Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Η δύσκολη ενσωμάτωση των βυζαντινών μνημείων και του βυζαντινού πολιτισμού στο σύγχρονο ελληνικό κράτος


Ο ναός Εισοδίων της Θεοτόκου Καπνικαρέας στα τέλη του 19ου αιώνα όπως αποτυπώθηκε από τον Σουλτς (1888). Το 1834 επρόκειτο να κατεδαφιστεί αλλά σώθηκε με παρέμβαση του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας


         «Η μεταχείριση των βυζαντινών μνημείων στο νεοελληνικό κράτος υπήρξε ανάλογη με την ιδεολογία του και αντανακλά την ιστορική εξέλιξη της πρόσληψης του Βυζαντίου στην Ελλάδα» σημειώνει η αρχιτέκτων δρ Λιάνα Χλέπα στη μελέτη της "Τα βυζαντινά μνημεία στη νεότερη Ελλάδα". Πράγματι, η εκατονταετία 1833-1939, η οποία εξετάζεται, ιδεολογικά θα ήταν δυνατόν να χωριστεί σε δύο ενότητες: προ και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Οταν - στην πρώτη περίπτωση - τα βυζαντινά μνημεία ήταν συνδεδεμένα με το θρησκευτικό αίσθημα των Ελλήνων και ακολούθως, όταν χρησιμοποιήθηκαν ως εθνικό επιχείρημα και κίνητρο στην ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας.
             Και στις δύο περιόδους, ωστόσο, το έργο της προστασίας και της αποκατάστασης των βυζαντινών μνημείων αντιμετωπίστηκε από το νεοελληνικό κράτος ως δευτερεύον, αλλά και με αποσπασματικό τρόπο. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις βυζαντινές εκκλησίες της Αθήνας - 72 αναφέρουν οι ιστορικοί - που κατεδαφίστηκαν για να ανεγερθεί με το υλικό τους η Μητρόπολη. Αλλωστε ως τη δεκαετία του 1870 οι βυζαντινοί ναοί δεν θεωρούνταν καν ιστορικά μνημεία, αλλά κτίρια εξυπηρέτησης ποικίλων λειτουργιών. Ετσι, 50 χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι ναοί της θα επιτελούσαν αυτό ακριβώς το έργο, αφού θα χρησιμοποιούνταν ως χώροι εγκατάστασης των προσφύγων.
         Κλασική ή χριστιανική αρχαιότητα; Το δίλημμα ουδέποτε υπήρξε για το νέο ελληνικό κράτος, ακόμη και σε περιόδους που ιστορικά γεγονότα και διαφορετικές πολιτικές έστρεψαν το ενδιαφέρον και στο Βυζάντιο - αν και όχι με ανιδιοτελείς σκοπούς. Μπορεί η μεταβαλλόμενη ιδεολογική σημασία των βυζαντινών μνημείων, μαζί με την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας, να αύξανε κατά περιόδους το ενδιαφέρον του κράτους, επ' ουδενί όμως μείωνε την πρωτοκαθεδρία εκείνων της ελληνικής αρχαιότητας.
             Ξεπερνώντας μάλιστα την περίοδο που εξετάζει η συγγραφέας, μπορεί ανεπιφύλακτα να ειπωθεί ότι το ίδιο ισχύει ως σήμερα, παρά τα σοβαρά βήματα που έγιναν ιδίως τα τελευταία χρόνια προς την κατεύθυνση της ανάδειξης της ταυτότητας και της σημασίας του Βυζαντίου. Η κλασική αρχαιότητα λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος στη συγκέντρωση του ενδιαφέροντος, όχι τόσο της πολιτείας, δεδομένου ότι οι νόμοι επιβάλλουν την ισότητα ως προς την αντιμετώπισή τους, όσο στη συνείδηση των πολιτών.

         Επί του προκειμένου η κυρία Χλέπα τοποθετεί το πλαίσιο, κοσμικό και θρησκευτικό, εντός του οποίου αρχίζει να διαμορφώνεται η ελληνική συνείδηση της απευθείας σύνδεσης του - τότε - παρόντος με το βυζαντινό παρελθόν και αμέσως με το αρχαίο. Στη μελέτη εξιστορούνται οι ενέργειες του ελληνικού κράτους σε συνεργασία με άλλους φορείς για τη διάσωση της βυζαντινής κληρονομιάς, εξετάζονται αντιπροσωπευτικά μνημεία του ελλαδικού χώρου και τέλος διερευνάται το ιδεολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο 1833-1939.
Η αναβίωση

           Βεβαίως η ιστορία αρχίζει νωρίτερα. Περίπου μισό αιώνα πριν από την Ελληνική Επανάσταση και ενώ ο Ευγένιος Βούλγαρης μεταφράζει Βολταίρο δημιουργώντας τη λέξη «ανεξιθρησκία», από την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη η Ορθόδοξη Εκκλησία προασπίζεται με σθένος το θεοκρατικό κράτος, καθώς μάλιστα ο Πατριάρχης είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της τουρκικής εξουσίας και της χριστιανικής κοινότητας. Στο μεταξύ η οικονομική ευμάρεια των Ελλήνων έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη της οικοδομικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας σε όλο τον ελλαδικό χώρο, κατασκευάζονται και εικονογραφούνται νέες εκκλησίες, ανακαινίζονται και διακοσμούνται οι παλαιές. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο αναβιώνει στη ναοδομία η παλαιοχριστιανική βασιλική.

          «Η εμμονή στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής εξελίσσεται σταδιακά σε εθνικό θρησκευτικό σύμβολο και εκφράζει την ιδεολογική επιρροή του κλασικισμού, η οποία ταυτίζεται με τον Διαφωτισμό. Μόνη προσπάθεια απόσχισης γίνεται στη δεκαετία του 1830, όταν η οθωνική αυλή θα επιχειρήσει να δημιουργήσει στη ναοδομία έναν νέο ελληνοβυζαντινό ρυθμό εκφράζοντας έτσι την ανομολόγητη επιθυμία για την αναβίωση της ελληνικής βυζαντινής αυτοκρατορίας υπό τον Οθωνα» σημειώνει η κυρία Χλέπα.

         Στην αρχιτεκτονική εισάγεται έτσι η ιδέα της χρήσης «εθνικών» ρυθμών σε ναούς. Πρώτος ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Ζέζος σχεδιάζει την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με κωδωνοστάσιο συνδυάζοντας μορφολογικά στοιχεία από την Αναγέννηση αλλά και από τη βυζαντινή και ρωμανική αρχιτεκτονική. Ο δανός αρχιτέκτονας Χριστιανός Χάνσεν θα εισαγάγει μάλιστα αρχιτεκτονικά στοιχεία βυζαντινού ρυθμού σε ορισμένα κτίριά του στην Αθήνα, όπως στο Νομισματοκοπείο στην πλατεία Κλαυθμώνος (κατεδαφισμένο σήμερα) και στο Οφθαλμιατρείο.

Καθαρότητα

          Σημαντικό πάντως είναι ότι το ελληνικό κράτος αμέσως από την ανασύστασή του οργανώνει εκ του μηδενός το πλαίσιο προστασίας των μνημείων με πρότυπο τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών κρατών όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία. Στην πράξη όμως το ενδιαφέρον είναι στραμμένο σχεδόν αποκλειστικά στα αρχαία κατάλοιπα. Ούτως ή άλλως στα πρώτα 50 χρόνια οι Ελληνες αυτοσχεδιάζουν! «Εκτός από τη σαρωτική επικράτηση του νεοκλασικισμού δεν ήταν καν σε θέση να εκτιμήσουν την αξία των βυζαντινών μνημείων. Ακόμη και οι επεμβάσεις που γίνονται στους βυζαντινούς ναούς - μετατροπές, ανακαινίσεις, διευρύνσεις - ακολουθούν τα νεοκλασικά πρότυπα με την προσθήκη μαρμάρινων ή νεοαναγεννησιακών κωδωνοστασίων και θυρωμάτων. Εξάλλου πολλά μεσαιωνικά μνημεία κατεδαφίζονται κατά τη διάνοιξη νεοκλασικών χαράξεων» λέει η κυρία Χλέπα. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι εργασίες αποκατάστασης των βυζαντινών μνημείων εκτελούνται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία διαθέτει μόνο έναν αρχιτέκτονα και αυτόν με εντελώς ανεπαρκές γνωσιολογικό επίπεδο για τα βυζαντινά μνημεία.

            Η πρώτη αλλαγή έρχεται στα τέλη του 19ου αιώνα με τον νέο αρχαιολογικό νόμο του 1899, που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την οργάνωση των συλλογών και των μουσείων. Η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία ξεκινά τη δραστηριότητά της (1884) στοχεύοντας στη συλλογή χριστιανικών έργων τέχνης και στην προώθηση της μελέτης και της προστασίας τους. Σταδιακά πάντως ενδυναμώνει τις σχέσεις της με την Εκκλησία υιοθετώντας την ελληνορθόδοξη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας και προβάλλοντας ταυτόχρονα τις συντηρητικές τάσεις της ορθόδοξης αναβίωσης στην τέχνη. Παρ' όλα αυτά η συμβολή της στην ευαισθητοποίηση της Πολιτείας για τη διάσωση των χριστιανικών καταλοίπων είναι αδιαμφισβήτητη.

Θεσσαλονίκη

           Στις αρχές του 20ού αιώνα το κέντρο του ενδιαφέροντος μεταφέρεται στη Βόρεια Ελλάδα λόγω των Βαλκανικών Πολέμων που θα φέρουν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Αμέσως, το 1913, συγκροτείται ομάδα τεχνικών και καλλιτεχνών για να μελετήσει τον ανασχεδιασμό της πόλης και η πυρκαγιά που καταστρέφει μεγάλο μέρος της προσφέρει την κατάλληλη ευκαιρία. Αλλωστε το κόμμα των Φιλελευθέρων στο πλαίσιο του αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας στοχεύει στη δημιουργία ενός μητροπολιτικού κέντρου των Βαλκανίων, στο οποίο όμως δεν έχουν καμία θέση τα δεκαοκτώ τζαμιά με τους μιναρέδες τους ή τα στενοσόκακα του παλαιού οικοδομικού ιστού. Οι ιστορικές φάσεις της πόλης λοιπόν καταργούνται και ακολουθούν μαζικές κατεδαφίσεις των πάντων.
Την ιδια στιγμή, ωστόσο, μέσα στο πνεύμα της «βυζαντινής αναγέννησης» του έθνους αλλά και της επίδρασης ελλήνων και ξένων βυζαντινολόγων, κηρύσσονται 271 ναοί ως εξέχοντα βυζαντινά μνημεία ενώ ήδη με ειδικά διατάγματα η συντήρηση και αναστήλωση ναών και μοναστηριών εμπίπτει στις αρμοδιότητες του υπουργείου. Η ίδρυση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας το 1914 και λίγο αργότερα η δημιουργία δύο Εφορειών Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας περιόδου προς όφελος των βυζαντινών μνημείων, η οποία οριστικοποιείται μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
         Σήμερα η σύνδεση του Βυζαντίου με την Εκκλησία είναι για τους περισσότερους αυτονόητη. Ετσι, η οργάνωση του «νέου» Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας από τον αείμνηστο Δημήτρη Κωνστάντιο αποτελεί τη σημαντικότερη κίνηση για την πρόσληψη του Βυζαντίου μέσα από τις πραγματικές του διαστάσεις, στις οποίες διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο και το κοσμικό κράτος. Προφανώς όμως απαιτείται πολύς χρόνος ακόμη προκειμένου να αφομοιωθούν τα δεδομένα της νέας πρότασης ώστε να επανεξετάσει κανείς - οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, κυρίως - τη γνώση που έλαβε από τα σχολικά βιβλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου