Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

H Παλαιολόγεια Αναγέννησις

      
H Παλαιολόγεια Αναγέννησις
του Θάνου Δασκαλοθανάση

              Η Υστεροβυζαντινή περίοδος ή Περίοδος των Παλαιολόγων ή Παλαιολόγεια Αναγέννηση είναι μια ιστορική περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που ξεκινά το 1261, όταν η πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, που ως τότε βρισκόταν υπό την κατοχή των Φράγκων, ανακαταλαμβάνεται από τον Mιχαήλ H΄ Παλαιολόγο. Η περίοδος λήγει με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453.
               Κατά την περίοδο αυτή,  που όπως είδαμε  η αυτοκρατορία είναι σκιά του εαυτού της και διαρκώς συρρικνώνεται οικονομικά και πολιτικά, η εσωτερική πολιτιστική και πνευματική ζωή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η τεράστια αυτοκρατορία που απαρτιζόταν  από διάφορες εθνότητες  μεταβάλλεται σε ένα μικρό και περιορισμένο ελληνικό κράτος.Την εποχή αυτή αναπτύσσεται το πατριωτικό και εθνικό αίσθημα των Ελλήνων, η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητάς τους- πέρα από τα θεολογικά - και σε εθνικό επίπεδο με τη Δύση, που συνοδεύεται και τροφοδοτείται από μια προσήλωση προς τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας. Ο Αυτοκράτορας εξακολουθεί να φέρει τον τίτλο του Βασιλέως και Αυτοκράτορα των Ρωμαίων, αλλά λαός και διανόηση χρησιμοποιούν πια τον χαρακτηρισμό <<Ελλην>> που έχει απενοχοποιηθεί από την ειδωλολατρική του χροιά.
 
 

 
 
              Ο Πλήθων, η κορυφαία πνευματική προσωπικότητα της εποχής, υποστηρίζει με πάθος τη νέα ορολογία. Οι ίδιοι οι  διανοούμενοι θα πρωτοστατήσουν στην εγκατάλειψη του όρου <<Ρωμαίοι>> που θα χρησιμοποιείται μόνο για να δηλώσει τη γλώσσα του λαού <<ρωμαίικα>>, σε αντιδιαστολή με τη λόγια γλώσσα. Πόλη με έντονη τη ελληνική συνείδηση θα αναδειχτεί η Θεσσαλονίκη. Ο  Θεσσαλονικιός Νικόλας Καβάσιλας γράφει για την <<ελληνική μας κοινότητα>>.  Ο νέος όρος <<αυτοκράτορας των  Ελλήνων>> θα επικρατήσει παρόλο που  μερικοί παραδοσιακοί τον αντιπαθούν, αν και δε θεωρούνταν απεμπόληση των οικουμενικών αξιώσεων της αυτοκρατορίας και θα θυμίζει την μεγάλη ελληνική κληρονομιά.Η ίδια η Κωνσταντινούπολη θα γίνει μια συνειδητά ελληνική πόλη.Σε αυτή τη διαδικασία <<ελληνοποίξησης>> του 14ου και 15ου αιώνα μπορούμε να διακρίνουμε τις βάσεις για την αναγέννηση της Ελλάδας μέσα από την επανάσταση του 1821.
         
Η πρώτη φάση της παλαιολόγειας ζωγραφικής χαρακτηρίζεται από την έντονη αναβίωση των κλασικών προτύπων. Στην εικόνα, οι Απόστολοι. Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από την Κοίμηση της Θεοτόκου στο δυτικό τοίχο του ναού της Αγίας Τριάδας. Σερβία.
 
 
 
            Η περίοδος χαρακτηρίζεται από ένα δυναμικό πνευματικό και καλλιτεχνικό πολιτισμό  αντιστρόφως ανάλογο θα έλεγε κανείς με την εσωτερική πολιτική κατάσταση. Υπάρχει μια άνθιση και ανανέωση της βυζαντινής τέχνης με προσωποποιήσεις φυσικών στοιχείων και αφηρημένων εννοιών, πορτρέτα αρχαίων φιλοσόφων, στοιχεία και θέματα από τη ζωή στη φύση. Μνημεία Τέχνης όπως είναι τα ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας στην Πόλη και στις εκκλησιές στο Μυστρά  αποτυπώνουν  την  έντονη καλλιτεχνική δημιουργία.
           Στον τομέα της  φιλοσοφίας   υπάρχει μια σαφέστατη  στροφή στην κλασική αρχαιότητα. Η παλαιά γενιά των λογίων έχει πεθάνει.  Την περίοδο αυτή εμφανίζονται  στο Βυζάντιο λόγιοι και μορφωμένοι άνθρωποι και συγγραφείς σε διάφορους τομείς της γνώσης.
             Οι φιλοσοφικές απόψεις εκφράστηκαν από το  Θεόδωρο  Μετοχίτη, ο οποίος συνέγραψε έργα φιλοσοφικού και αστρονομικού περιεχομένου, τον Κων/νο Αρμενόπουλο, Γεώργιο Παχυμέρη, Νικηφόρο Γρηγορά και Μάξιμο Πλανούδη. Οι λόγιοι αυτής της κατηγορίας επιβεβαίωσαν την αδιάσπαστη συνέχεια της βυζαντινής πνευματικής παράδοσης με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
             Λόγιοι της εποχή είναι ο  Δημήτριος Κυδώνης, Ιωάννη Αργυρόπουλος,  ο Γεώργιος Γεμιστός.
          
 
 
            Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων ήρθε σε επαφή με την Πλατωνική φιλοσοφία, πίστευε ότι η αναγέννηση μπορεί ν' αρχίσει μόνο από την αρχαία κοιτίδα, την Πελοπόννησο. Γι’αυτό επίκεντρο της δράσης του ήταν ο Μυστράς. Εκεί ίδρυσε μια πλατωνική ακαδημία και έγραψε αρκετά βιβλία, συνηγορώντας υπέρ της αναδιοργάνωσης του κράτους σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία.   Ως προς την θρησκεία, υποστήριξε μια πλατωνική κοσμολογία με επιρροές από τη φιλοσοφία του Επίκουρου και του Ζωροαστρισμού. Μολονότι τυπικά Ορθόδοξος, δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το Χριστιανισμό.Υπήρξε και διορατικός πολιτικός στοχαστής. Στα έργα του αναλύει διάφορα φιλοσοφικά και θεολογικά ζητήματα της αρχαιότητας.Αντιτίθεται στον αριστοτελικό σχολαστικισμό. Διαφωνεί με την έννοια της τύχης ως αιτίας των κοσμικών αλλαγών. Συνέδεε τη θεολογία με τη φυσική. Ο Πλήθων δημιούργησε ένα ευρύ κύκλο μαθητών που διέδωσαν το έργο  του.                    
           Σπουδαίες προσωπικότητες ήταν  ο Βησσαρίωνας και ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Ο πρώτος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη ρητορική,  τη φιλοσοφία, τη θεολογία και τη νομική και εντρύφησε ιδιαίτερα στο έργο του Αριστοτέλη. Ήταν επίσης γνώστης της λατινικής γλώσσας. Σε νεαρή ηλικία, άνοιξε σχολή, έγραψε ελληνική γραμματική και μετέφρασε φιλοσοφικά έργα της Δύσης. Ο Χαλκοκονδύλης έγραψε ιστορία με τίτλο «Αποδείξεις Ιστοριών» σε 10 τόμους, η οποία καλύπτει την περίοδο 1298-1463. Η ιστορία του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες πηγές για τη μελέτη της περιόδου. Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η βαθμιαία πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, η άνοδος των Οθωμανών Τούρκων και η προσπάθεια των κρατών της περιοχής να αντισταθούν στην τουρκική επεκτατικότητα.
              Από τους φιλοσόφους της εποχής αυτής  δίνεται έμφαση στην ανθρώπινη δύναμη, επικρατεί η παραδοχή ότι ο κόσμος δεν είναι πάντα κακός. Σημειώνεται στροφή στον πλατωνισμό,μέσω του οποίου εξηγείται η σχέση του ανθρώπου με τους συνανθρώπους και το Θεό. 
           Άλλη σημαντική μορή ήταν ο Μανουήλ Χρυσολωράς ( 1355 –  1415), από τους κυριότερους συγγραφείς και πρωτεργάτες της εισαγωγής της ελληνικής παιδείας και γραμματείας στη δυτική Ευρώπη.Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.
              Η Παλαιολόγεια Αναγέννηση έχει συχνά συγκριθεί με την αναγέννηση της Δυτικής Ευρώπης με επίκεντρο την Ιταλία. Οι Έλληνες λόγιοι,  με το έργο τους και την φυσική παρουσία τους στη Δύση, υπήρξαν διαμορφωτές και τροφοδότες της πολιτιστικής ανάπτυξης της Δύσης.
             Οι απόψεις που κυρίως επηρέασαν την ιταλική Αναγέννηση ήταν του Πλήθωνα, ο οποίος συνέβαλε και στην ίδρυση της Πλατωνικής Ακαδημίας στη Φλωρεντία. Η δεύτερη λαμπρή φυσιογνωμία ήταν η Βησσαρίωνας, ο οποίος έδρασε σε πολιτικό και φιλοσοφικό επίπεδο με μακρά παραμονή στη Δύση.
         Ο Χρυσολωράς,  ωστόσο, υπήρξε ο λόγιος που έδωσε μεγάλη σοβαρή ώθηση για την άνθιση των ελληνικών σπουδών στην Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας τη Δύση όχι ως τον αντίποδα της Ανατολής, συνέβαλε στην πολιτισμική προσέγγιση των δύο μερών της διηρημένης χριστιανοσύνης.

 
                 Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) και η Παλαιολόγεια Αναγέννηση
           

   Η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και η εγκαθίδρυση της φραγκικής κυριαρχίας στο μεγαλύτερο τμήμα της αυτοκρατορίας αποδιοργάνωσαν τα εργαστήρια τέχνης. Εντούτοις, μακριά από το να εξαφανιστεί, η βυζαντινή τέχνη αναστήθηκε κάτω από μια καινούρια μορφή και, μακριά από το να εξαντληθεί, εκδήλωσε τη ζωτικότητά της με νέες δημιουργίες. Η πολυτελής τέχνη της προηγούμενης περιόδου ήταν η έκφραση της βυζαντινής κοινωνίας και ικανοποιούσε το γούστο της για το πομπώδες, την αυστηρή ιεραρχία, τον αφηρημένο συμβολισμό. Αντίθετα, η τέχνη των Παλαιολόγων χρησιμοποιεί τεχνικές λιγότερο δαπανηρές και φαίνεται ότι βρήκε στα αρχαία πρότυπα το μυστικό της ζωής και της κίνησης, των γραφικών στοιχείων, της παθητικής συγκίνησης.
L.Brehier, La civilisation byzantine, σελ. 442-443.

                                                                               
 
                                                                                   
 
 
 
                
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
           Ὁ δικέφαλος ἀετός, στίς διάφορες ἐκδοχές του, ἔχει, ὡς ἔμβλημα, συνδεθεῖ ἀναπόσπαστα μέ τήν ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐξέλιξη τοῦ συγκεκριμένου συμβόλου στό χρόνο εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλύπτει τίς πολυσύνθετες ὄψεις μετασχηματισμοῦ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους.

         Ἡ μορφή τοῦ ἀετοῦ, συνήθης ἀπεικόνιση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀποτελοῦσε ἔμβλημα καί στή Νέα Ρώμη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σύμφωνα μέ ἕνα θρῦλο, ἀετοί πετοῦσαν πάνω ἀπό τήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου, προκειμένου νά ὑποδείξουν στόν Κωνσταντῖνο τό χτίσιμο τῆς νέας πρωτεύουσας στό συγκεκριμένο σημεῖο. Ἐκτός ἀπό τήν ἀνάκληση τῆς ἔνδοξης ρωμαϊκῆς παράδοσης, ἡ μορφή τοῦ ἀετοῦ χρησιμοποιοῦνταν καί ἀπό τήν ἀνερχόμενη θρησκεία, τό χριστιανισμό, γιά νά ἐκφράσει τή θεία ἔμπνευση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Ὅλα αὐτά συνέτειναν στή σταθερή παρουσία τοῦ ἀετοῦ στή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὡς κυρίαρχης παράστασης τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἐπίσημη σημαία τοῦ στρατοῦ - καί ὡς ἐκ τούτου τοῦ κράτους - ἦταν ἀπεικόνιση ἀετοῦ μέ τήν κεφαλή γερμένη πρός τά δεξιά, σέ χρῶμα κόκκινο.


           Ἡ συγκεκριμένη σημαία διατηρήθηκε ἔτσι ὡς τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Ἰσαάκιου Κομνηνοῦ. Ὁ αὐτοκράτορας, πού εἶχε καταγωγή ἀπό τήν Παφλαγονία, θέλησε νά μεταβάλει τήν ἐπίσημη σημαία τοῦ κράτους, ἐπιβάλλοντας ὡς κυρίαρχη παράσταση μία μυθική ὀντότητα τῆς πατρίδας του, τό ἀετόμορφο δικέφαλο θηρίο μέ τήν ὀνομασία Χάγκα. Τό συγκεκριμένο ὄν θεωρεῖτο ἀπό τόν τοπικό πληθυσμό προικισμένο μέ ὑπερφυσικές ἱκανότητες καί ἡ παράστασή του κοσμοῦσε τό οἰκόσημο τῶν Κομνηνῶν. Ἡ ἀντικατάσταση τοῦ προηγούμενου συμβόλου κρίθηκε ἀπαραίτητη, καθώς ὁ νέος αὐτοκράτορας θεωροῦσε ὅτι ὁ δικέφαλος ἀετός συμβόλιζε τή διάδοχη κατάσταση καί ἐκπροσωποῦσε τήν πολεμική ἀνδρεία καί ἀποφασιστικότητα πού ἀπαιτοῦσαν οἴ καιροί.

           Τό ἔμβλημα αὐτό καθιερώθηκε καί ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού τό χρησιμοποιοῦσε ὡς σύμβολο τῆς θρησκευτικῆς ἐξουσίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς σταυροφόρους, τό 1204, ἐπέφερε καί τή διάχυση τοῦ συμβόλου σέ πολυάριθμους διεκδικητές τῆς συνέχειας τῆς Αὐτοκρατορίας. Οἴ μεταμορφώσεις τοῦ συμβόλου εἶναι ἐνδεικτικές τῶν τοµῶν πού συνοδεύουν τήν περίοδο αὐτή, κατά τήν ὁποία οὐσιαστικά γεννᾶται ὁ νεότερος Ἑλληνισµός.

            Ὁ Θεόδωρος Λάσκαρις, πρῶτος ἠγεµόνας τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας, παρέλαβε τό ἔµβληµα καί τό χρησιµοποίησε µέ µία τροποποίηση, στεφάνωσε τό διάµεσο τῶν κεφαλῶν, γιά νά ἐνισχύσει περαιτέρω τήν ἐγκυρότητα τοῦ νέου κράτους. Τό ἴδιο ἔµβληµα χρησιµοποίησε καί τό Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου. Τά δύο κράτη ἐπρόκειτο νά συγκρουσθοῦν γιά τή διαδοχή τῆς Αὐτοκρατορίας. Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε σέ νέα τροποποίηση τοῦ συµβόλου ἀπό τόν Ἰωάννη Βατατζή. Ὁ δικέφαλος πλέον ἔφερε στό δεξί πόδι ροµφαία καί στό ἀριστερό τήν ὑδρόγειο µἐ σταυρό στήν κορυφή.

           Ἡ τελική ἐπικράτηση τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας στόν ἀγῶνα διαδοχῆς, τό 1261, ἐπισφράγισε καί τήν ὁριστική ἀλλαγή τῆς ἐπίσηµης σηµαίας, µέχρι τήν Ἅλωση τῆς Πόλης, στίς 29 Μαΐου 1453. Ἡ τελευταία µορφή τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ ἐγκαινιάσθηκε ἀπό τόν Μιχαήλ Παλαιολόγο, ἱδρυτή τῆς τελευταίας δυναστείας, πού εἶχε τήν τιµή νά ἀνακαταλάβει τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τούς Φράγκους. Συγκεκριµένα, στεφανώθηκαν καί οἴ δύο κεφαλές τοῦ ἀετοῦ, προκειµένου νά τιµηθοῦν οἴ δύο πρωτεύουσες τῆς δυναστείας: ἡ Νίκαια καί ἡ Κωνσταντινούπολη. Ἡ σηµαία µἐ τόν δικέφαλο ἀετό κυµάτιζε στή Βασιλεύουσα µέχρι τήν ἠµέρα τῆς Ἅλωσης.
          
            Ἔκτοτε παρέμεινε ὡς σύμβολο τοῦ Πατριαρχείου, πού ἀνέλαβε οὐσιαστικά τή διαχείριση τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν στό ἐσωτερικό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ πολλαπλή διαχείριση τοῦ συμβόλου ἀuτου στούς κόλπους τοῦ τουρκοκρατούμενου ἑλληνισμοῦ ἐκφράζει τή συλλoγικῆ πεποίθηση περί ἀναβίωσης τοῦ Βυζαντίου καί τήν ἀπάντηση στό ἱστορικό γεγονός τῆς Ἅλωσης.

          Ἐπίσης, μέσῳ τοῦ γάμου τῆς ἀνιψιᾶς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα, τῆς Σοφίας, καί τοῦ Ρώσου Τσάpoυ Ἰβᾶν Γ' Βασιλίεβιτς, τό ἔμβλημα τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ πέρασε στό ρωσικό χῶρο, τροφοδοτώντας μία παράδοση κληρονομικῆς συνέχειας τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Οἴ ἐπιπτώσεις τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦταν ἐξαιρετικά σημαντικές καί ἀποτυπώνονται, μεταξύ ἄλλων, στόν περίφημο θρῦλο τοῦ «ξαvθοῦ γέvους», πού ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένος ἀνάμεσα στούς ὑπόδουλους χριστιανούς.





















Πηγή: Η πολύ καλή ιστοσελιδα <http://www.istorikathemata.com/>

Το Βυζάντιο μετά την ανακατάληψη της Πόλης

 
           


του Θάνου Δασκαλοθανάση

 
              Η Πόλη, μετά την ανακατάληψή της από την αυτοκρατορία της Νίκαιας, ήταν μια άλλη πόλη… Κτίρια, εκκλησίες, παλάτια είχαν λεηλατηθεί και ερημωθεί. Το παλάτι των Βλαχερνών που είχε καθιερωθεί από τους Κομνηνούς ως τόπος διαμονής των αυτοκρατόρων << ήταν γεμάτο από ιταλικούς καπνούς και οσμές>>  από τα γλέντια των Λατίνων αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν αποψιλώσει την Πόλη από καθετί που θα μπορούσε να αποφέρει κέρδος. Μόνο μερικές εκκλησίες συνέχισαν να συντηρούνται, ανάμεσά τους βέβαια η μητρόπολη της του Θεού Σοφίας με ειδική κρατική χρηματοδότηση.
             Η βυζαντινή αυτοκρατορία των Παλαιολόγων  δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ελληνικό μεσαιωνικό βασίλειο, συνέχεια της αυτοκρατορίας της Νικαίας με περιορισμένη πολιτική και στρατιωτική ισχύ. Η ανάκτηση της Πόλης γρήγορα θα οδηγήσει στο παραγκωνισμό της Μικράς Ασίας, για να εμπεδωθεί η κυριαρχία μέσα και έξω από την Πόλη αλλά και στη λοιπή φραγκοκρατούμενη χώρα. Χαρακτηριστικά είναι στο σημείο αυτό τα λόγια ενός Μικρασιάτη του Σεναχερείμ, του λεγόμενου Κακού, που δυσπιστεί και αμφιβάλλει για το αν  είναι θετικό  γεγονός για τις περιοχές της Μικράς Ασίας η ανακατάληψη της Πόλης: << Tου λοιπού, μηδέν τις καλόν ελπιζέτω επεί Ρωμαίοι και αύθις την Πόλιν πατούσι>>, ( Γ. Παχυμέρη).
           Το σύμβολο του Δικέφαλου Αετού που θα υιοθετήσουν οι Παλαιολόγοι δίνει συνοπτικά την εικόνα της πολιτικής τους : αγώνας διμέτωπος, προς την δύση,ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια που υπήρχε πάντα ο κίνδυνος για επιθετική  σταυροφορία αλλά και  προσπάθεια για βοήθεια μέσω της ένωσης των εκκλησιών και προς την Ανατολή με τους εμφανιζόμενους, τον ένα μετά τον άλλον, εχθρούς. Το ίδιο το θέμα της Ένωσης θα διχάσει απόλυτα τους Βυζαντινούς. Προοδευτικά  η αυτοκρατορία θα εξασθενήσει περισσότερο και θα απολέσει ζωτικές περιοχές, ιδιαίτερα τα εδάφη της δυτικής  Μικράς Ασίας.
            Η καθοδική πορεία θα είναι αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών και οδυνηρών εμφυλίων πολέμων. Αρχικά θα εκτυλιχτεί ο πρώτος εμφύλιος των Παλαολόγων (1321-1328) ανάμεσα στον Ανδρόνικο Β’ και στον Ανδρόνικο Γ΄, ο οποίος αποκλήθηκε ο «πόλεμος των δύο Ανδρόνικων». Η διαμάχη παππού και εγγονού πέρασε από διάφορες φάσεις και έληξε τον Μάιο του 1328, με την εκθρόνιση του Ανδρόνικου Β’ και την τελική επικράτηση του νεότερου Ανδρόνικου.
             Ο Δεύτερος Εμφύλιος των Βυζαντινών,  ανάμεσα στον ανήλικο Ιωάννη Ε΄Παλαιολόγο και στο έμπιστο φίλο του πατέρα του Ιωάννη Κατακουζηνό, ξεκινά το 1341 και στη διάρκειά του οι αντίπαλες πλευρές έφτασαν στο σημείο  να συνάψουν ολέθριες συμμαχίες με εχθρούς του Βυζαντίου.  Η διαμάχη τελείωσε το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, όμως, έληξαν οριστικά μόνο όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από το θρόνο το 1354, αφήνοντας μόνο ηγέτη το νεαρό Παλαιολόγο. Κοντά σε αυτούς τους εμφύλιους θα πρέπει να προσθέσουμε και τις  έριδες  αλλά και στην καχυποψία από μέρους ορισμένων Παλαιολόγων  μετά το θάνατο του μεγαλύτερου Ιωάννη Η΄ και τη διαδοχή του από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο και τραγικό αυτοκράτορα.  
           Μια σειρά  από αποφάσεις που ελήφθησαν είτε εξ΄ ανάγκης είτε για να εξυπηρετηθούν προσωπικές στρατηγικές, όξυναν τα προβλήματα και επιτάχυναν την Άλωση. Ο Ανδρόνικος Β΄ για να εξοικονομήσει χρήματα μείωσε το μέγεθος του τακτικού στρατού και διέλυσε σχεδόν το στόλο. Αντ΄αυτών επέλεξε να βασιστεί στους δυτικούς μισθοφόρους και στα πλοία των συμμάχων του Γενουατών. Ακόμα οδυνηρότερη  ήταν η προοδευτική παραμέληση των Ακριτών ελλείψει χρημάτων, η οποία άφησε ανυπεράσπιστες ολόκληρες επαρχίες που έγιναν εύκολη λεία για τους Σελτζούκους και κατόπιν τους Οθωμανούς.   Η ανατολική περιφέρεια ερήμωσε.Τότε έγιναν και αρκετοί εξισλαμισμοί. Οι καλλιεργητές των ανατολικών επαρχιών απομακρύνονταν από τη γη τους και αναγκάζονταν να συρρεύσουν πένητες στην Πόλη, οι κοινωνικές δομές εξασθενούσαν και οδηγούνταν σε διάλυση.
           Την ανακατάληψη της Πόλης ακολούθησε μια σειρά συνθηκών που παρείχαν προνόμια  ανάλογα με τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα του Βυζαντίου πότε στους Βενετούς και πότε στους Γενουάτες. Μπορεί να αναφερθεί κανείς για παράδειγμα στην συνθήκη του Νυμφαίου το 1261 που έδινε προνόμια στους Γενουάτες στην προσπάθεια του Μιχαήλ Η΄ να πάρει από αυτούς βοήθειες για  να ανακαταλάβει την Πόλη. Από το 1267 και μετά, δόθηκαν και στους Βενετούς προνόμια για εμπόριο χωρίς δασμούς με αντάλλαγμα να μη συμμαχήσουν με εχθρούς τους Βυζαντίου. Στις αρχές του 14ου αιώνα η παροχή αυτών των προνομίων αποτελούσε καθεστώς, που ήταν αδύνατο πλέον να ελεγχθεί, στερώντας έτσι από το βυζαντινό κράτος σημαντικά έσοδα.
            Κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους η οικονομία παρακμάζει, γεγονός που προμηνύει και την επερχόμενη κατάρρευση. Το άλλοτε πανίσχυρο χρυσό βυζαντινό νόμισμα χάνει την αξία του, ενώ στην αγορά εισχωρεί το δυτικό δουκάτο. Από τα μέσα του 14ου αιώνα σημειώνεται ο εκτοπισμός του βυζαντινού νομίσματος από τις αγορές ύστερα από μια σειρά υποτιμήσεων.
            Η ένδεια του κρατικού ταμείου οφείλεται στη σημαντική μείωση των εσόδων λόγω της συγκέντρωσης και  εκμετάλλευσης της γης από τους μεγαλοϊδιοκτήτες αλλά και στα μεγάλα έξοδα για την άμυνα του κράτους. Η εκάστοτε κρατική διοίκηση αναγκάστηκε για να αντιμετωπίσει τις μεγάλες ανάγκες που παρουσιάζονταν να καταφύγει σε διάφορες λύσεις όπως υπερφορολόγηση, εισφορές των πλουσιοτέρων, δανεισμοί, δωρεές,  ενώ παράλληλα παρουσιάζονταν φαινόμενα κακοδιαχείρισης και διαφθοράς. Παρά τις προσπάθειες η ανάκαμψη της οικονομίας κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο στάθηκε αδύνατη.
             Ένας άλλος αστάθμητος παράγοντας που συχνά υποτιμάται ήταν η μεγάλη επιδημία πανώλης που έπληξε ολόκληρη την Ευρώπη και το Βυζάντιο. Αποτέλεσμα ήταν η δραματική μείωση του πληθυσμού, σε σημείο τέτοιο ώστε ο πληθυσμός της Πόλης να συρρικνωθεί στα τέλη του 14ου αιώνα στις 100.000. Για ένα κράτος και μια κοινωνία με πληθώρα προβλημάτων, ο αφανισμός από την πανώλη επιτάχυνε την κατάρρευση.
              Γύρω από αυτόν τον ισχνό κρατικό οργανισμό αναπτύσσονταν νεώτεροι λαοί, που συνεχώς ενισχύονταν.Οι  Σελτζούκοι και κατόπιν οι Οθωμανοί αλλά και οι Σέρβοι του 14ου αιώνα με τον Στέφανο Δουσάν. Οι επιχειρηματικές εμπορικές δημοκρατίες της Ιταλίας, η Γένουα και η Βενετία με δικές τους συνοικίες και λιμάνια μέσα στην Πόλη είχαν τον έλεγχο όλου του εμπορίου της αυτοκρατορίας που ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από αυτές οικονομικά και εμπορικά. Νομοτελειακά  αν το έβλεπε κανείς, το ερώτημα που θα έθετε θα ήταν ποιος από τους παραπάνω λαούς θα διέλυε την πρώτη χριστιανική αυτοκρατορία του κόσμου: ο πιο ισχυρός ή εκείνος που θα τη διεκδικούσε περισσότερο…


Κυριακή 4 Μαΐου 2014

ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Η σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η' Παλαιολόγος εισέρχεται έφιππος στη Φλωρεντία για τη σύνοδο του 1439, όπου υπογράφηκε η Ενωση των Εκκλησιών. Φλωρεντία, τμήμα νωπογραφίας (περ. 1459-63) του Μπενότσο Γκότσολι στο Παλάτσο Μέντιτσι-Ρικάρντι.
 

               Το 1430 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα, δύο από τις σημαντικότερες πόλεις του βυζαντινού κόσμου. Την ίδια χρονιά από την Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε ακόμη μία πρεσβεία στον πάπα για να συγκληθεί οικουμενική σύνοδος που θα πραγματοποιούσε την Ενωση των Εκκλησιών, με αντάλλαγμα τη βοήθεια της Δύσης. Η πρεσβεία του αυτοκράτορα Ιωάννη ΗΤ του Παλαιολόγου και του πατριάρχη Ιωσήφ ΒΤ στον πάπα Μαρτίνο Ε' απέτυχε. Ενα χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1431, με τη σύγκληση της συνόδου της Βασιλείας, η δυτική Εκκλησία αντιμετώπιζε νέα κρίση. Οι συνοδικοί αμφισβητούσαν την εξουσία και τις δικαιοδοσίες του πάπα Ευγενίου ΔΤ, ο οποίος είχε εκλεγεί τον Μάρτιο του 1431, αφού υποστήριζαν την ύπαρξη της εκκλησίας δίχως την αυθεντία του. Ετσι ευδοκίμησε μια νέα αίτηση των Βυζαντινών για τη σύγκληση συνόδου. Το 1434 οι Βυζαντινοί είχαν συνομιλίες και με τις δύο πλευρές• μια βυζαντινή πρεσβεία βρισκόταν στη Βασιλεία, ενώ η Κωνσταντινούπολη δεχόταν μια πρεσβεία του πάπα. Τόσο ο πάπας όσο και οι συνοδικοί πρότειναν τη σύγκληση ενωτικής συνόδου στη Δύση, με την υπόσχεση της καταβολής των εξόδων παραμονής και της βοήθειας για την άμυνα της Πόλης.

          Τον Σεπτέμβριο του 1437, με διαφορά μερικών ημερών, έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη δύο στολίσκοι για να παραλάβουν τη βυζαντινή αποστολή. Ο ένας είχε σταλεί από τον πάπα Ευγένιο, ο άλλος είχε ναυλωθεί από τους συνοδικούς της Βασιλείας. Τον Νοέμβριο του 1437 η βυζαντινή αποστολή, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ιωάννη και τον πατριάρχη Ιωσήφ, επιβιβάστηκε στα πλοία που είχαν ναυλωθεί από τον πάπα.
 
 
 

         Ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, μέλος της βυζαντινής αποστολής στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας υποστήριξε σταθερά την ανυπαρξία συμβιβαστικής λύσης με τους Δυτικούς. Είναι ο μόνος που δεν υπέγραψε τον «όρο» της Ενωσης και γύρω του συσπειρώθηκαν οι ανθενωτικοί.
 
         Ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, μέλος της βυζαντινής αποστολής στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας υποστήριξε σταθερά την ανυπαρξία συμβιβαστικής λύσης με τους Δυτικούς. Είναι ο μόνος που δεν υπέγραψε τον «όρο» της Ενωσης και γύρω του συσπειρώθηκαν οι ανθενωτικοί (φωτ.: «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», τ. Θ', Αθήνα 1974).
 
            Η προτίμηση του βυζαντινού μονάρχη Ιωάννη προς την παπική πρόταση οφειλόταν στο ότι στην Κωνσταντινούπολη κυριαρχούσε πάντα η αντίληψη πως ο πάπας ήταν ο ισχυρός πολιτικός παράγων και μπορούσε να επηρεάσει τους ηγέτες της Δύσης, προκειμένου να βοηθήσουν για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης.
 
 
 
           Ως τόπος της συνόδου ορίστηκε η Φερράρα. Οι εργασίες της συνόδου δεν άρχισαν αμέσως• τον Απρίλιο του 1438 ο πάπας προσκάλεσε στη σύνοδο τους θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες της Δύσης, δίνοντας διορία τριών μηνών. Η ημερομηνία που είχε οριστεί παρήλθε, αλλά κανένας πολιτικός δεν είχε παρουσιαστεί και ο αυτοκράτορας ανέβαλε συνεχώς την εναρκτήρια τελετή. Η σύνοδος άρχισε επίσημα τον Οκτώβριο. Η Γαλλία και η Γερμανία δεν έστειλαν εκπροσώπους για να μην εμπλακούν στη διαμάχη των συνοδικών και του πάπα. Ο δούκας της Βουργουνδίας, ο Φίλιππος Β' ο Καλός, ήταν ο μοναδικός ηγέτης που τον Νοέμβριο του 1438 έστειλε εκπροσώπους του στη σύνοδο. Αλλά και γι' αυτόν η βοήθεια προς τομ βυζαντινό αυτοκράτορα δεν αποτέλεσε ούτε καν φραστική μέριμνα.

            Από διπλωματική πλευρά, η παρουσία του βυζαντινού μονάρχη στη σύνοδο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, αφού δεν είχε καμιά επαφή με τους δυτικούς ηγέτες, ενώ ο πάπας, που τον είχε προσκαλέσει, δεν ήταν σε θέση να προσφέρει την απαιτούμενη βοήθεια. Τον Μάιο του 1438 έφθασε στη Φερράρα το νέο ότι ο σουλτάνος Μουράτ Β' συγκέντρωνε στρατεύματα για να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας απευθύνθηκε στον πάπα, ζητώντας να σταλούν τουλάχιστον δύο πλοία. Την παράκληση αυτή οι άνθρωποι του αυτοκράτορα την επαναλάμβαναν στον πάπα μέρα παρά μέρα. Τελικά, ο ίδιος ο αυτοκράτορας ανέφερε το αυτονόητο, ότι η Ενωση των εκκλησιών θα είχε νόημα όσο η Κωνσταντινούπολη συνέχιζε να υπάρχει. Υστερα από επανειλημμένα διαβήματα του αυτοκράτορα, απεσταλμένοι του πάπα και του αυτοκράτορα συμφώνησαν με τους Βενετούς για τη ναύλωση τριών πλοίων, από τα οποία τα δύο ναύλωσε ο πάπας. Για να μην προκαλέσουν την οργή των Τούρκων κατά των Βενετών, που είχαν συμφέροντα στην Ανατολή, τα πλοία θα είχαν βυζαντινή σημαία. Και την επόμενη χρονιά, το 1439, ένας απεσταλμένος έφθασε από την Κωνσταντινούπολη, ζητώντας δύο εξοπλισμένα πλοία. Το αίτημα του αυτοκράτορα να σταλούν στην Κωνσταντινούπολη κάποια από τα έξοδα για την άμυνα έμεινε αναπάντητο, και ο απεσταλμένος επέστρεψε μαζί με τους υπόλοιπους Βυζαντινούς, μετά την υπογραφή της Ενωσης. Για τον βυζαντινό αυτοκράτορα η βοήθεια από τον πάπα παρέμενε η μοναδική διέξοδος. Στα τέλη του 1438, έπειτα από σειρά άκαρπων συζητήσεων μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων, ο αυτοκράτορας προσπαθεί να πείσει τους εκκλησιαστικούς, που πίεζαν για επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, να δεχτούν τη μεταφορά της συνόδου στη Φλωρεντία. Υποσχέθηκε ότι ο πάπας θα φροντίσει να επανέλθουν τιμητικά στην Κωνσταντινούπολη και μαζί θα στείλει σημαντική βοήθεια. Στόχος του βυζαντινού μονάρχη ήταν «ίνα τι αγαθόν και ωφέλιμον κατασκευάσωμεν υπέρ πατρίδος», και έτσι υποχωρούσε σε ό,τι θεωρούσε πως αποτελούσε δικαιοδοσία του για τη σύγκληση και τις εργασίες της συνόδου. Ο Ιωάννης συμβιβάστηκε να έχει θρόνο χαμηλότερο από αυτόν του πάπα και να μην εισέλθει έφιππος στην αίθουσα της συνόδου. Οταν οι εργασίες της συνόδου έληξαν, στις 5 Ιουλίου του 1439, ο αυτοκράτορας, αν και προέβαλε τα δικαιώματα του να δει το όνομα του να βρίσκεται στην αρχή του όρου της συνόδου, της απόφασης της Ενωσης, συμβιβάστηκε να ακολουθήσει το όνομα του πάπα.
 
            Το «άφιλον και υπεροπτικόν των Λατίνων» επικράτησε κατά τις συνομιλίες μεταξύ των εκκλησιαστικών Ανατολής και Δύσης. Στη σύγκρουση του πάπα και των εκπροσώπων του με τους βυζαντινούς εκκλησιαστικούς δέσποζε η πολιτική σκοπιμότητα. Η απαίτηση του πάπα Ευγενίου να ασπαστεί ο βυζαντινός πατριάρχης Ιωσήφ το πόδι του ίσως να αποτελεί την παραστατικότερη ενέργεια των Δυτικών για να επιβληθούν στο επίπεδο του γοήτρου. Εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις, οι παγιωμένες προκαταλήψεις αποτελούσαν το πρόσχημα που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν για τις διαμάχες μεταξύ τους. Πράγματι, στη διάρκεια της συνόδου, στο εσωτερικό της βυζαντινής αποστολής επικράτησε «σύγχυσις και διχόνοια»• τα μέλη της χωρίστηκαν σε υπερασπιστές της δυνατότητας της Ενωσης και σε υπέρμαχους της καθαρότητας της βυζαντινής παράδοσης, που θεωρούσε τους Λατίνους αιρετικούς και την Ενωση αδύνατη.
 
 
 
           Και από τις δύο πλευρές αναγνωριζόταν η πολιτική σκοπιμότητα του εγχειρήματος, δηλαδή να εξασφαλιστεί η βοήθεια για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης. Ομως, ενώ για τη μια μερίδα η σκοπιμότητα αυτή σημαίνει την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, τη «συγκατάβασι», για τους άλλους «το δοκούν της πατρίδος συμφέρον» έθετε σε κίνδυνο την ψυχική σωτηρία. Η διαμάχη δεν οφειλόταν ούτε στον λογικό πατριωτισμό ούτε στη σκληρή θρησκοληψία. Με εξαίρεση τον μητροπολίτη Εφέσου Μάρκο Ευγενικό, που σταθερά υποστήριξε την ανυπαρξία συμβιβαστικής λύσης, οι βυζαντινοί πρωταγωνιστές της συνόδου βρέθηκαν και στο ένα και στο άλλο στρατόπεδο, εξαιτίας των προσωπικών αντιδικιών και των θιγμένων εγωισμών.

            Πέρα από τους πρωταγωνιστές, ωστόσο, την αποστολή αποτελούσε και πλήθος εκκλησιαστικών, ιεράρχες και πατριαρχικοί άρχοντες. Οι εκκλησιαστικοί αποτελούσαν μια κοινωνική ομάδα, στην πλειονότητα της κληρονομική. Βασισμένοι στη γνώση του τυπικού και των γραφειοκρατικών διαδικασιών, θεωρούσαν ότι ήταν οι μόνοι αρμόδιοι να διαχειρισθούν τις υποθέσεις της εκκλησίας. Σχεδόν όλοι ήταν αντίθετοι εξαρχής στην ιδέα της συνόδου και παρουσίαζαν τη συμμετοχή τους ως καθήκον υπακοής. Στη διαμάχη ανάμεσα τους, η βασική αλληλοκατηγορία ήταν ότι δεν άνοιξαν διάλογο με την πολιτική εξουσία για τη θρησκευτική και πολιτική σκοπιμότητα της συνόδου και απέδιδαν στον αυτοκράτορα την απόφαση να πραγματοποιηθεί η Ενωση.

            Στην αρχή της συνόδου, ο αυτοκράτορας είχε απαγορεύσει στους πολιτικούς άρχοντες που τον συνόδευαν να παίρνουν μέρος στις συζητήσεις, γιατί έτσι, έλεγε, οι εκκλησιαστικοί δεν θα μπορούν να πουν ότι αναγκάστηκαν να κάνουν κάτι που δεν επιθυμούσαν. Υπογραμμίζοντας ότι ο θεολογικός διάλογος ήταν υπόθεση της Εκκλησίας, προσπάθησε να δείξει ότι έπρεπε να βρεθεί κάποια «μεσότητα» στα αδιέξοδα που οι εκκλησιαστικοί παρουσίαζαν ως ανυπέρβλητα. Ομως ο διάλόγος δεν προχωρούσε και ο αυτοκράτορας απαίτησε στο εσωτερικό της βυζαντινής αποστολής να παίρνονται αποφάσεις με πλειοψηφία. Οταν αποφάσισε ότι η Ενωση έπρεπε να πραγματοποιηθεί, επικαλέστηκε την πρακτική των οικουμενικών συνόδων για να εμποδιστεί η ψήφος των μελών του πατριαρχικού κλήρου, και πρότεινε να ψηφίσουν και οι πολιτικοί άρχοντες. Οι πιέσεις των ανθρώπων του στους εκκλησιαστικούς για να συμφωνήσουν με την Ενωση ήταν αφόρητες. Εξάλλου, ο αυτοκράτορας τους απαγόρευσε να εξέρχονται από την πόλη, για να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια τους να εγκαταλείψουν τη σύνοδο. Τελικά, όλοι, με εξαίρεση τον Μάρκο Ευγενικό, αναγκάστηκαν να υπογράψουν τον όρο της Ενωσης. Ετσι, όταν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ανακάλεσαν την υπογραφή τους, τονίζοντας, όπως ο μητροπολίτης Ηράκλειας Αντώνιος, ότι αυτό που έγινε στη Φλωρεντία ήταν κακό και ολέθριο, φθορά της ορθοδόξου πίστεως που έγινε με τη βία, κ.λπ.

               Η επίσημη ανακήρυξη της Ενωσης δεν έγινε ποτέ από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η". Αντίθετα, έσπευσε να ενημερώσει τους ορθοδόξους, κυρίως αυτούς που ήταν υπό λατινική κυριαρχία, ότι τίποτα δεν αλλάζει. Σε γράμμα του προς τον ορθόδοξο πατριάρχη Αλεξανδρείας Φιλόθεο, και προφανώς και προς τους δύο άλλους πατριάρχες, τους Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τόνιζε ότι η Ενωση πραγματοποιήθηκε χωρίς να αλλάξει τίποτα, ούτε στο σύμβολο πίστεως ούτε στη λειτουργία ούτε στα έθιμα της Εκκλησίας. Από το παλάτι εκπορευόταν η πρόθεση για την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης με τους ανθενωτικούς, που στην πραγματικότητα θα έθετε σε αδράνεια την Ενωση.
 
             Είναι σαφές ότι για τη βυζαντινή πολιτική εξουσία η Ενωση ήταν ένα μέσον για να εξασφαλιστεί η βοήθεια της δυτικής Ευρώπης προς την τελευταία πόλη της ρωμαϊκής Ανατολής. Στις 12 Δεκεμβρίου 1452 έγινε η επίσημη δημοσίευση του όρου, δηλαδή η ανακήρυξη της Ενωσης, παρουσία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, ιεραρχών, κληρικών και λαϊκών, καθώς και του εκπροσώπου του πάπα καρδιναλίου Ισιδώρου, του άλλοτε μητροπολίτη Κιέβου, που είχε λάβει μέρος ως μέλος της βυζαντινής αποστολής στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Η ανακήρυξη της Ενωσης δεν βοήθησε, η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήλθε πέντε μήνες αργότερα.

            ΠΑΡΙΣ ΓΟΥΝΑΡΙΔΗΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - 28.05.2000


Αλωση -1453, H πολιτική συνεργσασίας με τη Δύση

 
 
 
 
            Η Μογγολική επιδρομή και n διάλυση του σελτζουκικού κράτους (μέσα 13ου αι.) είχε προκαλέσει την εμφάνιση και την εδραίωση των Οθωμανών Τούρκων στη Μικρά Ασία. Το τουρκικό αυτό φύλο, που παρασυρμένο από τις ορδές των Μογγόλων είχε προωθηθεί στη Βιθυνία, οφείλει την επωνυμία του στον ιδρυτή του οθωμανικού εμιράτου στη Βιθυνία Οσμάν ή Οθμάν (1288-1325), γιο του Ερτογρούλ. Οι συνεχείς επιδρομές και οι λεηλασίες που διέπρατταν οι Οθωμανοί στις Βυζαντινές περιοχές είχαν δημιουργήσει οξύτατο πρόβλημα στην αυτοκρατορία, ενώ η ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Βαφέως (1301) σηματοδότησε την αφετηρία της στρατιωτικής κατίσχυσης των Οθωμανών. Η τουρκική κατάκτηση έστρεψε τους Βυζαντινούς να ζητήσουν ερείσματα στη Δύση. Είναι γνωστή η συνεργασία του Ανδρόνικου Β' με την Καταλανική Εταιρεία και οι δυσμενείς για την αυτοκρατορία συνέπειες της στρατιωτικής δράσης των Καταλανών στις αρχές του 14ου αι.
 


           Στερημένη από στρατό και στόλο εξαιτίας της πολιτικής του Μιχαήλ Η' και του Ανδρόνικου Β' η αυτοκρατορία δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει δυναμικά την οθωμανική απειλή. Έτσι, μέσα σε σύντομο διάστημα στο πρώτο μισό του αιώνα οι Οθωμανοί πέτυχαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη Μικρά Ασία σε βάρος των βυζαντινών εδαφών (το 1326 κατέλαβαν την Προύσα, το 1331 τη Νίκαια και το 1337 τη Νικομήδεια) και των άλλων τουρκικών εμιράτων.
          Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 άνοιξε στους Οθωμανούς τον δρόμο για την κατάκτηση της Βαλκανικής. Το 1361 κυριεύθηκε η Αδριανούπολη και το 1363 η Φιλιππούπολη. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες οι βυζαντινοί αυτοκράτορές θεμελιώνουν την πολιτική τους για την αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου στη συνεργασία με τη Δύση. Η πολιτική αυτή, που είχε ισχυρά ερείσματα στη βυζαντινή κοινωνία, υποστηριζόταν θεωρητικά από την καλλιέργεια της ιδέας της πολιτισμικής συγγένειας και της Ιστορικής κοινότητας των δύο κόσμων.
          Το μεγάλο πρόβλημα στην προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτικής των Βυζαντινών ήταν η διαίρεση της χριστιανοσύνη και το συνακόλουθο ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών που δίχαζε τη βυζαντινή κοινωνία. Ηδη από το 1327 ο Ανδρόνικος Β' είχε έρθει σε συνεννοήσεις με τον βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο Δ', ενώ ο Ανδρόνικος Γ' συνεργάστηκε στη δημιουργία αντιτουρκικού συνασπισμού (1332) στον οποίο μετείχαν αρχικά το Βυζάντιο, η Βενετία και το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών και στη συνέχεια ο πάπας και οι βασιλείς της Γαλλίας και της Κύπρου.                
          Οπωσδήποτε, το τουρκικό πρόβλημα απασχολούσε και τους Δυτικούς που τα συμφέροντα τους στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο απειλούνταν από τα τουρκικά εμιράτα. Σύντονες υπήρξαν οι προσπαθείες του Ανδρόνικου Γ' για να επιτύχει την ένωση των Εκκλησιών και να εξασφαλίσει τη βοήθεια των Δυτικών. Για τον σκοπό αυτό έστειλε το 1337 στην Αβινιόν τον Βενετό Στέφανο Δάνδολο για διαπραγματευθεί με τον πάπα Βενέδικτο IB' και δύο χρόνια αργότερα ανέλαβε την ίδια αποστολή μαζί με τον Δάνδολο ο μοναχός Βαρλαάμ από την Καλαβρία ως προσωπικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα στον πάπα. Παρ' όλο που ο πάπας έθεσε ως προϋπόθεση για την αποστολή βοήθειας την ένωση των Εκκλησιών, με πρωτοβουλία του επιτεύχθηκε συνασπισμός χριστιανικών δυνάμεων που το 1344 με κοινή στρατιωτική επιχείρηση κατέλαβαν τη Σμύρνη. Διαπραγματευθεί με τον πάπα Κλήμη ΣΤ' διεξήγαγε ο Ιωάννης Καντακουζηνός με τον παπικό απεσταλμένο στην Κωνσταντινούπολη Βαρθολομαίο (1347) και με πρεσβεία που έστειλε στην Αβινιόν το 1348. Σημαντικότατο υπήρξε το χρυσόβουλλο του Ιωάννη Ε' του έτους 1355 με το οποίο υποσχόταν υπακοήν και σέβας προς τον πάπα Ιννοκέντιο ΣΤ' και τους διαδόχους του (η μεταστροφή του στον παπισμό συντελέστηκε το 1369), λήψη μέτρων για την επίτευξη της ένωσης των Εκκλησιών και τον εκλατινισμό της άρχουσας τάξης, με αντάλλαγμα αποστολή στρατιωτικής ενίσχυσης και πλοίων για να αντιμετωπίσει τους Τούρκουs και τους εσωτερικούs αντιπάλουs του.             
           Δραματικότερη τροπή παίρνουν τα πράγματα, όταν οι ίδιοι οι αυτοκράτορές περιοδεύουν στις ευρωπαϊκές χώρες ως αυτοχειροτόνητοι πρέσβεις για να επιτύχουν τη συμμαχία και να εξασφαλίσουν τη βοήθεια των Δυτικών. Πρώτος ο Ιωάννης Ε' επιχείρησε το 1366 ένα δύσκολο και περιπετειώδες ταξίδι στην Ουγγαρία, όπου συζήτησε με τον βασιλιά Λουδοβίκο το ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών και της αποστολής στρατιωτικής βοήθειας στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς πρακτικά αποτελέσματα. Βέβαια, την ίδια χρονιά ο κόμης της Σαβοΐας Αμεδαίos ΣΤ' ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας της σταυροφορίας έσπευσε να βοηθήσει την αυτοκρατορία και κατόρθωσε να απελευθερώσει την Καλλίπολη από τους Τούρκους και στη συνέχεια τη Μεσημβρία και τη Σωζόπολη από τους Βουλγάρους. Με την προτροπή του ο Ιωάνvns Ε' επιχείρησε το 1369 δεύτερο ταξίδι με προορισμό τη Ρώμη. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ασπάστηκε το δόγμα της λατινικής Εκκλησίας και αναγνώρισε το πρωτείο του πάπα. Η πράξη αυτή της πνευματικής υποτέλειας του αυτοκράτορα προς τον πάπα, που υπαγορευόταν από την ανάγκη, δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Στη Ρώμη ο Ιωάννης συνομολόγησε με τους Βενετούς συνθήκη (1370), ενώ επιστρέφοντας κρατήθηκε αρκετό καιρό στη Βενετία για οφειλές. Το γεγονός αυτό φανέρωνε μια άλλη πλευρά της μείωσα του αυτοκρατορικού γοήτρου. Αντίθετα με την πολιτική της υποτέλειας προς τη Δύση, η βυζαντινή Εκκλησία καλλιεργούσε την ιδέα της συνεργασίας και της αντίσταση των ορθόδοξων λαών της Βαλκανικής. Οι προσπάθειες του πατριαρχείου είχαν ως αποτέλεσμα την κινητοποίηση Σέρβων και Βουλγάρων.
 


              Ωστόσο, η ήττα των χριστιανικών δυνάμεων στη μάχη του Έβρου (1371) επέτρεψε στους Οθωμανούς να καταλάβουν σερβικά και βουλγαρικά εδάφη και να προωθηθούν στη δυτική Μακεδονία και στην Ιλλυρία, ενώ μετά την ήττα των συνασπισμένων χριστιανικών δυνάμεων στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) οι Οθωμανοί υπέταξαν τη Σερβία και στη συνέχεια ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Βουλγαρίας. Από το 1372 η αυτοκρατορία, διασπασμένη εδαφικά και ανίσχυρη, είναι υποτελής στον σουλτάνο και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορές (Ιωάννης Ε', Μανουήλ Β' και Ιωάννης Ζ') υποχρεώνονται να συνεκστρατεύουν μαζί του. Εξάλλου, με τις κατακτήσεις των Τούρκων στην Ασία και στην Ευρώπη η ίδια η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.
          Το 1374 βυζαντινή πρεσβεία που στάλθηκε στον πάπα διευκρίνιζε ότι η κατά τους δυτικούς «ανίερη συμμαχία» των Βυζαντινών με τους Οθωμανούς ήταν απλή ανακωχή και τον επόμενο χρόνο άλλος απεσταλμένος ενημέρωνε τον πάπα για τον κίνδυνο που διέτρεχε η αυτοκρατορία και για την ανάγκη βοήθειας. Για άλλη μία φορά οι Δυτικοί επιχειρούν να οργανώσουν αντιτουρκική σταυροφορία με επικεφαλής τον βασιλιά της Ουγγαρίας Σιγισμούνδο. Στη στρατιωτική αυτή επιχείρηση συμμετείχαν αξιόλογες γαλλικές δυνάμεις, ενώ οι Βενετοί συμφώνησαν να διαθέσουν πλοία. Η εκστρατεία κατέληξε στη μάχη της Νικόπολη (Σεπτέμβριος, 1396), όπου οι χριστιανικές δυνάμεις συντρίφτηκαν.
            Στην αποκλεισμένη Κωνσταντινούπολη η κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη. Η ένδεια και η πείνα είχαν αποδεκατίσει τον πληθυσμό που εγκατέλειπε τις εστίες του. Και ενώ ο Βαγιαζήτ ζήτησε να του παραδοθεί η Πόλη, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β' στράφηκε προς τη Δύση. Το φθινόπωρο του 1399 ο στρατάρχης Boucicaut με μικρή δύναμη ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε για ένα διάστημα να οργανώσει την άμυνα της πόλης. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους ο Μανουήλ επιχείρησε μεγάλης διάρκειας διπλωματικό ταξίδι στις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Με εξαιρετικές τιμές έγινε δεκτός στο Παρίσι από τον βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο ΣΤ' και στο Λονδίνο από τον βασιλιά της Αγγλίας Κάρολο Δ'. Από το Παρίσι είχε επίσης επικοινωνήσει με τους ηγεμόνες της Ισπανίας. Αντικείμενο των επαφών του Μανουήλ ήταν η οργάνωση νέας σταυροφορίας κατά των Τούρκων και οι υποσχέσεις που έλαβε τον γέμισαν με αισιοδοξία. Ενώ βρισκόταν ακόμη στη Δύση ο Μανουήλ πληροφορήθηκε την ήττα των Οθωμανών από τους Μογγόλους στη μάχη της Άγκυρας (1402). Επειτα από μακρόχρονη απουσία ο αυτοκράτορας επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1403.
 



               Τη διάσπαση του οθωμανικού κράτους ακολούθησε περίοδος εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στους γιούς του Βαγιαζήτ. Οι δύο σπουδαιότεροι, ο Σουλεϊμάν και ο Μωάμεθ Α' που πέτυχε την ενοποίηση του τουρκικού κράτους, καλλιέργησαν φιλικές σχέσεις με τους Βυζαντινούς. Η κατάσταση άλλαξε με την ανάληψη της αρχής από τον Μουράτ Β' που το 1422 πολιόρκησε χωρίς επιτυχία την Κωνσταντινούπολη. Το επόμενο έτος ο τότε συναυτοκράτορας Ιωάννης Η' επιχείρησε διπλωματικό ταξίδι στην Ιταλία και στην Ουγγαρία. Ακολούθησε η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων από τους Τούρκους (1430).
              Ο Ιωάννης Η' αποφάσισε να στραφεί και πάλι προς τους Δυτικούς επιδιώκοντας την πρόκληση νέας σταυροφορίας. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχη με μεγάλη ακολουθία μεταβαίνουν στην Ιταλία και μετέχουν στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), όπου κηρύχτηκε η ένωση των Εκκλησιών με την ουσιαστική υποταγή της ανατολικής Εκκλησίας. Η σταυροφορία που ακολούθησε με την παρακίνηση του διοικητή της Τρανσυλβανίας Ιωάννη Ουνυάδη και τη σύμπραξη Πολωνών, Ούγγρων, Βενετών και Βλάχων κατέληξε σε οδυνηρή ήττα στη μάχη της Βάρνας (1444), όπου σκοτώθηκε ο Ούγγρος βασιλιάς Λαδίσλαος Γ'.
             Στην τελική φάση της βυζαντινής αγωνίας, ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος απευθύνεται και πάλι στη Δύση ζητώντας βοήθεια. Αλλά ούτε οι εκκλήσεις του προς τον πάπα, τη Βενετία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία ή τη Γαλλία είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα, ούτε η διακήρυξη της ένωσης των Εκκλησιών στην Αγία Σοφία (12 Δεκεμβρίου 1452) από τον αυτοκράτορα συντέλεσε στη σωτηρία της Πόλης. Η συνδρομή των Δυτικών ήταν μηδαμινή και δεν οφειλόταν σε πρωτοβουλίες ηγεμόνων. Στις εκκλήσεις του Βυζαντίου η Δύση είχε ανταποκριθεί με υποσχέσεις, αλλά ελάχιστες ήταν οι δυναμικές ενεργείες. Η ίδια ήταν αρκετά ασφαλής και ο τουρκικός κίνδυνος ήταν ακόμη μακρινός, ενώ η ιδέα της σταυροφορίας είχε αρχίσει να παρακμάζει. Μόνο λίγοι ιδεολόγοι ήταν πρόθυμοι να δράσουν. Εξάλλου, η Δύση, πολιτικά και οικονομικά ισχυρή, δεν είχε εγκαταλείψει τις επικυριαρχικές τάσεις της.
          Η πολιτική ηγεσία του Βυζαντίου, αιχμάλωτη των περιστάσεων, είναι πρόθυμη να υποταγεί στη Δύση για να εξασφαλίσει τη σωτηρία της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι πληγές από την πρώτη άλωση δεν είχαν επουλωθεί. Η μνήμη της καταστροφής παράλληλα με την αξίωση της ιδεολογικής υποταγής προκαλούσαν εσωτερικές αντιδράσει και καθιστούσαν αδύνατη μια ουσιαστική προσέγγιση. Η Δύση δεν είχε εξιλεωθεί για το κρίμα που είχε διαπράξει το 1204 και η αίτηση για συγγνώμη θα καθυστερούσε ακόμη πεντέμισι αιώνες.

Ν. Γ. ΜΟΣΧΟΝΑΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΜΑΙΟΥ 2000


Βυζαντινή Άρτα -- ναός Αγίας Θεοδώρας

    
 
 
 
         


           Ο ναός της πολιούχου της Άρτας και ένας πυλώνας είναι τα μόνα σωσμένα τμήματα μονής που ιδρύθηκε το 13ο αιώνα από τη βασίλισσα του Δεσποτάτου Θεοδώρα προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι. Μετά το θάνατο του συζύγου της η Θεοδώρα εμόνασε στη μονή,τάφηκε εκεί και ο ναός τιμάται στο όνομά της.
 
         Ο ναός αυτός αποτελεί την πιο "ζωντανή" σύνδεση της σημερινής με τη βυζαντινή Άρτα, αφού εκτός από το κτίσμα έχουμε και την "παρουσία" της ίδιας της βασίλισσας του Δεσποτάτου, της πολιούχου Αγίας Θεοδώρας. Έτσι η σημασία του μνημείου αποκτά για τον Αρτινό και μια άλλη ξεχωριστή διάσταση, τη συναισθηματική, αυτή που δίνει μιλιά στα άψυχα και δημιουργώντας μια εσωτερική επικοινωνία, ένα είδος μυστικής σχέσης ανάμεσα σε δημιουργούς και δημιουργήματα, δένει τους ανθρώπους με τα σύμβολά τους.
 
           Βρίσκεται  συνοικία της παλιάς κάτω πόλης, στο κέντρο της άλλοτε πρωτεύουσας του Δεσποτάτου. Ο ναός, ο πυλώνας, το πηγάδι και το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης, είναι ό,τι απόμεινε απ' το κτιριακό συγκρότημα παλαιάς μονής που αρχικά ιδρύθηκε προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και λειτούργησε για πολλούς αιώνες ως γυναικείο μοναστήρι.
           Η μελέτη του μνημείου απέδειξε ότι ο σημερινός ποικιλόμορφος ναός κτίσθηκε σε τρεις περιόδους: Ο αρχικός ναός κατασκευάσθηκε πιθανόν τον 11ο ή 12ο αιώνα στον τύπο τρίκλητης ξυλόστεγης Βασιλικής, σχήμα που διατήρησε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι σήμερα.
            Αργότερα -γύρω στο 1270 - η βασίλισσα της Άρτας Θεοδώρα ακολουθώντας το παράδειγμα του συζύγου της Δεσπότη Μιχαήλ Β' -ο οποίος σε ένδειξη μετάνοιας για την κακή διαγωγή του απέναντί της ίδρυσε τρεις μονές -ανακαίνισε το ναό προσθέτοντας το νάρθηκα και τα δύο αετώματα του κυρίως ναού, ακόμη δε αργότερα (τέλος του 13ου ή αρχές του 14ου αιώνα) προστέθηκε ο ανοικτός κιονοστήρικτος εξωνάρθηκας -του οποίου σώζεται μόνο η ΝΔ γωνία- καθώς και οι δυο πεσσοστήρικτοι παρανάρθηκες (ο βόρειος δε σώζεται), οπότε το μνημείο πήρε τη σημερινή του μορφή.
            Η βασίλισσα Θεοδώρα  μετά το θάνατο του συζύγου της Μιχαήλ, εμόνασε στη μονή μέχρι την κοίμησή της (1281), ενταφιάστηκε εκεί, και μετά την επίσημη ανακήρυξή της ως Αγίας, ο ναός τιμάται πλέον στο όνομά της.
 
                                                Ο πυλώνας και το εξωτερικό του ναού.
 
          Ο Πυλώνας -που οι ντόπιοι τον ονομάζουν Δόξα- είναι ό,τι απόμεινε απ' τον περίβολο της παλιάς μονής. Πρόκειται για μεγάλη τοξωτή πύλη -αψίδα- της οποίας το πάνω αετωματοειδές τμήμα είναι εξ ολοκλήρου πλίνθινο και φέρει διακόσμηση. Στο πίσω μέρος της πύλης, δηλαδή προς το προαύλιο του ναού, υπήρχε θολωτό τμήμα (διαβατικό) του οποίου κατέπεσε η καμάρα, αλλά σώζονται υπολείμματα του ενός τοίχου του.
          Ο ναός περιλαμβάνει τρία μέρη: τον κυρίως ναό (δηλαδή την τρίκλητη ξυλόστεγη βασιλική που αποτελούσε και τον αρχικό πυρήνα του ναού) το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα. Ο κυρίως ναός σχηματίζει με τα παράθυρα του μεσαίου κλίτους του ένα είδος υπερυψωμένου φωταγωγού ο οποίος καταλήγει σε δικλινή στέγη. Οι τοίχοι της ανατολικής και δυτικής πλευράς του κυρίως ναού καταλήγουν σε οξυκόρυφα αετώματα εξ ολοκλήρου πλίνθινα, τα οποία εξέχουν λίγο από το ύψος της στέγης για ποικιλία και έμφαση.
           Ο θολωτός νάρθηκας -αναμφισβήτητα έργο της Αγίας Θεοδώρας- ξεχωρίζει απ' τον κυρίως ναό τόσο με την ποικιλόμορφη στέγη του όσο και με την πλίνθινη διακόσμηση που φέρει η δυτική και βόρεια πλευρά του. Το νάρθηκα καλύπτουν δύο εσωτερικοί κυλινδρικοί θόλοι και ένας τρούλλος, των οποίων οι καταλήξεις στη δυτική πλευρά εμφανίζονται ως τριγωνικά αετώματα.

            Η τοιχοποιία και των τριών μερών του ναού είναι σχετικά επιμελημένη με οριζόντιες στρώσεις κανονικών λίθων κατά το πλινθοπερίβλητο σύστημα. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος του κυρίως ναού δεν είναι πλούσιος και περιορίζεται στο χώρο των παραθύρων, όπου συναντούμε απλά ή διπλά πλίνθινα τόξα-πλαίσια, οδοντωτές ταινίες και τυφλά πτερύγια στο ανατολικό και δυτικό αέτωμα. Σε αντίθεση με τον κυρίως ναό, ο νάρθηκας παρουσιάζει πλίνθινη διακόσμηση εντυπωσιακή, τόσο για την ποσότητα, όσο -και κυρίως- για την ποικιλία των σχημάτων. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η εξωτερική ομορφιά του μνημείου βρίσκεται όχι τόσο στη διακόσμησή του αλλά κυρίως στην αρχιτεκτονική του ποικιλομορφία και τη χάρη που του δίνει το αρμονικό "δέσιμο" των τριών ανόμοιων μερών του.
          Εικάζεται ότι και το πηγάδι στην αυλή του ναού είναι έργο του 13ου αιώνα, όπως επίσης και το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος -λίγα μέτρα ανατολικά του μνημείου- για το οποίο όμως γίνεται εκτενής λόγος στα μεταβυζαντινά μνημεία, επειδή το σωζόμενο σήμερα κτίσμα στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μεταβυζαντινή κατασκευή.
 
 
 

                                                              
                                                                     Το εσωτερικό του ναού.
 
           Εσωτερικά ο ναός διατηρεί μεγάλο μέρος απ' την παλιά γλυπτή και γραπτή του διακόσμηση. Τα κορινθιάζοντα κιονόκρανα που φέρουν οι κολώνες των κλιτών είναι του 6ου αιώνα και πάρθηκαν από υστερορωμαϊκό κτίριο, πιθανότατα της αρχαίας Νικόπολης.  αυτό το αποδεικνύουν, τόσο η δυσαναλογία τους προς τους λεπτούς κορμούς των κιόνων, όσο και οι έξεργες ανάγλυφες παραστάσεις λαϊκών (δηλαδή χωρίς φωτοστέφανο) στα δύο κιονόκρανα της βόρειας κιονοστοιχίας. Απ' το αρχικό μαρμάρινο τέμπλο σώθηκαν μόνο δύο κομμάτια τα οποία είναι σήμερα εντειχισμένα όρθια στη θύρα της Πρόθεσης του νεότερου τέμπλου. Σε σχετικά καλή κατάσταση σώζεται το μαρμάρινο δάπεδο, του οποίου τα πιο αξιόλογα τμήματα είναι ένα ομφάλιο στο κεντρικό κλίτος και η βάση της παλιάς Αγίας Τράπεζας στην κόγχη του ιερού.
             Γραπτός διάκοσμος υπάρχει και στα τρία μέρη του ναού -εκτός από μερικές επιφάνειες που έχουν επιχρισθεί- αλλά δε διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, αφού ο ναός για αιώνες λειτουργούσε και εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενοριακός. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη επιγραφών, καθιστά δύσκολη τη μελέτη αλλά και τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών. Απ' τη μέχρι τώρα έρευνα έχουν βρεθεί δυο τοιχογραφικές στρώσεις στο Ιερό και στο μεσαίο κλίτος του κυρίως ναού, και άλλες δυο στο νάρθηκα οι οποίες όμως δε συμπίπτουν χρονικά, αλλά -κατά το Δ. Γιαννούλη- έγιναν σε τέσσερις φάσεις εικονογράφησης  13ου  αιώνα, αρχές 14ου αιώνα, 17ο και 18ος αιώνας
           Απ' τα κειμήλια του ναού ενδιαφέρον παρουσιάζει μια φορητή εικόνα κρητικής σχολής του Χριστού ένθρονου με χρονολογία 1653, ένα ευαγγέλιο που φέρει κάλυμμα με θαυμάσια αργυρόχρυση διακόσμηση -έργο του Καλαρρυτιώτη αργυροχρυσοχόου του Αλή πασά Αθανασίου Τσιμούρη, του οποίου παρόμοιο έργο υπάρχει στους Καλαρρύτες και χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα- δύο ασημένιες με ωραιότατη ανάγλυφη διακόσμηση λάρνακες που περιέχουν τα λείψανα της Αγίας Θεοδώρας (η μικρότερη του 18ου και η μεγάλη του 19ου αιώνα), και φυσικά η μεγάλη αργυροεπένδυτη εικόνα της Αγίας, της οποίας δε γνωρίζουμε ούτε το ζωγράφο ούτε το χρόνο που φιλοτεχνήθηκε -εικάζεται ότι είναι έργο του τέλους του 17ου ή των αρχών του 18ου αιώνα - ενώ η άριστης τέχνης ασημένια επένδυση είναι έργο του Αρτινού αργυροχρυσοχόου Κ. Ζάγκλη (1889).
 

 
 
                                                         Ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας.
           Αριστερά της νότιας εισόδου του Ομώνυμου ναού βρίσκεται ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας, ο οποίος αποτελείται από δύο μέρη: το κύριο σώμα, δηλαδή τη σαρκοφάγο, και το πάνω από αυτή κιονοστήρικτο επιστύλιο. Ο τάφος διατηρεί την παλιά του θέση όχι όμως και την αρχική του μορφή.  μετασκευάστηκε το 1873 όταν τελέσθηκε η ανακομιδή των λειψάνων της Αγίας, οπότε ο τάφος πήρε τη σημερινή του όψη.
           Η  μνήμη  της πολιούχου της Άρτας, η Αγία Θεοδώρα, τιμάται με  λιτανεία και  λαμπρότητα στις 11 Μαρτίου.
            Κλείνοντας την περιγραφή του μνημείου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ναός της Αγίας Θεοδώρας αποτελεί ένα απ' τα αξιολογότερα δείγματα της Βυζαντινής τέχνης, ή καλύτερα, αποτελεί άλλη μια έκφραση της αισθητικής αντίληψης στο χώρο της τέχνης, κατά τη δημιουργική περίοδο του Δεσποτάτου της Ηπείρου
 
 
 Το κείμενο είναι  από το βιβλίο του Κων/νου Θ. Γιαννέλου «Τα Βυζαντινά Μνημεία της Άρτας»)


Πόντος: Ανοίγει η Μονή της Παναγίας στο αρχαίο Μαυρόκαστρο της Κερασούντας



          Το δεύτερο μεγαλύτερο μοναστήρι στο Πόντο είναι αυτό της Παναγίας που βρίσκεται στην περιοχής της αρχαίας Κολώνειας στην επαρχία της Κερασούντας (Giresun).



           Η αποκατάσταση της Μονής άρχισε – όπως αναφέρει με το τούρκικο δημοσίευμα- το 2006 και σύμφωνα με τον υπεύθυνο του τοπικού γραφείου του Πολιτισμού και Τουρισμού, Hüseyin Günaydın, έχουν φθάσει στο τέλος και σύντομα θα είναι επισκέψιμο.

           Η Μονή που δημιουργήθηκε κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. λειτουργούσε συνεχώς μέχρι πριν από δύο αιώνες, όπου απαγορεύθηκε η λειτουργία του από τους Οθωμανούς.

         Σύμφωνα με τον υπεύθυνο των έργων, Hulisi Güleç, η μονή η οποία είναι κτισμένη στο κούφωμα ενός βράχου, πως και η Μονή της Παναγίας Σουμελά, παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον.



         Ο βράχος και η περιοχή ονομάζεται Καραχισάρ - Kara Hisar, είναι απευθείας απόδοση της ελληνικής ονομασίας, Μαυρόκαστρο, που ανήκε στην επαρχία της Κολώνειας.

          Σύμφωνα με το τούρκικο δημοσίευμα, έγιναν αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της παλαιάς μονής και αναδείχθηκαν παλαιά τοιχώματα και τοιχογραφίες και αποκαταστάθηκαν τόσο ο χώρος των κελιών, όσο και της ενδιαίτησης, των αρχαίων εστιατορίων και του λατρευτικού χώρου.

         Η αποκατάσταση του αρχαίου Μοναστηριού έγινε κατόπιν συνεννόησης με το Φανάρι, καθώς ειδικοί των βυζαντινών μνημείων, επισκέφθηκαν τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, προκειμένου να καθοδηγηθούν για την διαδικασία της αποκατάστασης της αρχαίας Μονής.

          Σύμφωνα με τον Hulisi Güleç στη Μονή της Παναγίας της αρχαίας Κολώνειας βρέθηκε επιγραφή του 9ου αιώνα που γράφει ότι η πόλη που βρίσκεται η μονή ονομάζεται ‘Κολώνεια’.

         Οι Τούρκοι που την κατέλαβαν τον 14ο αιώνα, την ονόμαζαν ‘Koğoniya’.


         Ωστόσο τον 11ο αιώνα η πόλη διατηρεί το όνομα Κολώνεια αλλά το φρούριο πάνω από την πόλη ονομάζεται ‘Μαυρόκαστρο’, και τον 14ο αιώνα πήρε την ονομασία στην τουρκική μετάφραση Καρά Χισάρ- Μαύρο Κάστρο.

        Το 1924 ο Μουσταφά Κεμάλ επισκέφθηκε την πόλη και πρότεινε να ονομάζεται η πόλη «Şebin Karahisar», όπως την ονομάζουν σήμερα οι Τούρκοι.