Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Ο ρόλος της θρησκείας στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου / της Μαρίνας Μαραγκού


Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ιστορία» (τ. 507, Σεπτέμβριος 2010, όπου συμπεριλαμβάνεται πλούσια βιβλιογραφία και πλήθος διευκρινιστικών υποσημειώσεων)



 Ο Βούλγαρος ηγεμών Βόγορις βαπτίζεται και παίρνει το χριστιανικό όνομα Μιχαήλ, το όνομα δηλαδή του αναδόχου του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ'

 
          H χρονολογία της ίδρυσης της Κωνσταντινούπολης, της «Νέας Ρώμης», από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο σηματοδοτεί την αρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα νέο αμάλγαμα προκύπτει, με ελληνική αυτοσυνείδηση στην παιδεία και στον πολιτισμό, συμβιβασμένο με τη διείσδυση του ρωμαϊκού στοιχείου.
          Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 4ο αιώνα έχει αρχίσει να γηράσκει και στην προσπάθεια ανόρθωσης και αποκατάστασης της ενότητάς της υποχρεώνεται να αναθεωρήσει τους πολιτικούς της προσανατολισμούς και «κάνει τη θρησκεία υπόθεση του κράτους». O χριστιανισμός θριαμβεύει σε μια εποχή απογοητεύσεων και το μήνυμά του έχει μια απήχηση πιο πλατιά σε σχέση με τις άλλες θρησκείες. O Καισαρείας Ευσέβιος στον «πανηγυρικό του Κωνσταντίνου», δοξολογώντας τη νέα θρησκεία, γράφει: «ένας Θεός κηρύχθηκε σε όλη την ανθρωπότητα, ενώ συγχρόνως αναπτύχθηκε μια παγκόσμια δύναμη: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με πίστη στον ίδιο Θεό, σαν δύο πηγές ευλογίας, παρουσιάστηκαν για το καλό των ανθρώπων η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η χριστιανική ευσέβεια... Δύο παντοδύναμες δυνάμεις, εκκινώντας από το ίδιο σημείο, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και o χριστιανισμός, δάμασαν και συμβίβασαν όλα αυτά τα αντίθετα στοιχεία».
          Στη διάρκεια των αιώνων που μεσουράνησε, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η θρησκεία είναι o βασικός παράγοντας που διαμορφώνει τον χαρακτήρα της σε σχέση με τους άλλους λαούς. O οικουμενικός χαρακτήρας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σταθεροποιείται από την οικουμενική χριστιανική ιδέα.
          Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε εν συντομία τον ρόλο που διαδραμάτισε η θρησκεία στις σχέσεις του Βυζαντίου με τον περιβάλλοντα κόσμο του, αντιπαραβάλλοντας τον κάθε λαό ξεχωριστά με την αυτοκρατορία.
 
Βυζάντιο και 'Αραβες
            Ο Μωάμεθ (570-632) ενώνει τους 'Αραβες βεδουίνους ιδρύοντας μια αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία και οι διάδοχοί του, βάσει οργανωμένου κατακτητικού σχεδίου, διοχετεύουν την ενεργητικότητά τους στη διά της βίας εξάπλωση της νέας θρησκείας, σύμφωνα με το θέλημα του προφήτη τους.
          Το βυζαντινό κράτος, εξαντλημένο από τους περσικούς πολέμους, δοκιμάζεται από τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις που ταράσσουν τους πληθυσμούς των ανατολικών και των νότιων επαρχιών του, των οποίων η πλειονότητα ήταν μονοφυσίτες. Στα δογματικά αυτά μίση, εμπνεόμενα και από τη βαριά φορολογία που εφαρμόζει, το Βυζάντιο, δείχνει το απάνθρωπο πρόσωπό του εξαπολύοντας απηνείς διωγμούς και υποδαυλίζοντας έτσι το θρησκευτικό μίσος, παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641) για θεολογική συμφιλίωση.
            Οι θρησκευτικές αυτές έριδες είχαν στη πραγματικότητα, θα λέγαμε σήμερα, εθνικιστικό περιεχόμενο. Η γρήγορη και θριαμβευτική επιτυχία των Αράβων επί των βυζαντινών κτήσεων, μετά την αποφασιστική ήττα στον ποταμό Ιερομίακα (636), σε Συρία, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, οφείλεται στο ότι κατέκτησαν ανθρώπους της φυλής τους, που μιλούσαν την ίδια γλώσσα, είχαν τις ίδιες εθνικές παραδόσεις και θρησκευτικές τάσεις.
          Στην αρχή το Ισλάμ αντιμετωπίστηκε από την αυτοκρατορία ως μια χριστιανική αίρεση. Αργότερα όμως, κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, όταν η Μεσόγειος έχε γίνει μια «μουσουλμανική λίμνη», θεωρώντας ότι θίγεται η αξιοπρέπεια και το γόητρό του, το Βυζάντιο προελαύνει και ανακαταλαμβάνει πολλά από τα χαμένα εδάφη του.
         Μπροστά στον κίνδυνο που απειλεί τη θρησκεία και για τη σωτηρία της πατρίδας, απαντώντας στον «ιερό πόλεμο» των απίστων, θα γεννηθεί ο βυζαντινός εθνικισμός και o «περιούσιος λαός» θα γίνει o υπερασπιστής της χριστιανοσύνης και της χριστιανικής ιδέας.
          O επίλογος των αλλεπάλληλων βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων γράφεται με την ανακατάληψη της Έδεσσας το 1032 από το Γεώργιο Μανιάκη και την οριστική ήττα του χαλιφάτου. Οι συγκρούσεις μεταξύ των Βυζαντινών και των μωαμεθανών έχουν αξιοσημείωτες προεκτάσεις διότι υπήρξαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις προς όφελος περισσότερο των Αράβων Οι 'Aραβες επηρεάστηκαν από τον πλούτο του ελληνικού πνεύματος: αφού μετέφρασαν και μελέτησαν με πάθος τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, φιλοσόφους, ιατρούς, αναδείχθηκαν στις θετικές επιστήμες, ενώ άντλησαν πολλά στοιχεία από τη βυζαντινή διοίκηση και την τεχνολογία.
          Οι Βυζαντινοί από την άλλη πλευρά, δέχονται σημαντική επίδραση όσον αφορά τις αντιλήψεις τους περί του Θεού, που είχε ως συνέπεια να προκληθεί στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας θρησκευτική θύελλα, διάρκειας άνω των εκατό χρόνων. Σύμφωνα με το κοράνι «οι εικόνες είναι μια σατανική βδελυγμία». Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες της δυναστείας των Ισαύρων, καταγόμενοι από την ανατολή, γίνονται σκληροί υπέρμαχοι της εικονομαχίας, αποσκοπώντας σε μια στενότερη επαφή των χριστιανών με τους μωαμεθανούς, ώστε να διευκολυνθεί η υποδούλωση των τελευταίων στην αυτοκρατορία. Το 843, με την «αποκατάσταση της ορθοδοξίας», αναδεικνύεται νικητής το θεολογικό δόγμα των εικονολατρών και διαμορφώνεται o ελληνοχριστιανικός χαρακτήρας του Βυζαντίου.
 
Βυζάντιο και Σλάβοι
          H εγκατάσταση των σλαβικών φύλων αρχίζει τον 6ο αιώνα στη Χερσόνησο του Αίμου. Το Βυζάντιο στρέφει σοβαρά την προσοχή του προς τους Σλάβους κατά τον 9ο αιώνα επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του ανάμεσα στους βαρβάρους. Εφαρμόζει μέτρα για την αποδυνάμωση του σλαβικού στοιχείου με τη διασπορά σλαβικού πληθυσμού σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν ομοεθνείς τους, στη Μικρά Ασία ή και αντιστρόφως, με τη μεταφορά ελληνικού πληθυσμού στις σκλαβηνίες για την ενίσχυση του ελληνικού και χριστιανικού στοιχείου. Με την πρόθυμη υποστήριξη της εκκλησίας στην πολιτική του κράτους αναλαμβάνει την ομαλή συσσωμάτωση των λαών αυτών στην περιφέρειά τους, εκχριστιανίζοντάς τους.
 
Οι Μοραβοί
 
 
 
Μικρογραφία του συμποσίου που παρέθεσε ο πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός προς τιμή του Βούλγαρου ηγεμόνα Συμεών, με την παρουσία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' και της αυτοκράτειρας Ζωής 
 
           O εκχριστιανισμός των Σλάβων ξεκινά όταν o Μοραβός ηγεμόνας Ραστισλάβος (862), για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο μιας ενδεχόμενης συμμαχίας των Φράγκων και των Βουλγάρων, ζητεί από το Βυζάντιο ιεραποστολή για τη διδασκαλία του χριστιανισμού στη γλώσσα του.
         H αποστολή των δύο επιφανών Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων, Κωνσταντίνου/Κυρίλλου και Mεθοδίου στη Μοραβία -η μέγιστη αυτή προσφορά του Βυζαντίου- επιτελεί κορυφαίο θρησκευτικό έργο και με την επινόηση του σλαβικού αλφαβήτου από τον Κωνσταντίνο εδραιώνεται o χριστιανισμός. Το έργο αυτό, παρότι η Μοραβία περνάει στη σφαίρα επιρροής της Ρώμης, δεν χάνεται και διαδίδεται χάρη στη Βουλγαρία και τους Νότιους Σλάβους.
           Οι Σέρβοι εκχριστιανίζονται κατά το 867-874 και αφομοιώνονται σταδιακά από το ελληνικό στοιχείο. Δέχονται τους πνευματικούς θησαυρούς του ελληνικού πολιτισμού που επηρεάζει την εξέλιξή τους. H επίδραση που ασκήθηκε στη Σερβία, είναι και άμεση, απευθείας από το Βυζάντιο, από το ανθρώπινο δυναμικό και τους φορείς της εξουσίας, αλλά και έμμεση, από τη Βουλγαρία. Είναι έκδηλη στον νομοθετικό, στον διοικητικό και στον εθιμοτυπικό τομέα.
Bυζάντιο και Βούλγαροι
 
           Οι Βούλγαροι είναι μια τουρκική φυλή, η οποία αφού διαβαίνει τον Δούναβη ιδρύει ένα ισχυρό βασίλειο κατά το δεύτερο ήμισι του 7ου αιώνα, που αποτελεί έκτοτε μόνιμη πηγή προβλημάτων για το Βυζάντιο και οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των χαρακτηρίζονται από σφοδρότητα. O αυτοκράτορας Νικηφόρος A' (802-811) μεταφέρει πολλούς αποίκους, από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας, φοβούμενος πιθανή συμμαχία του ικανού Βούλγαρου Κρούμου με τους Σλάβους της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Οι Βούλγαροι διαβλέπουν ότι για να εδραιώσουν την πολιτική και την πολιτιστική τους οντότητα έχουν συμφέρον να αποδεχθούν το χριστιανισμό. O Βόγορις στο πλαίσιο αυτό, ενώ έχει απευθυνθεί και στην αδιάλλακτη παπική εκκλησία, βαπτίζεται χριστιανός (865) και χρησιμοποιεί τους ιεραποστόλους του Μεθοδίου για να εκσλαβίσει την εκκλησία του και να τελείται η εκκλησιαστική λειτουργία στη σλαβική γλώσσα.
          Το Βυζάντιο αποκτάει έτσι τη δυνατότητα επιρροής στον επικίνδυνο αυτόν γείτονα. Το 1014 o Βασίλειος o B' κατατροπώνει τους Βούλγαρους στη μάχη του Κλειδίου. Δεν θα διστάσει να τυφλώσει 15,000 αιχμαλώτους -μολονότι ομόθρησκοί του- εφαρμόζοντας τη βυζαντινή ποινή για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας. Το βουλγαρικό βασίλειο μεταβάλλεται σε επαρχία του Βυζαντίου. H Βουλγαρία λειτούργησε ως μεσάζων που παρέλαβε, επεξεργάστηκε και μετέδωσε τα υψηλά βυζαντινά πρότυπα και έτσι το Βυζάντιο συνέβαλε στην πνευματική ωρίμαση των λαών της Χερσονήσου του Αίμου και της Ρωσίας. O εκχριστιανισμός των Βουλγάρων το 864 έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη συνένωσή τους με τους Σλάβους και η χριστιανική θρησκεία και η εκκλησιαστική οργάνωση υπήρξαν βασικοί συντελεστές της πολιτικής συγκρότησης και της πνευματικής ανάπτυξης των Βουλγάρων.
 
Βυζάντιο και Ρώσοι
          Στα μέσα του 10ου αιώνα το Βυζάντιο διαισθάνεται την απειλή που αντιπροσώπευε o νέος λαός των Ρως καθώς και τα πολιτικά και πνευματικά οφέλη που θα είχε o προσηλυτισμός του και στέλνει με τη συνδρομή της εκκλησίας ιεραποστόλους για τη διάδοση του χριστιανισμού.
         H βάπτιση της δούκισσας Όλγας (957) υπήρξε καθοριστική για τον προσηλυτισμό των Ρώσων. Το 989 o χριστιανισμός γίνεται επίσημα θρησκεία του κράτους με την ομαδική βάπτιση του ρωσικού λαού στα ποτάμια από τους κληρικούς. Το έναυσμα δίνεται με τη βάπτιση του Βλαδίμηρου Ρως μετά τον γάμο του με την 'Αννα, αδελφή του Βασιλείου Β', στο πλαίσιο των διακρατικών γαμικών συναλλαγών που εφάρμοζε το Βυζάντιο. H ορθόδοξη πίστη υπήρξε το σύμβολο της ενότητας του ρωσικού λαού και στην πνευματική του ανάπτυξη και στην καλλιτεχνική του έκφραση ασκήθηκε βαθιά επίδραση από το Βυζάντιο.
Ρως βαπτίζονται χριστιανοί στον ποταμό Δνείπερο
 
Βυζάντιο και Δύση
              Οι διαφορές και οι αντιπαλότητες του Βυζαντίου, μιας συμπαγούς οντότητας που υποστηρίζεται από την ορθόδοξη εκκλησία του, και της «δύσης», μιας πανσπερμίας διαρκώς μεταβαλλόμενων κρατικών μορφωμάτων που τα ενώνει η δύναμη της παπικής εκκλησίας, εντοπίζονται στον χώρο της θρησκείας. H χριστιανική δύση, έχοντας απομονωθεί και αναπτύξει τις δικές της θεοκρατικές ιδέες, επιθυμεί να διατηρήσει τον τίτλο της ως βασικής κληρονόμου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της δύσης και του μοναδικού υπερασπιστή της χριστιανικής θρησκείας, ενώ οι Βυζαντινοί βλέπουν, στην καλύτερη περίπτωση, τον σφετερισμό του τίτλου τους ως υπερασπιστές της χριστιανοσύνης και, στη χειρότερη, ένα πρόσχημα για να καλυφθούν ανομολόγητα επεκτατικά σχέδια.
          Από τον 9ο αιώνα έχει ξεκινήσει μια περίοδος αμοιβαίας καχυποψίας εξαιτίας των εκκλησιαστικών προβλημάτων -κατά τη διάρκεια του Φωτίου σχίσματος- σε σχέση με επίμαχα δογματικά ζητήματα.
           Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, η αδιαλλαξία των εκκλησιαστικών ηγετών -πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και πάπα Λέοντα Θ' (Leo IX)- θα οδηγήσει στην πλήρη διάσταση και στο οριστικό σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών το 1054.
           Κατά τον 11ο αιώνα, ο Αλέξιος A' Κομνηνός, υπό την πίεση των Τούρκων, των Νορμανδών και των Πετσενέγων, αναζητεί συμμάχους στη δύση και εντάσσει την ελπίδα για την ένωση των εκκλησιών στο διπλωματικό παιχνίδι. Στρέφεται προς τον πάπα, τον πνευματικό ηγέτη της δύσης (1091), o οποίος από την πλευρά του προσβλέπει στην αύξηση της επιρροής του και στην επαναφορά του «σχισματικού» Βυζαντίου στους κόλπους της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.
           H δυτική Ευρώπη ανταποκρίνεται και υποκινεί έναν «ιερό πόλεμο» για τους χριστιανούς αδελφούς και την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων κηρύσσοντας την A' σταυροφορία (1096). Οι σταυροφορίες βαθαίνουν το χάσμα και με τη Δ' σταυροφορία, η οποία παρεκκλίνει από τον αρχικό της στόχο, καταστρέφεται και η τελευταία πιθανότητα για την ένωση των δύο ομόδοξων κόσμων. Το 1204 καταλύεται προσωρινά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τους Λατίνους και το θρησκευτικό μένος εκδηλώνεται εναργέστατα με λεηλασίες και σφαγές στην Κωνσταντινούπολη.
          Μετά την παλινόρθωση του Βυζαντίου (1261) και μπροστά στον ολοένα αναπτυσσόμενο κίνδυνο των Οθωμανών Τούρκων, στην ανατολή και στη δύση θα κυριαρχήσει πιεστικά η ιδέα της ένωσης των δύο εκκλησιών. Κατά το δεύτερο τέταρτο του 14ου αιώνα το κίνημα των «ησυχαστών» -που είναι συνήγοροι των ελληνικών εθνικών ιδεών, με κύριο εκπρόσωπο τον Γρηγόριο Παλαμά, σε αντίθεση με τον Βαρλαάμ, που κάνει προσηλυτισμό υπέρ των Λατίνων- θα ψυχράνει τις σχέσεις ανατολής-δύσης.
            H δυναστεία των Παλαιολόγων, προσβλέποντας σε μια ουτοπική επεκτατική πολιτική, στρέφεται πάλι στην «αγία έδρα» για την ένωση των εκκλησιών, φθάνοντας στο έσχατο σημείο ταπείνωσης o αυτοκράτορας Ιωάννης H' να ασπαστεί τον καθολικισμό (1369). Οι ύστατες κινήσεις δεν καρποφορούν: το Βυζάντιο προτιμά να εκτουρκιστεί, παρά να εκλατινιστεί.
            Σε όλη την ιστορία της Αυτοκρατορίας ασκήθηκε κατά διαστήματα επίδραση στη δύση από διάφορους δρόμους. Διαδόθηκαν οι βυζαντινές ιδέες, η βυζαντινή τέχνη, το δίκαιο, η διοίκηση και προωθήθηκε η μελέτη των ελληνικών γραμμάτων. H άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 προκάλεσε το μεγαλύτερο πλήγμα στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Κατά τον 15ο αιώνα όμως, οι Λατίνοι θα αναγνωρίσουν τα δώρα του πολιτισμού των Βυζαντινών. H Αναγέννηση είναι χρεώστης του Βυζαντίου.
 
Βυζάντιο και Τούρκοι: το τέλος
 
           H ήττα στο Ματζικέρτ (1071) ανοίγει τις πύλες για μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων και την οριστική παγίωση της τουρκικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι δέχονται μικρές επιδράσεις από το Βυζάντιο στον ελάσσονα πολιτισμό τους. Οι Βυζαντινοί τον 13ο αιώνα αναλαμβάνουν επιχειρήσεις προσηλυτισμού και αν δεν έρχονταν οι Οθωμανοί να τους ξαναδώσουν ζωή, μπορεί οι Σελτζούκοι να είχαν γίνει χριστιανοί υπήκοοι.
           Στη διάρκεια του 14ου αιώνα, επί δυναστείας των Παλαιολόγων, μπροστά στην εφιαλτική απειλή των Οθωμανών Τούρκων, ξεκινούν διαπραγματεύσεις με τη δύση για την ένωση των δύο εκκλησιών με σκοπό τον κοινό αγώνα για τη σωτηρία της χριστιανοσύνης. Οι «ενωτικοί» και οι «ανθενωτικοί» προκαλούν αναστατώσεις στην Κωνσταντινούπολη και o ελληνισμός, με την καθοδήγηση της εκκλησίας, θα προσπαθήσει να σώσει τις ορθόδοξες παραδόσεις του.
          Οι Βυζαντινοί, βυθισμένοι στην εσχατολογική προσδοκία και τυφλωμένοι από το αντιλατινικό μίσος, δεν είναι διατεθειμένοι να εξαγοράσουν την ελευθερία τους με αντίτιμο την ορθόδοξη πίστη τους.
           Στις 29 Μαΐου 1453 o πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα και η Κωνσταντινούπολη, το κέντρο ενός κόσμου φωτός, γίνεται έδρα της θηριωδίας και της αμάθειας. Από το Βυζάντιο οι Οθωμανοί πολύ λίγα πράγματα πήραν εκτός από την πρωτεύουσα...
 
Βαθιά αίσθηση αποστολής
             Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι η θρησκεία για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στην υπερχιλιετή ιστορία της λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος στην υπεράσπιση των συμφερόντων του κράτους απέναντι στους εχθρούς του αλλά και ως αποτελεσματικό όργανο πολιτισμικής αφομοίωσης των γειτονικών λαών. O χριστιανισμός, στην ορθόδοξη εκδοχή του, καθόρισε τις εξωτερικές σχέσεις του Βυζαντίου.
            Κύριο μέλημα της Αυτοκρατορίας είναι η ενοποίηση του πληθυσμού της μέσω της χριστιανικής πίστης, βασικό στοιχείο συνοχής της για να αντιμετωπίσει τον μόνιμο κίνδυνο από την εθνική ανομοιογένεια.
         Οι Βυζαντινοί, αντλώντας δυνάμεις από την ορθή πίστη τους, θα χαρακτηρίσουν «ευγενείς» τους πολέμους που διεξάγουν για τη διάδοση ή την επικράτηση της θρησκείας τους. Θα υπερασπιστούν με πάθος την ορθοδοξία απέναντι σε κάθε εξωτερικό εχθρό και συν τω χρόνω η νέα βυζαντινή ιδεολογία που διαμορφώνεται θα διεξάγει πολέμους όχι μόνο εναντίον των απίστων αλλά και εναντίον άλλων χριστιανών, γιατί απλά αυτοί οι χριστιανοί αμφισβητούν την πίστη που αντιπροσωπεύει το Bυζάντιο.
          Θεωρείται επιβεβλημένο να τονιστεί ιδιαίτερα η τεράστια προσφορά του Βυζαντίου στον παγκόσμιο πολιτισμό με τη μετάγγιση πνεύματος και θεσμών. H Βυζαντινή Αυτοκρατορία συντήρησε μια βαθιά αίσθηση «αποστολής» -ότι έπρεπε να περιφρουρήσει μια μεγάλη κληρονομιά και να μεταλαμπαδεύσει την παιδεία του και το χριστιανικό ιδεώδες στον κόσμο των εθνών και των βαρβάρων.
 
Η Μαρίνα Μαραγκού είναι ιστορικός-ερευνήτρια 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου