Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο Ιουλιανός: Φιλόσοφος ή Αποστάτης

 
του Θάνου Δασκαλοθανάση



 
 
 

          Ο Ιουλιανός: Φιλόσοφος ή Αποστάτης
 
                 Η γοητεία για την αρχαιότητα που έσβηνε, η λατρεία για την τέχνη, την παιδεία, την σοφία ώθησαν τον Ιουλιανό, τον τελευταίο αυτοκράτορα της δυναστείας του Κωνσταντίνου να στραφεί προς την παλιά θρησκεία, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να την αποκαταστήσει, έστω και με μια τροποποιημένη εκδοχή της
                 Ο Ιουλιανός γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 331στη Βασιλεύουσα. Ήταν ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντινου, παιδί του ετεροθαλούς αδερφού του. Καθώς ήταν εν δυνάμει διάδοχος του θρόνου, βίωσε από μικρός τα πάθη και τις δολοπλοκίες της βασιλικής αυλής, γεγονός που θα σφραγίσει τη ψυχοσύνθεσή του.
                Αμέσως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Κωνσταντίνου ένας αμείλικτος πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα στους διαδόχους του. Ο Ιουλιανός, όντας παιδί, είδε μέσα σε μια νύχτα να δολοφονούνται από τον εξάδερφό του Κωνστάντιο όλοι του οι συγγενείς. Ο ίδιος και ο αδερφός του Γάλλος, σωθήκαν την τελευταία στιγμή μετά από παρέμβαση του Ευσεβίου, του επισκόπου Καισάρειας. Η μνήμη αυτή της τρομερής σφαγής θα μείνει ανεξίτηλη για τον Ιουλιανό. Μεγαλώνοντας, θα αρχίσει να νιώθει απέχθεια για όλους εκείνους που δήλωναν χριστιανοί, αλlά όταν επρόκειτο για το προσωπικό τους συμφέρον δεν δίσταζαν να διαπράξουν το χειρότερο έγκλημα.
                Δάσκαλος του Ιουλιανού υπήρξε ο Μαρδόνιος, ένας ελληνιστής Θράκας ευνούχος, που αν και χριστιανός, είχε σαγηνευτεί από τον Ομηρικό κόσμο. Ο κόσμος αυτός των αρχαίων ηρώων και Θεών  γοήτευσε τον νεαρό πρίγκιπα και αποτέλεσε ένα καταφύγιο από τη ζοφερή πραγματικότητα της ζωής του. Μέχρι και την ηλικία των 24 χρονών θα παραμείνει όμηρος του αυτοκράτορα εξαδέρφου καθώς θα είναι πάντα ύποπτος για τη διεκδίκηση του θρόνου. Καθώς θα μεταφέρεται από περιοχή σε περιοχή (Νικομήδεια, Καππαδοκία, Κωνσταντινούπολη,Πέργαμο) θα μαθητεύσει δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους και θα μελετήσει τα έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αλλά και νεοπλατωνικών. Στο διάστημα όλων αυτών των χρόνων θα παραμένει έστω και φαινομενικά πιστός στη χριστιανική θρησκεία.  Η γνωριμία του με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Λιβάνιο, ο οποίος θα τον μυήσει στα Ορφικά και Ελευσίνια μυστήρια, θα τον εισάγει στην μαγεία του μυστικισμού. Τότε ουσιαστικά θα αρχίσει και η φιλοδοφική του εκεπαίδευση. Σταθμός στη ζωή του θα είναι η γνωριμία του με τον Μάξιμο ο οποίος ήταν θεουργός και θα τον μυήσει στα μυστήρια των Χαλδαίων,υποχόμενος να τον φέρει σε επαφή με το θεϊκό στοιχείο. Ο φιλόσοφος αυτός θα αποτελέσει τον πνευματικό καθοδηγητή του Ιουλιανού. Τότε θα γίνει και η οριστική αλλά κρυφή ακόμα στροφή του προς τις νεοπλατωνικές παγανιστικές αντιλήψεις. 
                   Στο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Ευσεβίας ο Ιουλιανός θα βρει μια προστάτιδα ή οποία πάντα θα παρεμβαίνει για να τον γλυτώνει από την καχυποψία του αυτοκράτορα Κωνστάντιου. Με την μεσολάβησή της ο Ιoυλιανός, σε ηλικία 23 ετών, μεταβαίνει στην Αθήνα όπου μυείται στα Ελευσίνια μυστήρια.
                                                        
 
                                                                   Ο Ιουλιανός Καίσαρας…
               
                  Το 355 ο Κωνστάντιος πείθεται από τη γυναίκα του Ευσεβία να ανακηρύξει τον Ιουλιανό Καίσαρα της Δύσης. Ο ίδιος αρχικά φέρεται να μην επιθυμεί μια τέτοια υψηλή θέση. Όπως όμως εξηγεί αργότερα, είδε ένα όνειρο στο οποίο εμφανίστηκαν οι Θεοί που του ζητούσαν να αναλάβει τα υψηλά του καθήκοντα, αλλιώς κινδύνευε με ένα ατιμωτικό θάνατο. Ο Ιουλιανός βλέπει το αξίωμά του σαν ένα εφαλτήριο για να εφαρμόσει τις ιδέες του και τη φιλοσοφία του.
             Παρά τη στρατιωτική και πολιτική απειρία του όμως, ο Ιουλιανος διεξήγαγε αποτελεσματικές επιχειρήσεις απόκρουσης και εκκαθάρισης των βαρβαρικών εισβολών και απέκτησε την εμπιστοσύνη των στρατιωτών του. Από τη άλλη συνέβαλλε στην ανοικοδόμηση των περιοχών και ιδιαίτερα του Παρισιού, επέβαλλε δίκαιη φορολογική πολιτική αποκτώντας δημοφιλία μεταξύ των κατοίκων. Η δράση είχε πλέον πάρει τη θέση της  στοχαστικής ζωής. Με την ανάλογη υποκίνηση από τον ίδιο, ανακηρύσσεται από τους στρατιώτες του Αύγουστος. Λίγο πριν από την προδιαγεγραμμένη σύγκρουση για το θρόνο της Κων/πολης, ο Κωνστάντιος πεθαίνει και αποσοβείται ο εμφύλιος.
                     
                                                        Ο Ιουλιανός  αυτοκράτορας
           
                 Η πρώτη του πολιτική πράξη ήταν να απομακρύνει από την Αυλή αλλά και από τις διοικητικές υπηρεσίες τους αυλικούς του Κωνστάντιου. Η διεφθαρμένη και πολυτελώς διαβιώσα αυλή έπρεπε να αποτελέσει παρελθόν. Θέσπισε νόμους για την καταπολέμηση της απάτης και το περιορισμό της σπατάλης. Απέλυσε μέρος του προσωπικού των ανακτόρων και επέστρεψε τη γη στους δικαιούχους της που είχαν κατασχέσει οι προκάτοχοί του.  Πίστευε ότι ένας βασιλιάς έπρεπε να είναι ανώτερος από τους υπηκόους του όσον αφορά τα φυσικά χαρίσματα, να τηρεί τους νόμους και να επιδιώκει τη διακαιοσύνη. Ο ιδεώδης βασιλιάς θα πρέπει να καταπνίγει τα  πάθη του για να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του αξιώματός του. Δικαιοσύνη, αξιοκρατία, αρετή και απλότητα  Ο νέος αυτοκράτορας απλός ο ίδιος προτιμούσε να είναι προσιτός και όχι κρυμμένος κάπου στο βάθος.
              Ελάχιστοι μέχρι τότε γνώριζαν ότι ο Ιουλιανός είχε απορρίψει κρυφά τη χριστιανική του ανατροφή για να ενστερνιστεί την εθνική Θρησκεία και ιδιαίτερα τη λατρεία του Θεού Ηλιου. Εγκεφαλικός ενθουσιώδης και οραματιστής στην ακμή της ζωή του, γνώριζε ότι οι Εθνικοί είναι ακόμα πολλοί. Ήλπιζε ότι με τα κατάλληλα μέτρα θα ξαναζωντανέψει την παλιά θρησκεία.  Το 362 νομιμοποίησε εκ νέου την παραδοσιακή λατρεία, άνοιξε τους ναούς και τους αποκατέστησε επιστρέφοντας τις παλιές τους ιδιοκτησίες. Βλέποντας ότι ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των χριστιανών ήταν η ιεραρχική οργάνωση της εκκλησίας, όρισε μια ανάλογη ιεραρχία Εθνικών ιερέων. Παρέβλεψε κάποιες περιπτώσεις βίας κατά των χριστιανών και προκειμένου να ενθαρρύνει τις ενδοχριστιανικές διαμάχες ανακαλεσε από την εξορία τον Αθανάσιο και άλλους επισκόπους. Απαγόρεψε στους χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν κλασσική λογοτεχνία με το αιτιολογικό ότι δεν μπορούσαν να διδάξουν κάτι το οποίο πίστευαν. Κατά τον Ιουλιανο ήταν παράλογο, κάποιοι που δουλειά τους είναι να ερμηνεύουν τα έργα των αρχαίων συγγραφέων, συγχρόνως να καταφρονούν τους θεούς που εκείνοι τίμησαν. Το μέτρο αυτό, η ερμηνεία του και οι σκοπιμότητες που το υπαγόρευσαν αποτέλεσαν αντικείμενο διαμάχης. Οπωσδήποτε είχε σαν στόχο να αποδυναμώσει την εκπαίδευση των χριστιανών μαθητών.
                                                  
 
 
                           Τα  αποτελέσματα της πολιτικής του – o θάνατος τους Ιουλιανού
             
               Ο Ιουλιανός επιδίωξε να οργανώσει μια ειδωλολατρική εκκλησία κατά τον πρότυπο της χριστιανικής. Ακριβώς για τον λόγο αυτό ήταν ένα υβρίδιο χωρίς μέλλον. Ο ενθουσιασμός που έδειξε ο Ιουλιανός για την επιτυχία του εγχειρήματος σήμερα κρίνεται μάλλον ανεδαφικός,  γιατί   κατάσταση, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί  ήταν αδύνατον να αναστραφεί. Για να προετοιμάσει τον  στρατού για την επερχόμενη εκστρατεία εναντίον των Περσών, ο Ιουλιανός μετέβη τον χειμώνα του 361-362 στην Αντιόχεια, όπου και συνάντησε σοβαρά προβλήματα. Οι θυσίες που τέλεσε προς τιμή ν του Απόλλων βρήκαν μικρή ανταπόκριση από τους κατοίκους της πόλης. Εκνευρισμένος  διέταξε την του απομάκρυνση των λειψάνων   ενός χριστιανού μάρτυρα από την αρχική τους θέση, κάτι που θεωρήθηκε από τους Χριστιανούς ως ιεροσυλία, με αποτέλεσμα την πυρπόληση του ναού του Απόλλωνα. Οι σχέσεις του με τους Αντιοχείς χειροτέρεψαν ακόμη περισσότερο μετά από μια σοβαρή έλλειψη τροφίμων. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να σταθεροποιήσει την τιμή του σιταριού και να εισαγάγει από την Αύγυπτο ερχόμενος σε σύγκρουση με τους τοπικού παραγωγούς.
             Καθώς η αυτοκρατορία βρισκόταν σε πόλεμο με τους Πέρσες, ο Ιουλιανός ήλπιζε να κερδίσει μια νίκη για να σταθεροποιηθεί ο ίδιος αλλά οι θρησκευτικές του ιδέες.  Το 363 συγκέντρωσε ένα μεγάλο στράτευμα και με επικεφαλής τον ίδιο, προχώρησε μέχρι την περσική πρωτεύουσα Κτησιφώντα . Η κατάληψη της περσικής πρωτεύουσας ήταν αδύνατη και έτσι πήρε την απόφαση της επιστροφής.Η πορεία αυτή, μέσα στην εχθρική χώρα, κάτω από ανυπόφορο καύσωνα και υπό τη συνεχή παρενόχληση ενός εχθρού που απέφευγε την κατά μέτωπο σύγκρουση, ήταν εξαιρετικά προβληματική και όλα έδειχναν ότι ο ρωμαϊκός στρατός είχε πιαστεί σε θανάσιμη παγίδα. Τότε ακριβώς ο αυτοκράτορας τραυματίστηκε θανάσιμα σε μια αψιμαχία πιθανόν από περσική λόγχη. Λίγες μέρες αργότερα ξεψύχησε στη σκηνή του σε ηλικία 31 ετών.
                             
 
                                    H αποτίμηση της προσωπικότητας και του έργου του
                      
 
              Ο  Γιος  του Ήλιου, όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, έζησε μόλις τριάντα χρόνια. Όσο και αν μη συμφωνεί κανείς με όσα εκείνος πίστεψε και επιδίωξε να παλινορθώσει, ωστόσο δεν μπορεί παρά να ομολογήσει ότι υπήρξε μια από τος πιο ευγενικές και καλλιεργημένες προσωπικότητες της του Βυζαντίου. Τεράστια ήταν η επίδραση στη ψυχισμό του και στο χαρακτήρα τα άσχημα περιστατικά που βίωσε όταν ήταν παιδί αλλά και οι διδαχές των παιδαγωγών και φιλοσόφων με τους οποίους συναναστράφηκε .Ωστόσο το στρατιωτικό και πολιτικό έργο του, παρά τα όποια λαμπρά κατορθώματα έμεινε ανολοκλήρωτο γιατί του έλειπε το πολιτικό ένστικτο και οι ηγετικές ικανότητες. Κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει ότι ήταν δίκαιος, έντιμος  στη ζωή του  και  ανδρείος και τόλμηρος στο πεδίο της μάχης.
                 Η αγάπη του για την Ελλάδα, την ελληνική γλώσσα την φιλοσοφία τον έστρεψαν προς την  παλιά θρησκεία την οποία προσπάθησε με ενθουσιασμό να αναβιώσει χωρίς αποτέλεσμα. Ουσιαστικά ο Ιουλιανός δεν πέτυχε τίποτα. Παρά τον αρνητικό χαρακτηρισμό που τον συνοδεύει, το όνομά του και η προσωπικότητά του δεν ξεχάστηκαν. Οι άνθρωποι μέχρι και σήμερα τον θυμούνται για το πνεύμα του, τις γνώσεις του και όχι για τα ανεκπλήρωτα οράματά του.  Ίσως τελικά να επρόκειται για έναν άνθρωπο που έζησε σε λάθος εποχή, και που κάτω από διαφορετικές προϋποθέσεις,  να μεγαλουργούσε. Ο Ιουλιανός υπήρξε η σπάνια περίπτωση του ανθρώπου που έχει χάσει στη ζωή αλλά έχει κερδίσει στο θρύλο.


Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Η Αθήνα στην ύστερη αρχαιότητα και τα πρώτα χριστιανικά χρόνια


της Σοφίας Πατούρου-Σπανού, βυζαντινολόγου


O Απόστολος Παύλος διδάσκει στον Άρειο Πάγο
 
   Η Αθήνα στην ύστερη αρχαιότητα και τα πρώτα  χριστιανικά χρόνια

                   «Υπήρξαν αι Αθήναι η πηγή παντός καλού και μήτηρ της σοφίας ακόμη και κατ΄ αυτούς τους σκοτεινούς μεσοχρονίους αιώνας», αναφέρει ο Γερμανός ιστορικός του περασμένου αιώνα Γρηγορόβιος, διακατεχόμενος από απέραντο θαυμασμό προς την κλασική αρχαιότητα και αποτίοντας φόρο  τιμής προς την κοιτίδα αυτής, την πόλη της Αθήνας.
                  Ωστόσο, με εξαίρεση τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η Αθήνα του Μεσαίωνα δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα πενιχρό απομεινάρι του ένδοξου παρελθόντος της.  Η κατάκτησή της από τον Σύλλα το 86π.Χ.- παρά την αυτονομία που της παραχωρήθηκε- σήμανε την απαρχή μιας πτωτικής πορείας στην πολιτική και πνευματική της ζωή, που έφθασε στο τέρμα της γύρω στον 6ο αιώνα.
                 Στους αιώνες που ακολουθούν την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους, η Αθήνα συνέρχεται γρήγορα και ανασυγκροτείται, χάρη στο ενδιαφέρον και τις γενναιόδωρες χορηγίες Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ξένων βασιλέων και πλουσίων Αθηναίων. Ανακτά την παλαιά της φυσιογνωμία και ξαναγίνεται «το λαμπρόν μουσείον της αρχαιότητας και το σχολείον της ελληνικής μαθήσεως». Τον δεύτερον μ.Χ. αιώνα, δύο προσωπικότητες της εποχής, ο αυτοκράτορας Αδριανός και ο πλούσιος σοφιστής Ηρώδης ο Αττικός βάζουν τη σφραγίδα τους στην καλλιτεχνική και πνευματική της ζωή, ανεγείροντας σπουδαία μνημεία όπως ήταν ο ναός του Ολυμπίου Διός , το Πάνθεον, το Αδριάνειο Γυμνάσιο και η Βιβλιοθήκη, το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού και ολόκληρη η αδριάνεια πόλη κοντά στον Ιλισό. Την ίδια εποχή αποκτούν νέα πνοή και κύρος οι φιλοσοφικές και ρητορικές σχολές τόσο ώστε να την καταστήσουν και πάλι το σπουδαιότερο πανεπιστημιακό κέντρο της αυτοκρατορίας. Την ανοδική της όμως πορεία έρχεται να ανακόψει  το 267μ. Χ. η επιδρομή των Ερούλων, βαρβαρικού λαού του βορρά  που κατέλαβε την πόλη, τη λεηλάτησε και την πυρπόλησε. Τα σπουδαιότερα μνημεία της διασώθηκαν, αλλά η ανασυγκρότησή της ακολούθησε βραδείς ρυθμούς και η δημογραφική της φυσιογνωμία δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.
            Ωστόσο, στα τέλη του τρίτου αιώνα, ακμάζουν και πάλι οι σχολές  του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Χρυσίππου και πλείστα άλλα μικρότερα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στα οποία συρρέουν μαθητές προερχόμενοι από κάθε γωνιά του τότε γνωστού κόσμου.
 
Ο Aπόστολος  Παύλος στην Αθήνα
            Τον τέταρτο αιώνα, η ραγδαία διάδοση του Χριστιανισμού στην εξελληνισμένη Ανατολή και η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης  κλονίζουν μεν τη λατρεία των αρχαίων θεών, δεν ανατρέπουν όμως τους ρυθμούς της πνευματικής ζωής της ασήμαντης πολιτικά και ολιγάριθμης πληθυσμιακά Αθήνας. Στην διάρκεια των πρώτων  χριστιανικών αιώνων οι Αθηναίοι αγωνίζονται με πάθος να περισώσουν τα λείψανα του παρελθόντος και μένουν πεισματικά προσκολλημένοι στη λατρεία των αρχαίων θεών. Απορρίπτουν στην πλειονότητά τους το χριστιανισμό τον οποίο γνώρισαν  πολύ νωρίς, όταν το 51μ. Χ., ο Απόστολος Παύλος, επισκέφθηκε την πόλη τους και τόλμησε να κηρύξει το Ευαγγέλιο από το βήμα του Αρείου Πάγου. Μολονότι η διδασκαλία του δεν έτυχε ιδιαίτερης απήχησης, όπως και ο ίδιος το ανέμενε, έριξε, ωστόσο, τα πρώτα σπέρματα της νέας θρησκείας, τα οποία απέδωσαν σύντομα καρπούς με τη δημιουργία μικρής χριστιανικής κοινότητας, της οποίας ηγήθηκε ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πρώτος επίσκοπος και μάρτυρας της πόλης. Παρά το γεγονός ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος έδειξε καταφανή εύνοια προς την Αθήνα και ανοχή προς την εθνική θρησκεία, αποδεχόμενος μάλιστα τον τίτλο του «στρατηγού των Αθηναίων», όμως η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως από τον ίδιο  προκάλεσε οξύ ανταγωνισμό ανάμεσα στη  φθίνουσα πόλη του Πλάτωνα και στην ανατέλλουσα βυζαντινή πρωτεύουσα.
            Είναι αλήθεια πάντως πως η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε ο Κωνσταντίνος και οι διάδοχοί του την Αθήνα και τους πολίτες της συνέβαλε στο να καταστεί η πόλη και πάλι, τον 4ο αιώνα, σπουδαίο παιδευτικό κέντρο, στο οποίο προσέρχονται για να διδαχθούν και να διδάξουν φημισμένοι τότε φιλόσοφοι και ρήτορες ανάμεσά τους ο Προαιρέσιος, ο Ιουλιανός, ο Μουσώνιος, ο Λιβάνιος, ο Πρίσκος, ο Πρόκλος κ.ά. Εστία της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας η Αθήνα, γνώρισε στα μέσα του 4ου αιώνα την τελευταία μεγάλη πνευματική της αναλαμπή σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο σπουδαίων πνευματικών ανδρών της εποχής, του σοφιστή Λιβάνιου και του ιστορικού Ευνάπιου. Στις μεγάλες φιλοσοφικές της σχολές συναντούνται την εποχή αυτή οπαδοί της αρχαίας και της νέας  θρησκείας. Ανάμεσά τους τρία έξοχα πνεύματα της όψιμης αρχαιότητας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μέγας Βασίλειος και ο μετέπειτα βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουλιανός ο παραβάτης. Η συναναστροφή και πνευματική επικοινωνία που αναπτύσσουν, κατά την παραμονή τους στην Αθήνα, οι τρεις διαφορετικοί στη θρησκεία και στις ιδέες σπουδαστές, αποκαλύπτει το χαρακτήρα της πόλης του Περικλή, που την εποχή αυτή έχει αναδειχθεί σε ουδέτερο κα διεθνές έδαφος της επιστήμης.
Ο Ιουλιανός
            Η παραμονή του Ιουλιανού στην Αθήνα και η συναναστροφή του με τους διασημότερους σοφιστές και ρήτορες της εποχής  προκαθορίζουν το στίγμα της σύντομης βασιλείας του. Πρώτο του μέλημα, κατά την ανακήρυξή του σε αυτοκράτορα, είναι η ανόρθωση της αρχαίας θρησκείας, η επαναλειτουργία των ναών και των βωμών και η αναβίωση των μαντείων και των μεγάλων αγώνων. Ο θάνατος όμως του τελευταίου μεγάλου εραστή της κλασικής αρχαιότητας, που επέρχεται σύντομα (26  Ιουλίου του 363) σβήνει τα όνειρα και τις ελπίδες των Αθηναίων και όλων των θαυμαστών του αρχαίου κόσμου.
               Οι διάδοχοί του, μετριοπαθείς στη θρησκευτική τους πολιτική, επιδεικνύουν ανοχή και επιείκεια προς την κοιτίδα της αρχαίας θρησκείας, παρά τα κατά καιρούς απαγορευτικά για την ειδωλολατρία διατάγματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 375 ο ιεροφάντης των ελευσινίων μυστηρίων Νεστόριος, αντιστρατευόμενος ανοικτά αυτές τις διατάξεις, τολμά να στήσει κάτω από το κολοσσιαίο άγαλμα της Αθηνάς  στον Παρθενώνα μικρό άγαλμα  του Αχιλλέα, επικαλούμενος όνειρο για επικείμενο σεισμό και διάσωση της πόλης.
               Η άνοδος στο βυζαντινό θρόνο του θρησκόληπτου στρατηγού της Ισπανίας Θεοδοσίου σηματοδοτεί για την Αθήνα την αρχή του τέλους της. Με διάταγμα του 381, ο Θεοδόσιος καταργεί την ισότητα των δύο θρησκειών, κλείνει το μαντείο των Δελφών και από το 393 και εξής απαγορεύει την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα σκληρά μέτρα του Θεοδοσίου, μολονότι δεν εφαρμόστηκαν στην Αθήνα με την αυστηρότητα που ίσχυσε στην υπόλοιπη Ελλάδα, επηρέασαν βαθιά την πνευματική και θρησκευτική της ζωή. Η λειτουργία βέβαια των σχολών της συνεχίστηκε και το Πανεπιστήμιό της απέμεινε ο τελευταίος πλέον εξασθενημένος προμαχώνας των Εθνικών.
Ωστόσο, ο ιερός χαρακτήρας που διατηρούσε ακόμη, στα τέλη του 4ου αιώνα, η ασήμαντη πολιτικά και ανίσχυρη στρατιωτικά Αθήνα και το δέος που προκαλούσαν οι θεότητές της απέτρεψαν την καταστροφή της από τον τρομερό Γότθο Αλάριχο.  Έμεινε απόρθητη όπως γράφει και ο  εθνικός συγγραφέας του 5ου αιώνα Ζώσιμος κατά την περιγραφή της πολιορκίας της Αθήνας από τα στρατεύματα του Αλάριχου το έτος 396. Προσθέτει επίσης ότι, όταν ο Γότθος ηγεμόνας αντίκρισε στην Ακρόπολη την πρόμαχο Αθηνά οπλισμένη και τον ανδριάντα του ομηρικού ήρωα Αχιλλέα, όχι μόνο δεν απετόλμησε  εκπόρθηση της πόλης αλλ΄ αντίθετα συνθηκολόγησε με τους λογάδες της, δεχόμενος φιλοφρονήσεις και πλούσια δώρα. Κατά μια άλλη όμως εκδοχή, η Αθήνα του τέλους του τέταρτου αιώνα δεν είναι παρά η σκιά του ένδοξου παρελθόντος. Τίποτα δεν έχει σημαντικό αναφέρει σ΄επιστολή προς τον αδερφό του ο επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος, ο οποίος την επισκέφτηκε  λίγο μετά την αποχώρηση του Αλάριχου. Στα μάτια του χριστιανού φιλοσόφου η Αθήνα μοιάζει με «απομεινάρι δέρματος θυσιασμένου ζώου».
 
 
 
Η αισθητική και η έκφραση στην τέχνη, ακόμη και κάτω από το αυστηρό τυπικό, ακολουθεί τους δικούς της δρόμους, συχνά διαφορετικούς ή ενάντιους σε εκείνους του δόγματος. Σε ψηφιδωτή παράσταση της μονής του Δαφνίου, το γυμνό σώμα του Ιησού κατά την Βάπτιση έχει τις αναλογίες αγάλματος της κλασικής εποχής. Η τέχνη, αν και θρησκευτική, δεν ξεχνά τους δεσμούς συγγένειας. Ο ανώνυμος καλλιτέχνης σπάει την ηθική αυστηρότητα του χριστιανισμού και ανακαλεί μνήμες. 11ος αιώνας και η Αττική διατηρεί ακόμη έντονη την απολλώνια ανάμνηση.

           Παρά τη απογοήτευση όμως, που προκαλεί στους επισκέπτες της την εποχή εκείνη και σε πείσμα της κακοδαιμονίας που την κατατρύχει, η Αθήνα επιβιώνει πνευματικά και θρησκευτικά και κατά το επόμενο αιώνα, στη διάρκεια μάλιστα του οποίου θα γνωρίσει και κάποιες σύντομες ευτυχισμένες στιγμές.
          Στις αρχές του 5ου αιώνα με εντολή του υπάρχου του Ιλλυρικού Ερκούλιου, επισκευάζεται η βιβλιοθήκη του Αδριανού και το βήμα του Διονυσιακού θεάτρου, ενώ ανεγείρεται εκ βάθρων το Γυμνάσιο της Ακαδημίας, το σημαντικότερο πνευματικό ίδρυμα της εποχής.
Εξάλλου ο γάμος της Αθηναΐδας, κόρης του Αθηναίου σοφιστή Λεόντιου, με το βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Β΄, γεννά νέες ελπίδες και προσδοκίες στους Αθηναίους, που όμως δεν αργούν να διαψευστούν από τα γεγονότα. Ο Θεοδόσος ο Β΄, υποκινούμενος από την θρησκόληπτη και αυταρχική αδελφή του Πουλχερία, εξαπολύει άγριο διωγμό κατά των Εθνικών, ενώ αφαιρεί από τα ιερά και τα μνημεία τηςΑθήνας σπουδαία έργα τέχνης. Καταργεί με νόμο τη Βουλή του Αρείου Πάγου, παύει τους επώνυμους άρχοντες και καταλύει κάθε μορφή αυτοδιοίκησης της πόλης. Επιφέρει καίριο πλήγμα στο πανεπιστήμιο της, μετακαλώντας καθηγητές και φιλοσόφους, στους οποίους προσφέρει γενναίες αμοιβές, για να διδάξουν στο αναδιοργανωμένο από τον ίδιο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης.
           Σιγά-σιγά λοιπόν η Αθήνα υποκύπτει στη μοιραία φθορά του χρόνου και στα πισώπλατα χτυπήματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Το τέλος του ταλαιπωρημένου εκπρόσωπου του αρχαίου κόσμου επισφραγίζεται με το οριστικό κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της. Ο μεγάλος βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιουστινιανός δεν περιμένει το φυσικό της θάνατο που μοιραία έρχεται, αλλ΄ αποφασίζει να θέσει τέρμα στη ζωή της με τρόπο βίαιο.
          Διατάζει τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό των κατοίκων της αυτοκρατορίας και αποκλείει του εθνικούς από τα δημόσια αξιώματα. Το 529 με νόμο που εκδίδει, απαγορεύει τη λειτουργία των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας, απαγόρευση που αναπόφευκτα οδηγεί στο οριστικό τους κλείσιμο. Οι τελευταίοι Αθηναίοι σοφιστές καταφεύγουν στην αυλή του Πέρση βασιλιά Χοσρόη, ενώ οι αρχαίοι ναοί μετατρέπονται σύντομα σε χριστιανικοί. Παρά το ενδιαφέρον του για την οχύρωση και την προστασία της πόλης των Αθηνών από τους βαρβαρικούς λαούς του Βορρά, η Αθήνα και ολόκληρη η Αττική δεν αποτελούν  πλέον παρά ένα ασήμαντο τμήμα της μεγάλης βυζαντινής αυτοκρατορίας. 


Bυζαντινό ψηφιδωτό του 5ου αιώνα ανακαλύφθηκε στα Άδανα

             Νέο τεράστιο ελληνικό ψηφιδωτό του 5ου αιώνα ανακαλύφθηκε στα Άδανα
 
                  αναδημοσίευση απο τον αρχαιογνώμονα http://hellenes-romaion.blogspot.gr/
 

 
           Ελληνικό ψηφιδωτό πάτωμα βυζαντινής εποχής διαστάσεων 120 τετραγωνικών μέτρων ανακαλύφθηκε σε αρχαιολογικό χώρο στην επαρχία των Αδάνων στη νότια Μικρά Ασία.

 

 
          Το ψηφιδωτό χρονολογείται στο 5ο με 6ο αιώνα και περιέχει στίχους του Ευαγγελίου στην ελληνική γλώσσα, παραστάσεις διαφόρων ζώων που βιώνουν ειρηνικά μαζί.
            Συγκεκριμένα το ψηφιδωτό απεικονίζει 16 άγρια και οικόσιτα ζώα, όπως λύκο, πρόβατα, λεοπάρδαλη, γίδα, ταύρο, λιοντάρι και ένα φίδι που φαίνονται να ζουν ειρηνικά και να κάθονται το ένα πλάι στο άλλο.


 

 
          Στο ψηφιδωτό υπάρχουν στίχοι από την Παλαιά Διαθήκη, απόσπασμα από τον Ησαΐα :

«τότε λύκοι καὶ ἄρνες βοσκηθήσονται ἅμα, καὶ λέων ὡς βοῦς φάγεται ἄχυρα, ὄφις δὲ γῆν ὡς ἄρτον· οὐκ ἀδικήσουσιν οὐδὲ μὴ λυμανοῦνται ἐπὶ τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ μου, λέγει Κύριος».

 

 
 
 
        Το ψηφιδωτό, 15 μέτρων μήκος και 8 πλάτος ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε αρχαιολογικό χώρο που βρίσκεται σε οικόπεδο ιδιώτη, όπου διενεργεί έρευνα το υπουργείο Πολιτισμού της Τουρκίας από κοινού με το Μουσείο των Αδάνων, στη συνοικία Sarıçam της πόλης.
         Το ψηφιδωτό θα μεταφερθεί στο τμήμα εργαστηρίου των Αδάνων σε μια έκταση 10 χιλιάδων τ.μ. για περαιτέρω μελέτη και μετά την αποκατάστασή του θα εκτεθεί στο νέο μουσείο της πόλης.

Δοκιμές στη βυζαντινή κουζίνα

 
Αντιπροσωπευτικά φαγητά των Βυζαντινών, με βάση τη μελέτη του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη



 αναδημοσίευση απο την εφημερίδα " Πατρίς" του Ηρακλείου


http://www.patris.gr/frontpage

 





Εχετε αναρωτηθεί ποτέ για το τι γεύσεις γευόντουσαν οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αν με κάποιο “μαγικό ραβδάκι” όλα αυτά θα μπορούσαν να αναβιώσουν;

Γνωρίζατε ότι το μέλι και το κρασί ήταν κάτι σαν το αλάτι και το πιπέρι στα φαγητά δίνοντας μια απροσδιόριστη γλυκόξινη γεύση σε όλα σχεδόν τα πιάτα. Και ότι αυτή η συνήθεια δεν έκανε διάκριση κοινωνικών τάξεων αφού ακόμα και η φάβα που ήταν το φαΐ του λαού μπορούσε να συνοδευτεί με σάλτσα καραμελωμένου κρεμμυδιού ;

Ή ότι τότε κανείς δεν έβαζε ντομάτα στα φαγητά αφού δεν υπήρχε ενώ άγνωστη ήταν και η πατάτα;

Θα μπορούσε ένα καταπληκτικό γλυκό, με ξερά φρούτα, χουρμάδες και σύκα να αφήνει στο τέλος μια καυτερή γεύση;

Θα μπορούσε άραγε με κάποιο τρόπο να αναβιώσει ένα Βυζαντινό γεύμα με την εγγύηση ότι ανταποκρίνεται στις γεύσεις και στις διατροφικές συνήθειες αιώνων πριν. Η απάντηση είναι ναι.

Δεν πρόκειται για εικονική πραγματικότητα αλλά για πραγματικό γεγονός; μια ολόκληρη τραπεζαρία του Βυζαντίου!

Δεκατρία αντιπροσωπευτικά πιάτα που στηρίχθηκαν σε συνταγές σχεδόν 11 αιώνων από τον 4μ.Χ. - 15 μ.Χ. παρέλασαν από τα τραπέζια και έδωσαν μια ξεχωριστή εμπειρία στους λίγους που είχαν την ευκαιρία να τα δοκιμάσουν.

Πρόκειται για ένα εγχείρημα που γίνεται για πρώτη φορά και έχει την σφραγίδα της εγγύησης καθώς πρόκειται για αυθεντικές Βυζαντινές γεύσεις. Δεν αποκλείεται μετά την πρώτη πραγματικά επιτυχημένη προσπάθεια σε λίγο καιρό ορισμένες από αυτές τις γεύσεις να υπάρχουν και στα μενού εστιατορίων.

Η προσπάθεια ανασύνθεσης στηρίχθηκε στη μελέτη του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη.

Τα αποτελέσματα συστηματικής έρευνας έκαναν τους ουρανίσκους να απορήσουν αφού πρόκειται για γεύσεις που εκτός από ότι ήταν πρωτόγνωρες το κυριότερο ήταν νόστιμες.

Η μελέτη που έκαναν ο Νίκος και η Μαρία Ψιλάκη δεν ήταν και εύκολη υπόθεση αν σκεφτεί κανείς ότι έπρεπε να ερευνηθεί η μακροβιότερη αυτοκρατορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού από τον 4ο αιώνα μ.Χ - τον 15ο αιώνα μ.Χ.

Μιλώντας στην “Π” ο συγγραφέας - δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης έδωσε το στίγμα του δύσκολου εγχειρήματος:

 "Ένα βασικό κριτήριο μιλώντας κανείς για το Βυζάντιο είναι ότι η έρευνα πρέπει να καλύψει το φάσμα σχεδόν 11 αιώνων.

Εκτός από αυτό δεν είναι δυνατό ο άνθρωπος του 4ο αιώνα μ.Χ στα πρώτα χρόνια της συγκρότησης της Αυτοκρατορίας και ο άνθρωπος των τελευτών περιόδων του 15ο αιώνα να έχουν κοινές συνήθεις κοινό πολιτισμό χωρίς υπάρχουν αλλαγές.

Όταν μιλάμε για ένα πολιτιστικό φαινόμενο αυτό πρέπει να το εξετάζουμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ακόμα όμως και αν γίνει αυτό για ποια κοινωνική τάξη μιλάμε; Τον αγρότη, τον αστό, τον αυτοκράτορα ή τον Πατριάρχη; Εκτός από αυτό κάθε περιοχή έχει και διαφορετικά προϊόντα και συνήθειες όπως άλλωστε γίνεται και σήμερα. Σίγουρα δεν υπάρχει σημείο σύγκρισης μεταξύ των αυτοκρατορικών γευμάτων και των αγροτικών αφού για τους μεν μαγείρευαν στρατιές μαγείρων ενώ στους δε η κατανάλωση φαγητού γινόταν υπό άλλες συνθήκες και υλικά. «Υπό το βάρος όλων αυτών προσπαθήσαμε να δώσουμε μια εικόνα αντιπροσωπευτική από όλες τις περιόδους με χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζουν και τη γεύση και τη διατροφή γενικότερα».

Για να σχεδιαστεί το δείπνο αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από γραπτές πηγές σε κείμενα γιατρών και σχολιαστών της εποχής οι οποίες στις αναφορές τους μπορεί να περιγράφουν ένα φαγητό δεν δίνουν όμως και τη δοσολογία των υλικών που χρησιμοποιούταν . « Τα κείμενα δεν παρέδιδαν συνταγές αλλά μόνο την πληροφορία. Για να είμαστε κοντά στην εποχή ακολουθήσαμε την συγκριτική μεθοδολογία. Βυζαντινά φαγητά επιβίωναν μέχρι τον 19ο και 20 αιώνα σε απομακρυσμένες περιοχές όπως είναι η Κρήτη, η Κύπρος, τα νησιά του Αιγαίου και οι περιοχές της βόρειας Ελλάδος .Ειδικά αυτές οι περιοχές διατηρούσαν ένα «κλειστό σύστημα» και οι όποιες αλλαγές γινόντουσαν πολύ αργά. Με μια σύγκριση θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ κοντά σε κάποιες εποχές περιόδους και γεύσεις".



Βυζαντινές γεύσεις

Πέρα από τα διάφορα είδη ψωμιού το ένα εξ’ αυτών με παπαρουνόσπορο σερβιρίστηκαν φάβα με καραμελωμένο κρεμμύδι, ελιές σε κρασί και μέλι , σφουγγάτο με απάκι, χοιρινό με λάχανο σβησμένο με γλυκό κρασί (ιδανική πρόταση και για τα δικά μας τραπέζια), χοιρινό με κρασί και μέλι, σαλάτα πράσινη με ξίδι, λάδι και μέλι, ψάρια με κροκάτο και κίτρινο ρύζι με σταφίδες.

Το αποκορύφωμα της απόλαυσης ήρθε όταν σερβιρίστηκε το γλυκό -κοπτοπλακούντες γλύκισμα που στηρίζεται σε αλλεπάλληλα φύλλα ζύμης ανάμεσα στα οποία μπαίνει μια πλούσια γέμιση από ξηρούς καρπούς , χουρμάδες και σύκα . Το συγκεκριμένο μπορεί να είναι και η πρώτη μορφή του μπακλαβά. Το γλύκισμα συνοδευόταν με μυζήθρα με κίτρο.

Αξίζει να ρίξετε μια πιο προσεκτική ματιά στο μενού που ακολουθεί το οποίο καταγράφει και τις πηγές που αναφέρονταν. Μεταξύ άλλων :



Αβδώμιον (ελαιόγαρον)

Η πασίγνωστη σκουρόχρωμη αρχαία και βυζαντινή σάλτσα, γύρω από την οποία έχουν πλαστεί ολόκληροι μύθοι! Γινόταν συνήθως με εντόσθια “ιχθυδίων”, τα οποία ζυμώνονταν και αναμιγνύονταν με διάφορα υλικά, όπως κρασί, μέλι, πετιμέζι και ελαιόλαδο.

¨... γάρος εξ άλμης ακράτου μέρους ενός και δύο οίνου του γλυκέως...” (Ιούλιος Αφρικανός, Γεωπονικά 19). Ιδιαίτερα αγαπητό και πολυπαινεμένο το “αβδώμιον”, που γινόταν συχνά με “στάγμα” (μέλι ή έψημα, δηλαδή πετιμέζι).


Οψάριον μετά κολοκυνθίων, κροκάτον

Ηδιστον έδεσμα τα κολοκύθια με ψάρια (κυρίως τα παστά), σύμφωνα με τον ιατρό του αυτοκράτορα Ιουλιανού, τον Ορειβάσιο (4,1,28: “Ηδιστον δ’ εστίν έδεσμα κολοκύντη μετά ταρίχους εν λοπάδι σκευασθείσα”). Φρέσκα ή παστά τα ψάρια βρίσκονταν συχνά στα τραπέζια όλων των κοινωνικών στρωμάτων, από εκείνο του αυτοκράτορα μέχρι των μοναχών, των ψαράδων και των κατοίκων των παραλιακών περιοχών.


Φυλλίς εκ θριδακίνης, μαϊουλίου, ευζώμου και κρομμύων εν οξυμέλιτι

“προπαρατίθεσθαι δ’ εστίν χρήσιμον την λεγομένην φυλλίδα”.

Η ρήση του Ταραντίνου ιατρού Ηρακλείδη (είναι ωφέλιμο να προσφέρεται προκαταρκτικά η φυλλίδα, δηλαδή ωμά λαχανικά σαν τη σημερινή σαλάτα), φαίνεται να στηρίζεται σε μια διαχρονική συνήθεια: της κατανάλωσης ωμών λαχανικών στα γεύματα ή τα δείπνα των Ελλήνων. Μια δροσερή σαλάτα εποχής εμπλουτισμένη με αποχρώσεις βυζαντινής γεύσης, με την απόλαυση του “γλυκόξινου: Φυλλίς εν οξυμέλιτι... Με ραδίκι, μαρούλι, ρόκα και κρεμμυδάκια.

Ελαίαι εν οινομέλιτι

Ελιές σε κρασί με μέλι, σε πετιμέζι, ακόμη και σε μούστο... Στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου συγκεντρώθηκαν από τον Κασσιανό Βάσσο τον Σχολαστικό τα περίφημα “γεωπονικά” κείμενα, στα οποία παρουσιάζονται, μεταξύ των άλλων, εκπληκτικοί τρόποι εκπίκρινσης και διατήρησης της αγαπημένης τροφής των Ελλήνων, της επιτραπέζιας ελιάς.

Σφουγγάτον

“Και πρώτον θες το εκζεστόν, πλην βάλε να μη βράζη

και δεύτερον ακρόπαστον

και τότε το σφουγγάτον” (Πτωχοπρ. ΙΙΙ, 128-129).

Γεύση διαχρονικότητας... Σφουγγάτον και “διπλοσφούγγατον”. Συνήθης τροφή αλλά και ευρηματική επιλογή, καθώς, όπως συμβαίνει και στη λαϊκή κουζίνα, οι παλαιότεροι χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή του σφουγγάτου πλήθος υλικών. Ακόμη και παστωμένο χοιρινό, όπως το πασίγνωστο ακόμη και σήμερα απάκι. Αυτήν την εκδοχή επιλέξαμε: με απάκι και χόρτα...


Χοιρινομαγειρία

“Κράμβη μετά πιμελώδους κρέατος εψομένη” (Συμεών Σηθ. 51, 12).

Σ’ ένα βυζαντινό ποίημα “Διήγησις Παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων) ο χοίρος... επαινεί το κρέας του λέγοντας: Και με το λάχανον καλόν και με το κολοκύνθι.

Χοιρινό με λάχανο. Αγαπημένη βυζαντινή γεύση, γνωστή και ως χοιρινομαγειρία. Το λάχανο μπορούσε να είναι φρέσκο ή συντηρημένο (τουρσί), όπως επίσης και το κρέας μπορούσε να είναι φρέσκο ή παστό (Τιμαρίων 17).


Κοπτοπλακούντες

Αν και είναι αόριστες οι σχετικές αναφορές, εν τούτοις “κοτπόν” ή “κοπτά” φαίνεται να λέγονταν οι πλακούντες οι οποίοι κόβονταν πριν σερβιριστούν. Το θέμα, βέβαια, παραμένει ακόμη ανοικτό, μια και υπάρχουν και διαφορετικές ετυμολογικές προσεγγίσεις. Ο κοπτοπλακούς, σύμφωνα με την ερμηνεία του Κουκουλέ, ταυτίζεται με το μαρτυρημένο αρχαιοκρητικό γάστριν, γλύκισμα που στηρίζεται στα επάλληλα φύλλα ζύμης, ανάμεσα στα οποία μπαίνει μια πλούσια “γέμιση”. Ανάμεσα στα υλικά που χρησιμοποιήσαμε, εκτός από τους ξηρούς καρπούς, είναι τα ξερά φρούτα, φοινίκια (χουρμάδες) και σύκα.


Κιτράτον

Αν και το κιτράτον που συνιστά ο ιατρός Αλέξανδρος Τραλλιανός είναι “πρόπομμα”, στα βυζαντινά χρόνια δεν φαίνεται να ήταν άγνωστη η παρασκευή γλυκισμάτων “κουταλιού”, όπως ονομάζονται σήμερα. Ο Συμεών Σηθ μιλά για γλύκισμα “συν μέλιτι και αρτύμασι σκευαζόμενον δια κτιρίου”.


Ανθίνας τυρός

Ο προσφάτως συντεθειμένος τυρός του Βυζαντινού λεξικογράφου Ησυχίου στον γνωστότατο αρχαίο συνδυασμό: Τυρί με μέλι ή με γλυκό κουταλιού, μια παράδοση που διασώθηκε αυτούσια στη λαϊκή μας γαστρονομία.

Μετά την ευωχίαν, ευλογήσωμεν τον Θεόν επί τη μεταδόσει των απολαύσεων.

Κλήμης Αλέξανδρος, Παιδαγωγός 2.4.44




Σημαντική μαρτυρία για τις γευστικές προτιμήσεις του Νικηφόρου Φωκά:

Ο Θεοφάνης, Έλλην έπαρχος της Αιγύπτου στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ταξίδεψε για μερικούς μήνες στη Συρία, από τον Μάρτη ως τον Αύγουστο. Μαζί του δεν έφερε μόνον ένα τεράστιο όγκο διατροφικών ειδών, αλλά και ειδικούς μαγείρους, και πλακουντοποιούς, δηλαδή ζαχαροπλάστες. Τέτοιες ειδικότητες ήταν συχνές στα περιβάλλοντα των Βυζαντινών. Ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος της Κρεμμόνης, παρακάθισε μερικούς αιώνες αργότερα σε γεύμα που του πρόσφερε ο Νικηφόρος Φωκάς.

Μιλά με περιφρόνηση για το πολύ λάδι που έτρωγαν, αλλά με θαυμασμό για το κατσικάκι που του απέστειλε ο ίδιος ο Αυτοκράτορας «παχύ ερίφιον μετά σκορρόδων, κρμμυδίων και πράσσον θαυμασίως ωνθυλευμένον και δια χαβιαρίου κεκαρυκευμένου, ούτινος εγεύθη πρώτος αυτός» (ο Αυτοκράτωρ). «Είθε το φαγητόν αυτό παρετίθετο και επί της ημετέρας τραπέζης, ίνα πεισθήτε οι μη πιστεύοντες εις το αβροδίαιτον του Αγίου Αυτοκράτορος…»
Πόσοι μάγειροι εργάζονταν στο ιερόν παλάτιον; Στρατός ολόκληρος! Τάγματα μαγείρων είχε, όπως μαρτυρείται, ο Θεοδόσιος ο Μέγας!



Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Bυζαντινή Αθήνα: Άγιοι Θεόδωροι

 

 
 

του Θάνου Δασκαλοθανάση
 
 
 
       Ο ναός βρίσκεται κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος, στις οδούς Ευρυπίδου και Σκουλενίου, στο κέντρο της Αθήνας. Είναι κηρυγμένος ως προέχον βυζαντινό μνημείο της χώρας. Χρονολογείται στα μέσα του 11ου αιώνα και είναι απλός δίστυλος σταυροειδής εγγεγραμμένος.
       Για το ναό υπάρχει η ιστορική μαρτυρία κτητορικής επιγραφής, εντοιχισμένης πάνω από την είσοδο του ναού στα δυτικά. Στην επιγραφή αναφέρεται η ημερομηνία της ίδρυσης, 1049 ή 1065-οι μελετητές διαφωνούν σχετικά με την ανάγνωση της χρονολογίας της. Ως ιδρυτής της αναφέρεται ο Νικόλαος Καλόμαλος, σπαθαροκανδιδάτος (βυζαντινός αξιωματούχος).
           
            

 Η επιγραφή:

"Τον πριν παλαιόν όντα σου ναόν μάρτυς/και μικρόν και πήλινον και σαθρόν λίαν / ανήγειρε Νικόλαος ο σος οικέτης / ο Καλόμαλος σπαθαροκανδιδάτος ος εύρε σε προστάτην παιδιόθεν μέγαν / βοηθόν και πρόμαχον πολλών κινδύνων/ όν πρέσβευε  του άνω τυχειν κλήρου/ λαβόντα την άφεσιν των εσφαλμένων".

Μηνί Σεπτεμβρίω ινδικτιώνος γ΄. Έτους ΣΤΦΝΗ (;)

[ Τον παλαιό σου ναό, που ήταν μικρός, χωμάτινος και σαθρός, ξανάχτισε ο δούλος σου Νικόλαος ο Καλόμαλος, σπαθαροκανδιδάτος, ο οποίος από παιδί σε είχε προστάτη και μεγάλο βοηθό και υπερασπιστή σε πολλούς κινδύνους, γι' αυτόν μεσολάβησε να τύχει της άνωθεν σωτηρίας, αφού λάβει άφεση των αμαρτιών του].

Σεπτέμβριος, Τρίτη ινδικτιών, έτος 6.588 από Κτίσεως Κόσμου (1049 μ.Χ.)
 


 
Bυζαντινή Αθήνα: Άγιοι Θεόδωροι
 
 

 Εξωτερική μορφή
 
    Είναι ένας ναός απλός δίστυλος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Το σύστημα τοιχοδομίας είναι το πλινθοπερίκλειστο. Ο τρούλος είναι οκταγωνικός και στην επιφάνειά του υπάρχουν δίλοβα μικρά παράθυρα. Στηρίζεται ανατολικά σε δυο κίονες και δυτικά σε δυο τοιχοπεσσούς οι οποίοι είναι ενσωματωμένοι στον δυτικό τοίχο. Στην ανατολική πλευρά έχει τρεις ογκώδεις τριγωνικές αψίδες, από τις οποίες η μεσαία είναι πλατύτερη και ψηλότερη και στην κάθε πλευρά της έχει από ένα μονόλοβο παράθυρο, ενώ οι άλλες δυο αψίδες είναι μικρότερες και έχει η καθεμία από ένα δίλοβο παράθυρο. Στη δυτική πλευρά έχει δυο θύρες, με αψιδωτά και παραστάδες, μια στο κέντρο και μια προς βορρά, ενώ προς το νότο, αντί θύρας έχει ένα μικρό μονόλοβο αψιδωτό παράθυρο. Σε ψηλότερο σημείο, επάνω από την κεντρική θύρα, έχει ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο. Στη νότια πλευρά υπάρχει μια ακόμα αψιδωτή θύρα με ένα δίλοβο αψιδωτό παράθυρο.
   Λίγο πιο πάνω υπάρχει ένα πλατύ τρίλοβο μεταγενέστερο κωδωνοστάσιο, στο οποίο ενσωματώθηκαν μαρμάρινα σπαράγματα από το μαρμάρινο τέμπλο του ναού.

      Στην ίδια πλευρά υπάρχουν ακόμα δυο μονόλοβα παράθυρα και ένα δίλοβο. Όμοια παράθυρα υπάρχουν και στη βόρεια πλευρά. Τα ανοίγματα των τοίχων είναι συντηρητικής μορφής.
             
    Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγκεκριμένος ναός αποτελεί έναν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν δόμους, δηλαδή συμμετρικές σειρές πλίνθων, για τους εξωτερικούς τοίχους. Επίσης, τα κουφικά αυτού του ναού είναι λαξευμένα σε πήλινα πλακίδια τα οποία εντάσσονται στη ζωφόρο, καθιστώντας έτσι το συγκεκριμένο μνημείο την πρώτη εφαρμογή αυτής της τεχνοτροπίας.
     Για την εσωτερική και εξωτερική διακόσμηση του ναού χρησιμοποιήθηκε οδοντωτή διακοσμητική ταινία και ταινία από πλακίδια με κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Εξωτερικά, ο ναός είναι διακοσμημένος με κουφικά γράμματα, φυτά και ζώα, ενώ στο κωδωνοστάσιο η διακόσμηση είναι μεταγενέστερη και εκτελέστηκε από τον Αθανάσιο Κανδρή κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
       Εξαιτίας των πολλών φθορών που υπέστη κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, λίγο αργότερα, το 1840, επισκευάστηκε, με συνδρομή πολλών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι βασιλείς Όθωνας και Αμαλία, μάλιστα επί σειρά ετών, στις 8 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τελούνταν «η επέτειος εορτή».
      Το 1910, κατά την πλακόστρωση του Ναού, διαπιστώθηκε κάτω από το δάπεδο η ύπαρξη τάφων. Επίσης στα έργα συντήρησης του Ναού το 1967, βρέθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία άλλοι δεκαέξι τάφοι και τμήμα μωσαϊκού δαπέδου ρωμαϊκής εποχής.

 



 



Άγιοι Θεόδωροι Κλαυθμώνος. Χαρακτηριστική πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία, οδοντωτή διακοσμητική ταινία και ταινία από πλακίδια με κεραμοπλαστικό διάκοσμο.



 Πρόσοψη (λεπτομέρεια). Κτητορική επιγραφή και τμήμα της ταινίας με κεραμοπλαστικό διάκοσμο.



                                                                          Μερική άποψη ανατολικής πλευράς.



                                                                       Άποψη ανατολικής πλευράς του ναού.



                       Το κωδωνοστάσιο. Ανεγέρθηκε σε μεταγενέστερη εποχή και έχει ενσωματωμένα μαρμάρινα τμήματα από το αρχικό τέμπλο του ναού.



Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Η ιστορία της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα

 
 
Βασίλης Φουρτούνης: δάσκαλος, αναπληρωματικός Αιρετός ΑΠΥΣΠΕ Αττικής, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Εκπ/κών «Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ»
 
                          Παναγία Σουμελά
 
Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.
Η Τραπεζούντα (τουρκικά ΤRΑPZON) βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Τουρκίας και θεωρείται σημαντικό λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα. Αριθμεί σήμερα περί τους 250.000 κατοίκους. Αναδείχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και εμπορικό κέντρο λόγω κυρίως της γεωγραφικής της θέσης, με σημαντική αρχιτεκτονική και λαμπρό πολιτισμό. Η έρευνα μαρτυρά μια πόλη περιτειχισμένη και ισχυρή, έτοιμη να απαντήσει σε κάθε είδους εξωτερική απειλή. Ο πολεοδομικός ιστός της, η εσωτερική οργάνωση της κοινωνίας, τα μνημεία της που είναι έργα υψηλής αισθητικής και προϊόντα γόνιμης συνομιλίας διαφορετικών καλλιτεχνικών παραδόσεων, δικαιολογούν τον τίτλο «η καλλίστη των πόλεων» που της δόθηκε ήδη από τον 11ο αιώνα από τον Πατριάρχη Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνο. Η ιστορική Μονή της Παναγίας Σουμελά βρίσκεται σε απόσταση 36 χιλιομέτρων απ’ αυτήν.

Για να φτάσουμε εκεί
Περιγραφή: http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/7/7d/SumelaFresco.jpeg/300px-SumelaFresco.jpegΓράφει η συγγραφέας Μαριάννα Κορομηλά, που ταξίδεψε στον Πόντο:
«Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο μέσα από το φαράγγι του ποταμού Πυξίτη, αφήσαμε 31 χιλιόμετρα πίσω μας την παραθαλάσσια Τραπεζούντα, περάσαμε από το βυζαντινό κεφαλοχώρι Δικαίσιμο κι ακολουθούμε τώρα τον ανατολικό παράδρομο που οδηγεί στη Μονή Σουμελά.
Ανηφορίζουμε διασχίζοντας τις εκτάσεις που ανήκαν στο μοναστικό κράτος της Σουμελά, το «αυτοδέσποτον και αυτεξούσιον» καθώς το χαρακτηρίζουν οι Μεγαλοκομνηνοί στα πέντε χρυσόβουλλα που εξέδωσαν υπέρ της Μονής και το επιβεβαιώνουν τα σιγίλλια, με τα οποία ανανέωναν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως τα προνόμιά της σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Τα πέντε-έξι υποστατικά, που βρίσκονται πάνω στο δρόμο, ήταν όλα εξαρτήματά της. Αποθήκες, μετόχια, εργαστήρια, υδρόμυλοι. Το «χωρίον» Δουβερά, το Κουσπίδιον, ο Άγιος Ιωάννης, όλα ανήκαν στο πελώριο κτήμα. Στα τέλη ακόμα του περασμένου αιώνα, η Μονή έλεγχε 15 οικισμούς στην περιοχή και όλα τα χωριά της Σάντας με τους 7.000 κατοίκους τους...
Ένα χρυσόβουλλο έγγραφο που εξέδωσε ο Ιωάννης Β΄ (1280-1297) είναι η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή. Εκεί περιγράφονται, με κάθε λεπτομέρεια, τα κτήματα και τα χωριά που της παραχωρεί κι αναφέρονται ονομαστικά οι σαράντα αρχηγοί των οικογενειών που θα δουλεύουν ως πάροικοι στα κτήματά της και θα φρουρούν τα περάσματα... Το προνομιακό καθεστώς, τη μεγάλη περιουσία, την απαλλαγή από τους φόρους και την υπαγωγή της Μονής στη «βασιλική αυθεντία» διατήρησαν με σεβασμό και οι Οθωμανοί κατακτητές μετά το 1461. Πέρα από τα πολιτικά κίνητρα αυτής της έγνοιας που είχε αποκτήσει, η Παναγία η Σουμελιώτισσα άγγιζε κάθε θεοφοβούμενο...».

Η Παράδοση και η ονομασία της μονής
 
Η θαυμαστή ιστορία της Μονής της Παναγίας Σουμελά, στην περιοχή της Τραπεζούντας, στον Πόντο, είναι συνδεδεμένη με ακατάλυτους θρύλους και βαθιά πίστη. Δεκαέξι αιώνες το πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, 36 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα, είναι το σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού. Πώς δημιουργήθηκε ο θρύλος της Σουμελά; Πώς ιδρύθηκε, πώς αναπτύχθηκε και πώς έφτασε να αποτελεί σύμβολο των ορθοδόξων χριστιανών που κατάγονταν ή ζουν στον Πόντο;
H δημιουργία του ναού της Παναγίας της Σουμελά χάνεται στα βάθη του χρόνου και του μύθου. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη παράδοση, το 386, οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, που κατάγονταν από την Αθήνα, έψαχναν κάποιο τόπο για να ιδρύσουν τη μοναχική τους σκήτη. Ξεκίνησαν από την Αθήνα, πέρασαν από τα Μετέωρα, έφτασαν στη Χαλκιδική και, από τη Χερσόνησο του Άθω, ένας άγνωστος τούς πήρε με το καράβι του ως τη Μαρώνεια. Έφτασαν πεζοπορώντας στην Κωνσταντινούπολη και, στη συνέχεια, ύστερα από περιπετειώδη, πολυήμερη πεζοπορία, έφτασαν στην Τραπεζούντα.
Εκεί είδαν σε όραμα την Παναγία, που τους είπε ότι προπορεύεται «στο όρος Μελά» και τους ζήτησε να την ακολουθήσουν. Πιστοί, συνέχισαν την πεζοπορία.
Ένα δειλινό, οι δύο πεζοπόροι έφτασαν στο χωριό Κουσπιδή, όπου τους φιλοξένησε στο σπίτι του κάποιος χωρικός. Η οικοδέσποινα τους σερβίρισε δείπνο με ψάρια και ψωμί. Όταν οι μοναχοί άκουσαν ότι τα ψάρια ήταν από τον ποταμό Πυξίτη που κατεβαίνει από το όρος Μελά, δεν έκρυψαν τη χαρά τους. Το όρος Μελά ήταν ο προορισμός που τους είχε φανερωθεί στο όραμα. Τώρα πια είχαν βάσιμες ελπίδες ότι πλησίαζε το τέλος της διαδρομής, που επανασχεδιάστηκε οδηγό πια τον Πυξίτη ποταμό.
Χωρίς καθυστέρηση συνέχισαν την πορεία τους προς την κορυφή αδιαφορώντας για την κοπιαστική πορεία χρειαζόταν. Την επόμενη μέρα, οι κατάκοποι μοναχοί ξύπνησαν σε υψόμετρο 1.063 από το κελάηδημα των πουλιών και έκθαμβοι αντίκρισαν μια ψηλή κορυφή και γύρω της να πετούν χελιδόνια, που φώλιαζαν στο χείλος μιας σπηλιάς. Σε εκείνη τη σπηλιά, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος βρήκαν την εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας που εθεωρείτο ότι την είχε φιλοτεχνήσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Σύμφωνα πάντα με την ίδια παράδοση, η εικόνα είχε μεταφερθεί από αγγέλους.
 
Περιγραφή: https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg8SySm2jTQ45yl95KXDZVJmqD5X-DXlVBUhGcJF6dUpDCOZhxDzeLmJeT7diLPewGJ7XHYxGVwqnW1EWjk98OFVXjk8FLnb61jtW5uHn14kOMx8Ko4vzI4Zmh_cTwt-LHHrJqj_MPJeIlT/s1600/DSC00648.JPGΟι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής Μονής Βαζελώνα κελί και στη συνέχεια σκαλιστή μέσα στο βουνό την εκκλησία της Παναγίας Σουμελά (Εις του Μελά - στου Μελά - Σουμελά).
Το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Οι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Τα προβλήματα και οι ευεργέτες της μονής
H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεφτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Μερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο το 644. Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1285-1293), Αλέξιος Β΄ Κομνηνός (1293-1330), Βασίλειος Α΄ Κομνηνός (1332-1340).
 
Μεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Μανουήλ Γ΄ Κομνηνός (1390-1417), και ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τίμιο ξύλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Καστανιά της Βέροιας. O Αλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Μεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Της χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Κτήτωρ». Μέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Κομνηνός Αλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Βασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Μέγας / Αεισέβαστος, Eυσεβής, Αυτοκράτωρ / Πάσης Ανατολής τε και Iβηρίας / Κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».
Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ Α΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Χαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Αλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Αλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Αναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ Α΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Οι θησαυροί της Μονής
 
Στη βιβλιοθήκη του Μοναστηρίου φυλάγονταν πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα μέχρι τον ξεριζωμό όπως το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Ακρίτα. Χαρακτηριστικό είναι ότι από 52 ελληνικά χειρόγραφα που υπάρχουν στο μουσείο της Άγκυρας τα 34 προέρχονταν από την Μονή της Παναγίας Σουμελά.
Μέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Ακρίτα.
Στην Μονή εκτός από την εικόνα της Μεγαλόχαρης άλλα κειμήλια ήταν ο Σταυρός του Αυτοκράτορα Μανουήλ Γ΄ Κομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου. Ευτυχώς και τα τρία αυτά ιερά κειμήλια οι μοναχοί της Μονής τα έκρυψαν πριν τηνκαταστροφή και την λεηλασία του Μοναστηρίου από τους Τούρκους το1922. Αργότερα τα ιερά αυτά κειμήλια μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, και σήμερα βρίσκονται στην ανιστορημένη Μονή της Παναγίας Σουμελά. στο όρος Βέρμιο της Βεροίας.


Οι θρύλοι

 
1. Οι ληστές και τα Καμένα
 
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ συχνά αντιμετώπιζε επιδρομές από αλλόπιστους ληστές. Σε μία τέτοια επιδρομή έπαθε μεγάλη ζημιά. Οι ληστές σκότωσαν μοναχούς, λεηλάτησαν τα αφιερώματα και άρπαξαν την Εικόνα για να μοιραστούν τα βαρύτιμα πετράδια και τον πλούτο των αφιερωμάτων. Επειδή δεν συμφωνούσαν στη μοιρασιά, αποφάσισαν να τη χωρίσουν σε τρία κομμάτια.
«Εμένα να μη με λογαριάστε» είπε ένας από τους τρεις και αποτραβήχτηκε. Όταν ένας από τους δύο σήκωσε το τσεκούρι για να μοιράσει την Εικόνα στα δύο μια βροντή ακούστηκε και μια αστραπή- κεραυνός άναψε το δάσος. Οι δύο ληστές εγκατέλειψαν την Εικόνα και έφυγαν τρομαγμένοι αλλά δεν πρόλαβαν να σωθούν. Κάηκαν ζωντανοί. Ο τρίτος, μετανιωμένος, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε την Εικόνα που βρέθηκε σε κοίλωμα βράχου κοντά στο αγίασμα. Το μέρος εκείνο που πήρε φωτιά ονομάστηκε «Καμένα» και ο ληστής που μετάνιωσε έγινε μοναχός και βοήθησε μαζί με άλλους καλογέρους να ξαναχτιστεί το μοναστήρι.

 
2. Ο σουλτάνος και ο ηγούμενος
 
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, ο Σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1467-1520) περνούσε από την Τραπεζούντα με προορισμό τη Βαγδάτη, επικεφαλής μεγάλης στρατιάς, με στόχο μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη με την Περσία. Σταμάτησε στη Μονή για να ξεκουραστεί και, για ένα βράδυ, δέχθηκε τις φιλόφρονες περιποιήσεις των μοναχών. Ο Σελήμ εντυπωσιάστηκε από την τάξη που επικρατούσε στη Μονή και ρώτησε τον ηγούμενο πώς καταφέρνουν και τα προλαβαίνουν όλα, ώστε τα πάντα να είναι στην εντέλεια. «Διότι Περιγραφή: https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPG02VT8JpBxtXFAogVdj-e-xPEvadiXCQaMZEdQ6pWzoGr8m5MR_ghuw1oH08hPEaoGI-F-NnQmFpUTQKR0FejkwTw152hsBJnyDuepO4fnnuj9ZudLza1rWJOuMpuMZUpC-ZMKRB9mxO/s1600/761739-178248850.jpgδεν αναβάλλομε για το πρωί της αύριον την εργασίαν της εσπέρας της σήμερον», του απάντησε εκείνος.
Την επόμενη ημέρα, ο Σουλτάνος διέταξε να χαράξουν αυτό το απόφθεγμα, που τόσο τον εντυπωσίασε, στο αργυρένιο «ιμπρίκι» του νιπτήρα του, για να το χρησιμοποιεί ως οδηγό στην καθημερινότητά του. Όταν αργότερα έφτασε με τον στρατό του στα περίχωρα της Βαγδάτης, μπροστά στο ισχυρό φρούριο που έπρεπε να καταλάβει, τον επισκέφθηκε πρεσβεία των πολιορκούμενων. Οι Πέρσες του είπαν ότι η πόλη αποφάσισε να παραδοθεί την επαύριο και τον παρακάλεσαν να ανακόψει την πορεία του εκείνη τη μέρα.
«Αύριο», του είπαν, «θα μπορείς να μπεις νικητής, αφού η πόλη θα σου παραδοθεί, και να απολαύσεις τον θρίαμβό σου». Όμως ο Σελήμ οδηγούνταν πια από το ρητό του γέροντα της Μονής της Παναγίας Σουμελά.
Και δεν ανέκοψε την πορεία του. Η πόλη κατελήφθη την ίδια εκείνη μέρα. Για να πληροφορηθεί ότι, αν περίμενε όπως του ζήτησε η πρεσβεία των πολιορκούμενων, θα έφταναν σημαντικές δυνάμεις που αναμένονταν με αποτέλεσμα η κατάληψη της Βαγδάτης να γίνει αμφίβολη και, πάντως, σίγουρα πολύνεκρη.
Η εικόνα διασώθηκε μέσα σε μια κρύπτη
 
Περιγραφή: https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEieQAtAVGM3naiX9Z6vcpK68mtSjc6LPBDC6yBdliRur0f8p2j0q4jZt49D2nfdJ4ED5Ajmqr11V4PEvQUnDh1mA2N1XucNeTYDawWGR3GpAaB7VxRSewAnfGMZ7bZ6vAw56P0nVUhwSv8/s1600/%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AE+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82+%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AC.jpg1922 Μικρασιατική Καταστροφή, διωγμός και προσφυγιά. Η μονή δεν μένει έξω από το πρόβλημα και το Φεβρουάριος του 1923 και οι τελευταίοι μοναχοί εγκαταλείπουν μέσα στη νύχτα το μοναστήρι και φεύγουν για να σωθούν στην Τραπεζούντα. Ο ιερός χώρος γίνεται κρησφύγετο λαθρεμπόρων. Η πυρκαγιά του 1930 αποτελειώνει το ιερόσυλο έργο των αρχαιοκαπήλων και των τυμβωρύχων.
Το μόνο που πρόλαβαν ήταν να φτιάξουν κρυψώνα μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας για να τοποθετήσουν, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια, την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού με το τίμιο ξύλο - τα μεγαλύτερα σύμβολα εκ των κειμηλίων της μονής.
Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια και να φτάσουμε στο 1930 όταν υπό τις ηγεσίες Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελλάδα και ΙσμέτΙνονού στην Τουρκία, να επιχειρηθεί η ελληνοτουρκική προσέγγιση. Τότε ο τούρκος πρωθυπουργός, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Αθήνα προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλλαγή στις σχέσεις των δύο χωρών, δέχθηκε να μεταβεί στον Πόντο ελληνική αντιπροσωπεία προκειμένου να παραλάβει τα κρυμμένα σύμβολα της μονής. Αποφασίστηκε επικεφαλής της αποστολής να τεθεί ο καλόγερος Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης, ο οποίος είχε πληροφορηθεί από μοναχό που είχε καταφύγει στη Θεσσαλονίκη πώς θα προσπελάσει την κρύπτη με τα πολύτιμα κειμήλια. Ο Αμβρόσιος πήγε στον Πόντο, ξέθαψε τα τρία κειμήλια, τα έφερε στην Αθήνα τα παρέδωσε στον Χρύσανθο Φιλιππίδη, τελευταίο Μητροπολίτη Τραπεζούντας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Γιατί... «παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου, Δέσποινα του κόσμου» και η ξενιτιά είναι καημός πολύ μεγάλος.
Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά.
 
H εικόνα αρχικά φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Βέβαια από το 1931 ο Λεωνίδας Iασωνίδης είχε προτείνει τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Ελλάδας. Συγκεκριμένα έγραφε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ:
«Αναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Μονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Αθήναι!. Και θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Κρωμναίτε λένε με
Κανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»
Το 1951-1952 ύστερα από πρόταση του τότε προέδρου του σωματείου «Παναγία Σουμελά» Θεσσαλονίκης Φίλωνα Κτενίδη και το ενδιαφέρον μερικών προσωπικοτήτων ευλαβών χριστιανών, η εικόνα παραχωρήθηκε στο σωματείο το οποίο και άρχισε την ανιστόρηση της μονής σε ένα επίπεδο του χωριού Καστανιά στις πλαγιές του Βερμίου της Βέροιας. Η κοινότητα Καστανιάς για το σκοπό αυτό παραχώρησε 500 στρέμματα για την ανέγερση του προσκυνήματος. Η «Αθηνιώτισσα» και η «Σουμελιώτισσα» γίνεται προσφυγομάνα και «Βερμιώτισσα».
Η επαναλειτουργία στην Ιερά Μονή
 
Τον Ιούνιο του 2010 το Τουρκικό Κράτος έδωσε άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τελεστεί στην ιστορική μονή η λειτουργία για την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου 2010, με την Τουρκία να προσδοκά τόσο στην έξωθεν καλή μαρτυρία για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών όσο και σε οικονομικά οφέλη από την αύξηση των τουριστών στην περιοχή τις ημέρες αυτές. Στην απόφαση να ανοίξει η μονή για μία ημέρα διεκδικεί μερίδιο και η Ρωσική Εκκλησία. Αυτή ήταν η πρώτη φορά ύστερα από 87 έτη που το μοναστήρι λειτούργησε ξανά ως εκκλησία, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε μουσείο.


ΕΝΤΥΠΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Μαριάννας Κορομηλά (κείμενα), Λίζας Εβερτ, Ντόρας Μηναΐδη, Μαρίας Φακίδη, «Πόντος- Ανατολία, φωτογραφικό οδοιπορικό», Εκδ. Λούση Μπρατσιώτη, Αθήνα 1989
  • Στέφανος Π. Τανιμανίδης, «Σουμελά. Η πρόσφυξ Ποντία Παναγιά»,2 τόμοι, Εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2009.
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Η σοφία του Γιάννη Τσαρούχη και η Ορθοδοξία

 
Moνή Σταυρονικήτα, Άγιον Όροςμ 1982
 
 
           Ο βυζαντινός Γιάννης Τσαρούχης

Του αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων
ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από τον Προσκυνητή

 http://proskynitis.blogspot.gr/2014/07/blog-post_2088.html
 

       Τον Τσαρούχη τον γνώρισα γέρο στο Άγιον Όρος, όταν ερχόταν και παρακολουθούσε την Μεγάλη Εβδομάδα. Ήταν άνθρωπος ώριμος, με βαθειά σοφία και ανθρωπιά, που για να την φθάσης, πρέπει να έχεις πονέσει πολύ, και να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό. Είχε μέσα του σαφήνεια και τόλμη, που έμοιαζε με τη σαφήνεια και την τόλμη του Αγίου Όρους.
 
        Έτσι δεν μπορείς, ούτε έχει νόημα, μιλώντας για τον Τσαρούχη να απαριθμήσης τα προσόντα και τις ικανότητές του. Αυτό που του χαρίσθηκε είναι η σύνθεσις και η υπέρβασις όλων, και η άφιξίς του δια της αληθούς μετανοίας στο μακάριον τέλος, που καταυγάζει τον άνθρωπο με ιλαρόν φως αγίας δόξης.
 
          Ο Τσαρούχης δεν ήταν ένας απλός καλλιτέχνης ή στοχαστής. Τέτοιους έχουμε πολλούς. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, με την αληθινή σημασία του όρου. Και σε μιά απλή του φράσι περιέκλεισε και απεκάλυψε όλο το πνευματικό του μεγαλείο και τη δύναμι.
 
 

          ¨Οταν τον ρώτησα αν ευτύχησε στη ζωή του, είπε: «Τώρα, με τα γεράματα και τη αρρώστια, νοιώθω ευτυχισμένος, γιατί βρήκα αυτό που ζητούσα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν δυστυχής, γιατί έψαχνα όλα αυτά, και δεν τα εύρισκα».
 
       Αυτό είναι το επαναστατικό και γαλήνιο του Τσαρούχη, που πήρε από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
 
      Για να απαντήσει έτσι, σημαίνει ότι είχε δύναμι που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξι της φθοράς και φέρνει τα πάνω κάτω.
 
        Συνήθως λέγεται ότι «το παν είναι η υγεία». Επίσης, ότι «το γήρας ουκ έρχεται μόνον», αλλά συνοδεύεται με πολλά δεινά, που οδηγούν στον θάνατο. Αυτό ουσιαστικά είναι υποδούλωσι στη μοίρα και ηττοπάθεια.
 
       Αλλά ούτε για την Εκκλησία ούτε για τον Τσαρούχη είναι έτσι τα πράγματα. Η υγεία είναι σημαντικό αγαθό, αλλά δεν είναι το παν. Και το γήρας ουκ έρχεται μόνον, αλλά φέρνει μαζί του –γι’ αυτούς που ζητούν τα τίμια- την ευτυχία που δεν περιγράφεται.
 
         Η δύσις του ηλίου λέγεται –νομίζω μόνον στα Ελληνικά- και βιούται ως βασίλεμα.  Ό ήλιος βασιλεύει όχι όταν μεσουρανεί, αλλά όταν δύη και σβήνη. Και ο αληθινός άνθρωπος βρίσκει τη  δύσι και το τέλος ως βασίλεμα, ανατολή νέου φωτός και ακτίστου φέγγους.
 
 

            Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο 103ος Ψαλμός, όταν διαβάζεται ως προιμιακός στον Εσπερινό, δεν καταλήγει όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Τελειώνει με τους προηγούμενους στίχους: «έθου σκότος και εγένετο νυξ» (στίχος 20), «ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας» (στίχος 24), «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
 
             Επειδή ο άνθρωπος ζητά το πολύ φως, και η Εκκλησία το ξέρει, γι’ αυτό δεν τελειώνει ο Προοιμιακός με το κτιστό φως της δημιουργίας, αλλά με αυτό που για την κοινή λογική και αίσθησι λέγεται και φαίνεται σκότος, επειδή είναι πλησμονή ακτίστου και αδύναμου φωτοχυσίας.
 
         Και όταν σε ένα Μεγάλο Εσπερινό άκουσε το «Φως ιλαρόν» ψαλλόμενο από τους ιερείς, είχε συντονισθεί η ευαισθησία του στο ρυθμό εκείνο του αρχαίου ύμνου, που κυριολεκτικά ρίχνει τα τείχη της Ιεριχώ. Είχε πάρει το μήνυμα των αιώνων ο Τσαρούχης· και βγαίνοντας έξω, μετά τον Εσπερινό, είπε: «Αυτό είναι το αληθινό μαστούρωμα. Εδώ να έλθουν οι νέοι που το ζητούν ματαίως με χίλιους άλλους τρόπους».
 
 

           Όταν πατήσεις στο ύψωμα της βεβαιότητος που κάνει τα γεράματα αφορμή ευτυχίας, τότε ηρεμείς· στέκεσαι και προχωρείς. Σου αποκαλύπτονται, δια της στάσεως και θέας, διαρκώς νέα βάθη του παρελθόντος και του μέλλοντος. Μιλάς ελεύθερα για όλα, γιατί τα βλέπεις δίπλα σου. Έχεις απαντήσεις για τα δύσκολα. Βρίσκεις τη συνάφεια των αντιθέσεων. Είσαι ήρεμος μέσα στην ταραχή και τρέφεσαι από τα αναλλοίωτα δια των προσκαίρων. Δεν θίγεις, και δεν θίγεσαι. Δεν ζητάς παινάδια ή θέσεις. Ασχολείσαι με άλλα θέματα.
 
           Και ο Τσαρούχης δεν προσανατολιζόταν σε πράγματα που παρέρχονται. Δεν στηριζόταν σε βάσεις που γλιστρούν και φεύγουν. Είχε πονέσει. Και ο πόνος επιβάλλει απλότητα. Απαγορεύει τη φλυαρία.
 
          Τα σχόλιά του για τα διάφορα πρόσωπα και πράγματα έχουν μια εσωτερική συνοχή. Δεν σχολίαζε πράγματα πρόσκαιρα και φρόκαλα που τα παίρνει ο άνεμος. Ή, καλύτερα, τα σχόλιά του για οποιαδήποτε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα δεν ήσαν απ’ εκείνα που τα παίρνει ο άνεμος.
 
 

            ¨Οταν στο Άγιον Όρος κάποιος τον είδε για πρώτη φορά, με έκπληξη είπε: «Ά, εσείς είστε ο κύριος Τσαρούχης;» Εκείνος συμπλήρωσε: «Εγώ είμαι αυτός που νοιώθω σαν κατσαρίδα πεταμένη ανάποδα σε μια μπανιέρα. Και το θέμα είναι να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου».
 
           Άλλοτε σε συζήτηση για τη φύση της Ορθοδοξίας, είπε: «Η Ορθοδοξία είναι σαν ένας λεκές, που δεν τον βγάζει κανένα απορρυπαντικό».
 
           Χρησιμοποιούσε τολμηρές εκφράσεις, για να πη εκείνο που ήθελε, επειδή ήταν ζωγράφος και είχε ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα του.
 
            Γνώρισα γυναίκες που αυτοκτόνησαν, όταν είδαν ρυτίδες στο προσωπό τους. Συνάντησα ΄΄πνευματικούς΄΄ ανθρώπους που ήταν καταπρικαμένοι, γιατί δεν διορίσθηκαν σε περίοπτη θέσι.
 
             Και είδα γέρους απλούς, φτωχούς καλόγερους, που, όσο πέρναγε ο καιρός, από μέσα τους έλαμπε, ως φως ανέσπερο, η πνευματική αγαλλίασι που τους πλημμύριζε. Στον Τσαρούχη συνέβη το ίδιο· όσο γερνούσε, ηύξανε η έσωθεν σοφία και το φως. Σοβαρός και αγέλαστος αλλά, ταυτόχρονα, σίγουρος και ευτυχισμένος, έκρυβε μέσα του θεία παράκλησι, που του ρύθμιζε τη ζωή.
 
             Όταν κάποτε στο Άγιον Όρος κατέβαινε κούτσα-κούτσα για την εκκλησία, όπου παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες, και είδε φοιτητές να πηγαίνουν προς το αρχοναταρίκι, τους είπε: «Πηγαίνετε να ξεκουραστήτε. Είστε νέοι και έχετε ανάγκη από ύπνο. Εγώ δεν έχω ανάγκη από ξεκούρασι, γιατί είμαι σαν μια μούμια».
 
          Δεν τον πείραζαν τα γεράματα· γι’ αυτό μπορούσε να αυτοχαρακτηρίζεται ως μούμια. Δεν απαιτούσε αναγνωρίσεις και καλή συμπεριφορά, γιατί είχε τη σπίθα της αιωνίου ζωής, που τον ανεδείκνυε όντως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
 
               Ενώ σε έργα νεότητός του βρίσκεις κάτι από τη δυστυχία που αναφέρει, τα έργα και οι λόγοι των γηρατειών του φανερώνουν την πένθιμη και μελαγχολική ευτυχία –πλήρωμα χαράς- η οποία βάρυνε την ψυχή του και τον κατέστησε πτωχό, «πολλούς δε πλουτίζοντα».
 
           Κάποιος, σχολιάζοντας αρνητικά το βιβλίο Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, έλεγε: «Μα, αυτός δεν λείπει από καμμία κοσμική συγκέντρωσι, πως είναι στρουθίον μονάζον;»
 
             Δεν είχε καταλάβει ότι ο Τσαρούχης ήταν με όλους, χωρίς να φεύγη από την ησυχία της μοναξιάς του. Ήταν με όλους και, ταυτόχρονα, βρισκόταν αλλού, γιατί πάντοτε έβλεπε πιο μακριά από τα παρερχόμενα, που βλέπουν οι πολλοί. Μέσα από τη σύγχυσι και την οχλαγωγία μπορούσε να παίρνη στοιχεία ησυχίας και βεβαιότητος.
 
            Κάποτε, καθώς έβγαινε από το Άγιον Όρος με το καράβι της συγκοινωνίας, τον είχαν περικυκλώσει πολλοί φοιτητές και τον είχαν κυριολεκτικά πνίξει με ερωτήσεις, συζητήσεις και φασαρία. Κατεβαίνοντας τις σκάλες του καραβιού είπα: «Συγγνώμη, σας κουράσαμε με ατέλειωτη φασαρία» (πολλοί από τους συζητητές της παρέας ήσαν προσκυνητές της Μονής μας). Εκείνος είπε: «Όχι. Ήταν καλά, γιατί πάντοτε κρατώ τη ζωγραφική απόσταση».
 
            Η ζωγραφική απόστασι δια της ωριμότητος τον προστάτευε από τις επιπολαιότητες. Και ο πόνος που πέρασε, τον έκανε ικανό να τρέφεται από πράγματα που συγχύζουν και εκνευρίζουν τον ανώριμο.
 
 

           Γι’ αυτό, όταν κάποιος τελευταία μου έλεγε: «Χάσαμε τον Τσαρούχη. Μέχρι τώρα ξέραμε ότι βρίσκεται στο Μαρούσι, και αυτό ήταν μια παρηγοριά», κατάλαβα τι έλεγε. Συμφωνούσα, και δεν συμφωνούσα ταυτόχρονα. Γιατί ο Τσαρούχης πέτυχε κάτι που δεν χάνεται με τον θάνατο, αλλά καθαίρεται δι’ αυτού.
 
          Ήταν γέρος με πνεύμα άγρυπνο. Ήταν ήσυχος, και τάραζε τα νερά της νωχέλειας.
 
        Η ησυχία του τρεφόταν από τη συναναστροφή. Και η μοναξιά του ήταν αφορμή αναπαύσεως για όλους.
 
           Στις συνηθισμένες ερωτήσεις απαντούσε απρόσμενα, χωρίς προσπάθεια, γιατί είχε ξεπεράσει την αντίθεσι του παραδοσιακού και του μοντέρνου με το να έχη καταποντισθή στο αληθινό.
 
          Ήταν μεγάλος· γι’ αυτό ανέπαυε τους μικρούς. Ήταν όντως πετυχημένος· γι’ αυτό τόνιζε τις αποτυχίες και τα βάσαν της ζωής του.
 
           Δεν γελούσε, και σου έδινε χαρά. Ήταν χούφταλο τρεμάμενο, και σου έδειχνε το ατρεμούλιαστο φως της ευτυχίας, που αναδύεται από τα γεράματα και τον πόνο.
 
           Πολλοί ήθελαν να βρίσκωνται μαζί του, γιατί δεν πλήγωνε κανένα, μόνο φώτιζε.
 
          Στα τελευταία του έβαζε κάθε πρωί να του διαβάζουν τη νεκρώσιμη ακολουθία, για να έχη χαρούμενη μέρα.
 
            Έφυγε γαλήνιος, αφήνοντας για πάντα παρηγοριά στους πολλούς.
 
 

Του αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη, προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων
 
Πηγή: Συλλογικός τόμος, Ωσεί μύρα, Αθήνα 1998, σσ. 21-24 και βιβλίο Λειτουργικός τρόπος της Ιερά Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους στο κεφάλαιο «Επί την ηλίου δύσιν» σσ. 103-109.


Καρυές, Άγιον Όρος
Ο Γιάννης Τσαρούχης έμενε τα τελευταία χρόνια στο κελί του γέροντα Ιερόθεο, προσκυνούσε  στο Πρωτάτο, εξομολογείτο πάντοτε και θυμόταν αυτό που του είχε πει ένας παπάς στη μικρή εκκλησία της Ευαγγελίστριας στο Μοναστηράκι: "H αμαρτία παιδί μου, λευκαίνει τη ψυχή όπως το κύμα της θάλασσας το βότσαλο".