Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

H ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ

  Sir Steven Runciman,
«Μυστράς: Βυζαντινή πρωτεύουσα της Πελοποννήσου»
 
 
                   Δεν είναι εύκολο στην εποχή μας να οραματιστούμε το Μυστρά όπως πρέπει να ήταν τον καιρό των Δεσποτών. Σήμερα, η γοητεία που ασκεί στον επισκέπτη πηγάζει από την ηρεμία του και την ομορφιά της τοποθεσίας του. Αφήνει κανείς τη φασαρία της σύγχρονης ζωής στην ευχάριστη μικρή πόλη που βρίσκεται ενάμιση χιλιόμετρο νοτιότερα. Στην παλιά περιτειχισμένη πόλη που σκαρφαλώνει στην απότομη βουνοπλαγιά μόνο μερικές εκκλησίες ξεχωρίζουν ανέπαφες, ενώ το μεγάλο ερειπωμένο κτίριο του Ανακτόρου των Δεσποτών κυριαρχεί ακόμη στη μέση του σκηνικού. Οι μόνοι κάτοικοι είναι οι καλόγριες που μένουν στη μονή της Παντάνασσας, εκτός από τους υπαλλήλους που επανδρώνουν κάθε μέρα το μικρό μουσείο και τα γραφεία, κάτω, δίπλα στη Μητρόπολη.
                Είναι σκληρό να θυμάται κανείς ότι αυτή ήταν κάποτε μια ζωντανή πόλη είκοσι περίπου χιλιάδων κατοίκων με πυκνοκατοικημένα προάστια κάτω από το λόφο. Αλλά καθώς κανείς περιδιαβαίνει ανάμεσα στους ερειπωμένους δρόμους και στα σοκάκια, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ποια θα πρέπει να ήσαν τα μεγάλα σπίτια της αριστοκρατίας, τα πιο φτωχά σπίτια, τα μαγαζιά και οι στρατώνες, παρ' όλο που πολλά δεν έχουν αναγνωριστεί.
               Η παλιά πόλη ήταν χωρισμένη σε τρία μέρη. Από το κάστρο, στην κορυφή του λόφου, τείχη κατέβαιναν προς τα κάτω στη λοφοπλαγιά και από τις δύο πλευρές, μέχρι ακριβώς κάτω από το Ανάκτορο των Δεσποτών, όπου ενώνονταν με ένα τρίτο τείχος, σχηματίζοντας, έτσι, σχεδόν ένα τρίγωνο. Κάτω από αυτό το τρίγωνο υπήρχε ένα λίγο μεγαλύτερο κομμάτι που έφτανε μέχρι τους πρόποδες του λόφου και το σχήμα του έμοιαζε με ένα είδος ποδιάς, που κι αυτό ήταν περιτριγυρισμένο από ένα τείχος. Και κάτω από αυτό, σε πιο ομαλό έδαφος με κατεύθυνση προς το νότο, βρισκόταν ένα τρίτο τμήμα που ήταν πιθανώς ατείχιστο. Όταν οι Έλληνες έγιναν κύριοι της λοφοπλαγιάς, το 1262, θα πρέπει να μην είχε κτίσματα, εκτός από το μεγάλο κάστρο στην κορυφή και ένα ή δύο σπίτια προς τα κάτω, προορισμένα για τη χρήση των οικογενειών των φρουρών. Συγκεκριμένα στη μέση της πλαγιάς, όπου υπήρχε ένας αρκετά επίπεδος περίβολος, οι Φράγκοι είχαν κτίσει μια κάπως καλαίσθητη κατοικία που δέσποζε πάνω από την κοιλάδα προς τα ανατολικά. Ήταν ίσως εδώ που ο διοικητής του φρουρίου ζούσε με τη γυναίκα του και την οικογένειά του, όταν η παρουσία του δεν ήταν αναγκαία στο ίδιο το κάστρο.
                  Οι Έλληνες που ήρθαν εδώ επάνω από τη Λακεδαιμονία τα χρόνια μετά το1262, για να ζήσουν στην ασφάλεια του Μυστρά, φαίνεται ότι στην αρχή είχαν εγκατασταθεί στη βόρειο-ανατολική άκρη της Κάτω πόλης. Εκεί ήταν που είχαν κτισθεί οι παλιότερες εκκλησίες στην πόλη. Καθώς οι διοικητές της βυζαντινής επαρχίας προτιμούσαν ακόμη να ζουν στη Μονεμβασία, η ανοικοδόμηση των εκκλησιών στο Μυστρά είχε αφεθεί στους τοπικούς αξιωματούχους ή στους ανθρώπους της Εκκλησίας.
              Από αυτούς ο πιο αξιόλογος στο τέλος του δέκατου τρίτου αιώνα ήταν ένας κληρικός, ο Παχώμιος, που για ένα διάστημα εκτελούσε καθήκοντα πρωτοσύγκελου της επαρχίας και που τον εκτιμούσαν για τις ικανότητές του και για τη μόρφωσή του. Περίπου το 1295 φρόντισε για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας που κτίσθηκε στην πόλη, της οποίας τα φτωχικά θεμέλια είχαν τεθεί από κάποιον ηγούμενο Δανιήλ. Λίγα χρόνια αργότερα ο Παχώμιος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και ίδρυσε ένα μοναστήρι, το Βροντόχιον, του οποίου έγινε ηγούμενος. Σ' αυτό ενσωματώθηκε η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων και γύρω στα 1310 πρόσθεσε μίαν άλλη εκκλησία, αφιερωμένη στην Παναγία την Οδηγήτρια, «αυτήν που δείχνει το δρόμο», αλλά που συνήθως λέγεται το Αφεντικό. Αυτή επρόκειτο να γίνει η σπουδαιότερη εκκλησία του μοναστηριού. Η κομψότητα και το εξεζητημένο του κτίσματος, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, δείχνει ότι την εποχή αυτή ο Μυστράς ήταν αρκετά σημαντικός και ο Παχώμιος είχε αρκετή επιρροή, ώστε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες ενός μοντέρνου αρχιτέκτονα και σύγχρονων διακοσμητών, πιθανώς από την Κωνσταντινούπολη.
          Σίγουρα οι σχέσεις του Παχώμιου με την Κωνσταντινούπολη ήσαν αρκετά στενές, ώστε με μια σειρά από τέσσερα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, που εκδόθηκαν μεταξύ του 1312 και του 1322, να αποκτήσει για λογαριασμό του μοναστηριού του, από τον αυτοκράτορα, εκτεταμένα κτήματα σε όλη τη βυζαντινή επαρχία, μαζί με την εξουσία πάνω σε έναν αριθμό μικρότερων μοναστηριών. Και άλλα κτήματα προστέθηκαν από το διοικητή Ανδρόνικο Ασάν και το 1375 ένας αριθμός προσωπικοτήτων του τόπου αποφάσισαν όλοι μαζί να τού δώσουν άλλο ένα κτήμα. Ο Παχώμιος, επίσης, έπεισε τον αυτοκράτορα να απομακρύνει τη μονή του από τη δικαιοδοσία των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών και να τη θέσει κατ'ευθείαν κάτω από την εξουσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που τού έδωσε ουσιαστική  ανεξαρτησία. Είναι ένα επιπλέον επίτευγμα του Παχώμιου το γεγονός ότι πέτυχε τον προβιβασμό της μονής του χωρίς να δυσαρεστήσει το μητροπολίτη της περιοχής.
              Η Μητρόπολη της Λακεδαιμονίας βρισκόταν σε αδράνεια από την εποχή της κατάκτησης των Φράγκων, στις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα• και μόνον μερικά χρόνια μετά την παραχώρηση του Μυστρά στους Έλληνες και την κατοπινή εγκατάλειψη της πόλης στην πεδιάδα από τους Φράγκους αποκαταστάθηκε αυτή και η έδρα της μετατέθηκε στο Μυστρά.
               Ο πρώτος κάτοχος της έδρας της Επισκοπής που αποκαταστάθηκε, του οποίου το όνομα γνωρίζουμε, ήταν κάποιος Θεοδόσιος που ήταν μητροπολίτης το 1272. Το κύριο πρόβλημά του φαίνεται ότι ήταν να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του εναντίον του αδελφού του της Μονεμβασίας. Η Μητρόπολη της Μονεμβασίας είχε ακμάσει και πάλι το1262, όταν οι Έλληνες ανέλαβαν την πόλη και έγινε ο τόπος διαμονής του διοικητή της επαρχίας. Ο κάτοχός της είχε προαχθεί σε υψηλή βαθμίδα στους επισκοπικούς καταλόγους και στα τελευταία χρόνια του δέκατου τρίτου αιώνα ήταν έξαρχος ή αντιπρόσωπος του Πατριάρχη για ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αυτό τού έδωσε το δικαίωμα, κατά τη γνώμη του, να ασκεί εξουσία στις Επισκοπές που κατά παράδοση ανήκαν στη Λακεδαιμονία. Η διαμάχη είχε ως επίκεντρο την Επισκοπή των Αμυκλών. Όταν ο Μυστράς έγινε οριστικά πρωτεύουσα της επαρχίας, ο μητροπολίτης του ανέμενε λογικά να έχει το προβάδισμα μεταξύ των ανθρώπων της Εκκλησίας στην επαρχία. Το Πατριαρχείο έλυσε το πρόβλημα διορίζοντας στο Μυστρά ή στη Λακεδαιμονία, κάποιον ανώτερο ιεράρχη, του οποίου η επίσημη έδρα ήταν στα χέρια των απίστων και ο οποίος γι ' αυτό το λόγο ήταν ελεύθερος να ενεργεί ως πρόεδρος ή διοικητής της μητροπολιτικής έδρας της Λακεδαιμονίας. Ο ΝικηφόροςΜοσχόπουλος, που διορίσθηκε στη Λακεδαιμονία περίπου το 1304, ήταν επίσημα μητροπολίτης Κρήτης, και επομένως είχε ανώτερο βαθμό από το μητροπολίτη της Μονεμβασίας.
                 O Νικηφόρος; Μοσχόπουλο  έδειξε ενεργητικότητα ματαιώνοντας τις εδαφικές επιδιώξεις του μητροπολίτη της Μονεμβασίας, αλλά ακόμη έδειξε ενδιαφέρον για την πνευματική και πολιτιστική παιδεία και τις τέχνες. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να δώσει στο Μυστρά μια Μητρόπολη αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Μια επιγραφή μας λέει ότι την έκτισε με τη βοήθεια του αδελφού του Ααρών, που ήταν χωρί ςαμφιβολία κάποιος πλούσιος λαϊκός. Ολοκληρώθηκε το 1309 ή 1310 κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' και του γιου του Μιχαήλ.

               Ο  Νικηφόρος είχε επαφή με κύκλους διανοουμένων στην  Κωνσταντινούπολη και διατηρούσε αλληλογραφία με λογίους όπως ο Μάξιμος Πλανούδης καιο Μανουήλ Φιλής. Ο ιστορικός Παχυμέρης τον περιγράφει σαν ένα αξιοσέβαστο και έντιμο άνθρωπο. Φαίνεται ότι παρακίνησε τον  ηγούμενο Παχώμιο να μετατρέψει τη μονή Βροντοχίου σε κέντρο μάθησης. Το 1311 δώρισε στο μοναστήρι ένα έξοχο αντίγραφο του Ευαγγελίου, που πιθανώς ήταν έργο των γραφέων της Κωνσταντινούπολης και τελικά κατέληξε στη Συνοδική Βιβλιοθήκη της Μόσχας. Ο Παχώμιος, που, όπως και ο  Νικηφόρος, είχε την εκτίμηση των λογίων της Κωνσταντινούπολης, ήταν ήδη απασχολημένος με την εποπτεία αντιγραφής χειρογράφων στοΜυστρά. Αυτός και ο Νικηφόρος ήσαν οι σκαπανείς της μετατροπής του Μυστρά σε πολιτιστικό κέντρο. Χωρίς αμφιβολία, οι δύο άνδρες της Εκκλησίας είχαν την υποστήριξη του διοικητή Ανδρόνικου Ασάν, που ήταν και ο ίδιος φίλος των λογίων. Αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία ότι πρόσθεσε κάποιο σημαντικό κτίσμα στην πόλη• αν και αυτή θα πρέπει να επεκτεινόταν συνεχώς.
               Ο επόμενος σημαντικός προστάτης των τεχνών που έζησε εκεί ήταν ο Δεσπότης Μανουήλ Καντακουζηνός. Θεώρησε ότι η κατοικία των ηγεμόνων ήταν πολύ μικρή για τις ανάγκες του. Έτσι, πρόσθεσε στο βόρειο μέρος του φραγκικού οικήματος μια μεγάλη πτέρυγα που πιθανώς κτίσθηκε κατά διαστήματα, που τού εξασφάλισε έναν αριθμό μεγάλων αιθουσών στο ισόγειο, και διαμερίσματα γι' αυτόν και για τους αυλικούς του στον επάνω όροφο. Υπήρχαν δύο πύργοι και στον έναν από αυτούς υπήρχε ένα παρεκκλήσι. Το βορειότερο τμήμα είχε στην ανατολική του πρόσοψη μια στεγασμένη κιονοστοιχία που οδηγούσε σε μια ταράτσα με έξοχη θέα στην κοιλάδα του Ευρώτα.         
               Ο Δεσπότης Μανουήλ έκτισε επίσης, λίγο πιο πέρα πάνω στο λόφο, μια καλαίσθητη εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Σοφία του Θεού, και δίπλα της ίδρυσε ένα μικρό μοναστήρι. Ενώ η εκκλησία του ΑγίουΔημητρίου παρέμεινε η Μητρόπολη, ο καθεδρικός ναός της πόλης, φαίνεται ότι η Αγ. Σοφία ήταν η εκκλησία του Ανακτόρου, που χρησιμοποιείτο για τις τελετές του Δεσποτάτου. Μπορούσε κανείς να φτάσει εκεί με τα πόδια από το παλάτι, ανεβαίνοντας μια πλαγιά με μικρή κλίση, ενώ για να φτάσουν στον Άγιο Δημήτριο, ο Δεσπότης και οι αυλικοί του έπρεπε να βαδίσουν σε πομπή μέσα από τους στενούς δρόμους της πυκνοκατοικημένης κάτω πόλης. Την εποχή που ήσαν δεσπότες οι Παλαιολόγοι, το ανάκτορο μεγάλωσε και πάλι. Η πτέρυγα που κτίσθηκε από το Μανουήλ Καντακουζηνό εξακολούθησε να χρησιμοποιείται ως κατοικία της πριγκιπικής οικογενείας• αλλά τώρα προστέθηκε ένα μεγάλο ορθογώνιο συγκρότημα που εκτεινόταν προς τα δυτικά σε ορθές γωνίες, από το βόρειο άκρο του παλατιού, με διαστάσεις περίπου 33,50 επί 10,65 μέτρα, με κελάρια και αποθήκες στο ισόγειο και επάνω από αυτά οκτώ δωμάτια μεγάλου μεγέθους που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, και που πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως γραφεία των κρατικών υπηρεσιών και των αυλικών του Δεσπότη. Επάνω από αυτό, πάλι, υπήρχε μια αίθουσα τελετών που καταλάμβανε όλη την επιφάνεια του συγκροτήματος, με οκτώ μεγάλα παράθυρα, διακοσμημένα με τυφλές γοτθικές αψίδες, στο νότιο τοίχο και έξι στο βόρειο τοίχο, και ψηλότερα στον τοίχο στρογγυλά παράθυρα, έξι στο νότιο τοίχο και οκτώ στο βόρειο. Μεταξύ των δύο κεντρικών παραθύρων στο νότιο τοίχο υπήρχε μια κόγχη, για να χωράει το θρόνο του Δεσπότη. Γύρω  γύρω από την υπόλοιπη αίθουσα υπήρχε ένα χαμηλό πέτρινο πεζούλι κτισμένο πάνω στον τοίχο, όπου οι αυλικοί και οι επισκέπτες  μπορούσαν να καθίσουν.
            
Τα παλάτια του Μυστρά. ΄Εχει ξεκινήσει ένα μεγάλο πρόγραμμα αναστήλωσης και συντήρησης που όταν ολοκληρωθεί θα αναδείξει τα κτίρια και θα ανανεώσει το ενδιαφέρον για την περιοχή


          Στη σημερινή κατεστραμμένη μορφή του το κτίριο είναι θλιβερό και αυστηρό, καθώς έχει χάσει τη στοά με τις αψίδες που εκτεινόταν κατά μήκος του νότιου τοίχου σε δύο πατώματα, δημιουργώντας πρόσβαση προς τους δύο χαμηλότερους ορόφους. Και επίσης δεν υπάρχει ίχνος από την εσωτερική διακόσμηση. Η χρονολογία του κτιρίου είναι άγνωστη. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να το συνδέσει με την επίσκεψη που έκανε ο αυτοκράτορας Μανουήλ στο Μυστρά το1408, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης περιόδου ηρεμίας, ή με την επίσκεψή του το 1415 που κράτησε περισσότερο, αν και εκείνη την εποχή όλα τα διαθέσιμα χρήματα έπρεπε να διατεθούν για την επισκευή του τείχους του Εξαμιλίου. Αν ένας αυτοκράτορας διέμενε στο Μυστρά, η κατοικία του θα έπρεπε να περιλαμβάνει και την κατάλληλη αίθουσα θρόνου. Η εγκατάσταση πριγκιπικής Αυλής στο Μυστρά παρακίνησε τους μεγιστάνες του τόπου να κτίσουν και οι ίδιοι σπίτια στην πόλη.
            Όπως και η ίδια η Κωνσταντινούπολη, ο Μυστράς δεν είχε μια ξέχωρη αριστοκρατική συνοικία. Τα σπίτια των πλουσίων μπορεί να ήσαν περιτριγυρισμένα από τα σπίτια των φτωχών. Αλλά ενώ στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν πλατείες και ακάλυπτοι χώροι με κήπους γύρω από τις πιο πλούσιες κατοικίες και συμπληρωματικοί νόμοι ρύθμιζαν το ελάχιστο πλάτος των δρόμων, στο Μυστρά η φύση του εδάφους με τις απότομες πλαγιές του και τον περιορισμένο χώρο του ανάγκαζε τα σπίτια να συνωστίζονται το ένα δίπλα στο άλλο, μερικές φορές τόσο κοντά που οι προεκτάσεις τους να δημιουργούν καμάρα πάνω από το δρόμο ή ακόμα μπορεί να υπήρχαν διαβάσεις κάτω από ιδιωτικές κατοικίες. Με τόσο λίγο επίπεδο έδαφος δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν ανοικτές πλατείες ή ακόμη και φαρδιές λεωφόροι. Η μόνη πλατεία με κάποια έκταση ήταν το φυσικό πλάτωμα στο οποίο ήταν κτισμένο το Ανάκτορο των Δεσποτών. Ο χώρος μπροστά από το Ανάκτορο διατηρήθηκε ακάλυπτος ως χώρος για τις δημόσιες τελετές. Κάλυπτε μια έκταση μεγαλύτερη από ότι φαίνεται σήμερα που τα ερείπια των κτιρίων που ανεγέρθηκαν από τους Τούρκους την περιορίζουν στη δύση και το νότο. Την εποχή των Δεσποτών, όταν δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από μια κρήνη που κτίσθηκε από το Μανουήλ Καντακουζηνό, ήταν ο συνηθισμένος τόπος συνάντησης για όλες τις κοινωνικές τάξεις του Μυστρά.
            Η Πάνω Πόλη δεν ήταν πυκνοκατοικημένη. Αυτό συνέβαινε και επειδή ο λόφος ήταν απότομος, εκτός από την περιοχή γύρω από το Ανάκτορο, και επειδή το νερό, που διοχετευόταν στην πόλη με σωλήνες από πηγές στην πίσω πλευρά του βουνού, δεν μπορούσε να μεταφερθεί ψηλότερα από το ύψος του Ανακτόρου. Τα σπίτια και τα μοναστήρια που ήσαν κτισμένα πιο πάνω στο λόφο εξαρτιόνταν, όπως και το κάστρο στην κορυφή, από δεξαμενές που συγκέντρωναν το νερό της βροχής. Οι βροχοπτώσεις στο Μυστρά είναι μερικές φορές δυνατές και συχνές κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και φαίνεται ότι ποτέ δεν είχε παρουσιασθεί έλλειψη νερού. Αλλά ήταν σίγουρα πιο βολικό να έχουν μια τακτική παροχή νερού με σωλήνες. Τα κτίρια στην Πάνω Πόλη συγκεντρώνονταν γύρω από το παλάτι και, πιθανώς, στέγαζαν αυλικούς και υπαλλήλους και εργαστήρια που κάλυπταν τις ανάγκες του παλατιού. Υπήρχε μια επιβλητική ιδιωτική κατοικία στα δυτικά του Ανακτόρου, λίγο ψηλότερα απ' αυτό, που ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να είναι γνωστή στον κόσμο σαν το Παλατάκι. Αποτελείται από έναν πύργο και μια μοναδική πτέρυγα κτισμένη πιθανώς στις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα, στην οποία προστέθηκε προς το τέλος του αιώνα μια πτέρυγα με δύο άλλες πτέρυγες στα άκρα της, που περιέβαλλαν μιαν αυλή. Εκτός από τον πύργο που ήταν πλούσια διακοσμημένος, το εξωτερικό του κτιρίου ήταν λιτό. Αλλά το πλήθος των αιθουσών, των δωματίων και των αποθηκών στο εσωτερικό δείχνει ότι θα πρέπει να ανήκε σε κάποια πλούσια και διακεκριμένη οικογένεια. Δεν έχει  διασωθεί καμία ένδειξη για το ποια μπορεί να ήταν αυτή.
            Για να φθάσει κανείς στην Πάνω πόλη, η πιο εύκολη διαδρομή ήταν από έξω από τα τείχη. Ο κύριος δρόμος από το βορρά ανηφόριζε στο λόφο έξω από το βόρειο τείχος και έμπαινε στην πόλη μέσα από την καλά οχυρωμένη Πύλη του Ναυπλίου, λίγο πιο πάνω από το Ανάκτορο των Δεσποτών. Λίγο παραπάνω, στην ίδια πλευρά, υπήρχε μια μικρή βοηθητική πύλη. Στη νότια πλευρά η πόλη προστατευόταν από απότομους  γκρεμούς, και ένα συνεχές τείχος δεν ήταν απαραίτητο. Μεταξύ της Πάνω πόλης και της Κάτω πόλης υπήρχε μόνο μία πύλη, γνωστή ως η Πύλη της Μονεμβασίας, καθώς ο δρόμος από τη Μονεμβασία τελείωνε στην Κάτω πόλη. Ο δρόμος που οδηγούσε μέχρι την Πύλη της Μονεμβασίας ήταν στενός και ήταν εύκολο να αποκλεισθεί. Γι' αυτό και η Πάνω πόλη μπορούσε να προστατευθεί εύκολα από τυχόν εξεγέρσεις στην Κάτω πόλη ή από κάποιον εχθρό που θα μπορούσε να εισδύσει σ' αυτήν. Ακριβώς πάνω από την πύλη υπήρχε ένα όμορφο αρχοντικό που πρέπει να ανήκε ή σε κάποια οικογένεια ευγενών ή, ίσως, στον υπεύθυνο για την πόλη αξιωματούχο, κάτι αντίστοιχο με τον έπαρχο της πόλης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος εκεί θα βρισκόταν σε καλή θέση για να επιβλέπει τους πολίτες. Το βόρειο μέρος της Κάτω πόλης πρέπει να ήταν γεμάτο από σπίτια και μαγαζιά, κτισμένα το ένα πολύ κοντά στο άλλο κατά μήκος στενών ελικοειδών δρόμων που συχνά ήσαν απότομοι και μερικές φορές με σκαλιά. Οι νότιες συνοικίες ήσαν καθώς φαίνεται λιγότερο πυκνοκατοικημένες. Εδώ τα σπίτια των πλουσίων είχαν χώρο για κήπους σε διαφορετικά επίπεδα.
              Κοντά στους πρόποδες της πλαγιάς, όχι μακριά από το ανατολικό τείχος, ένα θαυμάσιο αρχοντικό, που σύμφωνα με την παράδοση θεωρείται ότι ανήκε στην οικογένεια των Λασκάρεων, εξέχει από τη λοφοπλαγιά. Στο ανατολικό του άκρο, πάνω από τεράστιες αίθουσες με θολωτή στέγη, υπήρχαν δύο όροφοι, ένας για υπηρέτες και βοηθητικούς χώρους και ο επάνω όροφος που οδηγούσε σε ένα κομψό μπαλκόνι με θέα στην κοιλάδα που ήταν από κάτω. Στο δυτικό άκρο του κτιρίου, αυτός ο επάνω όροφος βρισκόταν στο επίπεδο του εδάφους. Η μικρή εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου, περίπου εκατό μέτρα παρακάτω από το αρχοντικό, ήταν πιθανώς το οικογενειακό παρεκκλήσι• και ο κήπος θα πρέπει να εκτεινόταν προς τα κάτω, μέχρι το στενό δρομάκι που  βρίσκεται μπροστά. Λίγο παραπάνω στο λόφο ήταν το σπίτι, όπου φαίνεται ότι έζησε η μεγάλη οικογένεια των Φραγκόπουλων. Δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο το αρχοντικό των Λασκάρεων, αλλά εξείχε με τον ίδιο τρόπο από το λόφο, με έναν εξώστη να δεσπόζει στο τοπίο. Τα λιγότερο σημαντικά κτίρια είναι όλα τόσο πολύ κατεστραμμένα που είναι αδύνατο να πει κανείς ποια ήσαν σπίτια και ποια ήσαν μαγαζιά. Εδώ και εκεί υπήρχαν κρήνες, απ' όπου οι πιο φτωχοί κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν το νερό τους. Τα μεγαλύτερα σπίτια είχαν ιδιωτικές στέρνες, στις οποίες διοχετευόταν το νερό με σωλήνες.
                Ξένοι έμποροι φαίνεται ότι έζησαν στις συνοικίες έξω από τα τείχη, στα ανατολικά, όπου βρισκόταν επίσης και η παροικία των Εβραίων. Πιθανώς εδώ διοργανώνονταν οι αγορές, καθώς θα ήταν δύσκολο να οδηγήσουν τα βοοειδή και τα πρόβατα μέσα από τους στενούς δρόμους της περιτειχισμένης πόλης. Πραγματικά, μέσα στην περιτειχισμένη πόλη τα εμπορεύματα μπορούσαν να μεταφερθούν μόνο στις ράχες μουλαριών ή γαϊδουριών. Η μεταφορά με τροχοφόρα ήταν αδύνατη. Στην Πάνω πόλη ο Δεσπότης και η οικογένειά του μπορούσαν να βγαίνουν έφιπποι έξω στην εξοχή περνώντας από την Πύλη του Ναυπλίου και οι αρχόντισσες μπορούσαν να μεταφέρονται σε φορητά ανάκλιντρα από το Ανάκτορο στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Αλλά στα απότομα, στριφογυριστά δρομάκια της Κάτω πόλης, ούτε άλογα, ούτε ανάκλιντρα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν. Οι πολίτες θα πρέπει να πήγαιναν στις δουλειές τους με τα πόδια.
          




         
                Η μεγαλοπρέπεια της πόλης οφειλόταν κυρίως στις εκκλησίες της. Η κοσμική αρχιτεκτονική του Μυστρά είναι σχεδόν περισσότερο δυτική παρά βυζαντινή. Τα μεγαλύτερα σπίτια, και το ίδιο το παλάτι, βρίσκονται κοντύτερα ως προς τη σύλληψη στα μικρότερα παλιά παλάτια της Ιταλίας παρά στις αίθουσες του Μεγάλου Ανακτόρου της Κωνσταντινούπολης, αλλά η θρησκευτική αρχιτεκτονική παρέμεινε πιστή στη βυζαντινή παράδοση. Το μόνο σημάδι δυτικής επίδρασης υπάρχει στην προσθήκη των καμπαναριών, όπως αυτά που στολίζουν την Αγία Σοφία ή την Παντάνασσα. Λίγες από τις εκκλησίες του Μυστρά διασώζονται μέχρι σήμερα, αλλά οι περισσότερες από αυτές που έχουν καταστραφεί ήταν μικρά παρεκκλήσια που, όπως η εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου, εξυπηρετούσαν την οικογένεια και τους ανθρώπους κάποιου πλουσίου. Η προσεκτικά αναστηλωμένη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη νοτιο-ανατολική άκρη της Κάτω πόλης, είναι πιθανώς ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Είναι ένα ορθογώνιο κτίριο με ημικυλινδρικό θόλο και μια κόγχη προσαρμοσμένη στο ανατολικό άκρο. Καθώς ο λόφος υψώνεται απότομα στα δυτικά, ο νάρθηκας είναι προσαρτημένος στη νότια πλευρά. Το μικρό παρεκκλήσι που είναι κτισμένο δίπλα στο δρομάκι που οδηγεί από το Ανάκτορο στην Αγία Σοφία είναι σχεδόν πανομοιότυπου σχεδίου, αν και οι εξαιρετικές τοιχογραφίες του, που τώρα μόλις και μετά βίας διακρίνονται, δείχνουν ότι ήταν διακοσμημένο από κάποιον από τους ζωγράφους του Δεσπότη. Οι μεγαλύτερες εκκλησίες ήσαν κτισμένες σε επίπεδες επιφάνειες που ανοίχτηκαν γι' αυτό το σκοπό, αλλά ακόμη και έτσι είχαν περιορισμένο χώρο.
          Αρχιτεκτονικά οι εκκλησίες του Μυστρά δεν είναι όλες του ίδιου τύπου, αλλά ακολουθούν διάφορες υστερο-βυζαντινές τεχνοτροπίες. Η μικρή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων είναι του ελληνικού σταυροειδούς τύπου,μια μικρή παραλλαγή της εκκλησίας που υπάρχει στο Δαφνί της Αττικής. Η Οδηγήτρια του ηγουμένου Παχωμίου και η Μητρόπολη του μητροπολίτη Νικηφόρου είναι βασιλικές μετά τρούλου, μικρές απομιμήσεις της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Σοφία του Δεσπότη Μανουήλ και η εκκλησία της Ευαγγελιστρίας στην Κάτω πόλη, για την ιστορία της οποίας δεν γνωρίζουμε τίποτα, είναι του τύπου που συνήθως ονομάζεται δίστυλος σταυροειδής, κάτι μεταξύ του ελληνικού σταυροειδούς ρυθμού και της βασιλικής μετά τρούλου, ένας τύπος στον οποίον ανήκουν πολλές βυζαντινές εκκλησίες της εποχής των Παλαιολόγων. Από τις δύο μεταγενέστερες σημαντικές εκκλησίες, αυτή της Περιβλέπτου, στο νοτιοανατολικό μέρος της Κάτω πόλης, που κτίστηκε από μια αρχοντική οικογένεια που δεν γνωρίζουμε το όνομά της, ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό, αλλά προσαρμοσμένο, ώστε να ταιριάζει στη βραχώδη διαμόρφωση του τόπου. Ενώ η Παντάνασσα που κτίστηκε το έτος 1426 από την οικογένεια των Φραγκόπουλων, της οποίας ο αρχηγός, ο Μανουήλ, ήταν τότε ο πρώτος μεταξύ των υπουργών του νεαρού Δεσπότη Θεοδώρου Β', είναι βασιλική.
              Έχει κανείς την εντύπωση ότι η αρχιτεκτονική δεν ενδιέφερε πολύ τους καλλιεργημένους κύκλους του Μυστρά• αυτό που τους γοήτευε ήταν η διακόσμηση. Στην εξωτερική επιφάνεια, η επένδυση από πλίνθους παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχεδίων που τα ζωντανεύουν οδοντωτές ταινίες, γιρλάντες, κόγχες και τυφλά αψιδώματα. Οι εσωτερικές επιφάνειες ήσαν καλυμμένες με τοιχογραφίες.
          Στην εξασθενημένη πια οικονομικά και μελαγχολική πόλη της Κωνσταντινούπολης ελάχιστα νέα κτίρια ανεγέρθηκαν μετά το μέσον του δέκατου τέταρτου αιώνα. Η επισκευή του ιερού της Αγίας Σοφίας μετά από έναν σεισμό το 1346 ήταν το τελευταίο μεγάλο καλλιτεχνικό έργο στην πρωτεύουσα. Έχουμε ακούσει για τις τοιχογραφίες που προστέθηκαν στο Καθολικό της Μονής της Θεοτόκου της Βεβαίας Ελπίδας, στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα και για μιαν άλλη εργασία που έγινε στην εκκλησία της Μονής της Χώρας. Αλλά όταν μια από τις ιερότερες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, η Παναγία των Βλαχερνών, έπαθε ζημιές απόπυρκαγιά το 1434, δεν υπήρχαν ούτε χρήματα ούτε ίσως και θέληση να την επιδιορθώσουν. Οι ζωγράφοι του Βυζαντίου είχαν πάει μακριά, αναζητώντας αλλού προστάτες. Εργασία υψηλής ποιότητας γινόταν ακόμη στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου πέμπτου αιώνα.
             Άλλοι ζωγράφοι πήγαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μυστρά. Οι πιο παλιές τοιχογραφίες του Μυστρά που διασώζονται, αυτές στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, είναι χαλασμένες σε μεγάλο βαθμό ώστε να μπορέσουμε να τις κρίνουμε. Αλλά είναι φανερό ότι και ο μητροπολίτης Νικηφόρος και ο ηγούμενος Παχώμιος χρησιμοποίησαν, ο καθένας, καλλιτέχνες υψηλής στάθμης για τη Μητρόπολη και την εκκλησία της Οδηγήτριας αντίστοιχα. Στη Μητρόπολη πολλές από τις πάνω τοιχογραφίες καταστράφηκαν όταν ένας μεταγενέστερος μητροπολίτης, ο Ματθαίος, αποφάσισε να επιδιορθώσει και να μετατρέψει την οροφή, και πολλές άλλες από τις αρχικές παραστάσεις καλύφθηκαν από μεταγενέστερα έργα ή από σοβάδες. Αλλά τώρα έχουν αποκαλυφθεί αρκετά ώστε να φανεί ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και να ανήκαν στην ίδια σχολή που δημιούργησε εκείνο το περίφημο αριστούργημα της βυζαντινής ζωγραφικής, την Εις Άδου Κάθοδον, στο παρεκκλήσι της εκκλησίας του Σωτήρος της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, η ίδια ομάδα καλλιτεχνών που διακόσμησε τη σύγχρονη εκκλησία του Αφεντικού, την Οδηγήτρια• και εδώ οι τοιχογραφίες είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η ποιότητα της εργασίας είναι εξαιρετική. Το σχέδιο είναι καλό. Υπάρχει μια ιδέα ανθρωπιάς, ανθρώπινου δράματος και ανθρώπινου πάθους στις ανθρώπινες μορφές, αν και η επιβλητικότητά τους διατηρείται ακέραιη. Υπάρχει κάτι από την περιφρόνηση προς τον ρεαλισμό που εγκαινιάσθηκε με τους ζωγράφους της Τραπεζούντας. Οι εικόνες ίσως δεν έχουν το κλασσικό συγκρατημένο ύφος που χαρακτήριζε τον Δάσκαλο της Χώρας. Αλλά οι καλλιτέχνες μπορούν να θεωρηθούν ισάξιοί του.              
             Οι τοιχογραφίες στην εκκλησία της Περιβλέπτου φαίνεται ότι έγιναν περίπου μισόν αιώνα αργότερα. Θα ήταν ενδιαφέρον να ξέραμε, αν οι καλλιτέχνες που εργάσθηκαν εκεί ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη ειδικά γι' αυτό το σκοπό ή αν ανήκαν σε κάποια τοπική σχολή που είχε ιδρυθεί από τους καλλιτέχνες που είχαν εργασθεί για το μητροπολίτη Νικηφόρο και τον ηγούμενο Παχώμιο. Ατυχώς δεν υπάρχουν τοιχογραφίες της περιόδου αυτής, που να διασώζονται στην Κωνσταντινούπολη και να μπορούν να μας καθοδηγήσουν. Και αυτές στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας του Δεσπότη Μανουήλ, για τις οποίες θα πρέπει να είχε χρησιμοποιήσει τους καλύτερους διαθέσιμους καλλιτέχνες, έχουν τόσο πολύ καταστραφεί από εικόνες που ζωγραφίστηκαν πάνω τους και στη συνέχεια, από επιστρώσεις ασβέστη, όταν η εκκλησία έγινε τζαμί, που δεν μπορούν να μάς δώσουν καμία χρήσιμη μαρτυρία. Καθώς δεν έχουμε άλλες ενδείξεις, είναι δελεαστικό να θεωρήσουμε τις τοιχογραφίες της Περιβλέπτου ως έργο μιας τοπικής σχολής, καθώς έχουν ένα δικό τους ύφος. Ανήκουν στην παράδοση των τοιχογραφιών της Χώρας. Το σχέδιο είναι και εδώ εξαιρετικό, αν και οι καλλιτέχνες αρέσκονται τώρα να απαλύνουν τα περιγράμματα με πιο ανεπαίσθητες χρωματικές διαβαθμίσεις. Υπάρχει ακόμη μια αυστηρή μεγαλοπρέπεια σε πολλές από τις ανθρώπινες μορφές, αλλά εδώ και εκεί υπεισέρχεται μια κάποια μελαγχολία. Υπάρχει μια ελαφριά απώλεια της ζωηρότητας. Οι άνθρωποι φαίνονται όχι τόσο πολύ να κινούνται, όσο να πλανώνται στον αέρα. Παρ'όλα αυτά, η διακόσμηση της Περιβλέπτου είναι η πιο ενδιαφέρουσα και επιτυχής από όλες αυτές στο Μυστρά. Μερικές από τις ξεχωριστές σκηνές, τέτοιες όπως αυτή της Θείας Λειτουργίας στη βόρεια αψίδα, που είναι ατυχώς η σκοτεινότερη γωνιά της εκκλησίας, ή η Γέννηση στη νότια πτέρυγα, είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά έργα τέχνης.
             Η εκκλησία της Παντάνασσας, που κτίστηκε το 1428, δείχνει με τη διακόσμησή  της πως η αίσθηση του ωραίου είχε αλλάξει στο διάστημα του μισού αιώνα που μεσολάβησε. Οι καλλιτέχνες ήσαν ακόμη πολύ υψηλού επιπέδου και χρησιμοποιούσαν χρώματα σχεδόν χωρίς κανένα περιορισμό ως προς την ποικιλία τους και την περιφρόνηση της πραγματικότητας. Αλλά η ζωγραφική εμποδίζεται από την επιθυμία να συνταιριάξει πάρα πολλές μορφές στο χώρο. Κατά κάποιο τρόπο, η θρησκευτική ένταση της παλαιότερης βυζαντινής δουλειάς έχει χαθεί. Είναι σχεδόν σαν να κοιτάζαμε τις εικονογραφήσεις σε ένα βιβλίο με παραμύθια. Αισθάνεται κανείς ότι οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να  μεταφέρουν μια τεχνοτροπία εικονογράφησης βιβλίου σε μεγαλύτερους χ ώρους, για τους οποίους ήταν ακατάλληλη. Υπάρχει μεγάλη γοητεία σε όλα αυτά. Αλλά είναι η τέχνη ενός πολιτισμού που έχει επιζήσει περισσότερο από την πολιτική του βάση, μια τέχνη μελαγχολικής νοσταλγίας, για την οποία δεν υπήρχε μέλλον. Τα έργα ζωγραφικής στην Παντάνασσα του Μυστρά αποτέλεσαν το τελευταίο σημαντικό μνημείο του μεσαιωνικού ελεύθερου ελληνικού κόσμου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου