Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

H αγιότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου (Θ. Ι. Ρηγινιώτη)

    
 Το όραμα του αγίου Κωνσταντίνου και η μάχη της Μουλβίας Γέφυρας. Μικρογραφία από βυζαντινό χειρόγραφο του 9ου αιώνα με ομιλίες του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Παρίσι, Biblothèque Nationale

 

             Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε νηφάλια ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, κόκκινο πανί για τους κάθε είδους πολέμιους του χριστιανισμού, είναι και μέγας και άγιος. Η παύση των διωγμών και οι αποφάσεις περί ανεξιθρησκίας, γεγονότα τεράστιας ιστορικής και ανθρωπιστικής σημασίας, αρκούν για να επιβεβαιώσουν του λόγου του αληθές· επειδή όμως το όνομά του έχει περιβληθεί με διάφορους αντιχριστιανικούς μύθους, ας εξετάσουμε την περίπτωσή του κάπως εκτενέστερα.
             Δεν υπάρχει καμιά επίσημη εκκλησιαστική απόφαση που να ανακηρύσσει άγιο τον Κωνσταντίνο, ούτε και σημειώνεται κάπου η αρχή της απόδοσης τιμής αγίου προς αυτόν. Με το μεγάλο σύγχρονό του Πατέρα της Εκκλησίας Μέγα Αθανάσιο ήρθε σε σύγκρουση, λόγω μιας όψιμης υποστήριξης προς τον Άρειο, ο δε ιστορικός και βιογράφος του Ευσέβιος Καισαρείας δεν είχε το κύρος που θα του επέτρεπε να επιβάλει κατά κανένα τρόπο μια «αγιοποίηση» του Κωνσταντίνου. Τέλος, οι διάδοχοί του πολέμησαν να γκρεμίσουν αυτά που ο ίδιος είχε ονειρευτεί· ο Κωνστάντιος υποστήριξε τον αρειανισμό, κατάργησε την πίστη της Συνόδου της Νίκαιας και δίωξε τους ορθόδοξους, το ίδιο και ο Ουάλης, ενώ ανάμεσά τους ο Ιουλιανός επίσης υπέσκαψε την Εκκλησία με κάθε τρόπο (και με αίμα [1]) προσπαθώντας να παλινορθώσει την εθνική θρησκεία της θεουργίας και των αναρίθμητων θυσιών (βλ. για τον Ιουλιανό τη μονογραφία του Ιωάννη Κ. Τσέντου Ιουλιανός ο Παραβάτης, εκδ. Τήνος, Αθήνα 2004 – υπάρχει και στο Διαδίκτυο).
                Ο Κωνσταντίνος λοιπόν αγιοποιήθηκε από το λαό. Το φανερώνει το πλήθος των χριστιανών που φέρουν το όνομά του. Ο Ευσέβιος καταγράφει ότι, αμέσως μετά το θάνατό του, ο στρατός ξέσπασε σε θρήνους, από τον τελευταίο οπλίτη μέχρι τους ανώτερους αξιωματικούς, για «το σωτήρα, το φύλακα, τον ευεργέτη… τον αγαθό ποιμένα», ενώ παρόμοιες ήταν οι αντιδράσεις του λαού, όταν το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη (P.G. 20, 1220-1224).
             Και ήταν φυσικό, εφόσον «βαθύς ανθρωπισμός και μέριμνα διά την δικαιοσύνην χαρακτηρίζουν τα νομοθετικά κοινωνικά μέτρα, άτινα έλαβεν ο Κωνσταντίνος μετά την σύνοδον της Νικαίας. Διάκειται δυσμενώς προς την παλλακείαν και απηγόρευσε το βάρβαρον έθιμον των αγώνων των μονομάχων. Δεν επιτρέπει να χωρίζουν τας οικογενείας των δούλων, όταν τα πωληθέντα κρατικά κτήματα, εις ά μέχρι τότε διεβίουν, διενέμοντο μεταξύ των νέων δικαιούχων. Κατήργησε τον διά σταυρού θάνατον, απηγόρευσε τον στιγματισμόν εις το πρόσωπον και εθέσπισεν, όπως οι κρατούμενοι εις τας φυλακάς δικαιούνται καθ’ εκάστην να βλέπουν το φως του ηλίου. Χαρακτηριστικός της ενδελεχούς φροντίδος του απτοκράτορος διά την επιβολήν της ηθικής τάξεως είναι ο νόμος ο κολάζων την απαγωγήν παρθένου και ο νόμος ο αξιών παρά του επιτρόπου, όπως σεβασθή την παρθενίαν της υπ’ αυτού επιτροπευομένης νεάνιδος» (Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου,Βυζαντινή Ιστορία, Α΄, 324-610, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 135).
              Η απαγόρευση του στιγματισμού στο πρόσωπο, μέτρο ευνοϊκό κυρίως για τους δούλους, από επίδραση της χριστιανικής ιδέας για τον άνθρωπο ως πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού, καθώς και η μέριμνα για τις οικογένειες των δούλων, σημαίνουν ότι ο δούλος αντιμετωπίζεται πλέον ως άνθρωπος, όχι ως αντικείμενο, πράγμα που ανατρέπει εντελώς της καθιερωμένη οπτική της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, για να φτάσουμε στο Χρυσόστομο, σχεδόν ένα αιώνα μετά, που θα επιχειρηματολογήσει υπέρ της αδελφότητας κυρίων και δούλων (P.G. 62, 711). Ο Κωνσταντίνος εξαγόραζε ο ίδιος και απελευθέρωνε αιχμάλωτους στρατιώτες του εχθρού, τους οποίους είχαν συλλάβει οι στρατιώτες του! (Ευσεβίου, Εις τον βίον του μακαρίου Κωνσταντίνου του βασιλέως, Λόγος Β΄, ΙΓ΄, P.G. 20, 992) Προσθέτω σ’ αυτά την απαγόρευση της παλλακείας για τους έγγαμους (της συνύπαρξης συζύγου και παλλακίδας, δηλ. «επίσημης ερωμένης») και το εξαιρετικά φιλολαϊκό μέτρο της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας «διά τον αστικόν πληθυσμόν», ενώ «οι κάτοικοι της υπαίθρου αφίενται ελεύθεροι να ρυθμίζουν τας αγροτικάς ασχολίας των αναλόγως των καιρικών συνθηκών» [2].
                Σύμφωνα με τους χριστιανούς, η αγιότητα του Κωνσταντίνου δεν είναι τιμητικός τίτλος, που του αποδόθηκε λόγω «της καθοριστικής υποστήριξης και της προσφοράς του προς την Εκκλησία», αλλά γεγονός επιβεβαιωμένο από το Θεό με θαύματα· όχι μόνο με την περίφημη θεοσημεία του σταυρού («Εν τούτω νίκα»), αλλά και με το όραμα αγγέλου, που τον καθοδηγούσε κατά τη χάραξη των ορίων της Κωνσταντινούπολης, με μυροβλυσία κατά το θάνατό του, με πλήθος ιάσεων στον τάφο του, αλλά και μεταγενέστερα θαύματα, όπως –ως Ρεθύμνιος λέω– η καθημερινή μετακίνηση της εφέστιας εικόνας της μονής Αρκαδίου στον τόπο ίδρυσής της από τημονή Βενίου, στην οποία τη μετέφεραν οι ντόπιοι.
                Ακόμη κι αν τα παραπάνω τεκμήρια θεωρηθούν μύθοι, πρέπει να τονίσω ότι ένας λαός δεν πλάθει μύθους θαυμάτων και αγιότητας για ένα βασιλιά, αν δεν τον θεωρεί γεμάτο αγάπη και διαποτισμένο από τη θεία χάρη.
               Για την ιστορία, ας αναφέρουμε ότι ο άγιος δεν απαγόρευσε την ειδωλολατρία ούτε αναγόρευσε το χριστιανισμό σε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας (αυτή τη θέση συνέχισε να την κατέχει η αρχαία θρησκεία, της οποίας ο ίδιος ήταν ανώτατος αρχιερέας, κατά τους θεοκρατικούς ρωμαϊκούς θεσμούς), δεν έκλεισε τους αρχαίους ναούς, εκτός από λίγους, στους οποίους εκπορνεύονταν κορίτσια, όπως της Αστάρτης στα Άφακα της Φοινίκης, και ένα δεύτερο πάνω στον Πανάγιο Τάφο, για ευνόητους λόγους. Αντίθετα, ίδρυσε στη νεογέννητη Κωνσταντινούπολη και ναούς της Ρέας και της Τύχης, μεταφέροντας στον πρώτο το πανάρχαιο ξόανο της θεάς από το όρος Δίδυμο και στο δεύτερο το άγαλμα της Τύχης από την παλαιά Ρώμη. Απαγόρευσε μόνο τη μυστική, ιδιωτική άσκηση της μαντείας, ακολουθώντας τα βήματα του εθνικού Οκταβιανού, όχι για θρησκευτικούς λόγους, αλλά επειδή αποτελούσε πρόφαση συνωμοτικών ενεργειών [3].
           Συκοφαντείται ως αδίστακτος, αν και τόσο φιλάνθρωπος, επειδή διέταξε την εκτέλεση του γιου του, του Κρίσπου (αν το έκανε, γιατί υπάρχουν υπόνοιες πως ο νέος δολοφονήθηκε στη φυλακή από ανθρώπους της μητριάς του Φαύστας), όμως αυτό είναι μάλλον απόδειξη της αρετής του· ο Κρίσπος κατηγορήθηκε (άδικα, όπως αποδείχτηκε) για βιασμό της Φαύστας και ο πατέρας του έπρεπε να επιλέξει αν θα εφάρμοζε το νόμο στον ίδιο το γιο του ή θα τον αποδείκνυε αυθαίρετα υπεράνω του νόμου. Επέλεξε το πρώτο, όσο οδυνηρό κι αν ήταν σίγουρα γι’ αυτόν. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που, αν και είχε ζήσει εφαρμόζοντας όσο μπορούσε την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας, δέχτηκε το βάφτισμα μόνο όταν ήξερε ότι είχε ασθενήσει προς θάνατον, υποβληθείς σε ισόβια μετάνοια πιθανόν από τον άγιο Όσιο Κορδούης, όχι επειδή εφάρμοσε το νόμο, αλλά επειδή καταδίκασε έναν αθώο.
               Ο ιστορικός Ζώσιμος, παγανιστής και προκατειλημμένος κατά του Κωνσταντίνου, μετά τα μέσα του 5ου αιώνα, έγραψε πως αργότερα η Φαύστα θανατώθηκε στο λουτρό της μέσα σε βραστό νερό, όμως οι πηγές της εποχής δεν κάνουν λόγο για κάτι τέτοιο – και, αλήθεια, οι Πατέρες της Εκκλησίας δε θα παρέλειπαν να καταδικάσουν μια τέτοια πράξη, όπως αργότερα ο άγιος Αμβρόσιος τη σφαγή της Θεσσαλονίκης από το Θεοδόσιο. Ο άγιος Όσιος Κορδούης, ο Μ. Αθανάσιος κ.π.ά., ακόμη και ο Μέγας Αντώνιος και οι Πατέρες της ερήμου, θα το είχαν αναφέρει τουλάχιστον σε κάποια επιστολή. Αντίθετα, ο άγιος Ιερώνυμος (366-419 μ.Χ.), πολύ πιο κοντινός στα γεγονότα από το Ζώσιμο, γράφει πως η Φαύστα πέθανε τρία ή τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου (Κώστα Β. Καραστάθη Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας και η εναντίον του πολεμική, Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα Μάιος 2006, σελ. 35-41).
            Η σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου ήταν ένα μεγαλόπνοο σχέδιο, που φανέρωνε πόσο δημοκρατικό θεωρούσε ο Κωνσταντίνος το χριστιανισμό. Στην Οικουμενική Σύνοδο ο ίδιος (τυπικά ειδωλολάτρης και ανώτατος αρχιερέας της εθνικής θρησκείας) παρευρέθηκε χωρίς να παρέμβει καθόλου στις εργασίες της. Δεν ήταν ούτε πρόεδρος, θέση που μάλλον είχε αναλάβει ο Ευστάθιος Αντιοχείας (βλ. Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, σελ. 437).
                Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Ευσέβιος Καισαρείας, Θεοδώρητος Κύρου, Φιλοστόργιος και Σωκράτης συμφωνούν πως ο άγιος δεν παρενέβη καθόλου στις εργασίες της Συνόδου, ενώ δεν υπάρχει καμία αρχαία μαρτυρία για το αντίθετο. Ο Κωνσταντίνος δεν γνώριζε τη χριστιανική θεολογία, δεν έκανε καμία πρόταση στη Σύνοδο, δεν επέβαλε καμία ιδέα, περίμενε απλώς να δει τι θα αποφασίσουν οι επίσκοποι και αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν η ομόνοια στην αυτοκρατορία, που ταρασσόταν από τον αρειανισμό.
             Εξυπακούεται ότι οι αρνούμενοι την αγιότητα του Κωνσταντίνου, και μάλιστα οι πολέμιοί της, θεωρούν απάτη προς παραπλάνηση των μαζών τον ισχυρισμό του για το όραμα του σταυρού. Η άποψή τους οφείλεται στην υποταγή της Ιστορίας στα ερμηνευτικά και ιδεολογικά μοντέλα της νεωτερικότητας, σύμφωνα με τα οποία τα γεγονότα έχουν μόνο πολιτικά και οικονομικά, και όχι πνευματικά, αίτια.
              Ο Κωνσταντίνος δεν εξαπάτησε το λαό· υποστήριξε το χριστιανισμό γιατί τον πίστεψε. Οι χριστιανοί κατά τη μεταστροφή του δεν ήταν παρά το ένα δέκατο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας – δε μπορούσε να στηριχτεί σ’ αυτούς για πολιτικούς λόγους. Το ότι δεν έθετε τη δημόσια εικόνα του πάνω από τις πεποιθήσεις του φαίνεται και από την άρνησή του να τελέσει την καθιερωμένη θυσία στο Καπιτώλιο το 326, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις των εθνικών και θραύση των αγαλμάτων του. Η σοφή αντίδρασή του στην προτροπή των συμβούλων του για αντίποινα είναι γνωστή: άγγιξε το πρόσωπό του και είπε χαριτολογώντας «δε βλέπω να έχει σπάσει τίποτα».
                Επιπλέον, ποτέ δε διαφήμισε το όραμά του, ούτε το εκμεταλλεύτηκε για να παραστήσει τον άγιο, αν και του δόθηκε η ευκαιρία αμέτρητες φορές, τόσο κατά τη σύνοδο της Νίκαιας όσο και αργότερα, στην αντιπαράθεσή του με τον Αθανάσιο· το εκμυστηρεύθηκε ιδιωτικά στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, από το οποίο προέρχονται και οι δύο αναφορές σ’ αυτό, του Ευσέβιου και του Λακτάντιου.
              Ας σημειώσουμε εδώ ότι ανάλογη εμπειρία είχε και ο Λικίνιος, λίγο μετά τις αποφάσεις των Μεδιολάνων, πριν τη μάχη εναντίον των πολλαπλάσιων δυνάμεων του (επιτιθέμενου) Μαξιμίνου στην Αδριανούπολη: ο ίδιος διέταξε το γραμματέα του επί των απορρήτων να καταγράψει μια προσευχή, που του υπαγόρευσε άγγελος Κυρίου στον ύπνο του· η προσευχή αυτή διανεμήθηκε στο στρατό και εκφωνήθηκε ομαδικά πριν την έναρξη της μάχης. Εκείνος όμως αρνήθηκε την πρόσκληση και παρέβη τις αποφάσεις της ανεξιθρησκίας με νέο διωγμό, για να ηττηθεί τελικά από τον Κωνσταντίνο το 324 στη Χρυσούπολη. Τότε μόνο, και με αυτό τον τρόπο, ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας. Ο Λικίνιος (γαμπρός του Κωνσταντίνου) δε θανατώθηκε, αλλά τέθηκε σε περιορισμό στη Θεσσαλονίκη· εκτελέστηκε όμως αργότερα μαζί με το συνεργάτη του Σέξτο Μαρτινιανό, όταν προσπάθησε να υποκινήσει εξέγερση.
 
 
Σημειώσεις
[1] Εκτός από τους χριστιανούς που θανατώθηκαν με διάφορες προφάσεις, αλλά κατ’ ουσίαν ως αντιφρονούντες, όπως οι άγιοι Αρτέμιος, Ιουβεντίνος, Μαξιμιανός, Μακεδόνιος, Τατιανός, Θεόδουλος, Βασίλειος Αγκύρας κ.ά., ο Ιουλιανός διεξήγαγε επίσης ανθρωποθυσίες, πράγμα συνηθέστατο στην αρχαία θρησκεία: «Μετά την αναχώρηση του Ιουλιανού από την Αντιόχεια για να συγκρουστεί με τους Πέρσες, βρέθηκαν στον ποταμό Ορόντη πτώματα από ανθρωποθυσίες (Γρηγ. Θεολ., PG 35, 624). Λείψανα ανθρωποθυσιών ανακαλύφθηκαν και στα ανάκτορά του μετά το θάνατό του και ανήκουν σε παιδιά και παρθένες. (Ιωαν. Χρυσ., PG 50, 555). Στην πόλη Κάρρα σφραγίστηκε ο ναός και απαγορεύθηκε το άνοιγμά του, μέχρι την επιστροφή του ίδιου από την εκστρατεία στην Περσία. Όταν ανοίχθηκε, αφού ο Ιουλιανός ποτέ δεν επέστρεψε, βρέθηκε μια νεκρή γυναίκα κρεμασμένη από τα μαλλιά, με τα χέρια ανοιγμένα και τα σπλάχνα της βγαλμένα. Κλασσική περίπτωση σπλαχνοσκοπίας, για να μαντέψει το τέλος του πολέμου. (Θεοδ. Κύρου, Εκκλ. Ιστορ., 3,21 PG 82, 1120)»
Ενίοτε ο ειδωλολατρικός όχλος θανάτωνε τους χριστιανούς με «ευρηματικούς» τρόπους: ιερείς και παρθένες στην Ασκάλωνα και τη Γάζα συνελήφθησαν, τους άνοιξαν την κοιλιά, έριξαν μέσα κριθάρι και αμόλυσαν γουρούνια που τους έφαγαν ζωντανούς (Θεοδ. Κύρου, Εκκλ. Ιστορ., 3, 3). Με τον ίδιο τρόπο, κατά το Σωζομενό (Εκκλ. Ιστ. 5, 10), θανατώθηκαν παρθένες στην Ηλιούπολη του Λιβάνου. Συνεπώς επρόκειτο για μια συνήθη μέθοδο, ένα έθιμο.
[2] Να σημειώσουμε εδώ ότι μια αναφορά σε βιβλίο εξαίρετου Ρεθεμνιώτη συγγραφέα, ότι ο άγ. Κωνσταντίνος έπνιξε στο Βόσπορο τους λεπρούς της Κων/πολης, κατά τη γνώμη μου είναι εσφαλμένη (όχι μόνο δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα του, αλλά και δεν την έχω συναντήσει πουθενά). Αντίθετα, υπάρχει σχετική μαρτυρία για τον Κωνστάντιο, γιο και διάδοχο του αγίου και σκληρό βασιλιά (τον αναφέραμε προς την αρχή του άρθρου). Ο Κωνστάντιος θανάτωσε τον άγιο Ζωτικό τον Ορφανοτρόφο (γιορτάζει 31 Δεκ.), σέρνοντάς τον δεμένο σε άλογα που κάλπαζαν, επειδή αθέτησε τη διαταγή του και, αντί να σκοτώσει τους λεπρούς, τους περιέθαλπε. Πιστεύω ότι στον Κωνστάντιο αναφερόταν στην πραγματικότητα η πληροφορία αυτή (στην πηγή του συγγραφέα μας) και από λάθος γράφτηκε «Κωνσταντίνος».
[3] Βλ. λεπτομέρειες στο Πολύμνιας Αθανασιάδη, «To λυκόφως των θεών στην Ανατολική Μεσόγειο. Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επιμέρους περιοχές», περιοδ. Ελληνικά, τόμ. 44, τεύχ. 1, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1994. Για το ότι η θέση του Τάφου του Χριστού ήταν γνωστή και δεν αποτελούσε εφεύρημα του Κωνσταντίνου, βλ. Αρχιεπισκόπου Ιορδάνου Τ. Π. Θεμελή, «Η αυθεντικότητα του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου», περιοδικόΑγία Σιών, τ. Δ΄, 1928, σελ. 193 εξ. (και στο διαδίκτυοhttp://www.impantokratoros.gr/9FF1E5AB.el.aspx). Για τη θρησκευτική νομοθεσία του Κωνσταντίνου γενικότερα βλ. σχετικό άρθρο του καθηγητή Σπύρου Ν. Τρωιάνου στα Ιστορικά τηςΕλευθεροτυπίας, Νο 135, 23 Μαϊου 2002, σελ. 43 – 49, και Β. Στεφανίδου Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήνα 1998, σελ. 142-144.
 


1 σχόλιο: