Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Κυψέλης Φαναρίου Πρέβεζας.

 

                Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Κυψέλη Φαναρίου Πρέβεζας, από τα σημαντικότερα μνημεία της υστεροβυζαντινής περιόδου. Στην εγκάρσια καμάρα του κυρίως ναού σχηματίζεται με πλίνθους η επιγραφή του ονόματος Μιχαήλ (φαίνεται στη φωτογραφία) που πιθανότατα αναφέρεται στον κτήτορα του μνημείου Μιχαήλ Β' Κομνηνό - Δούκα, ηγεμόνα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μία άλλη άποψη προτείνει ως κτήτορα του ναού τον Μιχαήλ Ζωριανό, αξιωματούχο του Μιχαήλ Β΄.
 
 
              Στην δεξιά όχθη του Κωκυτού ποταμού, 2.5 χλμ ΒΑ του χωριού Τουρκοπάλκου ( σημ . Κυψέλη ), βρίσκεται το μοναδικό Βυζαντινό μοναστήρι της περιοχής Φαναρίου του Νομού Πρέβεζας , αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο .
 

 

           Από το μοναστήρι σώζονται το Καθολικό, η Τράπεζα , τα ερείπια των κελιών και των βοηθητικών χώρων που πιθανότατα χρονολογούνται τον 17ο ή 18ο αιώνα , και ο Περιβολότοιχος .

             Η Μονή σύμφωνα με την τεχνοτροπία της κατασκευής της παραπέμπει σε κτίσμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου , κατά τα τέλη του 13ου αι . , ενώ η εν μέρει αλλοιωμένη επιγραφή που φέρει , αναγράφει το όνομα του Μιχαήλ Β' Δούκα , ως κτήτωρ ή του αξιωματούχου αυτού Μιχαήλ Ζώριανου .


              Το Καθολικό αποτελείται από τον κυρίως ναό και από περίστωο που τον περιβάλλει κατά τις τρεις πλευρές και απολήγει σε παρεκκλήσια , τα οποία πλαισιώνουν το Ιερό Βήμα . Τα δύο παρεκκλήσια ενσωματώνονται στην Βόρεια και την Νότια πλευρά του Καθολικού , με κοινό πρόναο όπου επικοινωνούν μεταξύ τους με πόρτα και Ιερά Βήματα ενώ πάνω από αυτά υπάρχουν οκτάπλευροι τρούλλοι . Στο μέσο της δυτικής πλευράς του περιστώου υψώνεται χαμηλός πύργος .
              Ο κυρίως ναός ανήκει στην σχετικά σπάνια κατηγορία των τρικλίτων σταυρεπιστέγων , τα κλίτη χωρίζονται στο μεν Ιερό βήμα με τοίχους , στο δε δυτικό τμήμα του ναού με ζεύγος διαφόρου ρυθμού κιόνων και παραστάδες που εξέχουν από τον δυτικό τοίχο υποβαστάζοντας την εγκάρσια καμάρα του Κυρίως Ναού ενώ το χαμηλό χτιστό τέμπλο φέρει Αγιογραφίες του 17ου αι . Στο Ιερό Βήμα με προσκομιδή και οστεοφυλάκειο στη θέση του Διακονικού ξεχωρίζουν η Πλατυτέρα , ο Παντοκράτωρ και οι Ιεράρχες . Στα παρεκκλήσια δεν υπάρχουν Αγιογραφίες .
             Η μεγάλη ποικιλία της μορφής των στεγών εξωτερικά εντυπωσιάζει παράλληλα με τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο , τα γνωστά πήλινα διακοσμητικά μοτίβα , χαρακτηριστικά των κτισμάτων του Δεσποτάτου , οδοντωτές ταινίες και γείσα , ζώνες μαιάνδρων , δισέψιλον , κλειδόσχημα , επάλληλες ορθές γωνίες , ήλιοι , σε συνδιασμό με την πλινθοπερίκλειστη κατασκευή της τοιχοδομίας προσθέτουν χρώμα και κίνηση σε όλο το οικοδόμημα , προσδίδοντας στο μνημείο την αίσθηση της κινητικότητας .

           Νότια του Καθολικού της Μονής σε απόσταση 8,5 μ . , υπάρχει η Τράπεζα του Μοναστηριού διαμορφωμένη από παλιά σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο - πρόκειται για μονόκλιτη Βασιλική με πρόναο , κυρίως Ναό και Ιερό Βήμα . Στον ανατολικό τοίχο της Τράπεζας διατηρούνται τοιχογραφίες του 19ου αι . , όπου η Πλατυτέρα εντυπωσιάζει με την ζωντάνια της μορφής της.


          Μια μικρή καμπάνα κρέμεται από ένα ελαιόδεντρο Δυτικά του Καθολικού και επισημαίνει ότι κάποτε ήταν ενεργό Μοναστήρι .







Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Βυζαντινά ονόματα-επίθετα


Είμαστε όλοι Βυζαντινοί – Βυζαντινά ονόματα-επίθετα
Τα επώνυμα τα διακρίνουμε σύμφωνα με τη σημασία τους σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες, που δηλώνουν αντίστοιχα βαφτιστικό όνομα,καταγωγή, επάγγελμα και παρατσούκλια (ή προσωνύμια).
Αναζητήστε το όνομά σας μέσα σε μια μεγάλη ομάδα βυζαντινών ονομάτων και επιθέτων
Κλασσικά Βυζαντινά : Βρανάς, Λεμονής, Πρωτόπαπας, Μοσχωνάς, Μαγγίνος, Βαλάντης,Πρωτονοτάριος, Νοτάριος, Δρόσος, Κρυστάλλης, Πανορμίτης, Μαργαρίτης, Νότης,Νοταράς, Γλυνός, Γληνός, Βάρδας, Βαρδής, Πολύζος, Δεδούσης, Ζαρίφης, Βενέτης,Αετός, Κυριαζής, Αρχοντής, Σπανός, Φάνος, Σπάθης, Βαρδής, Βαλάντης, Βαλάσης,Αυγερινός, Μάνθος, Παίσιος, Γαβαλάς, ,Τσάνος, Ολόβολος, Σκαρλάτος, Μανουήλ,Πολυμέρης, Ευταξίας, Τριάντης, Γαλάτης, Βρεττός, Θέμελης, Βατάτζης, Βεργής,Κάραλης, Κυρίτσης, Πάγκαλος, Αγαλιανός, Ρωμανός, Ρήγας, Ράλλης, Βατός,Στασινός, Μόσχος, Ρηγίνος, Ρίζος, Ριζάριος, Ρούσσος, Ρουσέτος, Έξαρχος,Σακκελλάριος, Λιβέρης, Λάσκαρης, Λιονταρής, Δράκος, Δρακούλης, Γκόλφης,Γκολφίνος, Γενναίος, Γαϊτάνος, Γιασεμής, Δούκας, Δίκαιος, Κομνηνός, Σχολάριος,Στάικος, Δραγούμης, Γιάγκος, Εκήβολος, , Κύρκος, Ιερεύς, Ισαάκιος, Γιακουμής, ,Σέβος, Ακύλας, Νοτάρης, Αναγνώστης, Αστέριος, Αξιώτης, Τάσσος, , Βασιλικός,Σταυράκιος, Παγώνης, Βελισσάριος, Φραγκιάς, Καλογιάννης, Αλεξινός, Νομικός,Ναρσής, Αριστάκης, Μαυριανός, Αρέστης, Ιωαννίκιος, Ονούφρης,Πανταζής,Παλαιολόγος,Ρένος, Ρενάτος, Σταυριανός, Σερεμέτης, Σερέτης.
Λατινοβυζαντινά : Ρουφίνος,Μαρκιανός, Μαυρίκιος, Βαλέριος, Τίτος, Αιμιλιανός, Βαλεντινιανός, Ιουστίνος,Ιουστινιανός, Ιουλιανός, Βάλης, Φαβιανός, Αυγουστίνος, Γερμανός, Ιοβιανός,Ιγνάτιος, Πατρίκιος, Τιβέριος, Τραϊανός, Πρίσκος, Αύγουστος.
Φραγκοβυζαντινά : Δομένικος,Δομέστικος, Φραντζής, Λεονάρδος, Φλουρής, Λουίζος, Φραντζέσκος, Μπατίστας,Δονάτος, Τζανέτος, Ιώσηππος, Λίβιστρος.
Αρχαιοβυζαντινά : Ζήνων,Πανάρετος, Μένανδρος, Μελίτων, Ανδρόνικος, Φιλάρετος, Φωκάς, Φωκίων, Ηράκλειος,Ηρακλεωνάς, Κλεάνθης, Λέων, Καλλίμαχος, Καλλίστρατος, Παντολέων, Φιλιππικός,Αντύπας, Γλαύκος, Υπάτιος, Ερωτόκριτος, Σοφιανός, Πάμφιλος, Νάρκισσος, Ιμέριος.
Χριστιανικά : Ευστράτιος,Μηνάς, Αρτέμιος, Αλέξιος, Βασίλειος, Μιχαήλ, Δαμασκηνός, Αρσένιος, Δημήτριος,Άγγελος, Νείλος, Γεννάδιος, Παφνούτιος, Ιωάννης, Στέφανος, Θεόδωρος, Ευμάθιος,Λουκάς, Αγαπητός, Στέργιος, Ισίδωρος, Θεοτόκης, Θεολόγος, Θεωνάς, Ησύχιος,Πρόδρομος, ΠοΕπώνυμα του παρελθόντος- Βυζαντινοί αξιωματούχοι/11-12ος αιων.

Ονοματεπώνυμα βυζαντινών αξιωματούχων, σε διάφορα μέρη της επικράτειας από σφραγίδες που έχουν βρεθεί, από τον 11ο και12ο αιώνα.
Αγιοζαχαρίτης Θεόδωρος 11ος
Αλυάτης Ιωάννης 12ος
Αλωπός Λέων 11ος
Αμασειανός Θεόδωρος 11ος
Ανεμάς Ιωάννης 11ος
Αντίοχος Κωνσταντίνος 11ος
Βαρδάλης Θεόδωρος 12ος
Βατάτζης Βρυέννιος 11ος
Γηράρδος Λέων 12ος
Δομεστικόπουλος 11ος
Δούκας Ιωάννης 11ος
Δρόσος Γεώργιος 11ος
Εξώτροχος Μανουήλ 13ος
Ερωτικός Βάρδας 11ος
Ιεράκης 11ος
Καβάσιλας Αλέξανδρος 11ος
Καλαμάνος 12ος
Καλαμαράς Ακίνδυνος 12ος
Καλλιέργης Θεόδωρος 11ος
Καλόγνωμος Λέων 12ος
Καλομαλάς Νικόλαος 11ος
Καμύτζης Κωνσταντίνος 12ος
Καραβιτηνός Ιωάννης 11ος
Καριανίτης Ιωάννης 12ος
Καρμαλίκης Θεόδωρος 11ος
Κεντηνάρης Χριστόφορος 11ος
Κόκκινος Βασίλειος 11ος
Κουλούκης Λέων 11ος
Κουνερής Λέων 11ος
Κρατερός Κωνσταντίνος 11ος
Κριθαράς Ιωάννης 12ος
Κριτόπουλος Ιωάννης 12ος
Κυριώτης Ιωάννης 11ος
Λαμψιώτης Ιωάννης 12ος
Λαπαρδάς Ιωάννης 13ος
Λιβαδάρης Γαβριήλ 11ος
Λιθοκαστρίτης Λέων 11ος
Μαλέσης Ιωάννης 11ος
Μάτζας Μιχαήλ 11ος
Μάτζαρης Μιχαήλ 11ος
Μαυροκατάκαλος Δημήτριος 12ος
Μητρόπουλος Κωνσταντίνος 11ος
Μουζάκης Νικήτας 11ος
Μουρμούρης Βασίλειος 11ος
Μουστάκης Κωνσταντίνος 11ος
Μυραλίδης Μιχαήλ 11ος
Μωροϊάννης Λέων 11ος
Ξιφίας Ευστάθιος 11ος
Παγωμένος Ιωάννης 11ος
Παλαιώτης Μιχαήλ 11ος
Πελαμήδης Γεράσιμος 11ος
Πεπανός Λέων 12ος
Πολιτόπωλος Γεώργιος 11ος
Πτωχός Κωνσταντίνος 11ος
Σαγόπουλος Μιχαήλ 11ος
Σαρακηνόπουλος Ιωάννης 12ος
Σαραντηνός Νικηφόρος 11ος
Σγουρός Λέων 12ος
Σκριβάς Βασίλειος 11ος
Σπανογρηγόρης Ιωάννης 11ος
Σπαρτηνός Ιωάννης (Θεσσ/κη) 13ος
Τατίκης Μανουήλ 12ος
Χαμάρετος Λέων 11ος
Χρύσανθος Ιωάννης 12ος
Χωριάτης Νικήτας 10ος
Πηγή: Ch.
Stavrakos, Die byzantinischen Bleisiegel mit Familiennamen aus der Sammlung des Numismatischen Museums Athen, Wiesbaden 2000 [reviewed by Cl. Sode in Byzantinische Zeitschrift 95 (2002), 168-170 and J. Nesbitt in Speculum 77 (2002), 996-998]
Επίθετα βυζαντινών-7ος ώς 9ος αιώνας (α)
Μέση βυζαντινή περίοδος. Είναι η περίοδος όπου αρχίζουν να εμφανίζονται με τη μορφή επιθέτων προσδιορισμοί που όχι πολύ αργότερα θα είναι ο κανόνας τουλάχιστον στον μεσαιωνικό ελληνικό κόσμο.
Τα επίθετα που ακολουθούσαν το βαφτιστικό των κατοίκων της αυτοκρατορίας, από τον αυτοκράτορα ως το μικρότερο υπήκοο, προέρχονταν και τότε κυρίως από φυσικά χαρακτηριστικά του φέροντος (π.χ. Σαραντάπηχος, Κολοβός, Ξανθός, Κοντομύτης) ,επάγγελμα ή ιδιότητα (Τοξαράς, Ασβεστάς, Έξαρχος), ψυχικά χαρακτηριστικά ( π.χ.Αγέλαστος, Σκληρός), από βαφτιστικά ονόματα (π.χ. Μαρτινάκιος, Κωνσταντινάκης)κ.α. .
Στις μεσαιωνικές πηγές αυτά τα επίθετα καλούνται είτε «επίκλην» , είτε«επίκλησις» ή «επωνυμίαν» (1) , και τα περισσότερα από αυτά ακούγονται οικεία στους σημερινούς Έλληνες.
Ευφροσύνη Αγέλαστος (δεύτερο μισό 9ου αιων., Πελοπ/κη οικογένεια)

Ιωάννης Εξαβούλης (αρχ.9ου αιώνα)

Ιωάννης Αγγούρης (9ος αιώνας, ευνούχος)

Κωνσταντίνος Σαραντάπηχος (8ος αιώνας, Θέμα Ελλάδος)

Κωνσταντίνος Κοντομύτης (πρώτο μισό 9ου αιώνα, Στρατηγός Θρακησίων /Σικελίας)

Κωνσταντίνος Μαρτινάκιος ( 9ος αιώνας)

Κωνσταντίνος Τοξαράς ( δεύτερο μισό 9ου αιώνα)

Λέων Γομοστός (9ος αι., ένας από τους Μακεδόνες αιχμάλωτους των Βουλγάρων)

Μαρίνος Έξαρχος ( 8ος αιώνας, κόμης Οψικίων)

Σισίννιος Ρεντάκης (πρώτο μισό 8ου αιώνα)

Θεόδωρος Κουφαράς (9ος αιώνας)

Θεόδωρος Σκληρός (9ος αιώνας)

Τυροπούλης (7-9ος αιώνας, Αθήνα)

Κλάδος (επων. 9-10ος αι., Θέμα Ελλάδος)

Κωνσταντίνος Κασσυματάς (πρώτο μισό 9ου αι., κοσμικό όνομα του πατρ. Αντώνιου)

Βασίλειος Πελοποννησίτης ( 9ος αιώνας, σπαθαροκανδιδάτος)

Γρηγόριος Κεντροκούκουρος (πρώτο μισό 9ου αιώνα, Προικόννησος)

Γρηγόριος Ασβεστάς ( 9ος αιώνας, Συρακούσες, επίσκοπος)

Ιωάννης Αβάστακτος ( 7ος αιώνας, Κρήτη, εννιάχρονο παιδί-νεκρική επιγραφή)

Ιωάννης Απλάκης ( πρώτο μισό 9ου αιώνα, Μακεδονία, Μονοστράτηγος)

Ιωάννης Κολοβός ( 9ος αιώνας, Θεσσαλονίκη)

Ιωάννης Στομοπατάς ( 7-9ος αιώνας)

Κωνσταντίνος Ποδοπάγουρος (8ος αιώνας, Κωνσταντινούπολη, Λογοθέτης)

Λέων Κουτζοδάκτυλος ( περ.771, Θέμα Θρακησίων)

Λέων Κλόκας ( περ.800, Σινώπη, Ελενόποντος, σακελλάριος)

Λέων Κότζης (ή Κοτζής, περ.850, Αθήνα, επιγραφή στον Παρθενώνα, Στρατηγός)

Λέων Λαλούδιος ( 9ος αιώνας, εικονομάχος)

Λέων Κρητικός ( 9ος αιώνας, πατρίκιος)

Νικήτας Αλεξίου (9ος αι., Βιθυνία, βασιλικός μανδάτωρ)

Θεόδωρος Καρτερούκας ( πρώτο μισό 8ου αιώνα, Καππαδικία)

Θεόδωρος Ξανθός ( 7-9ος αι., ιατρός)

Θεοφάνης Λαρδότυρος ( μέσα 8ου αιώνα, Κρήτη)

Βαμβαλούδης (9ος αιώνας, δρομέας των Πρασίνων στον Ιππόδρομο επί Μιχαήλ Γ’)

Χαρίτων Χηνόπουλος ( 9ος αιώνας, ευνούχος κάτοχος οικιμάτων στην Κωνσταντινούπολη)

«Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως

Βασίλειος Πετεινάκης ( 10ος αιώνας, πατρίκιος, Συνεχιστές Γεωργίου Μοναχού)

Θεόδωρος Κολοκύνθης (9ος αιώνας, «Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως)

Κανακάρης (9ος αιώνας, Παυλικιανός, Μελιτήνη )

Κωνσταντινάκης ( 9ος αιώνας, βασιλικός διάκονος(2))

Κυρίτζιος (8ος αιώνας, κόμης της κόρτης-βασιλικός σπαθάριος, Μακεδονία, (2) ).

Μυξάρης (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Λέων Κατακαλίτζης ( 9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Μιχαήλ Αντίγονος (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Ιωάννης Τουβάκης (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Βιβλιογραφία-Πηγές:
(1)Λεξικό Σούδα, 2383 : Επίκλην> επωνυμίαν.
(2)Zacos, G. and Veglery, A., Byzantine Lead Seals, vol. I (in 3 parts) (Basel, 1972)
-Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit, Abteilung I: 641–867, Friedhelm Winkelmann , Ralph-Johannes Lilie
-Συνεχιστής Γεωργίου Μοναχού, Βίοι νέων βασιλέων, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838)
-Χρονογραφία, Γεωργίου Μοναχού
-«Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Πηγή: H εξαιρετική σελίδα http://greeksurnames.blogspot.gr/2011/01/blog-post.html

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Βαράγγοι: οι μισθοφόροι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων – Θωμά Μαστακούρη.

 

 
              Με καταγωγή τις Σκανδιναβικές χώρες, κυρίως τη Σουηδία, τη Νορβηγία, και αργότερα την Ισλανδία και την Αγγλία, οι άνδρες της Βαράγγιας Φρουράς, του επίλεκτου σώματος του βυζαντινού αυτοκρατορικού στρατού κατά τον 10ο, τον 11ο και τον 12ο αιώνα, διαδραμάτισαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

             Η λέξη Βαράγγοι ετυμολογείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι απλώς μια βυζαντινή παραλλαγή της λέξης «Φράκγοι», αλλά το πιθανότερο είναι ότι προέρχεται από τις αρχαίες νορδικές λέξεις «var», δηλαδή ορκίζομαι , και gengi, δηλαδή σύντροφοι, δύο λέξεις που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μαζί με την ελληνική λέξη αδελφοποιητοί. Ως ιδρυτές της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και ως αφοσιωμένοι μισθοφόροι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, έμειναν στην ιστορία για τη γενναιότητά τους, το πολεμικό τους φρόνημα, αλλά και τη βαρβαρική τους συμπεριφορά.

           Αν και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Βαράγγοι κατάγονταν αρχικά από τις Σκανδιναβικές χώρες, και κυρίως την περιοχή της Σουηδίας γύρω από τη λίμνη Μέλερ, υπάρχουν και αρκετοί μελετητές, κυρίως Ρώσοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αυτοί ήταν κυρίως σλαβικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναφορά στους Βαράγγους ή Βάριαγκς, όπως ονομάζονταν στα σλαβικά, προέρχεται από το λεγόμενο Αρχικό Ρωσικό Χρονικό, ένα χειρόγραφο με την ιστορία των Ρώσων ή Ρως του Κιέβου από το 850 ως το 1110, γραμμένο από κάποιον μοναχό Νέστορα περί το 1113:
              «Οι Λίακ [Πολωνοί], οι Πρώσοι και οι Τσουντ [πρόγονοι των Φινλανδών και των Εσθονών] ζουν γύρω από την Βαράγγια Θάλασσα [Βαλτική]. Οι Βαράγγοι κατοικούν επίσης στις ακτές της ίδιας θάλασσας, και επεκτείνονται ανατολικά μέχρι το μερδικό του Σημ [εννοεί το γιο του Νώε, ο οποίος κληρονόμησε σύμφωνα με την παράδοση την Ασία]. Γιατί κι αυτοί ζουν στα δυτικά, πλάι σε αυτή την θάλασσα, μέχρι τις χώρες των Άγγλων και των Γάλλων. Κι αυτό, επειδή και τα ακόλουθα έθνη αποτελούν μέρος της φυλής του Ιάφεθ [του γιου του Νώε που κληρονόμησε την Ευρώπη]: Οι Βαράγγοι, οι Σουηδοί, οι Νορμανδοί, οι Γκοτλάνδιοι, οι Ρώσοι, οι Άγγλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Ρωμαίοι, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βενετοί, οι Γενοβέζοι και άλλοι».
            Το ίδιο χρονικό αναφέρει ότι αν και οι λαοί της σημερινής Ουκρανίας πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Βαράγγους, τελικά κατάφεραν να τους εκδιώξουν και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα όμως, το 6370 από κτίσεως κόσμου (δηλαδή το 862 μ.Χ.), οι έριδες μεταξύ των τοπικών φυλών ήταν τόσο μεγάλες ώστε αποφάσισαν να καλέσουν και πάλι τους ισχυρούς Βαράγγους για να τους κυβερνήσουν:
           «Πέρασαν λοιπόν τη θάλασσα, και πήγαν να βρουν τους Βαράγγους Ρως. Αυτούς τους συγκεκριμένους Βαράγγους τους ονόμαζαν Ρως (Ρώσους) όπως κάποιοι άλλοι ονομάζονται Σουηδοί, και άλλοι Νορμανδοί, Άγγλοι και Γκοτλάνδιοι…
 


           Ύστερα είπαν στους Ρως: ‘Η χώρα μας είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά δεν υπάρχει τάξη εκεί. Ελάτε να την κυβερνήσετε και να βασιλέψετε’. Επέλεξαν τρεις αδελφούς με τις οικογένειές τους και αυτοί πήραν μαζί τους όλους του Ρως και μετανάστευσαν. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, ο Ρούρικ, εγκαταστάθηκε στο Νόβγκοροντ, ο δεύτερος, ο Σίνεους, στο Μπελουζέρο, και ο τρίτος , ο Τρουβόρ, στο Ίζμπορσκς. Εξαιτίας αυτών των Βαράγγων, η περιοχή του Νόβγκοροντ έγινε γνωστή ως χώρα των Ρως (Ρώσων)».
           Ωστόσο, οι ιστορικές και οι αρχαιολογικές έρευνες αποδεικνύουν ότι η εξάπλωση των Βαράγγων στη Ουκρανία ήταν σταδιακή, και είχε ξεκινήσει ήδη από τον 8ο αιώνα.

           Με τους Βυζαντινούς, οι Βαράγγοι δημιούργησαν ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, τουλάχιστον κατά τις περιόδους που δεν έκαναν επιδρομές εναντίον τους. Σύμφωνα με το Βασικό Χρονικό, ο κάθε έμπορος μπορούσε να παραμείνει και να τρέφεται στην Κωνσταντινούπολη επί έξι μήνες, με τον όρο να διαμένει αποκλειστικά στη συνοικία του Αγίου Μάμαντος και να αποφεύγει τη βία. Τα εμπορεύματά τους ήταν κυρίως γουναρικά, μέλι και δούλοι. Τα ονόματα που αναφέρονται παραπέμπουν σαφώς στη σκανδιναβική καταγωγή τους: Κάρλι, Βέρμουντρ, Γκόντι, Ανγκαντίρ, Φάστι.
 
 
H αυτοκρατορική φρούρά των Βάραγγων στο παλάτι της Κωνσταντινούπολης

Οι Βαράγγοι έρχονται στο Βυζάντιο

           Ως μισθοφόροι οι Βαράγγοι δεν υπηρέτησαν για πρώτη φορά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ήδη, από τον 9ο αιώνα υπηρετούσαν τους πλούσιους πρίγκιπες των Ρως ως σωματοφυλακή. Πολλοί έφθαναν στο Κίεβο σε μικρούς οργανωμένους στρατούς, με δικό τους οπλισμό και πλοία , έχοντας ως διοικητές μέλη της σκανδιναβικής αριστοκρατίας που είχαν εξοριστεί για πολιτικούς λόγους, ή δευτερότοκους και τριτότοκους γιους αριστοκρατών που αναζητούσαν την τύχη τους. Στο Βυζάντιο αναφέρονται για πρώτη φορά ως μισθοφόροι το 902, όταν 700 περίπου από αυτούς υπηρέτησαν στην εκστρατεία των Βυζαντινών εναντίον του Εμιράτου της Κρήτης. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος πήρε μαζί του 629 Βαράγγους στη δική του προσπάθεια ανακατάληψης της Κρήτης, ενώ 415 από αυτούς πολέμησαν στην Ιταλική Εκστρατεία των Βυζαντινών το 936.

           Ωστόσο, η στενή σχέση της βυζαντινής αυτοκρατορικής αυλής με τους Βαράγγους ξεκίνησε επί της εποχής του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, κατά το τελευταίο τέταρτο του 10ου αιώνα. Ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε τότε σημαντικές απειλές, όχι μόνο από τους Βούλγαρους στον Βορρά, αλλά και από τον ισχυρότατο γαιοκτήμονα της Μικράς Ασίας, Βάρδα Φωκά, ο οποίος, με τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε, αλλά και τη συγγένειά του με την προηγούμενη δυναστεία, είχε αποκτήσει τόση δύναμη ώστε στις 14 Σεπτεμβρίου του 987 να ανακηρυχθεί ο ίδιος αυτοκράτωρ, και να απειλεί ακόμη και την ίδια την πρωτεύουσα.

          Τότε ακριβώς ο Βασίλειος αναζήτησε και βρήκε σύμμαχο στο πρόσωπο του πρίγκηπα Βλαδίμηρου του Κιέβου (958 -1014), ο οποίος αρχικά ονομαζόταν Βάλνταμαρ Σβάιναλντσον, και ήταν πιστός της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας. Ο Βλαδίμηρος δέχθηκε να προσφέρει βοήθεια στον Βασίλειο με τον όρο ότι ο αυτοκράτορας θα του έδινε ως σύζυγο την αδελφή του, πριγκίπισσα Άννα. Μετά το κλείσιμο της συμφωνίας ο ηγεμόνας του Κιέβου έστειλε στον αυτοκράτορα μια «ντρούζινα», δηλαδή ένα σώμα Βαράγγων πολεμιστών που αριθμούσε περί τους 6000 άντρες. Η εικοσιπεντάχρονη τότε Άννα όμως θεωρούσε αδιανόητο μια πορφυρογέννητη πριγκίπισσα να παντρευτεί έναν «βάρβαρο ειδωλολάτρη», και αρνήθηκε, ωθώντας τον Βασίλειο να αθετήσει τη συμφωνία. Ο Βλαδίμηρος πολιόρκησε τη βυζαντινή πόλη της Χερσώνος (κτισμένη πάνω στην αρχαία ελληνική αποικία Χερσόνησο της Κριμαίας) και την κατέλαβε, εξαναγκάζοντας τον Βασίλειο να τηρήσει τελικά την υπόσχεσή του, με τους όρους ότι ο Βλαδίμηρος θα εκκένωνε την πόλη και θα βαφτιζόταν Χριστιανός.

            Τελικά, ο Βλαδίμηρος βαφτίστηκε και στη συνέχεια παντρεύτηκε την Άννα την Πορφυρογέννητη το 989.

            Η «ντρούζινα» των 6000 Βαράγγων πολεμιστών που έστειλε ο Βλαδίμηρος ως βοήθεια στον κουνιάδο του βοήθησε κατά πολύ στο να καταφέρει ο Βασίλειος να καταπνίξει τη στάση του Φωκά κοντά στη Χρυσόπολη (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, από την πλευρά της Μικράς Ασίας), και στις 13 Απριλίου της ίδιας χρονιάς στη μάχη της Αβύδου, όπου, όταν ο Φωκάς πέθανε από συγκοπή στο πεδίο της μάχης, κυριολεκτικά σφαγίασαν τους πανικόβλητους άνδρες του.

            Ο Βασίλειος, ο οποίος, ειδικά μετά την ανταρσία των ισχυρών γαιοκτημόνων της Ανατολίας δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στον στρατό του, κράτησε κοντά του τους Βαράγγους που πολέμησαν στη Χρυσόπολη, δημιουργώντας έτσι τον πυρήνα της μετέπειτα Βαράγγιας Φρουράς ή Τάγματος των Βαράγγων.

Οι πολεμικές περιπέτειες του τάγματος των Βαράγγων

            Το 1001 μ.Χ. ο Βασίλειος πήγε στη Γεωργία (ή Ιβηρία όπως ήταν τότε γνωστή στους Βυζαντινούς), μετά το θάνατο του βασιλιά Δαβίδ, διεκδικώντας περιοχές που ο Δαβίδ είχε υποσχεθεί να παραχωρήσει στην αυτοκρατορία. Ένας καβγάς ανάμεσα σε έναν Γεωργιανό και έναν Βαράγγο σχετικά με μια μπάλα σανού, κατέληξε σε μια μεγάλη μάχη, στην οποία έλαβαν μέρος χιλιάδες Βαράγγοι, και κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί Γεωργιανοί, ανάμεσά τους και ο μέγας πρίγκιπας της Γεωργίας Πατρίαρχος.
            Το 1017 οι επίλεκτοι Βαράγγοι χρησιμοποιήθηκαν και πάλι από τον Βασίλειο, αυτή τη φορά στην Ιταλία, όπου οι Λομβαρδοί, με ηγέτη τους τον Μέλους του Μπάρι, προσπαθούσαν να εκδιώξουν τους Βυζαντινούς. Ο κατεπάνω της Ιταλίας Βασίλειος Βοϊωάννης, με την αποφασιστική βοήθεια του τάγματος των Βαράγγων, διέλυσε τις δυνάμεις των Λομβαρδών και των Νορμανδών στο Οφάντο, κοντά στο σημείο όπου ο Αννίβας είχε συντρίψει τους Ρωμαίους το 216 π.Χ., κατά την περίφημη μάχη των Καννών. Ο Επίσκοπος Λέων της Όστιας, στο έργο του Chronica Monasterii Casinensis (Χρονικά των Μονών του Μοντεκασίνο) γράφει:
          «Όταν ο Αυτοκράτορας έμαθε πως γενναίοι ιππότες είχαν εισβάλει στη χώρα του, έστειλε εναντίον τους τους καλύτερους στρατιώτες του. Στις τρεις πρώτες μάχες νίκησαν οι Νορμανδοί, αλλά όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τους Βαράγγους, νικήθηκαν και καταστράφηκαν εντελώς…».

          Οι Βαράγγοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία του Βασίλειου εναντίον του Βούλγαρου βασιλιά Σαμουήλ, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 1018, μετά την κατάληψη της Αχρίδας, ο Βασίλειος μοίρασε τους αιχμαλώτους σε τρία ίσα μέρη, ένα για τον εαυτό του, ένα για τον βυζαντινό στρατό και ένα τρίτο αποκλειστικά και μόνο για τους Βαράγγους.

           Το 1020 ο Βασίλειος έστειλε εκ νέου στρατό στη Γεωργία όπου ο νέος κυβερνήτης της Κεόρκι (Γεώργιος) αμφισβητούσε την εξουσία του αυτοκράτορα. Στην τελική μάχη που διεξήχθη στις 11 Σεπτεμβρίου του 1022, στην Άγκφα, κοντά στο σημερινό Ερζερούμ, ο Κεόρκι επιχείρησε να αιφνιδιάσει τους Βυζαντινούς, οι Βαράγγοι όμως αντιλήφθηκαν τον εχθρό, επιτέθηκαν πριν από τον υπόλοιπο στρατό, και έτρεψαν τους Γεωργιανούς σε φυγή. Λέγεται ότι ο Βασίλειος τους πλήρωσε ένα χρυσό νόμισμα για κάθε κεφάλι στρατιώτη που έφεραν πίσω, στοιβάζοντας τα κομμένα κεφάλια κατά μήκος του δρόμου.
          Το 1034 ο δεκαεννιάχρονος Νορβηγός πρίγκιπας Χάραλντ Ζίγκουρντσον εισήλθε στην υπηρεσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα φέρνοντας μαζί του 500 πολεμιστές. Σύμφωνα με τον Σνόρι Στούρλουσον, ο Χάραλντ «υπηρέτησε στις γαλέρες μαζί με το στρατό που μπήκε στην Ελληνική Θάλασσα[Μεσόγειο]». Όσο καιρό υπηρετούσε στη Βαράγγια Φρουρά πολέμησε με Άραβες, Βούλγαρους και Πετσενέγκους, και έλαβε μέρος στη Σικελική Εκστρατεία, που διήρκεσε από το 1038 ως το 1041, υπό τις διαταγές του μεγάλου στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη.

           Στο Στρατηγικόν του Βυζαντινού στρατηγού Κεκαυμένου, γραμμένο περί το 1075, ο Χάραλντ περιγράφεται ως «γιος του βασιλιά της Βαραγγίας», και αναφέρεται ότι έδειξε τόση γενναιότητα στις εκστρατείες των Βυζαντινών κατά της Σικελίας και της Βουλγαρίας ώστε ο αυτοκράτορας του έδωσε πρώτα το αξίωμα του μαγγλαβίτη, δηλαδή μέλους ενός επίλεκτου σώματος της σωματοφυλακής του, και στη συνέχεια εκείνο του σπαθαροκανδιδάτου, δηλαδή ανώτερου αξιωματικού της αυτοκρατορικής φρουράς, ίσως κάτι ανάλογο του συνταγματάρχη.

         Είναι πιθανόν να φυλακίστηκε κατόπιν διαταγής του Μιχαήλ Ε΄ ή της αυτοκράτειρας Ζωής, ίσως για κακοδιαχείριση, αλλά ελευθερώθηκε όταν ανέβηκε στο θρόνο ο νέος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος, οπότε και έφυγε για την πατρίδα του. Ο Χάραλντ, ο επονομαζόμενος Χαρντράντα (ο Σκληρός), έμελλε αργότερα να γίνει βασιλιάς της Νορβηγίας και να εισβάλει στην ίδια την Αγγλία, όπου και τελικά σκοτώθηκε στην περίφημη μάχη της Γέφυρας του Στάνφορντ, το 1066.

          Οι Βαράγγοι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην ήττα του πρώην διοικητού τους Γεωργίου Μανιάκη, όταν εκείνος στασίασε και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας το 1042, μετά την ιδιαίτερη σκληρή στάση του Κωνσταντίνου Θ΄ εναντίον του. Η σύγκρουση των δύο στρατών έλαβε χώρα κοντά στην Αμφίπολη της Μακεδονίας, και ο στρατός του αυτοκράτορα κέρδισε τη μάχη όταν ο Μανιάκης σκοτώθηκε πολεμώντας. Στην πορεία θριάμβου μέσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης Βαράγγοι προηγούνταν του νικητή στρατηγού ευνούχου Στέφανου Περγαμηνού, ενώ άλλοι Βαράγγοι ακολουθούσαν πίσω από το κομμένο κεφάλι του Μανιάκη. Την ίδια χρονιά όμως οι Βαράγγοι ήταν εκείνοι που, σε μια σπάνια περίπτωση απειθαρχίας προς τον αυτοκράτορα, βοήθησαν στην ανατροπή του Μιχαήλ Ε΄ του Καλαφάτη, τον οποίο, σύμφωνα με τον θρύλο, τύφλωσε ο ίδιος ο Χάραλντ Χαρντράντα.

          Το 1054 ο Αρμένιος ιστορικός Αριστάκης του Λαστιβέρ περιγράφει μία από τις πρώτες συγκρούσεις Βαράγγων και Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία:
            «Ποιος μπορεί να περιγράψει την καταστροφή που έπεσε πάνω στις περιοχές του Ντερζάν και του Εκεγκεάκ, και σε ό,τι υπήρχε ανάμεσά τους; Ας το κρίνετε από τα κείμενά μου… [Οι Σελτζούκοι] …άρπαξαν λάφυρα και σκλάβους, και μετά έστριψαν και έφτασαν μέχρι την τοιχισμένη πόλη που ονομαζόταν Μπαμπέρντ. Εκεί συνάντησαν μια ταξιαρχία Ρωμαίων στρατιωτών που ονομάζονταν Βρανγκς, και οι οποίοι, αδιαφορώντας για κάθε κίνδυνο, πολέμησαν μαζί τους. Με τη βοήθεια του Θεού, η ρωμαϊκή ταξιαρχία νίκησε τον εχθρό, σκότωσε το διοικητή τους και πολλούς από τους άνδρες του, έτρεψε τους υπόλοιπους σε φυγή, και πήρε πίσω όλα τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους».
          Οι Βαράγγοι πολέμησαν και κοντά στον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη, στην προσπάθειά του να σταματήσει την προέλαση των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Αν και δεν αναφέρεται ρητά στα βυζαντινά χρονικά, είναι σίγουρο ότι αυτοί αποτελούσαν την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα και στη μοιραία μάχη του Ματζικέρτ το 1071, όταν ο Ρωμανός αντιμετώπισε τον Αρπ Ασλάν και νικήθηκε κατά κράτος ύστερα και από την προδοσία του Ανδρόνικου Δούκα. Πιστοί ως την τελευταία τους πνοή στον αυτοκράτορα, όλοι οι Βαράγγοι έπεσαν πολεμώντας γύρω από τον Διογένη ο οποίος τελικά συνελήφθη από τους Τούρκους. Ήδη, μετά τη μάχη του Χάστινγκς, το 1066, πολλοί Αγγλοσάξονες, δυσαρεστημένοι ή κυνηγημένοι από τους Νορμανδούς κατακτητές της Αγγλίας, κατέφυγαν ως μισθοφόροι στην Κωνσταντινούπολη, και έτσι ως τις αρχές του 12ου αιώνα και την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού αποτελούσαν τον κύριο όγκο των νεοσύλλεκτων Βαράγγων. Η Άννα η Κομνηνή αποκαλεί τους Βαράγγους της εποχής της «τους εκ Θούλης [μια χώρα που για τους Βυζαντινούς της εποχής εκείνης πιθανώς ταυτιζόταν με τη Βρετανία] πελεκυφόρους βαρβάρους».
         Οι Βαράγγοι είναι σίγουρο ότι πολέμησαν εναντίον των Σταυροφόρων κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, αλλά στη συνέχεια οι αναφορές σε αυτούς αραιώνουν. Είναι πιθανόν κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα να αφομοιώθηκαν εντελώς από τους Βυζαντινούς. Μία από τις τελευταίες αναφορές σε αυτούς γίνεται από το Γεώργιο Κωδινό ή Ψευδο –Κωδινό, έναν μυστηριώδη κουροπαλάτη [αυλικό] της αυτοκρατορικής αυλής που μάλλον έζησε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Στο έργο του Τακτικόν περί των οφφικίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και των οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας, οι Βαράγγοι εμφανίζονται ως μία μάλλον τελετουργική φρουρά χωρίς στρατιωτικά καθήκοντα. «…Στέκονται κοντά στις στήλες της Συγκλήτου, κρατώντας τους πελέκεις στα χέρια τους, και όταν ο Αυτοκράτωρ εμφανίζεται, τους σηκώνουν και τους φέρνουν στον ώμο».

         Βυζαντινά επώνυμα του 15ου αιώνα, όπως Βαράγγος, Βαραγγόπουλος, Βαραγκάτης και Βαράγγης, δείχνουν ότι ως τότε οι απόγονοι των Βαράγγων είχαν εξελληνισθεί και αναμειχθεί απόλυτα με το ελληνικό στοιχείο.
Οπλισμός των Βαράγγων

          Σύμφωνα με τον Άραβα Χαρούν ιμπν Γιάχια, ο οποίος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 9ο αιώνα, η καθημερινή στολή των Βαράγγων αποτελείτο από γαλάζιες μεταξωτές τουνίκες, κόκκινους μανδύες, και χρυσοποίκιλτους πελέκεις με πολύ μακριά λαβή που οι Βαράγγοι χειρίζονταν και με τα δύο χέρια (Ο Μιχαήλ Ψελλός τους αποκαλεί «οι τους πελέκεις από του δεξιού χεριού σείοντες ώμου»).
          Είναι προφανές, και από την πολεμική παράδοση των Σκανδιναβών και των Αγγλοσαξόνων από τους οποίους προέρχονταν οι περισσότεροι, ότι οι Βαράγγοι πολεμούσαν πεζοί, χρησιμοποιώντας κυρίως αγχέμαχα όπλα, όπως δόρατα, ξίφη και τσεκούρια, καθώς και ξύλινη ασπίδα ενισχυμένη με μεταλλικό ομφαλό. Αν και τόσο η θωράκιση όσο και ο οπλισμός τους δεν αναφέρονται ρητά στα βυζαντινά χρονικά, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ως επίλεκτο σώμα και σωματοφυλακή του ίδιου του αυτοκράτορα θα έπρεπε να έφεραν βαριά θωράκιση, με κράνος και μακρύ αλυσιδωτό θώρακα που θα τους προστάτευε από τα χτυπήματα του εχθρού και τα βέλη. Η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα αναφέρει ότι στη μάχη του Δυρραχίου, το 1081, οι Βαράγγοι κουράστηκαν έπειτα από τη γρήγορη μετακίνησή τους στο πεδίο της μάχης από «από τους άχθους των όπλων» και ως γνωστόν στην έννοια των «όπλων» οι Έλληνες συμπεριλάμβαναν και τον αμυντικό οπλισμό. Τα όπλα των Βαράγγων, και ιδίως τα ξίφη και τα τσεκούρια τους, ήταν γι’ αυτούς κάτι σχεδόν έλλογο, και πολύ συχνά τους έδιναν ονόματα. Από την ισλανδική Σάγκα του Γκρέτιρ του Δυνατού μαθαίνουμε ότι πριν από κάθε εκστρατεία γινόταν επίσημη επιθεώρηση των όπλων της Βαράγγιας Φρουράς:

           «… Οι Βαράγγοι διατάχθηκαν να ξεκινήσουν για την υπεράσπιση της πατρίδας. Συνήθειο και νόμος ήταν πριν ξεκινήσουν να παρουσιάζουν για επιθεώρηση τα όπλα τους, και έτσι κι έγινε και σε αυτή την περίπτωση. Την ορισμένη ημέρα της επιθεώρησης, οι Βαράγγοι, και όλοι όσοι θα τους ακολουθούσαν, έπρεπε να εμφανιστούν και να δείξουν τα όπλα τους. Ο Θόρμπιορν ήταν ο πρώτος, και έδειξε το ξίφος του, το Γκρέτισνοτ…» .
 
 


Η ζωή των Βαράγγων έξω από το πεδίο της μάχης

              Οι Βαράγγοι διαδραμάτισαν επί τρεις αιώνες έναν πολύ σημαντικό ρόλο στα τεκταινόμενα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Λόγω της αλλοδαπής τους προέλευσης, σπάνια ενεπλάκησαν στις δολοπλοκίες τοπικών αρχόντων και ήταν τυφλά πιστοί στον αυτοκράτορα και μόνον. Η Άννα Κομνηνή είναι ξεκάθαρη πάνω σε αυτό το ζήτημα:

            «… την προς αυτόν πίστην ακράδαντον διατηρούσι, και ουδέ ψιλόν πάντως ανέξονται περί προδοσίας λόγον».
             Η αμοιβή τους ήταν πολύ καλή, 10 με 15 χρυσά νομίσματα τον μήνα, συν επιπλέον δώρα κάθε Πάσχα, στην άνοδο του κάθε νέου αυτοκράτορα στον θρόνο, καθώς και σημαντικό μερίδιο από τα λάφυρα στις πολεμικές εκστρατείες. Αυτό προκαλούσε τον φθόνο των υπόλοιπων στρατιωτικών μονάδων αλλά και των αυλικών του παλατιού. Ο Ψελλός τους θεωρούσε παράσιτα και κηφήνες «οίους ειώθασι παρατρέφειν οι βασιλείς» , αλλά είναι φανερό ότι απέδειξαν την αξία τους για την Αυτοκρατορία σε πολλές μάχες. Αγαπούσαν υπερβολικά το κρασί, και ήταν συχνά μεθυσμένοι, κυρίως όταν δεν είχαν υπηρεσία. Κάποιες ισλανδικές σάγκες της εποχής τους αποκαλούν «κρασοσακούλες του αυτοκράτορα».
           Αν και ένας σημαντικός αριθμός τους κατοικούσε μέσα στο παλάτι, οι αριθμοί που δίδονται από ιστορικές πηγές της εποχής είναι υπερβολικά μεγάλοι για να δεχθούμε ότι όλοι στρατωνίζονταν εκεί. Είναι πολύ πιθανόν οι περισσότεροι να ζούσαν στη συνοικία του Αγίου Μάμαντα, όπως και οι πρώτοι έμποροι Ρως που είχαν φθάσει τον 9ο αιώνα. Αν και αρκετοί από τους πρώτους Βαράγγους ήταν σίγουρα πιστοί των αρχαίων Θεών, οι περισσότεροι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό.

           Από τον 11ο αιώνα είχαν και τη δική τους εκκλησία, την Παναγία την Βαραγγιώτισσα, κοντά στην Αγία Σοφία. Ο Ισλανδός χρονικογράφος Σνόρι Στούρλουσον αναφέρει ότι η εκκλησία ήταν επίσης αφιερωμένη στον Άγιο Όλαφ (τον βασιλιά της Νορβηγίας που στις αρχές του 11ου αιώνα εκχριστιάνισε βίαια το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της) και μάλιστα ότι πάνω από την Αγία Τράπεζα υπήρχε το ξίφος του αγίου-βασιλιά.

          Όσοι Βαράγγοι ζούσαν στο ανάκτορο κατείχαν διαμερίσματα στους πάνω ορόφους, τους οποίους, όπως φαίνεται από τη Σάγκα του Χάραλντ, τους κέρδισαν στον κλήρο που έβαλαν με τους Έλληνες ομοίους τους:

            «Οι Έλληνες και οι Βαράγγοι διαφώνησαν για τα δωμάτια και αποφάσισαν να λύσουν τη διαφωνία με κλήρο. Έτσι ο Χάραλντ και οι Βαράγγοι πήραν τα πάνω δωμάτια, και από εκείνη την εποχή έγινε κανόνας στα πάνω δωμάτια να κατοικούν Βόρειοι».
 Πολλοί Βαράγγοι επέστρεψαν στις πατρίδες τους πλούσιοι. Το ισλανδικό Έπος του Λαξτάιλα μιλάει για έναν από αυτούς, τον Μπόλι Μπόλασον:

           «Ο Μπόλι κατέβηκε από το πλοίο με τους έντεκα συντρόφους του. Όλοι οι σύντροφοί του φορούσαν άλικα ρούχα και ίππευαν πάνω σε ασημοστολισμένες σέλλες. Ήταν εντυπωσιακοί, μα ο Μπόλι τους ξεπερνούσε όλους. Φορούσε ρούχα από χρυσοκέντητο μετάξι που του είχε χαρίσει ο Έλληνας Αυτοκράτορας, κι από πάνω έναν άλικο μανδύα. Στη ζώνη του είχε το σπαθί που ονόμαζαν «Ποδοκόφτη», του οποίου η λαβή ήταν δεμένη με χρυσάφι. Φορούσε χρυσοστόλιστο κράνος στο κεφάλι, και είχε στο πλευρό του μια κόκκινη ασπίδα με έναν χρυσό καβαλάρη. Στο χέρι του κρατούσε μια λόγχη, όπως συνηθίζεται στις ξένες χώρες. Όπου κι αν γύρευαν κατάλυμα για τη νύχτα, οι γυναίκες δεν έδιναν προσοχή σε τίποτε άλλο εκτός από τον Μπόλι και τους συντρόφους του…» .

      Ασφαλώς δεν γύρισαν όλοι οι Βαράγγοι πίσω στις πατρίδες τους. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν σε κάποιο πεδίο μάχης. Πολλές ρουνικές επιγραφές που έχουν βρεθεί στη Σουηδία είχαν στηθεί στη μνήμη των Βαράγγων που δεν επέστρεψαν ποτέ. Οι περισσότερες από αυτές αναφέρονται στο Βυζάντιο ως «Χώρα των Ελλήνων» (Grikkland) και στους Βυζαντινούς ως Έλληνες (Grikkjar). Οι Βαράγγοι έζησαν μια περιπετειώδη ζωή, μακριά από την πατρίδα τους, σε μια εποχή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έβλεπαν στη ζωή τους τίποτα περισσότερο από το χωριό στο οποίο είχαν γεννηθεί. Οι περισσότεροι πέθαναν υπερασπιζόμενοι την τιμή των όπλων και τον όρκο τους προς τον αυτοκράτορα, πολεμώντας για μια ξένη πατρίδα –την πατρίδα που οι ιστορικοί αποκαλούν Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Βυζάντιο, που οι ίδιοι οι Βαράγγοι όμως αποκαλούσαν Ελλάδα.

Θωμάς Μαστακούρης, συγγραφέας και μεταφραστής.
 
«Ιστορία εικονογραφημένη», τεύχος 527, Μάιος 2012


Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η κινηματική Φύση της Βυζαντινής Σκέψης

Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, Δρ. Φιλοσοφίας

Η κινηματική Φύση της Βυζαντινής Σκέψης

 
Χειρόγραφος κώδικας γραμμένος σε μικρογράμματη γραφή, 11ος αι. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Θεσσαλονίκη (πηγή εικόνας: Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού).
 
                  Υπό τον όρο Βυζαντινή  Φιλοσοφία  συνήθως καταλαβαίνει κανείς  εκείνον τον φιλοσοφικής υφής στοχασμό που αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο ως θεραπαινίδα  της θεολογίας. Και τούτο μέσα σε ένα γενικότερο πνεύμα που θεωρεί τη μεσαιωνική σκέψη της Δύσης ως μια τέτοια θεραπαινίδα της θεολογίας. Είναι αλήθεια πως η εν λόγω φιλοσοφία, όπως και η συνολική μεσαιωνική φιλοσοφία, δεν στάθηκε στο ιστορικό προσκήνιο ερήμην της θεολογικής σκέψης, που αυτούς τους χρόνους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο: απηχούσε το πνεύμα της εποχής. Ωστόσο, ο όρος  Βυζαντινή Φιλοσοφία  παραπέμπει σε κάτι πιο φιλοσοφικό, με σχετική αυτονομία από τη θεολογία, και θεμελιωδώς σημαντικό ή αναγκαίο για την περαιτέρω ιστορική ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού.
            Κατ’ αρχήν, ιστορικά ιδωμένη, η θεωρητική φιλοσοφική δημιουργία στο Βυζάντιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως  η μεσαιωνική περίοδος της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για εκείνη την περίοδο, όπου βρίσκονται σε παράλληλη ή και ορισμένως σε αλληλονοηματοδοτούμενη ανάπτυξη η ύστατη φάση της Αρχαίας φιλοσοφίας και η Πατερική θεολογία.

 
                   Όπως κι αν έχει το πράγμα, η Βυζαντινή φιλοσοφία καλλιεργεί έναν στοχασμό κριτικής-Λογικής αυτοσυνείδησης σε σχέση πάντοτε με την ιστορικά-Λογικά πραγματωμένη ως τότε αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Βέβαια, η θεματική αυτού του στοχασμού κινείται σε μια περιοχή, σχετιζόμενη με τη Θεολογία: θέματα, ας πούμε, είναι ο θεός στις πολλαπλές του ερωτηματικές-σημασιακές σχέσεις, όπως το ερώτημα για την προσωπική του ύπαρξη, για το κατά πόσο είναι η ύψιστη αρχή της ύπαρξης και της ουσίας, για την περατότητα και την απειρότητα κ.α.  Η αυθεντικότητα όμως και η πρωτοτυπία του εν λόγω φιλοσοφικού στοχασμού έναντι της Θεολογίας έγκειται κυρίως στην επιστημονική του εκδίπλωση: ακολούθησε τη δική του Λογική, γνωσιοθεωρητική μέθοδο ή μεθόδευση (Verfahren), την οποία η Θεολογία δεν διέθετε με κανένα τρόπο και σε κανένα σημείο. Μέσα από μια τέτοια μεθοδολογική πορεία αναδύθηκαν θεμελιώδη πνευματικά στοιχεία ή φαινόμενα της οντο-λογικής αγωνίας του ανθρώπου, όπως ο ανθρωπισμός, ο διαφωτισμός κ.λπ., τα οποία συνιστούσαν σπέρματα ή στοιχειακές ενοράσεις για ό,τι έμελλε να μας προσφέρει το μετέπειτα συμπαντικό πνευματικό κίνημα της Δύσης.
 

 
          Οι διάφοροι Λόγιοι, που εντάσσονται στη χορεία των Βυζαντινών φιλοσόφων, πέραν των φιλοσοφικών εγχειριδίων, έχουν αφήσει σημαντικό ερμηνευτικό, σχολιαστικό έργο επί κειμένων της κλασσικής φιλοσοφίας των Ελλήνων, όπως του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. Αυτή η συμβολή είναι μοναδική στο είδος της –και τότε αλλά και διαχρονικά– γιατί η αληθινή φιλοσοφία διέρχεται πρωτίστως μέσα από τη βαθιά και συγκεκριμένη κατανόηση των φιλοσοφικών πηγών της ανθρώπινης σκέψης και όχι από ένα παραφραστικό πλησίασμά τους. Το τελευταίο συμβαίνει, σχεδόν κατά κόρον, στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα: εντός κυρίως των «μορφωτικών» μας ιδρυμάτων, αλλά και ορισμένως εκτός,  συμβαίνει ο καθηγητεύων να μην γνωρίζει ούτε τι χρώμα έχει το εξώφυλλο από το ένα ή το άλλο έργο ενός αρχαίου φιλοσόφου ή ενός Χέγκελ, Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μαρξ κ.λπ. και όμως να αποφαίνεται με «μεγάλη κατάνυξη» για  την πεμπτουσία της σκέψης τους. Να γιατί η πιο πάνω συμβολή των φιλοσόφων–στοχαστών του Βυζαντίου αποτέλεσε μια σαφώς οριοθετημένη περιοχή, μια εύκρατη ζώνη, εντός της οποίας κατόρθωσε να αναπτυχθεί η μεσαιωνική φάση της δυτικής σκέψης.

 
 
             Χωρίς τον πολυσχιδή φιλοσοφικό μόχθο του Βυζαντίου δεν θα γινόταν δεόντως αισθητός σήμερα ο ζωτικός πλούτος των φιλοσοφικών κειμένων της αρχαίας φιλοσοφίας. Η φυσική συνέχεια του αρχαίου Ελληνικού στοχασμού –συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής γλώσσας ως έκφρασης και σκέψης– συνέβη στο Βυζάντιο και όχι στη Λατινική Δύση. Ακόμη και το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 από τον Ιουστινιανό δεν μπόρεσε να ανακόψει την κινηματική πορεία της ελληνικής σκέψης και ενός αντίστοιχου Λόγου. Αυτός ακριβώς ο κινηματικός χαρακτήρας του Λόγου επέτρεψε στον Χριστιανισμό να αναζητήσει μέσα στον συγκεκριμένο Λόγο και δι’ αυτού τη δική του αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία. Αυτός ο βυζαντινός Χριστιανισμός αποτέλεσε την αφετηρία, κυριολεκτικά το γλυκοχάραμα, για τον δυτικό Χριστιανισμό και τις περαιτέρω μετεξελίξεις του. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Χριστιανισμού, όπως π.χ. άγιο Πνεύμα, θεία ουσία ή υπόσταση κ.λπ., ανάγει τις ρίζες του ή τις θεωρητικές του επανερμηνείες, σε γενικές γραμμές, στον παραπάνω φιλοσοφικό στοχασμό ή μέσω αυτού του Βυζαντινού στοχασμού στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να συνοψίσει πως η Βυζαντινή Φιλοσοφία νομιμοποιεί την παρουσία της μέσα στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ως εκείνη τη μορφή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, που ανταποκρινόταν στο πνεύμα της εποχής, όπως ετούτη η εποχή εκφράστηκε πολιτικά–κρατικά με το μόρφωμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Παναγία η Παρηγορήτισσα, η Βυζαντινή εκκλησία της Άρτας

 Ο θρύλος του πρωτομάστορα που ζήλεψε το επίτευγμα του βοηθού του και τον δολοφόνησε. Παναγία η Παρηγορήτισσα, η Βυζαντινή εκκλησία της Άρτας με τον μοναδικό τρούλο.

 

ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Parigoritisa_Arta 2


   H μοναδική αρχιτεκτονική της καινοτομία, αποτελεί αντικείμενο μελέτης για τους μηχανικούς που ασχολούνται με την στατική κτηρίων στα τμήματα του Πολυτεχνείου.
Πρόκειται για το σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Άρτας, αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης με δικού της τύπου βασιλικό ρυθμό. Άρχισε να χτίζεται το 1260 από τον Μιχαήλ Β´ Άγγελο Κομνηνό -Δούκα που ήταν Δεσπότης της Ηπείρου και την γυναίκα του βασίλισσα Θεοδώρα, την κατοπινή Αγία Θεοδώρα και πολιούχο της Άρτας.
         Ο επιβλητικός ναός εκπλήσσει και εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με τον γλυπτό πλούσιο διάκοσμο, τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες του. Αυτό όμως που τον κάνει μοναδικό είναι η αρχιτεκτονική έμπνευση και πρωτοπορία.




 
 
Parigoritisa_Arta 4
Η πατέντα με τον τρούλο που αιωρείται

 

        Ο αρχιτέκτων και πρωτομάστορας της εποχής, θέλοντας να κρατήσει τον τρούλο- στον οποίο δεσπόζει το ψηφιδωτό του Παντοκράτορα- ορατό από την είσοδο, αλλά και για να υπάρχει ευρυχωρία και επαρκής φωτισμός, επινόησε και εφάρμοσε ένα πρωτότυπο και ιδιαιτέρως τολμηρό σχέδιο στήριξης του τρούλου.
      Κατόρθωσε να στηρίξει τον τρούλο με μια εντυπωσιακή μέθοδο, αποφεύγοντας να βάλει κολόνες στο κέντρο του ναού.
      Στις τέσσερις γωνιές της εκκλησίας τοποθέτησε από ένα ζευγάρι παραστάδες (κολόνες στήριξης).
      Πάνω σε αυτές έβαλε οριζοντίως κορμούς κιόνων πακτωμένους στους τοίχους. Στο ελεύθερο τμήμα αυτών που εξείχαν προς το εσωτερικό του ναού, τοποθετήθηκε ένας δεύτερος όροφος από κίονες και έτσι με αυτό το σύστημα, δηλαδή κολόνα σε κολόνα, οδηγήθηκε με ένα πυραμοειδές σχήμα και με σχεδόν αιωρούμενους κίονες προς τον τρούλο.


 
 
Parigoritisa_Arta 1
Ο λαϊκός θρύλος με τον πρωτομάστορα που ζήλεψε μέχρι θανάτου τον βοηθό του

          
           Σύμφωνα με την παράδοση, το κτίσιμο του ναού ειχε αναλάβει ένας σπουδαίος πρωτομάστορας. Ενώ οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά, αυτός επειδή ήταν περιζήτητος κλήθηκε να βγάλει τα σχέδια για μια άλλη εκκλησία.
          Αποφάσισε τότε να φύγει για λίγο αναθέτοντας στον βοηθό του τη συνέχιση του έργου μέχρι να επιστρέψει.


 
 
Parigoritisa_Arta 3
             

           Ο βοηθός του όμως, που ήταν ιδιαίτερα ευφυής και καλαίσθητος, άλλαξε τα σχέδια του πρωτομάστορα και το έχτισε με τον δικό του τρόπο. Όταν ο πρωτομάστορας επέστρεψε και είδε την εκκλησία ολοκληρωμένη , εντελώς διαφορετική και ασύγκριτα πιο όμορφη από τα δικά του σχέδια, ζήλεψε.
         Ο φθόνος τον οδήγησε στα άκρα και αποφάσισε να εκδικηθεί το βοηθό του,
         Κάλεσε τον κάλφα στην κορυφή της στέγης προφασιζόμενος ότι ήθελε να του υποδείξει μια ατέλεια.
         Εκείνος πιστεύοντας ότι το έργο του ήταν αψεγάδιαστο, ανέβηκε μαζί του για να δει τι ήταν αυτό που βρήκε ο πρωτομάστορας.
           Όταν έσκυψε για να δει, ο πρωτομάστορας τον έσπρωξε στο κενό.
         Εκείνος όμως πρόλαβε να πιαστεί πάνω του και έτσι παρασύρθηκαν και οι δύο.
          Ο θρύλος λέει ότι τα σώματά τους έχουν απολιθωθεί και βρίσκονται σαν δυο κόκκινες πέτρες στον περίβολο του ναού.

 
 
Ο λαϊκός θρύλος θέλει τους δύο άντρες να απολιθώνονται μόλις προσκρούουν στη γη. Αυτό το θρύλο έρχονται να επιβεβαιώσουν δύο κατακόκκινες πέτρες, που βρίσκονται μέχρι και σήμερα στο πίσω μέρος του ναού και οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με κανένα άλλο πέτρωμα στο μεγάλο περίβολο του.
Οι δύο κατακόκκινες πέτρες, που βρίσκονται μέχρι και σήμερα στο πίσω μέρος του ναού, δεν έχουν καμία σχέση με κανένα άλλο πέτρωμα στον περίβολο.
 
 
              Ο θρύλος συνεχίζεται και υποστηρίζει ότι η Παναγία εμφανίστηκε στη μάνα του κάλφα για να την παρηγορήσει για τον άδικο χαμό του γιου της και γι “αυτό η εκκλησία ονομάζεται Παρηγορήτισσα ή Παρηγορήτρια.
              Σήμερα ο ναός έχει χαρακτηριστεί ως μνημείο το οποίο υπάγεται στην 8η εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων.


Τα τείχη της Θεσσαλονίκης

 
       Οι εποχές αλλάζουν, η Θεσσαλονίκη αλλάζει πρόσωπο, μα τα τείχη και τα κάστρα της πόλης είναι το σταθερό σκηνικό της. Δημιουργήματα του παρελθόντος, που γύρω τους διαδραματίζονται γεγονότα καθώς ο χρόνος κυλά. Τα τείχη και τα υπόλοιπα μνημεία μέσα απο την ακινησία και τη στατικότητά τους, μπορούν να φανερώσουν όλη το μεγαλείο ή τη βία, όλη τη διαφρομή της Ιστορίας....
      Τα Βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, αποτελούν σημαντικό τμήμα οχύρωσης, τεράστια ιστορική κληρονομιά και αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού της πόλης. Η Βυζαντινή αρχιτεκτονική τους είναι μοναδική. Τα τείχη που απαρτίζουν κατά μήκος την πόλη της Θεσσαλονίκης έχουν περίπου 5 χιλιόμετρα περίμετρο και το ύψος τους κυμαίνεται από 9 μέτρα ως 10,50 μέτρα. Το χτίσιμο τους περιβάλλεται από επαναλαμβανόμενες σειρές τούβλων και πετρωμάτων διακοσμημένα με Σταυρούς, αρχαιοελληνικά σύμβολα όπως η απεικόνιση του ήλιου η ρόμβους.
       Αυτό που λέμε σήμερα "Κάστρα της Θεσσαλονίκης" είναι μέρος μόνο της παλιάς οχύρωσης. Στην αρχική τους μορφή, τα τείχη και τα κάστρα της Θεσσαλονίκης περιέβαλλαν ολόκληρη την πόλη, συμπεριλαμβανομένης της πλευράς που βρέχεται από τη θάλασσα.Η σχεδίαση και η τεχνολογία των τειχών τα κάνει να μοιάζουν πολύ με τα βυζαντινά τείχη της Κωνσταντινούπολης, αν και βέβαια το μέγεθος διαφέρει.


         Οι πρώτες οχυρώσεις δημιουργήθηκαν με την ίδρυση της πόλης κατά τους ελληνιστικούς χώρους αλλά η σημερινή μορφή των κάστρων είναι στο μεγαλύτερο μέρος κατασκευή του 4ου μ.Χ. αιώνα.
          Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 316 π.Χ. από έναν από τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον Κάσσανδρο. Ο Κάσσανδρος για να μπορέσει να διεκδικήσει το θρόνο της Μακεδονίας, παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της οποίας ίδρυσε την πόλη συνενώνοντας 26 πολίχνες, που βρίσκονταν γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο.
Οι πρώτες οχυρώσεις της πόλης ξεκίνησαν λίγο μετά την ίδρυσή της, τον 3ο π.Χ. αιώνα. Η ύπαρξη των τειχών πιστοποιείται συν τοις άλλοις από ένα ιστορικό γεγονός: Το 279 π.Χ.,όταν οι Κέλτες άρχισαν επιδρομές στην Ελλάδα, αναχαιτίστηκαν μπροστά στα τείχη της πόλης και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν προς νότο, στους Δελφούς και την Αιτωλία. Το μέγεθος και η έκταση της ελληνιστικής αυτής πόλης δεν έχουν ανιχνευθεί ακόμη επαρκώς. Ελάχιστες αρχαιολογικά αξιοποιήσιμες ενδείξεις και ιστορικές μαρτυρίες σώθηκαν για το αρχικό περιτείχισμα της πόλης και τις πρώιμες ρωμαϊκές φάσεις του.
       Τον 2ο π.Χ. αιώνα η πόλη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, όπως και ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος. Το 58 π.Χ. ο Κικέρων βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, εξόριστος από τη Ρώμη. Ανέφερε ότι τα τείχη της πόλης είναι σε κακή κατάσταση και ότι οι κάτοικοι φοβούνται την επιδρομή των Θρακικών φύλων, αναγκάζοντας τους να καταφύγουν στην Ακρόπολη. Παρά την παρατήρηση αυτή, είναι γνωστό πως οι Θράκες εκδιώχθηκαν έξω από τα τείχη χωρίς κανένα πρόβλημα.
       Γύρω στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα κατασκευάστηκε βιαστικά τείχος με τετράγωνους πύργους, ίσως για την απώθηση επιδρομών των Γότθων. Η περίμετρος του τείχους αυτού αποτέλεσε τη βάση της μεταγενέστερης οχύρωσης που διατηρήθηκε ως σήμερα.
        Η νέα οχύρωση της πόλης φαίνεται πως ολοκληρώθηκε από τα τέλη του 3ου αιώνα έως και τον 5ο αι. Το τείχος, εξαιρετικά φροντισμένο και πιο σύνθετο ως προς τη δομή, τα υλικά και την οχυρωματική λειτουργία του, ενσωμάτωσε σταδιακά ως εσωτερικό αντέρεισμα το ρωμαϊκό τείχος.Την περίοδο της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-336) η Θεσσαλονίκη έγινε μεγάλη ναυτική βάση και το λιμάνι διαπλατύνθηκε και επεκτάθηκε.
       Επί Ιουλιανού (361-363), τα τείχη της πόλης επισκευάστηκαν, καθώς ο αυτοκράτορας διέταξε την ενίσχυση όλων των οχυρών της Μακεδονίας, της Πελοποννήσου και της Ιλλυρίας για την απόκρουση των βαρβαρικών επιδρομών.
      Είναι γεγονός πως οι αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές στους επόμενους αιώνες έκανε επιτακτική την ανάγκη για συνεχή συντήρηση και ενίσχυση των τειχών. Πάντως το αρχικό περίγραμμα δεν άλλαξε ιδιαίτερα στο πέρασμα των αιώνων. Την ιστορία των βυζαντινών οικοδομικών επεμβάσεων μαθαίνουμε από τις διάφορες επιγραφές που σώθηκαν στα τείχη και λιγότερο από τις ιστορικές πηγές.Η μεγάλη ανοικοδόμηση των τειχών έγινε στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αιώνα, επί βασιλείας του Μεγάλου Θεοδοσίου Α’ από τον Ορμίσδα όπως μας πληροφορεί μια επιγραφή μήκους 9 μέτρων και 3 σειρών (από τις οποίες αναγνώσιμη είναι μόνο η δεύτερη σειρά), κοντά στον ομώνυμο πύργο του ανατολικού τείχους, όπου διακρίνεται η φράση: «Τείχεσιν άρρηκτοι Ορμίσδας εξετέλεσε την δε πόλιν...». Ήταν δε ο Ορμίσδας ο περσικής -μάλλον- καταγωγής επικεφαλής της αιγυπτιακής φρουράς της πόλης.




       Στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αιώνα, οι επιδιορθώσεις και οι ανακατασκευές των τειχών κρίθηκαν αναγκαίες μετά από τις επίμονες επιθέσεις και πολιορκίες από Αβάρους και Σλάβους. Υπάρχει και μια επιγραφή με την αναφορά Επί του αγιοτάτου Αρχιεπισκόπου Ευσέβιου εγένετο ορισμός αυτού, που μας πληροφορεί πως προσθήκη έγινε όταν αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Ευσέβιος, ο οποίος αγωνίστηκε για την ενίσχυση της οχύρωσης κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Μαυρίκιου, όταν η πόλη πολιορκούνταν από τους Σλάβους. Πάντως τα τείχη έσωσαν την πόλη από τους Σλάβους κατ’ επανάληψιν εκείνη την περίοδο, ενώ τότε γεννήθηκε και ο θρύλος του Αγίου Δημητρίου ως προστάτη της πόλης, καθόσον και στις 2 πολιορκίες των Σλάβων θεωρείται ότι έσωσε την πόλη, με την οπτασία του έφιππου Αγίου να εμψυχώνει τους υπερασπιστές.
Στη συνέχεια, τα τείχη παραμελήθηκαν εξαιτίας της μακροχρόνιας περιόδου ειρήνης τον 8ο και 9ο αιώνα. Οι συνέπειες έγιναν αντιληπτές όταν επιτέθηκαν οι Σαρακηνοί το 904. Οι Βυζαντινοί είχαν ήδη συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να γίνουν επισκευές, αλλά οι εργασίες συνεχίζονταν ακόμη στα τείχη, όταν ο στόλος των Σαρακηνών, υπό τη διοίκηση του εξωμότη Λέοντα του Τριπολίτη, εμφανίστηκε στον Θερμαϊκό. Η συνέχεια είναι γνωστή: Η πόλη λεηλατήθηκε, οι άμαχοι σφαγιάστηκαν και 22000 αιχμαλωτίσθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ανατολή με σκοπό την πληρωμή λύτρωνε. Ευτυχώς που οι Σαρακηνοί, όντας απλώς πειρατές, έφυγαν σύντομα μετά το πλιάτσικο. Η πόλη ανασυντάχθηκε και συνέχισε την ανοδική πορεία της για άλλους τέσσερις αιώνες.
       Μια επιγραφή στη δυτική πύλη της Καλαμαριάς δίνει πληροφορίες για τις επισκευές που έγιναν στα τείχη τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (Βασίλειος Β΄, 976-1025). Εκείνη τη περίοδο η κύρια απειλή για την αυτοκρατορία ήταν οι Βούλγαροι.Όταν οι Νορμανδοί το 1185 επιτέθηκαν με μια τεράστια δύναμη στη Θεσσαλονίκη, τα θαλάσσια τείχη ήταν σε άριστη κατάσταση, αλλά υπήρχαν αδύναμα σημεία στη δυτική πλευρά των τειχών. Οι Νορμανδοί το εκμεταλλεύτηκαν και η πόλη υπέστη ακόμα μία ιστορική λεηλασία.
       Το 1355 μ.Χ, η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα ξεκίνησε εκστρατεία κατά του Κατακουζηνού, επιδιορθώνοντας ένα μεγάλο μέρος των τειχών, δημιουργώντας δύο πύλες στα τείχη στην μία εκ των οποίων επιγραφή μας πληροφορεί για το έργο αναφέροντας Ανεγέρθη η παρούσα πύλη ορισμό της κραταιάς και Αγίας ημών κυρίας και Δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιογίνης υπηρετήσαντος καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαέτου του Κοιαιστόρως τω ΣΩΔΞ΄ έτη ινδικτιώνι Θ΄, ενώ η επιγραφή στην βόρεια πλευρά μας πληροφορεί για την αποπεράτωση του έργου αναφέροντας συγκεκριμένα Σθένει Μανουήλ του κρατίστου Δεσπότου έγειρε τον δε πύργον συν τω τειχίω Γεώργιος Δουξ απόκαυκος εκ βάθρων σθένει Μανουήλ του Καρτίστου. Η τελευταία βυζαντινή παρέμβαση έγινε πιθανότατα επί Μανουήλ Β' Παλαιολόγου στο διάστημα 1369-1373, όταν διοικούσε την πόλη ως δεσπότης.





       Στη διάρκεια της Ενετικής κατοχής (1423-1430) δεν έγιναν οι απαραίτητες επισκευές στα τείχη, κρίνοντας από τους πολίτες οι οποίοι έκαναν εκκλήσεις στη Βενετία για το πρόβλημα. Η αδιαφορία των Βενετών ήταν πραγματικά αδικαιολόγητη, δεδομένου όταν ο Μουράτ και ο πολυάριθμος στρατός του είχαν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της πόλης.
       Οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη το 1430 και παρέμειναν εκεί για 5 σχεδόν αιώνες. Οι δικές τους προσθήκες στα τείχη ήταν ο σημερινός Λευκός Πύργος, στη βόρειο-δυτική πλευρά ο Πύργος Τριγωνίου και ο κεντρικός Πύργος στο Επταπύργιο. Οι δύο πρώτοι πρέπει να έχουν χτιστεί αμέσως μετά τη Τουρκική κατάσταση και ο τρίτος το 1431, καθώς μαρτυρά η τουρκική επιγραφή. Τελευταία προσθήκη στην περίμετρο των τειχών, στη νοτιοδυτική απόληξη τους, αποτέλεσε το φρούριο Βαρδαρίου, που κατασκευάσθηκε επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς για την ενίσχυση του λιμανιού
Με την εξέλιξη της τεχνολογίας του πολέμου τα τείχη έχασαν σταδιακά την οχυρωματική τους σημασία και τον 19ο αιώνα θεωρήθηκαν εμπόδιο στην ανάπτυξη της πόλης. Με την κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους το 1870 και τις καθαιρέσεις εν συνεχεία τμημάτων του ανατολικού και δυτικού τείχους ως τις αρχές του 20ου αώνα συντελέστηκε η καταστροφή της μισής σχεδόν περιμέτρου των τειχών της Θεσσαλονίκης.
       Η πόλη ξανάγινε Ελληνική το 1912. Αλλά τότε πλέον τα τείχη δεν εξυπηρετούσαν κανένα στρατιωτικό σκοπό ενώ ένα μεγάλο μέρος είχε ήδη κατεδαφιστεί από τους Τούρκους τις προηγούμενες δεκαετίες.
Βασική Πηγή Καστρολόγος - Τα κάστρα της Ελλάδας 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

       
Ένα εξαιρετικό κείμενο του καθηγητή Αδαμάντιου Αδαμαντίου (1875 -1937) για την ακμή της πόλης στα βυζαντινά χρόνια και την εμπορική της έκθεση.



 
 
 
 
 
              ᾽Εκ τῆς εξόχως εὐνοικῆς θέσεως ἀπὸ παλαιῶν χρόνων ἡ Θεσσαλονίκη ὑπῆρξε διεθνὴς σημαντικωτάτη έμπορικὴ, πόλις, ἀληθὴς μεγαλόπολις. Οἱ κάτοικοί της ὑπερέβαινον τὸν δέκατον αἰώνα τὰς, διακοσίας χιλιάδας ἦσαν δὲ ὡς καὶ σήμερον ποικίλων ἐθνικοτήτων.᾽Εκτὸς τῶν ῾Ελληνων, παλαιοί κάτοικοὶ ἦσαν οὶ Εβραῖοι, Σλάβοι,῎Αρμένιοι.Ξένοι πολλοί, μάλιστα Φράγκοι, διέμενον εἰς την πόλιν.Κόσμος πολυάριθμος ἐμπορευομένων ἐγχωρίων καὶ ξένων ἐγέμιζε,τὰς ὁδούς, τὰς πλατείας καὶ τὰς ἀγοράς. Τὰ ἐμπορεύματα ἕφθανονἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου διὰ θαλάσσης μὲ πλοῖα, διὰ ξηραᾶςμὲ καραβάνια. ῾Η Σερβία, ἡ Βουλγαρία, ἡ Μακεδονία, ἡ Θεσσαλία,ἐκόμιζον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὰ προϊόντα των, τὰ πλοϊα τὰπαραλάμβανον καὶ τὰ μετέφερον μακράν. Μὲ μίαν λέξιν εἰς ὅλατὰ μέρη τοῦ κόσμου ἐπήγαινον ἐμπορεύματα καὶ ἀπ’ ὅλα τὰ μερητοῦ κόσμου ἤρχοντο εἰς τὴν πόλιν πολυπληθῆ τὰ ἐμπορεύματα καὶ συνέρρεον ἀμέτρητοι οι ξενοι. ῾Η συρροὴ τῶν ξένων καὶ ἡ συνάθροὶσις ἐμπορευμάτων ηὔξανετὰς ἐποχὰς τῶν διαφόρων ἐμπορικῶν πανηγύρεων. Ἀλλ’ ἡ πανήγυριςτοῦ ῾Αγίου Δημητρίου, τὴν ἑορτὴν τοῦ πολιούχου, ἡ ὁποία διήρκειπολλὰς ἡμέρας, ἐπροκάλει τὸν θαυμασμὸν διὰ τὸν πλοῦτον καὶ τὸμέγεθος αὐτῆς. ῏Ησαν τὰ Παναθήναια τῶν μεσαιωνικών ᾽Αθηνῶν.

              ῾Η πανήγυρις ἐγίνετο εἰς τὴν πεδιάδα μεταξὺ τῶν τειχῶν καὶ τοῦ πο-ταμοῦ ᾽Αξιοῦ. ῎Απειροι σκηναὶ μετέβαλλον τὴν πεδιάδα εἰς πόλιν.Τὸ πᾶν ἠδύνασο νὰ εὕρῃς ἐκεῖ καὶ νὰ θαυμάσῃς : πλούσια ὑφάσματα,προϊόντα ποικιλώτατα, γεωργικά, βὶομηχανικά, ἔργα παμποίκιλα τέχνης. Πλῆθος ἅπειρον ἀνθρώπων, ἐγχωρίων, ξένων ἐμπόρωνπροσέτρεχεν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς ῾Ελλάδος, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Συρίαν, ἀπὸ τὸν Δούναβιν καὶτὴν Ρωσίαν, ἀπὸ τὴν ᾽Ιταλίαν καὶ τὴν ῾Ισπανίαν, εἰς τὴν μεγάληνπανήγυριν.
              Κατὰ πᾶσαν ὅμως ἐποχὴν ἡ πόλις τῆς Θεσσαλονίκης ἦτο πλήρης λαοῦ ἐμπορευομένου. Εὐκολώτερον, λέγουν οἱ συγγραφεῖς, ἦτο νὰ μετρήσῃς τὴν ἄμμου τῆς θαλάσσης παρὰ τοὺς συνωστιζομένους εἰς τὰς ἀγορὰς δι’ ἐμπορὶκὰς πράξεις. ῾Η ξηρὰ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος παρεῖχε πλούσια τὰ δῶρα τῆς γεωργίας,ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ θάλασσα τὰ δῶρα τοῦ ἐμπορίου. ᾽Ακόμη καὶ αἱ βιομηχανικαὶ τέχναι ἤκμαζον, τὰ ἐργοστάσια τοῦ χαλκοῦ, τοῦ σιδήρου, τοῦ κασσιτέρου, τοῦ μολύβδου ἦσαν πολυάριθμα. Τὰ μεταξωτὰ ὑφάσματα ἦσαν τόσον κοινά, ὅσον ἀλλοῦ τὰ ἐξ ἐρίου ὑφάσματα. Καὶ συνηθροίζοντο εἰς τὴν πόλιν πολυπληθεῖς θησαυροὶ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ πολυτίμων λίθων. Πολλοὶ ἐκ τῶν κατοίκων εἶχον μεγάλα πλούτη, καὶ ἔζων πολυτελῶς, οἱ περισσότεροι ἔζωνἐν εὐμαρείᾳ καὶ εὐζωίᾳ ὅλοι εὕρισκον εὐκόλως ἐργασίαν διὰ νὰ ζοῦν καλῶς.
             Καὶ διασκεδάσεις εὕρισκευ ὁ λαὸς προσιτὰς εἰς αὐτόν: εἰς τὰς ἀγοράς, εἰς τὰς πλατείας, θέατρα, διάφορα θεάματα, μῖμοι καὶ σχοινοβάται καὶ γελωτοποιοὶ διεσκέδαζον τὸν ὄχλον τῆςΘεσσαλονίκης.Τὴν ὑλικὴν ταύτην εὐμάρειαν τῆς μεγάλης πόλεως παρηκολούθει ἡ πνευματικὴ ἐκδήλωσις τῆς εὐσεβείας πρὸς τοὺς ἁγίους, ἡ πνευματικὴ κίνησις τῶν φιλοσόφων, τῶν ρητόρων καὶ τῶν λογίων.
           Κατανυκτικώτατον ἦτο τὸ θέαμα καὶ γλυκύτατον τὸ ἄκουσμα κατὰ τὰς ἱεροτελεστίας εἰς τὰς μεγαλοπρεπεῖς καὶ πολυαρίθμους ἐκκλησίας. Λαμπρότατον ἦτο τὸ θέαμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν πανηγύρεων, εἰς τὰς ὁποίας ἤκουες τόσον μελῳδικὰς τὰς ψαλμῳδίας,ὥστε νὰ νομίζῃς ὅτι εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ἀγγέλων ἑορταζόντων.Μεγαλοπρεπέσταται δὲ ἦσαν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ πομπαὶ καὶ μάλιστα, τὴν μεγάλην ἑορτὴν τοῦ Καλλιμὰρτυρος, «ἡ σεμνὴ καθ’ὅλην τὴν νύκτα φωταγωγία», ἡ ἐπιβάλλουσα τελετὴ καὶ λιτανεία μὲ τὴν θαυμαστὴν μελῳδίαν ἡδυφώνων ιναλτῶν, μὲ τὰ φῶτα τῶν λαμπάδων καὶ τοὺς ἤχους τῶν σαλπίγγων καὶ τῶν ἄλλων μουσικῶν ὀργάνων, μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπον, τὸν αὐτοκράτορα, τὴν βασιλικὴν αὐλήν, τοὺς ἄρχοντας, οἵτινες ἐφόρουν ἀπαστραπτούσας στολὰς καὶ ἐπέβαινον ἐπὶ λαμπροτάτων ἵππων.
             ῞Υπερήφανος ἦτο ἡ Θεσσαλονίκη διὰ τοὺς λογίους αὐτῆς,διὰ τὰ ὀνομαστὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφοίτων σπουδασταἵ ἀπὸὅλα τὰ μέρη τῆς οἰκουμένης. Ρήτορες, φιλόσοφοι, γραμματικοί,καλλιτέχναι συνέρ-ρεον εἰς τὴν πόλιν. Μαθήματα παντοῖα, λόγοι, διαλέξεις τῶν καθηγη- τῶν ἐδίδοντο εἰς μεγάλας αἰθούσας,αἵτινες ἐλέγοντο στοαί, θέατρα, μουσεῖα. Εἰς ἀνωτέρας σχολὰς εἰδικοὶ καθηγηταὶ ἐδίδασκον τὴν φιλοσοφίαν, τὴν ρητορικήν, τὰ μαθηματικά, τὴν νομικήν. Σοβαραὶ συζητήσεις, ἔρευναι θεολογικαὶ καὶ φιλοσοφικαὶ συχνὰ ἐγίνοντο, καὶ μάλιστα δημοσίᾳ μεταξὺ τῶν Θεσσαλονικέων διδασκάλων καὶ ἄλλων λογίων, οἵτινες ἤρχοντο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν.
            ῎Εφάμιλλος τῆς Βασιλευούσης κατὰ τὴν λαμπρότητα τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ὑπερέβαλλε πᾶσαν ἄλληνπόλιν κατὰ τὴν σοφίαν καὶ ἀνεδείχθη ἡ Θεσσαλονἴκη αἱ ᾽Αθῆναιτοῦ Μεσαιωνικοῦ ῾Ελληνισμοῦ. ῾Η κοινωνία ἐκείνη τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε μόρφωσιν ὑπερτέραν,ἐξηυγενισμένα τὰ ἤθη καὶ λεπτὸν τὸ αἴσθημα. ᾽Εκ τῆς εὐλαβείας,ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ καλὸν καὶ τὴν τέχνην, ἐστόλισαν καθ᾽ ὅλους τοὺς αἰῶνας οἱ Θεσσαλονικεῖς τὴν πόλιν των μὲ τὰ θαυμάσια ἐκεῖνα μνημεῖα τέχνης, ὁποῖα εἶναὶ οἱ μεγαλοπρεπεῖς ναοί, μὲ μοναστήρια πολυάριθμα, μὲ ἄλλα καλλιπρεπῆ καὶ μεγάλα οἰκοδομήματα.
             Καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλοβοηθείας ἦτο τόσο νἀ νεπτυγμένον, ὥστε ἡ πόλις εἶχεν ἀνεγείρει διάφορα ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα, βρεφοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, ξενοδοχεῖα διὰ τοὺς ἀσθενεῖς,τοὺς ξένους, τοὺς ταξιδιώτας. Τάξις καὶ εὐνομία ἐπεκράτει εἰς τὴν πόλιν.Τὴν εἰς τὰ ἤθη καὶ τὴν μόρφωσιν ὑπεροχὴν τῆς κοινωνίας ἐκείνης διάφοροι περιστάσεις ηὐνόησαν. ῞Η εὐκολία καὶ ἡ εὐμάρεια τοῦ βίου˙ἡ ἀπὸ παλαιοῦ καὶ ἐπὶ μακρὸν διαμονὴ εἰς τὴν πόλιν Αὐτοκρατόρων καὶ τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, ὡς καὶ ἡ συρροὴ ἀπο πᾶσαν χώραν ξένων, οἵτινες ἤρχοντο ἄλλοι δι’ ἐμπορίαν, ἄλλοι διὰ νὰ προσκυνήσουν εἰς τὴν ἁγίαν σορὸν τοῦ Μεγαλομάρτυρος, εἰς τὴν ὁποίαν καἵ Αὐτοκράτορες προσέτρεχον. ῾Η γειτνίασις τόπου ἱερωτάτου, τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, βεβαίως συνέτεινεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν βίου φιλοθρήσκου, λογίου καὶ φιλοτέχνου, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ βαθὺ ἐκεῖνο κατανυκτικὸν αἴσθημα ἀπεράντον εὐλαβίας πρὸς τὸν ῞Αγιον Δημήτριον, αίσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ θεμέλιον τοῦ ὅλου κοινωνικοῦ βίου τῆς πόλεως.
            Εἰς τὴν μεγάλην πόλιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤνθιζον ὅλα τα ἄνθη πολιτισμοῦ ὑπερμέτρον, ἐν μέσῳ τῆς μεγαλοπρεπίας, τῶν μνημείων τῆς τέχνης, τῆς λάμψεως ἐκείνης τῶν λογίων καὶ τῶν φιλολογικίκῶν συ-ζητήσεων, ἐν μέσῳ, « τοῦ κήπου ἐκείνου τῶν Μουσῶν καὶ τῶν Χαρίτων », ἐν μέσῳ τῶν ποικίλων πανηγύρεων καὶ τῶν κατανυκτικῶν ἐκκλησιαστικῶν τελετῶν, διήρχετο ὁ βίος ἐν εὐδαιμονιᾳ, λέγον οἱ,παλαιοί, καὶ παρεῖχεν «ανεκλάλητον εὐφροσύνην καὶ πνευματικὴν χαράν». Ἡ πόλις εἷλκεν εἰς, ἑαυτὴν ὡς μαγνήτης τοὺς ἀνθρώπους ἅπαντας καὶ τοὺς ἔκαμνε νὰ λησμονοῦν τὴν πατρίδα των, «ἐκοίμιζετὰς λύπας», ἦτο «κοινὴ παρηγορία», ἦτο μὲ τὰ ἀγαθά της «παράδεισος εὐδαιμονίας».Καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία κα καταρέει καὶ ἡ Βασσιλεύουσα πίπτει, ἡ Θεσσαλονίκη ἐξυψώνεται καὶ φαίνεται ὡς νὰ φωτίζεται ἀπὸ ὄλην τὴν λάμψιν τοῦ δύοντος Μεσαιωνικοῦ ῞Ελληνισμοῦ, και ὡς προσπαθῇ νὰ περισυγκεντρώσῃ τὰς ἀναγεννωμένας δυνάμεις ἑνὸς νέου Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ ἀναδειχθῇ πρωτεύουσα ἑνὸς νέου ῞Ελληνικοῦ κράτους.Τὸ ἀειθαλὲς πνεῦμα, τὸ αἰωνίως δροσερὸν πνεῦμα τῆς ἀρχαίας, ῾Ελλάδος, πνέει καὶ πάλιν ζωογόνον, καὶ δίδει δυνάμεις εἰς τὸν ἐκπνέοντα μεσαιωνικὸν καὶ παρασκευάζει τὴν γένεσιν τοῦ νεωτέρου ῾Ελληνισμου. ῾Η νέα ζωὴ αὕτη γεννᾶται ἀπὸ τὴν μελέτην τῶνἀθανάτων ἀρχαίων συγγραφέων καὶ τοῦ ἀνεφίκτου εἰς τὴν τελειότητα ἀρχαίου ῾Ελληνικοῦ κόσμου.

«Ἡ Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη» Αδαμάντιος Αδαμαντίου, βυζαντινολόγος