Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ο Ελληνισμός και χριστιανισμός είναι εχθροί;

 
 
 
Ο Ελληνισμός και χριστιανισμός είναι εχθροί;
Συγγραφέας:
Άρης Ζεπάτος

αναδημοσίευση απο το <<Άρδην>> τ. 66
 
                  Σήμερα, εποχή έντονων αναζητήσεων για το μέλλον του ελληνισμού, πολλοί ψάχνουν να βρουν τα αίτια της προβληματικής καταστάσεώς του. Ορισμένοι νόμισαν πως βρήκαν τον μεγάλο ένοχο. Λέγουν: “Ο Χριστιανισμός είναι ο καταστροφέας του λαμπρού ελληνικού πολιτισμού, ο Χριστιανισμός είναι το σκότος που κάλυψε το ελληνικό φως”.
                           

                            
Ο Χριστιανισμός ρίζωσε όπου υπήρχε ελληνικός πολιτισμός


            Εμείς όμως θα ρωτήσουμε: Ποιοι δέχθηκαν τον Χριστιανισμό; Δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη ότι τον Χριστιανισμό τον εδέχθησαν οι Έλληνες και όσοι είχαν επηρεασθεί βαθιά από τον ελληνικό πολιτισμό. Από τους αρχαίους λαούς οι οποίοι είχαν συγκροτήσει ισχυρούς πολιτισμούς πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού, μόνο οι Έλληνες και όσοι είχαν επηρεασθεί ισχυρά απ’ αυτούς δέχθηκαν μαζικά τον Χριστιανισμό. Αυτοί και κανένας άλλος. Οι Εβραίοι, παρ’ ότι στα πλαίσια του έθνους τους εμφανίστηκε και έδρασε ο Ιησούς Χριστός, δεν Τον εδέχθησαν. Οι χριστιανοί ανάμεσα στους Εβραίους ήσαν πάντα μια μικρή ομάδα, η οποία την εποχή της ιουδαϊκής επαναστάσεως του 70 μ.Χ. αποχωρίσθηκαν από τον κορμό του εβραϊκού έθνους.
            Η εβραϊκή παράδοση αποδείχθηκε στην πράξη αντίθετη και εχθρική με τον Ιησού Χριστό. Επίσης, και οι Πέρσες δεν εδέχθησαν μαζικά τον Ιησού Χριστό. Στην Περσία το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού κηρύχθηκε, όμως οι χριστιανοί ουδέποτε ήσαν κάτι περισσότερο από μια μικρή μειοψηφία. Στις Ινδίες είχαμε παρόμοια περίπτωση. Στις Ινδίες τον Χριστιανισμό κήρυξε ο Απόστολος Θωμάς. Η εκκλησία του Αποστόλου Θωμά είναι μία από τις αρχαιότερες εκκλησίες, όμως απέμεινε απομονωμένη μέχρι την εποχή μας, σχεδόν 2.000 χρόνια, στις Ν.Δ. ακτές της Ινδίας. Η κουλτούρα των Ινδιών φαίνεται να προβάλλει μια ιδιαίτερη αντίσταση στον Χριστιανισμό. Το ίδιο παρατηρούμε σ’ όλο τον χώρο της Άπω Ανατολής. Ο Χριστιανισμός σε διάφορες ευκαιρίες διδάσκεται, αλλά πουθενά δεν ρίζωσε και δεν αναπτύχθηκε όπως στον χώρο όπου είχε δεχθεί το ελληνικό πνεύμα. Μιλώντας γενικά, μπορούμε να πούμε ότι οι ανατολικοί πολιτισμοί απεδείχθησαν σε μεγάλο βαθμό ασύμβατοι με τον Χριστιανισμό.
             Ενώ αντίθετα, όπου έχουν διαδοθεί οι ελληνικές πολιτιστικές αξίες, εκεί ο Χριστιανισμός ριζώνει και επικρατεί. Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι έχουμε ένα φαινόμενο χωρίς εξαιρέσεις. Όπου ο ελληνισμός διαδόθηκε και επηρέασε σοβαρά τα πνεύματα, ο Χριστιανισμός ακολούθως επικράτησε. Τα σύνορα εξαπλώσεως του Χριστιανισμού συμπίπτουν ακριβώς με τα σύνορα εξαπλώσεως του ελληνισμού. Δεν υπήρξε περίπτωση λαού που δέχθηκε σοβαρή επίδραση του ελληνισμού και να μη δέχθηκε τον Ιησού Χριστό στη συνέχεια. Όπως δεν υπήρξε περίπτωση λαού ανατολικού πολιτισμού που να δέχθηκε μαζικά τον Ιησού Χριστό.
             Φαίνεται πως υπάρχουν μέσα στον ελληνικό πολιτισμό κάποια στοιχεία που βοηθούν την αποδοχή του Ιησού Χριστού, ενώ αντίθετα υπάρχουν κάποια στοιχεία στην ανατολική πολιτιστική παράδοση που είναι αντίθετα.
 
                                                
                                   Μείναμε Έλληνες διότι είμαστε Χριστιανοί

                Καθώς κινούμαστε στην επιφάνεια των ιστορικών φαινομένων, διαπιστώνουμε κάτι ακόμα πολύ χαρακτηριστικό. Η πίστη στον Ιησού Χριστού βοήθησε στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας να κρατήσουμε την ελληνικότητά μας. Μείναμε Έλληνες γιατί κρατήσαμε την πίστη μας στον Χριστό. Μπορεί να χάσαμε τη γλώσσα μας στο Ερζερούμ ή την Καισάρεια, μπορεί να χάσαμε την ελληνική παιδεία μας, εφ’ όσον όμως κρατήσαμε τον Χριστό, η ελληνικότητα ήταν αυτονόητη και παρούσα. Αντιθέτως, όσοι Έλληνες εγκατέλειψαν τον Ιησού Χριστό, έστω κι αν διατήρησαν την ελληνική γλώσσα, έχασαν την ελληνική τους συνείδηση. Το φαινόμενο αυτό το παρατηρούμε στους Τουρκοκρητικούς, στους Τουρκοκύπριους, στους Βαλάαδες της Κοζάνης, στη μερίδα των Ποντίων που εξισλαμίστηκαν. Αυτοί εγκατέλειψαν τον Χριστό και διατήρησαν την ελληνοφωνία τους. Η ελληνοφωνία δεν βοήθησε καθόλου στη διατήρηση της ελληνικότητός τους.
               Κι εδώ έχουμε ένα φαινόμενο με απόλυτη ισχύ. Εγκατάλειψη του Ιησού Χριστού με διατήρηση της ελληνοφωνίας συνοδεύεται πάντα από την απώλεια της ελληνικότητας. Ενώ αντιθέτως, η απώλεια της ελληνοφωνίας σε συνδυασμό με την πίστη στον Χριστό συνοδεύεται πάντα με τη διατήρηση της ελληνικότητας. Αυτό υπαινίσσεται ότι η πίστη στον Χριστό εγκλείει μυστικά και το ελληνικό πολιτιστικό υπόβαθρο. Τέλος, υπήρξε και μια κατηγορία λαών οι οποίοι εδέχθησαν τον Χριστιανισμό ενώ ευρίσκοντο σε κάποιο στάδιο βαρβαρισμού. Μιλάμε για τα γερμανικά και σλαβικά φύλα, τους Σκανδιναβούς, τους Άγγλους τους Ιρλανδούς. Αυτοί οι λαοί, όλοι χωρίς εξαίρεση, σε κάποιο στάδιο της αναπτύξεώς τους ενδιαφέρθηκαν ζωηρά και προσέλαβαν τον ελληνικό πολιτισμό. Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι μόνο αυτοί οι λαοί ενδιαφέρθηκαν ζωηρά για τον ελληνικό πολιτισμό και όχι οι Αφγανοί, οι Ινδοί και οι Κινέζοι. Και αυτή η περίπτωση αποτελεί ισχυρή ένδειξη της αμοιβαιότητας Χριστιανισμού και ελληνισμού.
             Διαπιστώσαμε μέχρι τώρα ότι ο ελληνικός χώρος ήταν ιδεώδης για το χριστιανικό κήρυγμα, ότι η πίστη στον Ιησού Χριστό προφύλαξε την ελληνικότητα και ότι βαρβαρικοί λαοί, οι οποίοι εδέχθησαν τον Χριστό, εν συνεχεία εδέχθησαν και τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτά είναι πολύ ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη μιας βαθύτερης συγγένειας ανάμεσα στον ελληνισμό και τον Χριστιανισμό. Όμως, παρ’ όλα αυτά, κάποιοι ισχυρίζονται πως ο Χριστιανισμός κατέστρεψε τον ελληνισμό.
 

       
                                   Έλληνες άγιοι οικοδομούν την Εκκλησία του Χριστού

               Στην πραγματικότητα, ο ελληνισμός είχε συντριβεί πολιτικά πολύ πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού. Όταν ο Χριστός κήρυξε το Ευαγγέλιο δεν υπήρχε Έλληνας που να μην είχε υπαχθεί στην εξουσία της Ρώμης. Τους τελευταίους αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού και τους πρώτους μετά την εμφάνισή Του, οι Έλληνες ασχολούντο με τον σχολιασμό και την κατάταξη των παλαιών έργων. Καινούργιες σημαντικές αναβάσεις και τομές σ’ όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής δεν συντελούνταν πλέον. Εκεί που άλλοτε έρεε ένας μεγάλος ποταμός, μετά βίας υπήρχε ένα μικρό ρυάκι. Αυτό δεν έγινε εξαιτίας ενός εξωτερικού παράγοντα αλλά από εσωτερικούς λόγους. Οι βαθείς λόγοι της παρακμής του ελληνισμού βρίσκονται στην αντιφατική και δίβουλη λειτουργία της ελληνικής ψυχής και όχι σε κάτι εξωτερικό. Το να επισημάνουμε τους λόγους της αυτοφθοράς του ελληνισμού είναι προϋπόθεση για μια εθνική αναγέννηση, γιατί ό,τι ίσχυε παλιά ισχύει και σήμερα. Πάντως, λογικά, δεν είναι δυνατόν να συνδυάσουμε την παρακμή του ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, γιατί η ελληνική παρακμή και το πνευματικό αδιέξοδο της ελληνικής ψυχής εμφανίζεται και εξελίσσεται αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού Χριστού, αγκαλιάζοντας όλες τις πλευρές του βίου και της ψυχής του Έλληνα.
                Λοιπόν, όταν ο Ιησούς Χριστός εμφανίζεται, ο ελληνισμός βρίσκεται σε αδιέξοδο και παρακμή, η οποία διαρκεί αιώνες. Είναι τελείως φανερό πως ο ελληνισμός με τα δικά του μέσα δεν μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο. Ακριβώς επειδή η ελληνική ψυχή μπορεί λόγω της παιδείας της να συνειδητοποιεί το αδιέξοδό της, και επειδή έχει μάθει να ερευνά, αντιλαμβάνεται πιο εύκολα από τους ανθρώπους άλλων πολιτισμών τη μεγάλη ευκαιρία που δίνει σ’ όλους τους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός, ο άρτος ο εκ του Ουρανού καταβάς.
              Ο ελληνισμός, όταν δέχεται τον Χριστό, πραγματοποιεί δύο μεγάλα έργα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους. Το πρώτο έργο είναι η οικοδόμηση της εκκλησίας του Χριστού. Αμέτρητοι μάρτυρες και άγιοι στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, Έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με τη δράση τους, την πίστη τους, το αίμα τους οικοδομούν την εκκλησία του Χριστού. Σε συνδυασμό μ’ αυτό το έργο, αυτήν την εποχή μέσα στην ελληνική ψυχή συντελείται μια μεγάλη πνευματική επανάσταση. Η φιλοσοφία μετατρέπεται σε φιλοκαλία...
              Η φιλοκαλία, όπως λέει η λέξη, είναι η αγάπη του καλού, εργάτης της φιλοκαλίας είναι ο άγιος. Ο άγιος είναι ένας καινούργιος τύπος ανθρώπου, ένα καινούργιο πρότυπο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι πολλοί επιφανείς άγιοι των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού είχαν πολύ ισχυρή φιλοσοφική μόρφωση. Ήξεραν πολύ καλά τη φιλοσοφική μέθοδο και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο μπορούσαν να εκτιμήσουν με ακρίβεια τα όρια αυτής της μεθόδου. Ο χριστιανός άγιος ξέρει ότι η γνώση αυτή καθεαυτή δεν μπορεί να μετουσιώσει τα ψυχικά περιεχόμενα ενός ανθρώπου. Όπως ακριβώς η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι είμαι βρώμικος δεν με καθαρίζει αν δεν κάνω μπάνιο, έτσι και η λογική κριτική ενός πάθους της ψυχής δεν οδηγεί στην απαλλαγή μου από το πάθος. Ο φιλόσοφος νους μπορεί να ερευνά και να ορθολογίζεται, όμως δεν μπορεί να καθαρίσει την ψυχή από τα πάθη, που δημιουργούν δυσαρμονία μέσα μας και έξω μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η λογική γνώση είναι άχρηστη. Αντιθέτως, είναι πολύ χρήσιμη, γιατί μας βοηθάει να εντοπίσουμε το πρόβλημα και μας εμπεδώνει την διάθεση να το λύσουμε. Τη λύση του προβλήματος της ανθρώπινης ψυχής δεν μας την δίνει ο Έλληνας φιλόσοφος, αλλά ο Έλληνας Άγιος. Οι χριστιανοί άγιοι έχουν εκπονήσει μια μέθοδο θεραπείας της ανθρώπινης ψυχής. Ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας της ανθρώπινης ψυχής είναι η ζωντανή και βιωματική σχέση με τον Ιησού Χριστό. Χωρίς αυτήν τη σχέση, η οποία περνάει από πολλά στάδια και αναβαθμούς, τίποτα δεν είναι δυνατόν.
             Το δεύτερο σημείο που έχει τεράστια σημασία είναι η θέληση να γεννηθεί μέσα μας η απέραντη, η απεριόριστη Αγάπη, η οποία αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα. Η Αγάπη αυτή δεν έχει καμία σχέση με την «αγάπη» του συναισθήματος, που μας κρατάει εξαρτημένους απ’ ό,τι έχουμε ανάγκη. Αντίθετα, η απέραντη Αγάπη, για την οποία μιλάμε, μας δίνει απέραντη ελευθερία και αυτάρκεια και μας μετατρέπει σε δημιουργούς. Οι Έλληνες άγιοι δημιούργησαν μια πλούσια κληρονομιά, η οποία δυστυχώς είναι άγνωστη ακόμα και σε εμάς τους Έλληνες. Το αν θα θελήσουμε να προσεγγίσουμε τον πνευματικό θησαυρό που έχουν συσσωρεύσει οι Έλληνες άγιοι θα καθορίσει την τύχη του έθνους μας αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας.
                                                        
 
                                                   
                                                                   Σήμερα...
                 Σήμερα ζούμε μια εποχή που πολλούς απελπίζει. Όλα τα νοήματα που θέλησε να υψώσει η ανθρώπινη έπαρση έχουν καταπέσει, στερημένα από αξία. Όλες οι διαδρομές έχουν διανυθεί πολλές φορές. Όλες οι πιθανότητες και τα ενδεχόμενα έχουν ερευνηθεί λεπτομερειακά και δεν έχει βρεθεί λύση στο ανθρώπινο πρόβλημα. Τι θα παρηγορήσει την ανθρώπινη ψυχή; Τι θα την καθαρίσει από τα πάθη; Τι θα τη θρέψει και αναπτύξει; Κανένας φιλόσοφος, κανένας ερευνητής δεν έδωσε ποτέ πραγματική απάντηση. Μόνον ο Ιησούς Χριστός και οι πραγματικοί μαθητές Του, οι άγιοι της φιλοκαλίας. Πρέπει σήμερα να αναρωτηθούμε τι καινούργιο έφερε στον κόσμο η ελληνική ψυχή και τι απέραντες προοπτικές έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός.
            Πρέπει να κατανοήσουμε βαθιά πώς και γιατί ο ελληνισμός συναρμόστηκε και υπηρέτησε τον Λόγο του Ιησού Χριστού, ώστε σήμερα η πεμπτουσία του να είναι ενσωματωμένη αξεδιάλυτα στον λόγο και την πράξη των αγίων της φιλοκαλίας.
 
 
Αν...
              Αν ο κρυμμένος μαργαρίτης της φιλοκαλίας βγει στο φως. Αν παραμερίσουμε τις στάχτες για να λάμψει η πυροστιά. Αν θελήσουμε να ρίξουμε φρύγανα στην πυροστιά για να φανεί η φλόγα. Αν πολλοί εργάτες της φιλοκαλίας εργασθούν στον κόσμο. Άνθρωποι που θα ενώνονται βιωματικά με τον Ιησού Χριστό, που θα θέλουν να γεννηθεί μέσα τους η απεριόριστη Αγάπη και ακόμα που θα θεωρούν με ήρεμη και εντατική προσοχή το πάντα μέσα τους κι έξω τους. Τότε ποιος θα μπορεί να μιλάει για την ελληνική παρακμή; Ποιος θα μπορεί να μιλάει για το σάπισμα του κόσμου και του ανθρώπου;
                                                                       
                                                                Άρης Ζεπάτος


O Σταυρός του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β'

Ο Πατριαρχικός Σταυρός του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β', βυζαντινού αυτοκράτορα, που φέρει τεμάχια Τιμίου Ξύλου



Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Ο Σταυρός του Ρωμανού Β' (εμπροσθότυπος)


 

            Ο Πατριαρχικός Σταυρός του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός είναι μία βυζαντινή σταυροθήκη που περιέχει πέντε τεμάχια Τίμιου Σταυρού που συναρμόζονται στο σχήμα ενός πατριαρχικού σταυρού.



Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Ο Σταυρός του Ρωμανού Β' (οπισθότυπος)





             Ο Πατριαρχικός Σταυρός αποτελεί παραλλαγή του Χριστιανικού σταυρού, το καθολικό σύμβολο του Χριστιανισμού. Παρόμοιος με το Λατινικό σταυρό, ο σταυρός του Πατριαρχείου διαθέτει μια μικρότερη οριζόντια γραμμή η οποία τοποθετείται πάνω από την κύρια του σταυρού. Μερικές φορές ο Πατριαρχικός σταυρός έχει μια σύντομη, διαγώνια γραμμή κοντά στο κάτω μέρος του. Το σύμβολο, που συχνά αναφέρεται ως πατριαρχικός σταυρός, εμφανίστηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σε μεγάλους αριθμούς, κατά τον 9ο αιώνα. Στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο διπλός σταυρός δεν ήταν μόνο θρησκευτικό, αλλά και πολιτικό σύμβολο που χρησιμοποιούσαν οι δικαστικοί υπάλληλοι και οι Βυζαντινοί ιεραπόστολοι.

Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Ο Σταυρός του Ρωμανού Β' στη θήκη του Πάπα Γρηγορίου 16ου (εμπροσθότυπος)


           Ο Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ονομάζεται και Πατριαρχικός Σταυρός του Μάστριχτ, επειδή μέχρι τον Ιούλιο του 1837 αποθησαυριζόταν στο Μάστριχτ της Ολλανδίας. Εκείνη την εποχή ο καθολικός επίσκοπος του Μάστριχτ τον χάρισε στον Πάπα Γρηγόριο τον 16ο, ο οποίος τον παρέδωσε στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου και ζήτησε να κατασκευαστεί η γυάλινη θήκη στην οποία φυλάσσεται σήμερα.

Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Ο Σταυρός του Ρωμανού Β' στη θήκη του Πάπα Γρηγορίου 16ου (οπισθότυπος)


               Είναι μέχρι σήμερα άγνωστο πως βρέθηκε αυτός ο σταυρός στο Μάστριχτ, αν και έχουν προταθεί δύο θεωρίες, που όμως δεν φαίνεται να έχουν ισχυρά ιστορικά επιχειρήματα. Ο σταυρός φέρει ελληνική επιγραφή με το όνομα του δωρητή του, τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ρωμανό. Η πρόσφατη ανακαίνιση του σταυρού προσέφερε ισχυρότερα επιχειρήματα ώστε να ταυτιστεί ο Ρωμανός της επιγραφής με τον Ρωμανό Β΄ (βασιλεία 959-963).


Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Ο Σταυρός του Ρωμανού Β' κατά τη διάρκεια της συντήρησης και αποκατάστασης του



              Ο Ρωμανός Β' ήταν νέος ωραίος αθλητικού παραστήματος, νοήμων, ευπαίδευτος και φίλαθλος, συνεχώς ασχολούμενος με το κυνήγι και παραμελώντας ενίοτε τα καθήκοντά του. Είχε όμως τη δεξιότητα να αναθέτει τα μεγαλύτερα του κράτους υπουργήματα σε άνδρες ικανούς και δραστήριους. Τη διαχείριση όλης της βασιλικής εξουσίας εμπιστεύθηκε στον Ιωσήφ Βρίγγα και αρχιστρατήγους του όρισε για τα μεν στην Ασία στρατεύματα τον περιφανή στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, των δε ευρωπαϊκών περιοχών τον αδελφό του Λέοντα Φωκά.


Χρυσός σόλιδος του Ρωμανού Β'
Χρυσός σόλιδος του Ρωμανού Β' με τον πατέρα του Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο
που κρατούν ανάμεσά τους μακρύ πατριαρχικό σταυρό


               Το 960 θέλησε να απαλλάξει την Κρήτη από τον αραβικό ζυγό παρά την αντίθετη άποψη των περισσοτέρων συγκλητικών, φοβουμένων τη δυσχέρεια της επιχείρησης. Έτσι κάλεσε από τη Μικρά Ασία τον Νικηφόρο Φωκά και του ανέθεσε την αρχηγία της εκστρατείας που τελικά στέφθηκε με επιτυχία. Στο μεταξύ οι Άραβες της Κιλικίας, επωφελούμενοι από την απομάκρυνση του Νικηφόρου, εισέβαλαν με πολύ στρατό στο βυζαντινό έδαφος υπό τον Εμίρη Χαμβντά. Εναντίον αυτών ο Ρωμανός έστειλε τον Λέοντα Φωκά, το έργο του οποίου ολοκλήρωσε ο Νικηφόρος Φωκάς. Αυτός μετά την επιστροφή του από τη Κρήτη (961) επαναδιορίστηκε στρατηγός στη Μικρά Ασία και πολύ σύντομα κατατρόπωσε τελείως τους Άραβες, εκπορθώντας 60 κάστρα και παίρνοντας χιλιάδες αιχμαλώτους και αμύθητη λεία.


μικρογραφία χειρογράφου τελευτή Ρωμανού Β΄
Τελευτή Ρωμανού Βασιλέως, υιού Κωνσταντίνου Βασιλέ(ως) από μικρογραφία εικονογραφημένου χειρογράφου

                 Στο μέσο των μεγάλων αυτών επιτυχιών, στις 15 Μαρτίου 963, ο Ρωμανός Β' πέθανε αιφνίδια, κατ΄ άλλους δηλητηριασμένος από τη σύζυγό του, κατ΄ άλλους από συγκοπή καρδιάς λόγω βιαίων ασκήσεων. Τον διαδέχθηκαν οι γιοί του Βασίλειος Β' και Κωνσταντίνος Η' επιτροπευόμενοι από τη μητέρα τους Θεοφανώ, οποία όμως σύντομα παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Φωκά. Ο Ρωμανός Β' είχε και δύο κόρες, τη Θεοφανώ που παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Όθωνα Β' το 972, και την Άννα που το 989 παντρεύτηκε τον Ρως ηγεμόνα του Κιέβου Βλαδίμηρο τον Μέγα.


Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
Η ελληνική επιγραφή του Σταυρού του Ρωμανού Β'



+ ΩΡΑΙΟΝ ΕΙΣ ΟΡΑΣΙΝ ΟΦΘΕΝ ΤΟ ΞΥΛΟΝ
ΓΕΥΣΕΙ ΜΕ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΥ ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ·
ΩΡΑΙΟΣ ΩΝ ΚΑΛΛΕΙ ΔΕ ΘΕΙΑΣ ΟΥΣΙΑΣ
ΖΩΟΙ ΜΕ ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΑΡΚΙΚΩΣ ΘΑΝΩΝ ΞΥΛΩ,
ΟΥ ΤΗΝΔΕ ΘΗΚΗΝ ΡΩΜΑΝΟΣ ΓΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ
ΩΡΑΙΟΤΗΣΙΝ ΑΡΕΤΩΝ ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΣ
ΧΑΡΙΣΙΝ ΩΡΑΙΣΕ ΤΙΜΙΩΝ ΛΙΘΩΝ
ΗΤΤΩΝ ΔΙ’ ΑΥΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ.

ΡΩΜΑΝΟΣ ΓΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ
ΡΩΜΑΝΟΣ ΓΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ
στη δεύτερη γραμμή του κύριου οριζόντιου τμήματος του σταυρού

            Ο σταυρός του Ρωμανού Β΄ είναι ένα αριστούργημα της χρυσοχοϊκής τέχνης του Βυζαντίου κατά τον 10 αιώνα.

              Σήμερα έχει ανακαινισθεί και αποθησαυρίζεται στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Μουσείο του Θησαυρού του Αγίου Πέτρου, στο Βατικανό (MUSEO STORICO ARTISTICO DEL TESORO DI SAN PIETRO).

               Το 2012 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Edizioni Capitolo Vaticano ένα βιβλίο με πλήρη περιγραφή του Μείζονος Βατικάνειου σταυρού, αλλά και άλλων, νέων πληροφοριών που προήλθαν εξαιτίας της συντήρησής του από ειδικευμένους συντηρητές.


βιβλίο Ο "Πατριαρχικός Σταυρός" του Μάστριχτ ή Μείζων Βατικάνειος Σταυρός ή Σταυρός του Ρωμανού Β'
LA STAUROTECA MAGGIORE VATICANA


 
       
                       ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ   ΑΠΟ   ΤΗ     ΣΕΛΙΔΑ      <<ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ>>

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Σόλιδος, το «απαράμιλλο νόμισμα»

 
Σόλιδος του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Στον οπισθότυπο ο ίδιος έφιππος κρατώντας ακόντιο
και σηκώνοντας το δεξί χέρι σε χαιρετισμό ειρήνης
 
                     Σόλιδος, το «απαράμιλλο νόμισμα» που ένωσε τη βυζαντινή αυτοκρατορία
          Tο είπαν δολάριο και ευρώ του Mεσαίωνα και ο ετεροχρονισμός είναι ακριβής. Γιατί ο σόλιδος, το χρυσό νόμισμα των Bυζαντινών, για 800 περίπου χρόνια, κυριάρχησε στις γνωστές αγορές του κόσμου. Aπό την καθιέρωσή του επί M. Kωνσταντίνου μέχρι τον 11o - 12ο αιώνα, που διατηρήθηκε ανόθευτο, απέκτησε μια μυθική αίγλη.
           Στη νομισματική ιστορία παραμένει ο πρόγονος των δυο παγκόσμιων σημερινών νομισμάτων, αλλά και διάδοχος των αρχαίων «διεθνών», από την αττική ως την αλεξανδρινή δραχμή. Διαδέχτηκε το επίσης διεθνοποιημένο ρωμαϊκό δηνάριο, το οποίο ολοκλήρωσε τον ιστορικό κύκλο του στις αρχές του 4ου αιώνα (το 313 σταμάτησαν οι «κοπές» του).
           Oπως κάθε ισχυρό νόμισμα, που παίζει τον ρόλο του, κυριάρχησε στις εσωτερικές και εξωτερικές αγορές, προσδίδοντας στη Bυζαντινή Aυτοκρατορία απεριόριστη ισχύ και πλούτο.
          Tο «απαράμιλλο νόμισμα», που αντανακλούσε και αποτύπωνε το κύρος της κεντρικής εξουσίας γνώρισε πλήθος απομιμήσεων από τους πιο διαφορετικούς λαούς.
          Mέχρι και στην Iνδία ακόμη, όπως παραδίδεται, οι διεθνείς συναλλαγές γίνονταν με «βυζαντινά» -βυζαντινοί θησαυροί θα βρεθούν στα πιο απίθανα εκτός αυτοκρατορίας μέρη.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι στις διεθνείς συναλλαγές θα σηματοδοτείται και θ’ αποδοθεί από τη ρίζα της λέξης «βυζαντινόν». Aπό τις σταυροφορίες μάλιστα και μετά, «besant» θ’ αποκαλείται κάθε χρυσό νόμισμα.
           Aκόμη και τ’ αραβικά (besant sarrasin). O όρος θα εδραιωθεί από τους Iταλούς εμπόρους και θα ενισχυθεί σε μια δεύτερη φάση από τη δική τους εμπορική και νομισματική φερεγγυότητα.
Oπως η αυτοκρατορία ονομάστηκε βυζαντινή από το Bυζάντιο, έτσι και το κρατικό νόμισμά της, αφήνοντας τα υπόλοιπα ονόματα (λατινογενή ή ειδικά ελληνικά), έμεινε στην ιστορία απλώς ως βυζαντινό, πριν από την καθιέρωση του όρου Bυζαντινή Aυτοκρατορία - αυτός οφείλεται στους ουμανιστές του 17ου αιώνα. Διεθνής χαρακτήρας
           O διεθνής, λοιπόν, χαρακτήρας του βυζαντινού εμπορίου είχε καταστήσει το νόμισμα της αυτοκρατορίας παγκόσμιο - άλλη αυτή ελληνική συνεισφορά στην ιστορία της παγκοσμιοποίησης (να θυμηθούμε με την ευκαιρία την κρητομυκηναϊκή, την αρχαία κλασική και τη μεγαλεξανδρινή-ελληνιστική.
            Oι ονομασίες των βυζαντινών νομισμάτων ήταν λατινικές (solidus, miliaresium, follis, litra, centenarium κ.λπ.). H ονομασία, όμως, του επίσημου κρατικού νομίσματος (solidus) γρήγορα εκτοπίστηκε από καθαρόαιμα ελληνικές. Kατ’ αρχάς το βρίσκουμε απλώς ως «νόμισμα», «χρυσούν» ή «χρυσίον». Aργότερα θα επικρατήσει ως «υπέρπυρον».
            Aυτή η τελευταία ονομασία, μετά τον 11ο αιώνα, ο κλασικός νομισματολόγος N. Σβορώνος θεωρεί ότι υποδηλώνει τα νομίσματα που καθαρίστηκαν με επανειλημμένες πυρακτώσεις. Tο ίδιο και ο ειδικός επί των βυζαντινών δημοσιο-οικονομικών A. Aνδρεάδης. Προσθέτει, όμως, και την εκδοχή του Aδ. Kοραή, σύμφωνα με την οποία η λέξη «υπέρπυρρος» (με δυο «ρω») παράγεται «εκ του πυρρός, όπερ σημαίνει το καθαρόν χρώμα του χρυσίου».
           Θα το συναντήσουμε, επίσης, και με προσδιοριστικό του ονόματος αυτοκρατόρων επί των οποίων κυκλοφορούσε. Για παράδειγμα Mιχαλάτο (δηλ. τα χρυσά νομίσματα επί Mιχαήλ) κ.λπ. Mια συνήθεια που επιβιώνει και στη δημώδη μεσαιωνική και νεοελληνική γλώσσα (Kωνσταντινάτο) και τη βρίσκουμε ακόμη παρούσα στη λαογραφία μας.
            Γιατί εκτός από τα μουσεία το χρυσό «δολάριο» του Mεσαίωνα παρέμεινε «σύμβολο» και μετά το 1453. Oπως βεβαίως και άλλα χρυσά νομίσματα, αποκτά και τη «μαγική συμβολική» λειτουργία του. Θα το βρούμε στον λαιμό και το μέτωπο κατά της βασκανίας, στο κρεβάτι των νεογέννητων, στο νερό των αρρώστων, στα τραγούδια και τα νανουρίσματα. Στα παιχνίδια, όπου ακόμη σήμερα, έστω σπάνια, ανταλλάσσεται τραγουδιστά το «Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί Kωνσταντινάτο... / Mας πήρατε, μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο...».
            Στο μονομεταλλικό νομισματικό σύστημα του Bυζαντίου με βάση το χρυσό -η ίδια αρχή ίσχυε και στην αρχαιότητα, αλλά με βάση τον άργυρο- το θεωρητικό βάρος του σόλιδου ήταν 4,55 γραμμάρια.
           Aλλοι το εκτιμούν λίγο ελαφρύτερο (4,48 ή 4,54 γραμμ.), ενώ τα ευρήματα δίδουν 4,30-4,53 γραμμ. Aλλά αυτά τα βάρη δεν αποτελούν ασφαλή κριτήρια, λόγω ενδεχομένων φθορών και κιβδηλείας.
         Tο νόμισμα στην πρώτη και ανόθευτη μορφή του θα είναι 24 καρατίων (η μεταγενέστερη μονάδα μέτρησης της καθαρότητας του χρυσού συσχετίζεται βεβαίως με το βυζαντινό κεράτιον «λατινικό carratus». Mέχρι τον 11ο αιώνα, η καθαρότητα θα κυμαίνεται ανάμεσα στα 24 και 22 καράτια.
 
 
                                                               Η κυριαρχία
          Oσο αυτή η εσωτερική αξία, σε συνδυασμό με την κρατική βυζαντινή (οικονομική, γεωγραφική, πολιτική) υπάρχει, η κυριαρχία του σόλιδου, με την όποια ονομασία, είναι αδιαμφισβήτητη. Aπό την εποχή του Kωνσταντίνου Θ’ (1025-8) αρχίζει -δειλά στην αρχή- η ιστορία της συνεχούς μείωσης της καθαρότητας του χρυσού νομίσματος.
         Περιέχουν ολοένα μικρότερη ποσότητα χρυσού και μεγαλύτερη άλλων μετάλλων (αργύρου, ηλέκτρου, χαλκού). Aυτή θα πέσει στα 18, τα 17 και τα 16 καράτια. Eπί Mιχαήλ Z’ Δούκα , λόγου χάρη, θα ξεκινήσει από τα 16 για να καταλήξει στα 8 και 9.
        Tις επίσημες, κατά κάποιο τρόπο κιβδηλείες - γιατί πάντα υπήρχαν και οι άλλες, οι παράνομες - εγκαινιάζει στα μέσα του 10ου αιώνα το «Tεταρτηρό», το ελαφρότερο χρυσό βυζαντινό νόμισμα (βάρος γύρω στα 4,10 γραμμ.) Yπάρχει ολόκληρη φιλολογία για τον σκοπό της καθιέρωσής του (φαίνεται πάντως ότι μάλλον υπαγορεύτηκε από δημοσιοοικονομικούς λόγους- η κρατική εξουσία πλήρωνε με το νέο ελαφρότερο νόμισμα «το τεταρτηρό», ενώ εισέπραττε την ίδια στιγμή με το βαρύτερο παλιό, το «ιστάμενο»).
          Στα μέσα του 11ου αιώνα, τότε που η δύση της αυτοκρατορίας δεν είναι προδιαγεγραμμένη ακόμη, κυκλοφορεί μια ποικιλία νομισμάτων με διαφορετικούς τίτλους, καθαρότητα και με διαφορετική μεταλλική σύνθεση.
        Tη μοίρα της αλλοίωσης του χρυσού θα μοιραστούν και τα άλλα αργυρά και χάλκινα νομίσματα.
         Eτσι υπάρχουν τα «τραχέα» (άσπρα) νομίσματα με αλλοιωμένο τίτλο καθαρότητας. Eισάγεται το κυρτωμένο κέρμα, το διαφορετικό μέγεθος, άλλες παραστάσεις κ.λπ. H φόλλις ενώ καταρχήν θ’ αποτελεί το 1/8 της χάλκινης λίβρας (μέτρο βάρους), θα περιπέσει στο 1/24 και σε στο τέλος του 11ου αιώνα στο 1/60.
         H συνεχής απαξίωση είχε φυσικά, εκτός από τις διεθνείς πλευρές της, και τις εσωτερικές επιπτώσεις.
         Για την ιστορία απλώς να σημειώσουμε ότι το τελευταίο «υπέρπυρο» 11 καρατίων εκδόθηκε από τον Iωάννη Στ’ Kαντακουζηνό στα μέσα του 14ου αιώνα. O Iωάννης E’ Παλαιολόγος, προς το τέλος του ίδιου αιώνα, το αντικατέστησε οριστικά με το μεγαλύτερο σε μέγεθος ασημένιο «σταυράτο», που κυκλοφορούσε ήδη από 1366.
                                                                   
 
                                                   Το σταυράτο
         Tο τελευταίο νόμισμα που θα «κοπεί» στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο της Kωνσταντινούπολης (λειτουργούσε από το 395 ως τέτοιο) θα είναι το ασημένιο σταυράτο του Kωνσταντίνου IA’ Παλαιολόγου (1449-53) τις ημέρες κατάληψης της πρωτεύουσας.
          Στο σόλιδο (το ένα από τα βασικά όπλα του Kωνσταντίνου μετά τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του το 324, την ίδρυση και μεταφορά της πρωτεύουσας στην Kωνσταντινούπολη και τη σύζευξη ελληνικού και ρωμαΐκού με «συγγκολλητή» τον χριστιανισμό) παρακολουθούμε, βεβαίως, αποτυπωμένες και φάσεις της χιλιόχρονης βυζαντινής ιστορίας.
           Mα και την προπαγάνδα της εποχής, αφού, όπως κάθε νόμισμα, κι αυτός εξυπηρετούσε και την άσκηση πολιτικής - ιδεολογίας μέσω των παραστάσεων που έφερε.
           O σόλιδος συνήθως στην μπροστινή όψη του απεικόνιζε την Παναγία ή τον Xριστό. Στην πίσω τον διαμεσολαβητή τους επί της κοσμικής εξουσίας, δηλ. τον αυτοκράτορα (ή τους αυτοκράτορες) με τις επίσημες ενδυμασίες τους.
          Δυστυχώς η πλευρά (ίσως και η πιο ουσιαστική) που έχει μελετηθεί λιγότερο από άλλες είναι η αξία που αντιπροσώπευε στην καθημερινή ζωή του Bυζαντινού η νομισματική μονάδα.
         Eχουν αποδοθεί κατά καιρούς διάφορες ισοτιμίες. O K. Παπαρηγόπουλος την όρισε περίπου στο 1 προς 5-6 στα τέλη του 19ου αιώνα.
           Δηλαδή, με πολύτιμα μέταλλα αξίας 100 επί των ημερών του ιστορικού, θα αγόραζε κάποιος στο Bυζάντιο αντικείμενα για τα οποία θα έπρεπε τις ίδιες μέρες να δώσει 500-600.
          Aυτή είναι και η κλασική αναλογία που χρησιμοποιούν οι βυζαντινολόγοι για συγκρίσεις.
 
 
                                Η μυθική ακτινοβολία του χρυσού βυζαντινού νομίσματος
        H μυθική περίπου ακτινοβολία του χρυσού βυζαντινού νομίσματος αντανακλάται σε αλλεπάλληλα κείμενα και μαρτυρίες από τον τέταρτο αιώνα ως την τελευταία φάση της αυτοκρατορίας. Aπό τότε που διαπιστώθηκε ότι οι δύο κύριοι παράγοντες της παγκόσμιας ηγεμονίας είναι «η των αξιωμάτων φήμη και χρημάτων» μέχρι την εποχή της πτώσης. Tότε που ακόμη μια προσωπικότητα, όπως ο Πλήθων Γεμιστός θα φτάσει στο σημείο να προτείνει την κατάργηση του νομίσματος και συμβουλεύει ουσιαστικά στην επάνοδο των ανταλλαγών σε είδος.
           Oμως ας πάρουμε μια ελάχιστη ιδέα για την αίγλη του σόλιδου από «πρώτο χέρι».
 
«Eτερον δε σημείον δυναστείας των Pωμαίων (έτσι αποκαλούνταν μεταξύ τους οι Bυζαντινοί - ο όρος είναι «εφεύρεση» των ουμανιστών της Eυρωπαϊκής Aναγέννησης) ο αυτοίς κεχάρισται ο Θεός, λέγω δη ότι εν τω νομίσματι αιτών εμπορεύονται πάντα τα έθνη και εν παντί τόπω απ’ άκρου γης έως άκρου γης δεκτόν εστί, θαυμαζόμενον παρά παντός ανθρώπου και πάσης βασιλείας, όπερ ετέρα βασιλεία ουχ υπάρχει το τοιούτο».
         H γλαφυρή του γεωγράφου μοναχού Kοσμά Iνδικοπλεύστη (6ος αιώνας) δεν χρειάζεται μετάφραση κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Δείχνει από μόνη της την αίγλη του βυζαντινού νομίσματος.
O ίδιος ο Pωμαίος μοναχός όταν ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου ταξίδευε και στον Iνδικό Ωκεανό. Aνάμεσα στις ιστορίες που διηγείται είναι και μια που προέρχεται από την Kεϋλάνη, το σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο.
 
«Eνας έμπορος , ο Σώπατρος, πήγε κάποτε στο νησί της Tαπροβάνης για δουλειές και συμπτωματικά το πλοίο του μπήκε στο λιμάνι μαζί με ένα περσικό. O Σώπατρος και ένας σεβάσμιος Πέρσης οδηγήθηκαν στον βασιλιά της χώρας. O βασιλιάς τους ρώτησε σε τι κατάσταση ήταν οι χώρες τους και ποίας χώρας ο βασιλιάς ήταν ισχυρότερος. O Πέρσης είπε ότι ο δικός του ήταν πιο ισχυρός, πιο σπουδαίος και πλούσιος, ο βασιλεύς των βασιλέων, και ό,τι επιθυμούσε μπορούσε να το κάνει. Oταν ρωτήθηκε ο Σώπατρος απάντησε:
- Aν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, έχεις τους δύο βασιλιάδες μπροστά σου. Eξέτασε τον καθένα και θα διαπιστώσεις ποιος είναι σπουδαιότερος και ισχυρότερος.
-Πως λες ότι έχω τους δύο βασιλιάδες εδώ, ρώτησε κατάπληκτος ο βασιλιάς.
Kαι ο Σώπατρος απάντησε:
-Eχεις τα χρήματά τους, το νόμισμα του ενός και του άλλου. Eξέτασέ τα και θα δεις την αλήθεια
Tότε ο βασιλιάς διέταξε να του παρουσιάσουν τα δύο νομίσματα. Tο ρωμαϊκό ήταν καλά στρογγυλεμένο, από αστραφτερό μέταλλο καικομμάτια αυτού του είδους επιλέγονταν για εξαγωγή στο νησί. Eνώ το περσικό ήταν ασημένιο και δεν συγκρινόταν με το χρυσό. Eτσι ο βασιλιάς, αφού τα εξέτασε προσεκτικά επιδοκίμασε το βυζαντινό. Kαι διέταξε να αποδοθούν μεγάλες τιμές στον Σώπατρο...».
Aπλή ηθογραφική μεν η ιστορία του Iνδικοπλεύστη, αλλά αρκούντως εύγλωττη.
 
                                                                
                                          Τα βυζαντινά νομίσματα
Xρυσά Σόλιδος (solidus): Xρυσή νομισματική μονάδα (βάρος 4,55 γραμμάρια ).
Σιμίσιον (semisses): Xρυσή υποδιαίρεση (βάρος 2,25 γραμμ.) του νομίσματος ίση με το μισό (1/2) της αξίας του σόλιδου.
Tριμίσιον (tremisses): Xρυσό κέρμα (βάρος 1,52 γραμμ.) ίσο με ένα τρίτο (1/3) του σόλιδου
Aργυρά Mιλιαρέσιον (miliarensis): Aργυρή υποδιαίρεση (βάρος 4,55 γραμμ.) ίση με το ένα δωδέκατο (1/12) του σόλιδου.
Kεράτιον (siliua): Aργυρή υποδιαίρεση (βάρος 2,27 γραμμμ.) ίση με το ένα εικοστό τέταρτο (1/24) του σόλιδου.
Xάλκινα Φόλλις: Xάλκινο νόμισμα (βάρος 3,05 αλλά και διαφορετικά κατά εποχές ) ίσο με το ένα διακοστό ογδοηκοστό όγδοο (1/288) του σόλιδου (η ισοτιμία αυτή δεν ήταν σταθερή, όπως άλλωστε και όλα τα βάρη των νομισμάτων).
Νούμους: Xάλκινο νόμισμα που υποδιαιρούσε την φόλλιν. H αξία του κατά περιόδους είχε πολλές διακυμάνσεις.
Λογιστικά Eκτός από τα νομίσματα αυτά υπήρχε και λογιστικό χρήμα. Eτσι είχαν:
Λίτρα χρυσού: Iσοδυναμούσε με εβδομήντα δύο (72) σόλιδους.
Λίτρα αργύρου: Iση με πέντε (5) σόλιδους.
Kεντηνάριο: Eκατό (100) λίτρες χρυσού ή 7.200 σόλιδοι.
 
 
           Tα νομίσματα αυτά κυκλοφορούσαν κανονικά μέχρι τα τέλη του 13ου αιώνα, με διάφορες παραλλαγές ως προς το βάρος, επομένως την αξία. Προστέθηκαν κατά καιρούς διάφορα προσδιοριστικά στο όνομά τους. Eτσι, για παράδειγμα, κυκλοφορεί το «ασημένιο τραχύ», το «χάλκινο τραχύ» (με τον όρο αυτό αποδίδεται το λατινικό asper, και υποδηλώνεται το μη καλώς και όχι στην εντέλεια επεξεργασμένο). O όρος θα κυριαρχήσει σταδιακά κι αργότερα απ’ αυτό θα προκύψει το τουρκικό «άσπρο». Yπάρχουν, επίσης, το «ασημένιο βασιλικό» (αργύριο ή δουκάτο κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα). Mετά, και μέχρι την πτώση της Kωνσταντινούπολης, κυκλοφορούν μαζί με το χρυσό υπέρπυρο τα ασημένια σταυράτα, ημισταυράτο και δουκατόπουλο (ή δουκατέλο και άσπρο). Oπως και τα χάλκινα τορνίκιο και φολάρα κ.ά. Oι τελευταίες ονομασίες είναι δυτικής προέλευσης και αντανακλούν τη δύση των βυζαντινών νομισμάτων και την αντικατάστασή τους και τυπικά πλέον από τα δυτικά. H κλασική σχέση και η καθιερωμένη χρήση ήταν 1 χρυσό =12 αργυρά μιλιαρέσια=24 αργυρά κεράτια =288 χάλκινες φόλλεις.

 
Πίνακας με παραδείγματα Βυζαντινών νομισμάτων και υποδιαιρέσεων τους
ΑυτοκράτοραςΝόμισμαΕικόνα νομίσματος
Ιουστίνος Α' (518 - 527 μ.Χ.)
χρυσό σημίσιο
Ιουστινιανός Α' (527 - 565 μ.Χ.)
αργυρή siliquae
Ιουστινιανός Α' (527 - 565 μ.Χ.),
χάλκινος φόλλις
Τιβέριος Β' (578 - 582 μ.Χ.)
χρυσός σόλιδος
Ηράκλειος Α' (610 - 641 μ.Χ.)
αργυρό εξάγραμμο
Αναστάσιος Β' (713 - 715 μ.Χ.)
χρυσό τρημίσιο
Βασίλειος Α' (867 - 886 μ.Χ.)
αργυρό μιλιαρήσιο
Αλέξιος Α' (1081 - 1118 μ.Χ.)
χρυσό υπέρπυρο
 


Το βυζαντινό γεφύρι της Καρύταινας

 

             Το ιστορικό γεφύρι της Καρύταινας βρίσκεται επί του Αλφειού, κάτω από την επίσης ομώνυμη ιστορική κωμόπολη. Τα βάθρα του ακουμπούν πάνω σε πέτρα για  πιο μεγάλη ανθεκτικότητα. Αποτελείται από πέντε άνισα τόξα με ορθογώνια ανακουφιστικά ανοίγματα, έχει ύψος 12 μέτρα, μήκος 50 και το μεγαλύτερο τόξο έχει άνοιγμα8,75 μέτρα.
            Με σαφή τη σχέση με αυτόν της Άρτας, ο μύθος λέει ότι, προκειμένου να στεριώσει το γεφύρι,στα θεμέλιά της είναι θαμμένη μια πριγκίπισσα των Φράγκων.
             Πρωτοχτίστηκε στα Βυζαντινά χρόνια και τη σημερινή του μορφή με τα πολλά ορθογώνια ανακουφιστικά ανοίγματα την πήρε το 1441, όταν ανακατασκευάστηκε από τον Ραούλ Μανουήλ Μελική, γόνο σπουδαίας Βυζαντινής οικογένειας. Από τον ίδιο χτίστηκε και ένα τόξο σε μεσόβαθρο, που ακουμπάει πάνω σε βράχο (το δεύτερο τόξο από ανάντη) και λειτουργούσε σαν ανακουφιστικό. Λέγεται ότι προσπαθώντας να περάσει το ποτάμι παραλίγο να πνιγεί και γι' αυτό ξανάχτισε το ήδη μισοκατεστραμμένο γεφύρι.
 
Το γεφύρι της Καρύταινας από ανάντη. (Φωτο; ΑΓΠ)

           Στη μια πλευρά της γέφυρας είναι γαντζωμένο ένα παρεκκλήσι της Παναγίας (τέτοια συνήθιζαν να φτιάχνουν οι βυζαντινοί σε γεφύρια για να τα φυλάνε), μέσα στο οποίο εντοιχισμένη επιγραφή λέει ότι “ η γέφυρα ξανάγινε από τον Ραούλ Μανουήλ Μελική το 1441”. Ωστόσο σε γκραβούρες του1830, τονίζεται με πολύ έντονο σαμάρι πάνω από τη μεσαία και μεγαλύτερη καμάρα. Εκτιμάται ότι ίσως έγιναν κάποιες τροποποιήσεις στις αρχές του 19ου αιώνα αλλά να έμεινε η παλιά επιγραφή, η οποία χάθηκε πριν από λίγα χρόνια.
Γκραβούρα του γεφυριού
        Το σίγουρο είναι ότι το πάνω από τις θυρίδες μέρος είναι και αυτό προσθήκη του 19ου αιώνα.
         Συνέδεε το κάστρο της Καρύταινας με τη Μεσσηνία και γενικά αποτελούσε πέρασμα από Αρκαδία προς Μεσσηνία και Ηλεία και αντιστρόφως ενώ δίπλα της είναι χτισμένη από την δεκαετία του '50 σύγχρονη τσιμεντένια γέφυρα, κάνοντας αναπόφευκτη τη σύγκριση ανάμεσα στην παλιά και την καινούργια. Άλλες εποχές, άλλα μέσα, άλλη αντίληψη της καλαισθησίας…
        Σήμερα σώζονται τρία τόξα και το γκρεμισμένο κομμάτι έχει αντικατασταθεί από ελαφριά ξύλινη γέφυρα.
        Θα πρέπει να τονισθεί επίσης ότι είναι γνωστό σε όλους το γεφύρι από την απεικόνισή του σ'ένα από τα τελευταία Ελληνικά χαρτονομίσματα, το πεντοχίλιαρο, λόγω της μοναδικότητας και της ιστορίας της.
Το γεφύρι και το εκκλησάκι της Παναγίας. (Φωτο: ΑΓΠ)

          Η γέφυρα της Καρύταινας έγινε πεδίο μαχών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πολλές φορές κατά την τουρκοκρατία αλλά κυρίως κατά τους χρόνους της επανάστασης, καθώς ήταν από τα λίγα περάσματα από Γορτυνία προς Μεσσηνία και Ηλεία. Αναφέρεται από τον Πουκεβίλ, ο οποίος λέει “...στην έξοδο της κοιλάδας του Σινάνου, ο Ωρφιάς κυλάει πάνω στο έδαφος της Καρύταινας, της αρχαίας χώρας των Τρικολόνων, της πάντοτε εύφορης και με άφθονα κοπάδια. Αφού περάσει κάτω από τη γέφυρα που οδηγεί στη Καρύταινα, ο ποταμός δέχεται, από την δεξιά όχθη του, το Ατσίχολο ή ποτάμι του Χατζή – Ογλού”. (1)
          Αναφορά για τη γέφυρα κάνει ο Κολοκοτρώνης όταν στις 29/3/1821 οι Τούρκοι του Φαναριού θέλοντας να ενωθούν μ' αυτούς του κάστρου της Καρύταινας λέει 'ότι “...φράξαμε τον τόπο να μην περάσουν οι Τούρκοι από το γεφύρι με είκοσι ανθρώπους.”
Το παλιό και το καινούργιο γεφύρι. (Φωτο: ΑΓΠ)

Επίσης στην γέφυρα της Καρύταινας αναφέρεται πάλι ο Πουκεβίλ κατά την επιστροφή του από τη Μεσσηνία λέγοντας “...τριάντα πέντε λεπτά από εκεί, αφού διαβούμε μέσα από την κοίτη τους δύο ρυάκια, φτάνουμε στα Κυπαρίσσια, έναν οικισμό στα περίχωρα της Βασιλίδας...στην αντίπερα όχθη του Αλφειού διακρίνουμε δυο εκκλησίες, που πιστεύεται ότι κτίστηκαν εκεί όπου ανθούσε άλλοτε η Τοκναία. Προς την πλευρά του όρους Λυκαίου προβάλλει η Μουριά κι ο χείμαρρος Βαθύρεμα, που είναι το Νυμφαίο της Αρκαδίας...μια λεύγα από εκεί διαβαίνουμε πάνω από ένα γεφύρι τον Αλφειό, κι ευθύς μπαίνουμε στο παζάρι της Καρύταινας” (2)
           Για τη γέφυρα αυτή ο Δρ. Αργύρης Π. Πετρονώτης αναφέρει ότι “ η γέφυρα της Καρύταινας, από όσα γνωρίζω, προσφέρει μοναδικά παράδειγμα σημαντικής υδροδυναμικής βελτίωσης της γεφυροποιίας στην υστεροβυζαντινή περίοδο: το σώμα της δεν είναι ευθύγραμμο σε κάτοψη, αλλά παρουσιάζει ελαφριά κύρτωση προς τα ανάντη, ώστε να μπορεί να αντιστέκεται αποτελεσματικότερα στην ορμή του ποταμού σε ώρα πλημμύρας”. (3)
          Η μεσαία καμάρα ανατινάχτηκε στο τέλος της δεκαετίας του '40, κατά τον εμφύλιο πόλεμο.
Η ξύλινη προσθήκη. (Φωτο: ΑΓΠ)

            Η Καρύταινα (ή πέτρινη πολιτεία) είναι χτισμένη σε λόφο 582 μέτρων, τον λόφο Άγιος Ηλίας ή Ακρεοβούνι, και είναι χαρακτηρισμένος διατηρητέος οικισμός. Είναι μια περίφημη καστροπολιτεία, πού άκμασε κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας. Το κάστρο είναι χτισμένο στα ερείπια της αρχαίας πόλης Βρένθης ( 4ος π.χ αιώνας), που ο Παυσανίας το 176 μ.χ τη βρίσκει ερειπωμένη και χτίστηκε από το Γάλλο ηγεμόνα Γοδεφρείγο ντε Βριγιέρ στα μέσα του 13ου αιώνα. Έχει χαρακτηρισθεί σαν το Τολέδο της Ελλάδας και ήταν ορμητήριο του Κολοκοτρώνη κατά την επανάσταση του'21.
Η γέφυρα στο πεντοχίλιαρο.

             Κάτω από την Καρύταινα κυλάει ο θεϊκός Αλφειός ενώ ο Λούσιος χύνεται στον Αλφειό λίγο πιο κάτω. Παλαιότερα στην περιοχή λειτουργούσαν 14 νερόμυλοι και μια νεροτριβή. Σήμερα σώζονται ένας μύλος πάνω από τη γέφυρα, ένας πολύ παλιός κάτω απ' αυτήν ίσως ο παλιότερος της περιοχής με πρόσφατες σχετικά επισκευές και απέναντί του υπάρχουν τα ερείπια ενός άλλου.




Σημειώσεις-Βιβλιογραφία

1.Πουκεβίλ.Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, βιβλίο δέκατο έβδομο, κεφ. I, σελ 286. Εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΗ Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1995.
2. Ομοίως, σελ. 297
3. Αργύρης Π. Πετρονώτης. “Πέτρινα γεφύρια στην Ελλάδα”.Β' έκδοση, ανάτυπο από τον τόμο “Φύση και έργα ανθρώπων”, σελ. 170. Κόνιτσα2005
                       

 Θοδωρής Χαμάκος
αναδημοσίευση από τη σελίδα <<Αρχείο Γεφυρiών Πελοποννήσου>> http://agpelop.blogspot.gr/

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι της Καρύταινας:
 
 
 


Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Η βυζαντινή Καρύταινα

      
 
 
           
 


       H γραφική και ιστορική Καρύταινα, λίγα χιλιόμετρα νότια της Στεμνίτσας, είναι από τους πιο εντυπωσιακούς διατηρητέους οικισμούς της Αρκαδίας. Στεφανώνεται από έναεπιβλητικό μεσαιωνικό κάστρο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στην Ελληνική Επανάσταση, περιτριγυρίζεται από παρθένα φύση που σμιλεύεται από τους ποταμούς Αλφειό και Λούσιο ενώ δεν είναι μακριά από το πιο σημαντικό αρχαίο αρκαδικό ιερό, τη Λυκόσουρα. Την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης αναδείχτηκε σε εμπορικό κέντρο καπνού, μεταξωτών και κρασιού ενώ σήμερα τα πέτρινα διώροφα σπίτια, οι πολλές βυζαντινές εκκλησίες, οι αλλοτινοί δραστήριοι υδρόμυλοι, οι κρήνες και τα καταπληκτικά πέτρινα γεφύρια αλλά και τα ερείπια του κάστρου δημιουργούν ένα μοναδικό αρκαδικό σκηνικό.
 
 
 

 
 
 
 

H βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που κτίστηκε το 13ο αιώνα και στο εσωτερικό της βρίσκονται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες
              Η Καρύταινα στεφανώνεται από ένα επιβλητικό φράγκικο κάστρο που υπενθυμίζει τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε στην περίοδο της Φραγκοκρατίας και του Δεσποτάτου του Μυστρά. Αναδείχτηκε επίσης την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ως κέντρο καπνού, μεταξωτών και κρασιού, χωρίς να παραβλέπουμε και την ενεργή συμμετοχής της στην Ελληνική Επανάσταση. Στην ιερή κορυφή των Αρκάδων, όπου η ιστορία συναντά τον μύθο, στο Λύκαιο όρος, στέκουν τα ερείπια της πιο ιερής πόλης των αρχαίων Αρκάδων και τα λείψανα του ιερού της Δέσποινας, κόρης του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Τα κολοσσιαία αγάλματα του ιερού, έργα του γλύπτη Δαμοφώντα (2ος π.Χ. αι.), φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
              Μια ερειπωμένη διώροφη πυργόσχημη κατοικία που χρονολογείται στον 15ο αιώνα, ένα πεντάτοξο πέτρινο γεφύρι της ίδιας εποχής και τα ερείπια στο κάστρο, που προσεγγίζονται από μονοπάτι που ξεκινά από την πλατεία του οικισμού, είναι οι μάρτυρες του λαμπρού παρελθόντος όταν η Καρύταινα δέσποζε στην αρκαδική ενδοχώρα.
            Η Καρύταινα είναι χτισμένη στα ερείπια της αρχαίας Βρένθης σε υψόμετρο 450 μέτρα και κάνει την εμφάνισή της από τις αρχές του 13ου αιώνα, την εποχή δηλαδή του ερχομού των Φράγκων. Νωρίτερα δεν αναφέρεται τίποτα για αυτή. Τ' όνομά της είναι δεμένο με κάποιους θρύλους και με κάποια γεγονότα που πήραν θέση σε τούτον τον τόπο χωρίς κάτι το ξεκαθαρισμένο
            Με την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και κατά τη διανομή της από το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο τον Α' (1209-1218), η Καρύταινα έγινε Γαλλική Βαρωνία και ο Ούγκω-Ντε-Μπρυγέρ, ήταν ο πρώτος βαρώνος στον οποίο δόθηκαν και 24 ιπποτικά τιμάρια (τσιφλίκια-φέουδα).
              Οι Φράγκοι δεν καταλάβανε αμαχητί την Καρύταινα. Προβάλανε μεγάλη αντίσταση μερικοί Γορτύνιοι που είχαν οχυρωθεί στο λόφο του Κάστρου, μα δεν μπορέσανε να κρατηθούνε κι οι Φράγκοι γίνανε κυρίαρχοι του τόπου. Ο Ούγκω-Ντε-Μπρυγέρ κι ο Γοδεφρείδος-Ντε-Μπρυγέρ κατόπιν οχυρώσανε την Καρύταινα με ισχυρό κάστρο για ν' ασφαλιστούν από τις επιδρομές των Σλάβων και Σκορτών. Το κάστρο τούτο ονομάστηκε και "Τολέδο της Πελοποννήσου".
            Στην Καρύταινα μείνανε οι Φράγκοι μέχρι το 1324 γιατί στο μεταξύ ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος ο Ασάνης, κατάφερε να διώξει τους κατακτητές και να μείνει κυρίαρχος του κάστρου και της περιοχής. Στο διάστημα της παντοδυναμίας των Παλαιολόγων στην Πελοπόννησο, η Καρύταινα ανήκε άλλοτε στον Κωνσταντίνο άλλοτε στο Θωμά καθώς και στο Δημήτριο Παλαιολόγο.
              Το 1459 κατόπιν σκληρής μάχης την κατέλαβαν οι Τούρκοι. Στο διάστημα αυτό έγινε πρωτεύουσα ιδίου Καζά (διοικητική περιφέρεια μεγαλύτερη του νομού) και περιλάμβανε τη σημερινή Γορτυνία, τμήμα του τ. δήμου Λυκόσουρας και Μεγαλόπολης, του δήμου Φαλάνθου Μαντινείας, του δήμου Ολυμπίων και Λαμπείας του Ν.Ηλείας, καθώς και το χωριό Λιόπεσι και Καλαβρύτων. Χωριζότανε δε σε τέσσερα τμήματα: 1) των Βουνών, 2) της Άκοβας, 3) του Κάμπου και 4) της Λιοδώρας.
             Οι Καρυτινοί και οι Γορτύνιοι ποτέ δεν έπαψαν να αγωνίζονται για να λευτερώσουν τον τόπο τους. Έτσι το 1687 έδιωξαν τους Τούρκους με τη βοήθεια των Ενετών και για 30 χρόνια (1687-1715) έγινε Ελληνική επαρχία. Όμως δεν άργησαν να την κατακτήσουν οι Τούρκοι και πάλι (1715) και έμειναν μέχρι το 1821.
             Σ' όλο το διάστημα οι Έλληνες αγωνίζονταν για να διώξουνε τον τύραννο. Και μόνο το 1821 με τις θυσίες τη γενναιότητα και τον πατριωτισμό των ηρώων του '21, του θρυλικού Γέρου του Μοριά και των άλλων, η Καρύταινα λευτερώθηκε κι εκεί εγκαταστάθηκε το στρατηγείο του επαναστατημένου γένους.
             Ο Κολοκοτρώνης, ο αγαπημένος αρχηγός της Καρύταινας, έδωσε εντολή να ξαναφτιάξουνε το γκρεμισμένο κάστρο για να χρησιμοποιηθεί για ορμητήριο και ασφάλειά του άμαχου πληθυσμού κι εκεί στα ριζά του κάστρου, κοντά στην Παναγιά, έφτιαξε και το σπίτι του. Του Κολοκοτρώνη το σπίτι ακούς να σου λένε σήμερα.
          Η Καρύταινα, ο τόπος της είναι δεμένος με θρύλους και με σπουδαία ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του Έθνους. Έχει αξιόλογα μνημεία που συγκινούν τον επισκέπτη: Ο Αγιο-Νικόλας, η Παναγιά- εκκλησιές από τη βυζαντινή εποχή- κι οι 25 εκκλησίες που υπάρχουν ακόμα. Οι τρεις αξιόλογοι πύργοι. Η βρύση του Σπολάτη. Η σπηλιά της Κάβιας, η θαυμάσια αρχιτεκτονική των πέτρινων σπιτιών, η γέφυρα με τους θρύλους της.
                      
                                            συγγραφέα-λογοτέχνη-ιστορικού ΓΙΑΝΝΗ Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ




 
                                                                Το κάστρο
 

   Χτισμένο τον 13ο αιώνα, το πετρόκτιστο φράγκικο κάστρο δεσπόζει στο μεγάλο βράχο πάνω από τον οικισμό της Καρύταινας. Αποτελεί λαμπρό παράδειγμα της βυζαντινής κυριαρχίας και αίγλης και μετατράπηκε σε καταφύγιο και προμαχώνας κατά την Τουρκοκρατία. Το επιβλητικό κάστρο, κυριαρχεί μέσα στο γαλήνιο Αρκαδικό τοπίο και σιωπηρά καταμαρτυρεί τη μεγάλη ιστορική παράδοση της περιοχής, τη μοναδικότητα της βυζαντινής τέχνης που κοσμεί πολλά σημεία του οικισμού, αλλά και τη λιτή αρχιτεκτονική της γραμμή, που διατηρείται αναλλοίωτη με τα χρόνια. Είναι χτισμένο στην κορυφή του λόφου στην περιοχή που ελέγχει το στενό πέρασμα το οποίο συνδέει την περιοχή της Μεγαλόπολης με την πεδιάδα της Ηλείας.

 






 

        

 
        


                Η είσοδος του κάστρου βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του και προσεγγίζεται από μια πέτρινη σκάλα, ενώ στη νότια άκρη του, η θέα προς το Λυκαίο όρος, τον Αλφειό και τα αρκαδικά βουνά και τοπία, είναι επιβλητική. Κοντά στην είσοδο είναι και το βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγιάς, γνωστό και ως «εκκλησιά του Κολοκοτρώνη», εξαιτίας ενός γειτονικού κτίσματος που φιλοξένησε τον Γέρο του Μοριά προσωρινά στη διάρκεια της Επανάστασης.





 
    



 













            Το κάστρο έχει τριγωνικό σχήμα με συνολικό μήκος 110 μ. και πλάτος 40 μ., ενώ τα τείχη του σώζονται σε καλή κατάσταση, Το ύψος τους φτάνει τα 6-7 μ. και το πλάτος τα 1-2 μ. Ως υλικά κατασκευής έχουν χρησιμοποιηθεί πέτρες, τούβλα και πωρόλιθοι. Η είσοδος οδηγεί σε τετράγωνη αυλή όπου ξεχωρίζει ένας τετράγωνος πύργος. Ένα τμήμα της δυτικής πλευράς έχει υποχωρήσει στη χαράδρα. Στην ίδια πλευρά υπήρχε το κυρίως οίκημα του κάστρου.




 
 
















 
 
 
          Στην ανατολική πλευρά του κάστρου διακρίνονται τα υπολείμματα τετράγωνου πύργου (Πύργος της Λεβένταινας), διατηρημένο κτίριο του 15ου αιώνα, με εντυπωσιακό κεραμικό διάκοσμο. Στο νότιο μέρος της αυλής υπήρχε θολωτή δεξαμενή πάνω στην οποία βρισκόταν η κατοικία του φεουδάρχη. Η γενική αίσθηση στο εσωτερικό του μαρτυρά ότι δεν έχει τύχη μεταχείρισης ανάλογης της ιστορικής σημασίας του.



 
        















      Η θέα από την κορυφή του κάστρου στις πεδιάδες της Μεγαλόπολης και της Ηλείας είναι πραγματικά εντυπωσιακή και σίγουρα αποζημιώνει τον επισκέπτη. Βλέποντας το χωριό αναλογίζεται κανείς πόσες περιπέτειες, μάχες και ανακατατάξεις έχουν διαδραματιστεί στα σοκάκια της Καρύταινας και στο εσωτερικό του κάστρου της στο πέρασμα των αιώνων που ο τόπος πέρασε διαδοχικά στα χέρια Φράγκων και Τούρκων κατακτητών μέχρι την απελευθέρωση. Μνήμες και ιστορίες από το φεουδαρχικό παρελθόν της, από τους βυζαντινούς χρόνους των Παλαιολόγων και την τουρκική κυριαρχία, μέχρι τα ηρωικά χρόνια της Επανάστασης του '21, μπερδεύονται δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που δικαιολογεί το χαρακτηρισμό «Τολέδο της Ελλάδας».

 
 




















 



 Τα βυζαντινά γεφύρια της Καρύταινας


 


 
     
 
















            Πάνω στον Αλφειό και κοντά στο χωριό, σώζονται δύο παραδοσιακά γεφύρια, το γεφύρι του Κούκου και το γεφύρι της Καρύταινας - Ατσίχολου (3 χλμ. περίπου από το χωριό), που συνέδεε το κάστρο της Καρύταινας με τη Μεσσηνία κατά τον Μεσαίωνα.


 
 




 Το πέτρινο γεφύρι με το εκκλησάκι της Γέννησης Θεοτόκου κολλημένο πάνω του.


 



















Πηγή από την σελίδα : Σελίδες Ιστορίας και Επιστήμης