Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΕΝΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑΓΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

ΙΧΝΗ ΠΟΥ ΤΑ ΣΚΕΠΑΖΕΙ Η ΑΧΛΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Θριαμβική παρέλαση του Βασίλειου Β' στην Κωνσταντινούπολη (από το βιβλίο "Σκυλίτζης της Μαδρίτης")


 
                   Μετά  την  αντιμετώπιση  των  πρώτων  προβλημάτων κατά τις αρχές της μονοκρατορίας του, ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Βασίλειος  ο Β΄ που «θυσίασε» την προσωπική του ευτυχία και ολόκληρη την ιδιωτική του ζωή για χάρη της «Πολιτείας των Ρωμαίων», συνέτριψε  τους  Βουλγάρους  και  οδήγησε  τη  Βυζαντινή  Αυτοκρατορία  στο  απόγειο  της  δύναμής  της.  Το  κράτος  επεκτάθηκε  με  την  προσθήκη  εδαφών  στα  Βαλκάνια,  μέχρι  το  Δούναβη  και  τον  Καύκασο.
               Οι  Βούλγαροι  ηττώνται  τελειωτικά το  1018 και η Βουλγαρία καθίσταται Βυζαντινή επαρχία. Η θριαμβική  πορεία  του  Βασιλείου, κατά τις τελευταίες  περιπέτειες  του  βουλγαρικού  πολέμου,  από την Αχρίδα  στην Καστοριά και από κει στην Αθήνα, προκειμένου να δηλώσει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την κατάσταση στη νότια Ελλάδα ,τον οδηγεί, με ενδιάμεσους σταθμούς,  στους Μεσαιωνικούς Σταγούς, δηλαδή τη σημερινή Καλαμπάκα, οικισμό της εποχής (10ος- 11ος αι. )με οχυρό κάστρο. Ο Βασίλειος Β'  (976-1025), σύμφωνα με σιγίλιό του (1020),  απέσπασε τους Σταγούς από τη Μητρόπολη της Λάρισας και τους υπήγε στην Αρχιεπισκοπή Αχρίδας κατέχοντας την 2η θέση μεταξύ των επισκοπών της, αλλά στα μέσα του 11ου αι. οι Σταγοί εμφανίζονται ξανά υπό την Μητρόπολη της Λάρισας. Επομένως συνάγεται αβίαστα  το συμπέρασμα πως η επιτήρηση και ο έλεγχος της Βυζαντινής Πολιτείας στην περιοχή της Δυτικής Θεσσαλίας  ήταν ζωτικής σημασίας για την εμπέδωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην κεντρική Ελλάδα. Αφού προηγουμένως διέταξε  τον στρατηγό του  Ξιφία  να  κατεδαφίσει  όλα  τα  φρούρια  στα  Σέρβια (ανάμεσα  στον  Αλιάκμονα  και  στον  Όλυμπο)  και  στο  Σωσκό,  κινήθηκε  προς  το  φρούριο  των  Σταγών  στη  Θεσσαλία,  όπου  πήγε  για  να  τον  προσκυνήσει  με  το  υπηρετικό  του  προσωπικό  ο  Ελεμάγ, αρχηγός  των  Βουλγάρων  του  Βερατίου, που  βρισκόταν  στην  κεντρική  Ήπειρο , μαζί  με  τους  συνάρχοντές  του.
    
 
 
 
                 
                                Το Ρωμέϊκο κάστρο του Βερατίου με μετέπειτα προσθήκες
 
                Όπως  σωστά  παρατηρεί  ο  Καρλ Χοπφ,  από  τις  τελευταίες  περιπέτειες  αυτού  του  πολέμου  εξάγεται  το  συμπέρασμα  ότι  η  βουλγαρική  κυριαρχία  είχε  εξαπλωθεί  όχι  μόνο  στην  άνω  Ήπειρο  αλλά  και  στην  κεντρική  και  στην  κάτω. Τρεις  γιοι  του  Ιωάννη, ηγεμόνα των Βουλγάρων,  αγωνίστηκαν  μέχρις  εσχάτων  στην  περιοχή  γύρω  από  το  αρχαίο  όρος  Τόμαρο, την  σημερινή Τομόρνιτσα  ή  Τόμεριτ,  και  τώρα οι  άρχοντες  του  Βερατίου  ζητούν  συγγνώμη  από  το  βασιλιά  γιατί  είχαν  υποκύψει  στο  κράτος  των  Βουλγάρων.  Μέχρι  και  σήμερα  δεν  είναι  λίγα  τα  σλαβικά  ονόματα  κωμοπόλεων  και  χωριών  στα  μέρη  αυτά,  που  φανερώνουν  όχι  μόνο  την μακρινή εκείνη  βουλγαρική   κυριαρχία  αλλά  και  το  ότι  μετά  την  κατάλυσή  της  παρέμειναν  εκεί  αρκετοί  Σλαβοβούλγαροι, από  τους  οποίους, μολονότι  τελικά  όλοι συγχωνεύθηκαν  με  τους  ντόπιους,  διατηρήθηκαν  πολλά  τοπικά  ονόματα, όπως  συνέβη  και  σε  άλλα  μέρη  της  Ελλάδας.  Από  την  άλλη, όμως,  όπως  φαίνεται, πολλοί  «Ιλλυρικής» καταγωγής υπηρετούσαν  στον  αυτοκρατορικό  στρατό.  Κατά  πάσα  πιθανότητα, «Ιλλυρικής» καταγωγής ήταν  ο  στρατηγός  Δαβίδ  ο  Αριανίτης, ο  οποίος  τόσες  φορές  αναφέρεται  στον  πόλεμο  αυτό  και  του  οποίου  τους  απογόνους  θα  τους  συναντήσουμε  το  15ο  αιώνα  να  αγωνίζονται  στο  πλευρό  του  Γεωργίου Καστριώτη  κατά  των  μωαμεθανών Τούρκων.

H Xρυσή Πύλη της Βασιελεύουσας
                      
 
            Ο Αυτοκράτωρ από την Αθήνα  όδευσε στην Κωνσταντινούπολη : φθάνοντας  στη  Βασιλεύουσα   μπήκε  θριαμβευτικά  από  τη  Χρυσή  Πύλη, φορώντας  χρυσό  στεφάνι, που  στο  πάνω  μέρος  του  είχε  λοφίο  διακοσμημένο  με   διαμάντια.  Πριν  από  το  άρμα  βάδιζαν  η υποταγμένη Βουλγάρα βασίλισσα  Μαρία, οι  κόρες  του  Σαμουήλ  και  άλλοι  διακεκριμένοι  Βούλγαροι. Οι  επευφημίες  του  λαού  εκείνη  τη  μέρα   προσέδωσαν  επίσημα στο Βασίλειο Β’ το Μακεδόνα την  προσωνυμία  του  Βουλγαροκτόνου, που  την  επικύρωσαν  οι  αιώνες  και  η  ιστορία.
              Ο  Βασίλειος  Β΄ Βουλγαροκτόνος   πολλές φορές ριψοκινδύνευε  πολεμώντας  σαν  απλός  στρατιώτης.   Έζησε  70  έτη.  Από  αυτά,  τα  σαράντα   τα  πέρασε  πολεμώντας  διάφορους  εχθρούς, ενώ  τα  20  σχεδόν  τα πέρασε  συνεχώς  έφιππος  σε  εκείνες  τις  φοβερές  πολεμικές  επιχειρήσεις  εναντίον  των  Βουλγάρων.
             «Άνδρας  γενναίος  και  όμορφος  που  πάσχιζε  να  ξεπεράσει  όλους  τους  άλλους  που  πολεμούσαν …», όπως χαρακτηριστικά παραδίδουν οι βυζαντινοί χρονογράφοι, ο  Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος  και  πάρα  πολλοί  άλλοι  που  τα  ονόματά  τους  είτε  αποσιωπήθηκαν  είτε  χλευάστηκαν  από  αλλοφύλους  και εσωτερικούς εχθρούς– μαζί  με  πολλούς  άλλους  ήρωες  της  ίδιας  αυτής  περιόδου,  περίπου 1000  χρόνια  τώρα,  ελπίζουν  ακόμα  πως  οι  ελληνικές  καρδιές  τελικά  θα  τους  αποδώσουν  την   ευγνωμοσύνη, το ενδιαφέρον και την τιμή  που  τους  οφείλουν. 
                 Ένας παλιός τουρκικός μύθος  συγκρίνει τη ζωή με την τοξοβολία και καταλήγει: «όσο μακριά θέλεις να ρίξεις το βέλος σου στο μέλλον, τόσο πρέπει να γυρίσεις πίσω στο παρελθόν». Επιπροσθέτως, ας αναρωτηθούμε όλοι με ειλικρίνεια και ερευνητική διάθεση, αν, όταν ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης έγραφε για τον «ένδοξο βυζαντινισμό μας»,  μιλούσε επαινετικά για την ιστορία και την προσφορά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της Ρωμανίας. Δυστυχώς  στην εποχή μας έχει καθιερωθεί μία αρνητική χρήση του όρου «βυζαντινισμός» και ορισμένοι Νεοέλληνες στρέφονται αποκλειστικά και κατ' ευθείαν στη γιαγιά μας-τήν Αρχαιότητα- αδιαφορώντας για τη μητέρα μας, τη  Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Βυζαντινό πολιτισμό. Η διαφορά είναι ότι ο μεν Καβάφης γνώριζε Ιστορία, ενώ οι χλευάζοντες το Βυζάντιο ή  δεν γνωρίζουν ή τη μελετούν με παραμορφωτικούς φακούς.
 
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου