώθηκε η πόλη, δεν έκαναν κακό ούτε σε φτωχό ούτε σε πλούσιο, αλλά όποιος θέλησε να φύγει έφυγε κι όποιος θέλησε να μείνει έμεινε: και οι πλουσιότεροι της πόλης έφυγαν.  
 
 
             81. Και όρισαν να μεταφερθούν όλα τα λάφυρα σε ένα μοναστήρι που ήταν στην πόλη. Και εκεί μεταφέρθηκαν όλα τα πλούτη και πήραν δέκα άρχοντες ιππότες από τους προσκυνητές και δέκα Βενετσιάνους που τους θεωρούσαν νομοταγείς και τους έβαλαν να φρουρούν τα πλούτη αυτά. Όταν τα πλούτη μεταφέρθηκαν εκεί, ήταν τόσα πολλά, τόσα τα χρυσά και ασημένια σκεύη, τόσα τα χρυσοκέντητα υφάσματα, τόσα τα πλούσια στολίδια που ήταν κάτι το θαυμαστό το βιος αυτό που είχε συναχθεί εκεί. Και αφότου πλάστηκε ο κόσμος, τόσο μεγάλος θησαυρός και με τόσα καλοφτιαγμένα αντικείμενα και τόσο πλούσιος δεν είχε αποκτηθεί, ούτε τον καιρό του Αλέξανδρου ούτε τον καιρό του Καρλομάγνου, ούτε πριν ούτε μετά. Και απ τη μεριά μου, δεν πιστεύω πως και στις σαράντα πιο πλούσιες πόλεις του κόσμου μπορεί να υπάρχει τόσος πλούτος όσος βρίσκεται μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Και οι Έλληνες μαρτυρούσαν πως τα δύο τρίτα του πλούτου όλου του κόσμου ήταν στην Κωνσταντινούπολη και το άλλο ένα τρίτο είναι διασκορπισμένο στον υπόλοιπο κόσμο.(...)
 
              82. Όταν η πόλη πάρθηκε και οι προσκυνητές έπιασαν τα καταλύματά τους, όπως σας είπα, και καταλήφθηκαν και τα παλάτια, βρήκαν μέσα σε αυτά άπειρο πλούτο. Το παλάτι του Βουκολέοντα είχε την κατασκευή και τον πλούτο που θα σας πω. Μέσα σε αυτό το παλάτι που κατείχε ο μαρκήσιος υπήρχαν πεντακόσια οικήματα συνεχόμενα όλα μεταξύ τους και όλα φτιαγμένα από χρυσό μωσαϊκό, και τριάντα ακόμη παρεκκλήσια, μεγάλα και μικρά. Ήταν  ένα από αυτά το Μέγα Παρεκκλήσιο το λεγόμενο, που είχε τόσο ανεκτίμητο πλούτο ώστε τα πόμολα και οι αμπάρες του και όλα τα σιδερικά ήταν από ασήμι. Κι οι κολόνες του ήταν ή από ίασπη ή από πορφυρίτη από πλούσια πολύτιμα πετράδια. Και το πλακόστρωτο του παρεκκλησιού ήταν από λευκό μάρμαρο τόσο στιλπνό και καθαρό που έμοιαζε σαν κρύσταλλο. (...) 
 
            83. Και στο παρεκκλήσι αυτό υπήρχαν κι άλλα λείψανα ακόμα που ξεχάσαμε να σας πούμε: υπήρχαν δυο ολόχρυσα καράβια που κρέμονταν στη μέση της εκκλησίας από μια ασημένια  αλυσίδα(..).  Στο παλάτι των Βλαχερνών υπήρχαν κάπου είκοσι παρεκκλήσια και διακόσια οικήματα ή τριακόσια συνεχόμενα, όλα φτιαγμένα από χρυσό μωσαϊκό. Και το παλάτι αυτό ήταν τόσο πλούσια στολισμένο που είναι αδύνατο να το περιγράψουμε ή να το ιστορήσουμε τον πλούτο του και τα πολύτιμα που είχε. Στο παλάτι αυτό των Βλαχερνών βρήκαν ένα πολύ μεγάλο και πολύ πλούσιο θησαυρό, βρήκαν δηλαδή τα στέμματα που είχαν φορέσει οι προηγούμενοι αυτοκράτορες και τα χρυσά στολίδια και τα βαρύτιμα χρυσοκέντητα μεταξωτά και τους βαρύτιμους αυτοκρατορικούς χιτώνες και τα ατίμητα πολύτιμα πετράδια και τόσα άλλα πλούτη που δεν μπορούμε να απαριθμήσουμε το μεγάλο θησαυρό από χρυσάφι και ασήμι που βρέθηκε στα παλάτια και σε πολλούς τόπους κι άλλα μέρη της πόλης.
 
             84. Έπειτα οι προσκυνητές περιεργάστηκαν το μέγεθος της πόλης και τα παλάτια και τα πλούσια μοναστήρια, και τις πλούσιες εκκλησίες, και τόσα και τόσα θαυμάσια που είχε η πόλη. Και θαύμασαν πολύ και την εκκλησία της Αγίας Σοφίας και τον πλούτο που είχε μέσα.
            85. Θα σας πω τώρα για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας πώς ήταν φτιαγμένη: Αγία Σοφία στα ελληνικά είναι η Αγία Τριάδα στα φράγκικα. Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας είναι ολοστρόγγυλη. Μέσα στην εκκλησία υπήρχαν αψίδες σε κύκλο που στηρίζονταν σε χοντρές πλουσιοστόλιστες κολόνες, γιατί δεν υπήρχε κολόνα που να μην ήταν από ίασπη ή πορφυρίτη ή πολύτιμα πετράδια, (..) και δεν υπήρχε πόρτα στην εκκλησία αυτή, ούτε στρόφιγκα ούτε σύρτης, ούτε άλλο σιδερικό που να μην ήταν από ασήμι. Το θυσιαστήριο της εκκλησίας ήταν τόσο πλούσιο που δεν μπορεί να εκτιμηθεί η αξία του, γιατί η τράπεζα του θυσιαστηρίου ήταν όλη από χρυσάφι κι από πολύτιμα πετράδια θρυμματισμένα και λιωμένα, χυμένα όλα μαζί, προσφορά ένος πλούσιου αυτοκράτορα. Και η τράπεζα αυτή είχε δεκατέσσερα πόδια μήκος. Γύρω από το θυσιαστήριο  υπήρχαν ασημένιες κολόνες που υποβάσταζαν, πάνω από το θυσιαστήριο, έναν «ουρανό», όλον από συμπαγές ασήμι και βαρύ σαν καμπαναριό, τόσο μεγάλης αξίας που δεν μπορεί να υπολογιστεί [σαράντα χιλιάδες λίτρες ασήμι ]. Ο χώρος που διαβάζονταν το ευαγγέλιο ήταν τόσο πλούσιος και θαυμάσια στολισμένος που είναι αδύνατο να περιγραφεί η κατασκευή του. Σε όλη την εκκλησία κρέμονταν εκατό περίπου πολυέλαιοι. Και δε υπήρχε πολυέλαιος που να μην κρέμεται από χοντρή ασημένια αλυσίδα, που το πάχος της έφτανε το μπράτσο ενός άντρα. Σε κάθε πολυέλαιο έκαιγαν εικοσιπέντε ή και περισσότερα λυχνάρια. Και δεν υπήρχε πολυέλαιος που να μην αξίζει μέχρι διακόσια ασημένια μάρκα. (...)
 
           86. Κατόπιν, μπροστά στην εκκλησία αυτή της Αγίας Σοφίας, ήταν μια χοντρή κολόνα, με πάχος τρία αντρίκια μπράτσα και ύψος πενήντα οργιές: ήταν φτιαγμένη από μάρμαρο και, πάνω από το μάρμαρο είχε χαλκό, και είχε πολύ γερές σιδεροδεσιές. Ψηλά, στην άκρη της κολόνας αυτής ήταν μια πέτρα με μήκος δεκαπέντε πόδια κι άλλο τόσο φάρδος. Πάνω στην πέτρα αυτή ήταν ένας αυτοκράτορας χυμένος σε χαλκό, πάνω σε ένα μεγάλο άλογο από χαλκό, και έδειχνε με το χέρι του προς τη χώρα των ειδωλολατρών. Και πάνω του ήταν γραμμένα γράμματα που έλεγαν πως ορκιζόταν ότι ποτέ δε θα έχουν ανάπαυλα μαζί του οι Σαρακηνοί. Και πάνω στο άλλο του χέρι κρατούσε ένα χρυσό μήλο με ένα σταυρό πάνω στο μήλο. Και οι Έλληνες έλεγαν πως ήταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος.[Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, ήταν ο Ιουστινιανός]
 
            87. Έπειτα, σε ένα άλλο μέρος τη πόλης ήταν μια άλλη εκκλησία που την έλεγαν εκκλησία των Επτά Αποστόλων [Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων] Έλεγαν πως ήταν ακόμη πιο πλούσια και χρυσοστόλιστη κι από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Τόσα πολλά πλούτη και στολίδια είχε που δεν περιγράφεται ο πλούτος και τα στολίδια της εκκλησίας αυτής. Εφτά σώματα αποστόλων κείτονταν στο μοναστήρι αυτό. (...) Και λεγόταν πως εκεί κείτονταν κι ο Κωνσταντίνος ο αυτοκράτορας και η Ελένη, και άλλοι πολλοί αυτοκράτορες.
 
         88. Κι αλλού στην πόλη υπήρχε μια πύλη που την έλεγαν του Χρυσού Μανδύα [η πύλη της Γυρολίμνης, κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών] Πάνω στην πύλη αυτή υπήρχε μια χρυσή σφαίρα, που ήταν φτιαγμένη  με τέτοια μαγεία, ώστε, όπως έλεγαν οι Έλληνες, όσο θα βρισκόταν εκεί η χρυσή αυτή σφαίρα, ποτέ δε θα έπεφταν πάνω στην πόλη αστραπόβροντα. Πάνω στη σφαίρα αυτή υπήρχε ένα άγαλμα χυμένο σε χαλκό, ντυμένο με χρυσό μανδύα, που τον άπλωνε προς τα μπρος με το ένα του χέρι, και πάνω του ήταν γράμματα γραμμένα που έλεγαν ότι «όλοι όσοι θα μένουν ένα χρόνο στην Κωνσταντινούπολη πρέπει να αποκτήσουν ένα χρυσό μανδύα σαν κι αυτόν που έχω εγώ».
 
           89. Αλλού στην πόλη υπάρχει μια άλλη πύλη που τη ονομάζουν Χρυσόπορτα [ Η νοτιότερη πύλη των χερσαίων τειχών της Πόλης]. Πάνω στην πύλη αυτή ήταν δυο ελέφαντες χυμένοι σε χαλκό, τόσο μεγάλοι που ήταν κάτι το θαυμαστό.(..)
 
          90. Σε ένα άλλο τώρα μέρος της πόλης υπήρχε ένα άλλο θαύμα: κοντά στο παλάτι του Βουκολέοντα ήταν ένας χώρος που τον έλεγαν Τα Παιγνίδια του αυτοκράτορα [...εννοεί τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης]. Ο χώρος αυτός έχει μήκος μιάμιση βολή βαλλιστρίδας και περίπου μια πλάτος. Ολόγυρα από το χώρο υπήρχαν τριάντα ή σαράντα κερκίδες όπου ανέβαιναν οι Έλληνες για να παρακολουθήσουν τα παιγνίδια.[ο Ιππόδρομος είχε χωρητικότητα περί τους 150 χιλιάδες θεατές] Και πάνω από τις κερκίδες αυτές υπήρχαν πολύ ωραία και ευπρεπισμένα θεωρεία, όπου κάθονταν, την ώρα του παιγνιδιού, ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα καθώς και οι άλλοι άρχοντες με τις αρχόντισσες. (..) Κατά μήκος αυτού του χώρου υπήρχε τείχος δεκαπέντε πόδια ύψος και δέκα πλάτος: πάνω από αυτό το τείχος ήταν χυμένοι σε χαλκό άντρες και γυναίκες και άλογα και βόδια και καμήλες και αρκούδες και λιοντάρια και κάθε λογής ζώα, τόσο ωραία φτιαγμένα όλα και με τόση φυσικότητα που δεν υπάρχει στους τόπους των απίστων ή στη χριστιανοσύνη μάστορας τόσο επιδέξιος που να μπορεί να απεικονίσει και να σμιλέψει μορφές όπως ήταν φτιαγμένες αυτές οι μορφές. Και άλλοτε με διάφορα μαγικά έπαιζαν οι μορφές αυτές, τώρα όμως δεν παίζουν πια. Κι όταν οι Φράγκοι είδαν τα Παιγνίδια αυτά του αυτοκράτορα τα κοίταζαν σαν πράγματα θαυμαστά.
 
         91. Σε κάποιο  άλλο μέρος τη πόλης υπήρχε και κάτι άλλο θαυμαστό. Υπήρχαν δύο μορφές χυμένες σε χαλκό, σε σχήμα γυναίκας, πολύ καλά και με φυσικότητα φτιαγμένες, και πολύ όμορφες, και είχαν κι οι δυο τους ύψος είκοσι πόδια. Η μια από αυτές άπλωνε το χέρι της προς τη Δύση. Και πάνω της ήταν γραμμένα γράμματα που έλεγαν: «Από τη μεριά της Δύσης θα έρθουν αυτοί που θα κατακτήσουν την Κωνσταντινούπολη». Και η άλλη μορφή έδειχνε με το χέρι έναν βρωμότοπο και έλεγε: «Εκεί μέσα, έλεγε το άγαλμα, θα τους παραχώσουμε». Οι δυο μορφές στέκονταν μπροστά στην Αγορά, που ήταν πάντοτε πλούσιο μέρος, κι εκεί ήταν οι πλούσιοι σαράφηδες που είχαν μπροστά τους βουναλάκια τα νομίσματα και τα πολύτιμα πετράδια, πριν από την άλωση της πολης. Τώρα όμως που αλώθηκε η πόλη δεν υπάρχουν τόσα πολλά πια.
 
         92. Και κάπου αλλού στην πόλη [Στην αγορά του Θεοδόσιου] υπήρχε και κάτι πιο θαυμαστό ακόμη: υπήρχαν δυο κολώνες [οι κολόνες του Ξηρόλοφου και του Ταύρου], πάχους τριών αντρίκιων μπρατσών η καθεμιά και πεντήντα οργιών ύψους. Και πάνω στην κάθεμια από τις κολόνες αυτές κάθονταν κι απ΄ ένας ερημίτης, πάνω ψηλά, σε μικρά κουβούκλια που ήταν εκεί. Και μέσα στις κολόνες υπήρχαν στριφογυριστές σκάλες από όπου ανέβαιναν. Στο έξω μέρος της κάθε κολώνας ήταν ζωγραφισμένες και προφητικά γραμμένες όλες οι περιπέτειες και οι κατακτήσεις που συνέβηκαν στην Κωνσταντινούπολη ή που θα συμβούν στο μέλλον. Και δεν μπορούσε κανείς να μάθει την περιπέτεια πριν αυτή συμβεί, κι όταν αυτή συνέβαινε, τότε οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί και αερολογούσαν κι έβλεπαν τότε καθαρά εκεί την περιπέτεια που τους είχε συμβεί. Ακόμη και η κατάκτηση της πόλης από τους Φράγκους ήταν γραμμένη και εικονισμένη εκεί και τα καράβια που έκαναν την επίθεση και πάρθηκε η πόλη. Και οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν από πριν το τι θα γινόταν. Κι όταν αυτό έγινε, πήγαν και αερολογούσαν και κοίταζαν τις κολόνες και βρήκαν πως τα γράμματα που ήταν γραμμένα πάνω στα ζωγραφισμένα καράβια έλεγαν πως από τη Δύση θα ερχόταν μια φυλή ξυρισμένη και με σιδερένιες πανοπλίες που θα κατακτούσε την Κωνσταντινούπολη. Όλα αυτά  τα θαυμάσια που σας ιστορώ εδώ και πάμπολλα ακόμα άλλα θαυμάσια που δεν μπορώ να σας ιστορήσω, όλα αυτά τα βρήκαν οι Φράγκοι στην Κωνσταντινούπολη, όταν την κατέκτησαν»(..).



2 σχόλια:

  1. Yπάρχει σε κάποιο ελληνόγλωσο βιβλίο.??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κι ένας δεσμός στον ιστότοπο από τον οποίο έγινε το κόπυ-πέιστ και του οποίου η σχετική σελίδα λειτουργεί πάνω από 10 χρόνια, φαντάζομαι ότι δεν βλάπτει την υγεία, κύριε επιμελητά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή