Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά - Βοιωτία

 

             Τo σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Ελλάδας του 11ου αι, η Μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτη, είναι χτισμένο σε γραφική πλαγιά στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα, κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία.Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο τόπων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από κοινού με τα μοναστήρια της Νέας Μονής και του Δαφνίου.
             Το μοναστήρι που είναι αφιερωμένο στον τοπικό άγιο, απέκτησε σύντομα μοναδική ακτινοβολία και τούτο γιατί η μορφή της τέχνης του θεωρείται πρότυπο για τα βυζαντινά μνημεία του 11ου αι. σε όλη την Ελλάδα.
              Βασική πηγή των πληροφοριών μας για το μοναστήρι και τον Όσιο Λουκά είναι ο Βίος του, που συνέταξε ανώνυμος μαθητής του το 962, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου το 953. Μαθαίνουμε ότι ήταν τοπικός αξιωματούχος, με στενή σχέση με τους στρατηγούς του Θέματος της Ελλάδος, με έδρα την ακμάζουσα τότε Θήβα.
          
              Το συγκρότημα αποτελείται από το σύμπλεγμα δύο εκκλησιών, τη μονή της Παναγίας και το Καθολικό, που πλαισιώνονται από κελιά και βοηθητικά κτίσματα. Δύο μεγαλειώδεις βυζαντινές εκκλησίες, διακοσμημένες με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά πάνω σε χρυσό βάθος (10ος-11ος αιώνας). Όλη η βυζαντινή πολυτέλεια σε ένα μοναστήρι, που κατοικείται ακόμα και αναδείχτηκε πρόσφατα χάρις σε ακόμα μια πετυχημένη αναστήλωση
             Πρώτα κτίστηκε ο ναός της Παναγίας στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Το καθολικό κατασκευάστηκε στη συνέχεια, στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα, για να στεγάσει το λείψανο του Οσίου. Οι τεράστιες δαπάνες που απαιτήθηκαν για την ανέγερση και η ποιότητα και η πολυτέλεια των υλικών φανερώνουν όχι μόνο την εύνοια Βυζαντινών αυτοκρατόρων και αξιωματούχων αλλά και τη μετάκληση συνεργείων από την Κωνσταντινούπολη.
              Η οικοδόμηση του Καθολικού αποδίδεται, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου: Τον Ρωμανό Β΄ (959-963), τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο (976-1028) και τον Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο(1042-1056).
               Ο Όσιος Λουκάς είχε προφητέψει το 941 ότι «Ρωμανός Κρήτην χειρούται», θα ελευθερώσει δηλαδή την Κρήτη από τους Σαρακηνούς.Όταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α ΄ πού βασίλευε την εποχή εκείνη, απάντησε «ουχί ούτος αλλ’ έτερος». Έτσι η ανέγερση του Καθολικού συνδυάστηκε με την προφητεία αυτή, γιατί ήταν επόμενο ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Β΄ να θέλησε να ανεγείρει έναν μεγαλοπρεπή ναό από ευγνωμοσύνη στον Όσιο για την απελευθέρωση της Κρήτης (961), όπως είχε προφητέψει είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όμως ο Ρωμανός Β΄ απεβίωσε το 963, δύο χρόνια μετά την ανακατάληψη της Κρήτης. Επομένως το χρονικό διάστημα των δύο ετών που μεσολάβησε κρίνεται ανεπαρκές για την αποπεράτωση του μεγαλεπήβολου αυτού έργου.
             Πιο πιθανή είναι η εκδοχή της συμβολής του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου στην ανέγερση του Καθολικού,καθώς η εποχή του συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο.
              Προς την κατεύθυνση αυτή μας οδηγεί και η πληροφορία του περιηγητή Κυριακού Αγκωνίτη (1391-1455). Τη Μονή επισκέφθηκε ο Κυριακός κατά την περιοδεία του στην Ελλάδα από το τέλος του 1435 ως το Μάρτιο του 1436. Ο περιηγητής έγραψε «ιδία χειρί», μικρό κείμενο, στο οποίο αναφέρει ότι ο ναός του Οσίου Λουκά κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο και ότι την πληροφορία αυτή τη διάβασε σε βιβλίο της Μονής.
              Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού της Κοιμήσεως της Παναγίας είναι τετρακιόνιος σταυροειδής με τρούλο. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου .
 
 
 
 
 

                        Το Καθολικό που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του Οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον τύπο των «ηπειρωτικών οκταγωνικών ναών» και μάλιστα θεωρείται το πρότυπο όλων των μεταγενέστερων ναών αυτού του τύπου. Το καθολικό του Οσίου Λουκά χαρακτηρίζεται για τον ευρύ τρούλο του (διαμέτρου 9 μ. περίπου) και αντίστοιχα το διευρυμένο ενιαίο τετράγωνο χώρο κάτω από αυτόν. Το βάρος του τρούλου φέρουν οκτώ ογκώδεις πεσσοί. Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του Οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται και επικοινωνεί με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του Οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.
               Μετά την ανέγερση και των συνοδευτικών κτισμάτων, το συγκρότημα οχυρώθηκε, όμως, ελάχιστα τμήματα από την αρχική περιτοίχιση σώζονται σήμερα.
              Η γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά που μόνο ένα τμήμα τους σώζονται σήμερα, υποβάλλουν στον επισκέπτη την εικόνα του εσωτερικού της μονής όπως ήταν τα χρόνια που θεμελιώθηκε. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνιού. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.
               Αναστηλωμένο σε μεγάλο βαθμό σήμερα όλο το συγκρότημα, είναι εγγεγραμμένο από το 1990 στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO και αποτελεί σπουδαίο βυζαντινό μνημείο του ελλαδικού χώρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου