Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Η άγνωστη επιστήμη του Βυζαντίου

Η άγνωστη επιστήμη του Βυζαντίου

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗ εφημ. ΄΄Τα Νέα΄' 
 
 
 
        «Η Γη είναι ένα παραλληλόγραμμο. Περιβάλλεται από τείχη, κυρτά στην κορυφή, ώστε να σχηματίζουν τον ουράνιο θόλο. Στο κέντρο υπάρχει ένα ψηλό βουνό, πίσω από το οποίο ο ήλιος χάνεται κάθε βράδυ»... Η φαντασία ήταν βασικό «συστατικό» στην κοσμογραφία και σε πολλές επιστήμες, στο Βυζάντιο. Ωστόσο ο καλόγερος του 547 μ.Χ., Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, που περιγράφει τη Γη ως παραλληλόγραμμο, ήταν από τους πρώτους που ανέφερε την ύπαρξη της Κίνας...


          Μπορεί να μην πολλαπλασίασε την επιστημονική γνώση που υπήρχε κατά την αρχαιότητα, η βυζαντινή χιλιετία όμως ήταν σταθμός για την αντιγραφή, τη διάσωση, την ανθολόγηση, την ερμηνεία και τον σχολιασμό των αρχαίων ελληνικών κειμένων. Οι ερευνητές συμφωνούν πως... παρατράγουδα («αφελής κριτική των αρχαιοελληνικών απόψεων, όπως αυτή του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, που ήθελε το σύμπαν να έχει το σχήμα της σκηνής του Μωυσή»...) υπήρξαν, όπως επίσης υπήρξαν ορισμένες πρωτότυπες νέες ιδέες, κυρίως στα Μαθηματικά και την Αστρονομία, ή ενδιαφέρουσες πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης, στην καθημερινή ζωή.

         Η πλήρης υποταγή στην Εκκλησία εξηγεί την επιστημονική φτώχεια κι αυτή η πνευματική στάση ήταν που έκανε τους επιστήμονες της εποχής περισσότερο αφαιρετικούς και, άρα, πρακτικούς. Μία από τις πιο πρόσφατες μελέτες σχετικά με την επιστήμη στα χρόνια του Βυζαντίου, υπογράφουν τρεις καθηγητές από το Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών (οι κύριοι Γιάννης Χριστιανίδης, Δημήτρης Διαλέτης και Κώστας Γαβρόγλου) και ένας από το Τμήμα Ιατρικής (ο κ. Γεώργιος Παπαδόπουλος). Ολόκληρη η εργασία τους έχει τίτλο «Οι Επιστήμες στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο και στον Νεώτερο Ελληνισμό» και συντάχθηκε για τις ανάγκες των φοιτητών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι συγγραφείς συμφωνούν, μιλώντας στους «Ορίζοντες», πως «το Βυζάντιο αποτέλεσε σημαντική οδό διάσωσης και μετάδοσης της αρχαίας ελληνικής επιστήμης, αρχικά προς την Ανατολή (Ισλάμ) και αργότερα, μετά τον 12ο και 13ο αιώνα, προς τη Δύση» και τονίζουν πως «ιδιαίτερα τους τελευταίους αιώνες ήταν ένας χώρος γόνιμης συνάντησης της ελληνικής με την αραβική και άλλες επιστημονικές παραδόσεις».

       Στα χρόνια αυτά η αριστοτελική Φυσική, η Μετεωρολογία, η Ακουστική και η Οπτική (ως μέρος της Γεωμετρίας) διασώθηκαν και διαδόθηκαν. «Οι Βυζαντινοί, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες, ακολουθούσαν την παραγωγική μέθοδο με θεωρητικούς συλλογισμούς που βασίζονταν σε τυχαίες και όχι συστηματικές παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων», εξηγεί ο κ. Χριστιανίδης. Πιο συγκεκριμένα, η Αστρονομία ανανεώθηκε τους τελευταίους αιώνες, χάρη στις περσο-αραβικές επιδράσεις. «Κυρίως συνέβαλαν οι λόγιοι της Τραπεζούντας, που συνέκριναν και συνέθεσαν τα συγγράμματα των αρχαίων με έργα Περσών και Αράβων, βασισμένα στον Πτολεμαίο, αλλά εμπλουτισμένα με νεώτερες παρατηρήσεις».

          Στα Μαθηματικά, αντίθετα, ακόμη και τους τελευταίους αιώνες, επικρατούσε ο σχολιασμός και η παράφραση στο έργο αρχαίων Ελλήνων, όπως ο Ευκλείδης, ο Νικόμαχος, ο Διόφαντος. «Μόνη ουσιαστική αλλαγή», σημειώνει ο κ. Γαβρόγλου, «ήταν η χρήση των αραβικών ψηφίων και των αλγοριθμικών μεθόδων στις μαθηματικές πράξεις, που όμως δεν έγιναν αμέσως αποδεκτά. Η χρήση νέων ψηφίων, με σύμβολα για το μηδέν και τις δεκαδικές υποδιαιρέσεις, άρχισε να γενικεύεται στα βυζαντινά εγχειρίδια μετά τις αρχές του 15ου αιώνα. Η Άλγεβρα, αν και ήταν γνωστή στην Κωνσταντινούπολη στον 14ο αιώνα, ποτέ δεν είχε πολλούς θιασώτες».

 
Από τον Ιουστινιανό έως τους Παλαιολόγους

     Ιστορικοί και ερευνητές αναγνωρίζουν τρεις περιόδους έξαρσης της επιστημονικής δραστηριότητας στο Βυζάντιο. «Η πρώτη, που φτάνει μέχρι την εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565μ.Χ) είναι και η τελευταία αναλαμπή των σχολών της αρχαιότητας», εξηγεί ο κ. Δημήτρης Διαλέτης. «Σ' αυτή την περίοδο, δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βυζαντινή επιστήμη κι εκείνη της ύστερης αρχαιότητας. Στις αρχές του 5ου αιώνα, οι πιο σημαντικές σχολές όπου διδάσκονταν οι επιστήμες ήταν στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη».

       Ακολουθεί χρονικά η πρώτη βυζαντινή αναγέννηση, που σημειώθηκε τον 9ο και τον 10ο αι., με κεντρική μορφή τον Λέοντα τον Μαθηματικό. «Το έργο του για τη συλλογή, αντιγραφή και διάσωση των αρχαίων κειμένων βοήθησε σημαντικά στην αναγέννηση των επιστημονικών σπουδών στη Δύση. Στην εποχή του (και ενδεχομένως υπό την εποπτεία του), συντάχθηκαν μεταγραμμένοι πλήθος περγαμηνών κωδίκων, που σήμερα ακόμη αποτελούν τη βασικότερη πηγή επιστημονικών χειρογράφων της αρχαιότητας». Η τρίτη περίοδος χαρακτηρίζεται ως δεύτερη βυζαντινή αναγέννηση, ξεκίνησε από το Βασίλειο της Νίκαιας και κορυφώθηκε στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, στη διάρκεια της βασιλείας των πρώτων Παλαιολόγων. «Κατά την περίοδο αυτή αναδείχθηκαν αξιολογότατοι λόγιοι, που ανακάλυψαν και πάλι τους δρόμους που οδηγούσαν πίσω στην αρχαία επιστήμη και επανέφεραν στο Βυζάντιο τις γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων».

Ιατρική
Ίδρυσαν τα πρώτα νοσοκομεία

         Το κέντρο της βυζαντινής Ιατρικής βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια μέχρι το 641, όταν η πόλη καταλαμβάνεται από τους Άραβες. Εκεί βρίσκονται συγκεντρωμένα τα βιβλία των αρχαίων γιατρών και φιλοσόφων, εκεί σπουδάζουν όλοι οι σημαντικοί γιατροί. Μετά το 641, το κέντρο της Ιατρικής μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Όπως σημειώνει ο κ. Γιώργος Παπαδόπουλος, επίκουρος καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Βυζάντιο μπορεί να ίδρυσε τα πρώτα νοσοκομεία, όμως η βυζαντινή ιατρική παραμένει προσκολλημένη στους αρχαίους Έλληνες και ιδιαίτερα στον Γαληνό. «Τα βυζαντινά ιατρικά συγγράμματα μοιάζουν συχνά με εγκυκλοπαίδειες, αντλούν πληροφορίες από τους αρχαίους Έλληνες, προσπαθώντας να επιλέξουν, κάθε φορά, αυτές που θεωρούν πιο σωστές και πιο χρήσιμες για το θέμα που πραγματεύονται. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται ο Διοσκουρίδης. Μια σημαντική έκδοση του έργου του, με εξαιρετική εικονογράφηση, έγινε γύρω στο 500 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από την πριγκίπισσα Ιουλιανή Ανικία».

          Οι ερευνητές συμφωνούν ότι στο Βυζάντιο δεν έγιναν νέες ιατρικές ανακαλύψεις, ούτε αναπτύχθηκαν νέα συστήματα Ιατρικής. «Ο βυζαντινός ιατρικός συγγραφέας», σημειώνει ο κ. Χριστιανίδης, «δεν ενδιαφερόταν για ανανέωση της γνώσης. Ήθελε να αποκτήσει ολοκληρωμένη και σταθερή κατάρτιση». Ωστόσο, με την ίδρυση των νοσοκομείων η βυζαντινή περίοδος συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της Ιατρικής. Το πρώτο χριστιανικό νοσοκομείο αποδίδεται στον Μέγα Βασίλειο. Ιδρύθηκε τη δεκαετία του 370 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και ονομάστηκε Βασιλειάς. Είχε γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό, ζώα για τη μεταφορά των αρρώστων και «παραπέμποντες», δηλαδή συνοδούς των ασθενών. Αργότερα, ο Ιουστινιανός έχτισε νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικότερο πάντως νοσηλευτικό ίδρυμα της εποχής ήταν εκείνο της Μονής Παντοκράτορος που ιδρύθηκε από την Ειρήνη, σύζυγο του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, το 1136. Είχε συνολικά 50 κρεβάτια (38 για άντρες και 12 για γυναίκες), τμήματα χειρουργικής, «εντατική μονάδα» (τμήμα οξείων και σοβαρών ασθενειών) και τμήμα για συνηθισμένες αρρώστιες».

Τεχνολογία
Ρολόγια τσέπης και αστρολάβοι

           «Μετά τη σύγκρουση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, όταν πια άρχισε να γίνεται αποδεκτή η αρχαιοελληνική σκέψη από τους "μηχανικούς" του Βυζαντίου, εμφανίζονται τα πρώτα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής», θα πει ο Χρήστος Λάζος, συγγραφέας, ερευνητής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ειδικότερα της τεχνολογίας. Ο ίδιος αναφέρει αρχαιολογικά ευρήματα που συνηγορούν υπέρ της βυζαντινής αναβίωσης του ενδιαφέροντος για τη μηχανική, την τεχνολογία, την κατασκευή οργάνων και εργαλείων.

         «Το μεταφερόμενο ηλιακό ρολόι των Φιλίππων, από το 300 μ.Χ., το οποίο αντιστοιχεί στο σημερινό ρολόι τσέπης κι έχει πλάτος και ύψος περίπου έξι εκατοστών, αλλά και το βυζαντινό ρολόι-ημερολόγιο από το 520 μ.Χ. εμφανίζονται ως συνέχεια της ελληνιστικής παράδοσης στην κατασκευή μηχανισμών με γρανάζια, ειδικά για τη μέτρηση του χρόνου. Ειδικότερα το ρολόι-ημερολόγιο, που ανάμεσα στα πολλά γρανάζια του εμφανίζει και ένα διαφορετικό, θεωρείται ως "απόγονος" του υπολογιστή των Αντικυθήρων (από το 87 π.Χ.) Επίσης, σε κείμενα του 6ου αιώνα μ.Χ. πιστοποιούνται οι μελέτες για την κατασκευή αστρολάβου, όμοιου με τον ελληνικό. Το μοναδικό αρχαιολογικά δείγμα, εξάλλου, ενός ελληνικού αστρολάβου, χρονολογείται από το 1060 μ.Χ. και είναι γνωστός ως ο αστρολάβος της Brecia της Ιταλίας. Κατασκευάστηκε για τον Πρωτοσπαθάριο Σέργιο και είναι ο παλαιότερος αστρολάβος στον κόσμο».

Βιολογία
Εμμονή στην πρακτική πλευρά

           Στη Βιολογία, τα προβλήματα σχετικά με την ανάπτυξη των οργανισμών, τη φυσιολογία, τον ρόλο των οργάνων, που είχε εξετάσει ο Αριστοτέλης, ελάχιστα απασχόλησαν τους Βυζαντινούς. «Αντίθετα, μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον τους για την πρακτική πλευρά της Ζωολογίας, καθώς γράφτηκαν πολλά εγχειρίδια για τα χρήσιμα και βλαβερά ζώα και τις θρεπτικές ιδιότητες των ζωικών προϊόντων».

         Οι ερευνητές παρατηρούν επίσης πως η Βοτανική, η θεωρητική μελέτη των φυτών, ήταν επίσης άγνωστη στο Βυζάντιο και ο δρόμος που είχε ανοίξει ο Θεόφραστος, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., δεν βρήκε συνεχιστές. «Το ενδιαφέρον των Βυζαντινών αφορούσε στις πρακτικές εφαρμογές στη γεωργία, τη μαγειρική, την ιατρική, τη φαρμακολογία.

         Το ίδιο συνέβη και με την ορυκτολογία, όπου και πάλι το έργο του Θεόφραστου (Περί λίθων) δεν βρήκε συνεχιστές. Αντίθετα, οι Βυζαντινοί περιέβαλαν την επιστήμη αυτή με ένα πλέγμα αποκρυφιστικών απόψεων. Όσα βιβλία εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή με τίτλο "Περί λίθων" ασχολούνται με τις μαγικές ικανότητες των ορυκτών και κυρίως των πολύτιμων λίθων».

Δαιμονολογία
Μελέτη του «εχθρού»

      Η δαιμονολογία γεννήθηκε στο Βυζάντιο, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν από τη μια οι προληπτικές αντιλήψεις που ήταν βαθιά ριζωμένες στον λαό και από την άλλη οι επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τη φύση του σατανά και τις επιδράσεις του.

          Πρόκειται στην ουσία για μια «επιστήμη» που μελετά οτιδήποτε αφορά τα πνεύματα και τους δαίμονες και προέκυψε από την ανάγκη των χριστιανών να εξερευνήσουν τη φύση του «εχθρού», ώστε να είναι δυνατή η αντιμετώπισή του όπως αναφέρεται και στην περιοδική έκδοση «Foroellenico» (τεύχος 44), που είναι αφιερωμένη στις επιστήμες με τις οποίες ασχολήθηκαν οι Βυζαντινοί.

         Εκείνο δε που την κατέστησε στο επίπεδο της επιστήμης είναι η πολυμορφική φύση των δαιμόνων, κάτι που απαιτούσε συστηματική μελέτη. Όσο για τον άνθρωπο που έθεσε τις βάσεις τούτης της ιδιάζουσας επιστήμης, δεν είναι άλλος από τον βυζαντινολόγο λόγιο και θεολόγο Μιχαήλ Ψελλό (118 - 196).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου