Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ : Ἡ βροχή πέφτει γιά ὅλους.


 


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Η βροχή πέφτει για όλους


                Ας μη γίνουμε,αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύσουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές , ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.
                  Οι άνθρωποι όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια και αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται ,αν όχι τίποτ’ άλλο πως η φτώχεια και ο πλούτος , η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις.

                Αρχικά όμως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή∙ αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο τον άφησε ελεύθερο , αυτεξούσιο- συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής-και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία και αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει- και χάρισε- ο Θεός μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.
                 Μετά την παράβαση λοιπόν εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση , το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια της φύσεως, αφού πήρε και τον νόμο βοηθό της.
                 Εσύ όμως να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση∙ όχι τον νόμο που επικράτησε , αλλά τον νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.
                 Να παρηγορεί ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.
                Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται , για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.
                Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία , μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα, μόνο σε αρετή.
                 Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε Θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού. 

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Κάστρο Μυτιλήνης

 
 
 
 
 
            Στο βόρειο μέρος της πόλης, ανάμεσα σ’ ένα καταπράσινο πευκώνα και στη θάλασσα υψώνονται τα απομεινάρια του κάστρου της Μυτιλήνης. Διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση και είναι ένα από τα μεγαλύτερα κάστρα του μεσογειακού χώρου. Η οικοδόμησή του και η ενίσχυσή του έγινε σε διάφορες χρονικές περιόδους. Πιθανολογείται ότι κτίσθηκε την βυζαντινή εποχή στους χρόνους του Ιουστινιανού.
            Σημαντική όμως ανακαίνιση δέχτηκε από τον Φραγκίσκο Γατελούζο στα χρόνια της ηγεμονίας του στο νησί. Αυτή την περίοδο πιστεύεται ότι ήταν ένα από τα πιο απόρθητα και ισχυρά κάστρα. Μέσα σ’ αυτό βρισκόταν και τo παλάτι του , που ονομάζεται “Πύργος της Βασίλισσας”. Στο χώρο του κάστρου σώζεται επίσης μια ρωμαϊκή ή βυζαντινή δεξαμενή φτιαγμένη από αδιάβροχο υλικό. Στις πύλες και σε διάφορα άλλα σημεία του κάστρου υπάρχουν οικόσημα των Παλαιολόγων και των Γατελούζων. Κάτω από τo κάστρο υπάρχουν στοές μεγάλου μήκους, στις οποίες συγκεντρώνονταν τα γυναικόπαιδα σε εμπόλεμη περίοδο. Ο θρύλος θέλει τις στοές να έχουν έξοδο και μάλιστα σε μεγάλη απόσταση από τo κάστρο. Τα τείχη του διατηρούνται σε καλή κατάσταση και είναι δείγματα άριστης οχυρωματικής αρχιτεκτονικής.
 
 
Γενικά Στοιχεία
         Στους περασμένους αιώνες η ζωή, η ασφάλεια και η ελευθερία μιας πόλης στηριζόταν στα τείχη και περικλειόταν από τα τείχη του Κάστρου της. Βέβαια και τότε και σήμερα και πάντοτε πιο μεγάλη αξία από τα τείχη και τα πολεμικά μέσα είχε η ανδρεία των υπερασπιστών της. Από τους πρώτους που τόπαν αυτό στην ανθρωπότητα ήταν ο πρόγονος μας Αλκαίος.
 
Ου λίθοι ξύλα τ' ου τέχνα
τεκτόνων πόλις, αλλ' όπα
ποττά κ' έωσιν άνδρες
αύτοις σώζην είδοτες,
ενταύθα τείχεα και πόλις.
(Δεν είν' οι πέτρες και τα ξύλα
κι η τέχνη των χτιστών μιας πόλης
αλλά τείχη και πόλη είναι
όπου υπάρχουν άντρες,
που ξέρουν να διαφεντεύουν τη ζωή τους.
 
             Η Μυτιλήνη είναι μια απ' τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, ίσως και του κόσμου ολόκληρου, που κατοικείται στα ίδια χώματα χιλιάδες χρόνια. Η ίδρυσή της αρχικά πάνω στο νησάκι, όπου βρίσκεται το Κάστρο, τοποθετείται από τον ψευδο-Ηρόδοτο στο έργο του "Βίος Ομήρου" 130 χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, δηλαδή το 1053 π.Χ., αν η άλωση έγινε το 1183, όπως υποστηρίζεται. Η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε τον 7ο-6ο αιώνα με τον Πιττακό, τον Αλκαίο και τη Σαπφώ.
              Στην αρχαιότητα και μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες η περιοχή όπου είναι σήμερα το Κάστρο της ήταν ένα νησάκι, που χωριζόταν απ' την υπόλοιπη Λέσβο με τον λεγόμενο «Έύριπο των Μυτιληναίων» , δηλαδή το κανάλι που διατρέχοντας περίπου το δρόμο της σημερινής αγοράς σε μήκος 700 περίπου μέτρων ένωνε τα δυο λιμάνια της πόλης, το βόρειο της Επάνω Σκάλας και το Νότιο. Έτσι τα καράβια περνώντας απ' το ένα λιμάνι στο άλλο μέσα από τον Εύριπο μπορούσαν να αποπλεύσουν εύκολα είτε φύσαγε βοριάς είτε νοτιάς.
             «Πόλις εστί Λέσβου Μυτιλήνη μεγάλη και καλή διείληπται γαρ ευρίποις υπεισρεούσης της θαλάττης και κεκόσμηται γεφύραις ξεστού και λευκού λίθου. Νομίσεις ου πόλιν οράν, αλλά νήσον.» (Η Μυτιλήνη είναι μεγάλη και όμορφη πόλη της Λέσβου, γιατί περιβάλλεται με ευρίπους όπου εισρέει η θάλασσα και είναι στολισμένη με γέφυρες από πελεκητή άσπρη πέτρα. Θα νόμιζες πως δεν βλέπεις πόλη, αλλά νησί.)
Λέγει ο συγγραφέας του ερωτικού αρχαίου μυθιστορήματος "Δάφνης και Χλόη" Λόγγος (3ος μ.Χ. αιώνας).
                Στο νησάκι αυτό είχαν γίνει και τα πρώτα οχυρωματικά έργα, που ελάχιστα ίχνη άφησαν μέσα στο σημερινό Κάστρο.
                Όταν άλλαξε η τακτική του πολέμου και η άμυνα των πόλεων στηρίχτηκε κατ' εξοχήν στα Κάστρα, υψώθηκε και το πρώτο συστηματικό Κάστρο της Μυτιλήνης, ίσως στα χρόνια του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανού (6ος μ.Χ. αιώνας).
               Στους αιώνες που ακολούθησαν, το Κάστρο ήταν η καρδιά της πόλης. Όσο άντεχε στις επιδρομές και πολιορκίες, η πόλη ζούσε. Οι εχθροί μπορούσαν να καταλάβουν τις γύρω απ' αυτό περιοχές και τις κατοικίες, που είχαν απλωθεί πια και στην απέναντι ακτή καθώς μάλιστα ο εύριπος προσχωνόταν και έκλεινε. Αν το Κάστρο έστεκε "άπαρτο" η πόλη δεν κυριευόταν.
               Αυτό βέβαια ίσχυε για όλες τις πόλεις με Κάστρο, ιδιαίτερα όμως ίσχυε για το Κάστρο της Μυτιλήνης, που έτσι μεγάλο που ήταν μπορούσε να εφοδιαστεί πολύ καλά και άφθονα, ώστε να διαθρέψει για πολύν καιρό όλους τους κατοίκους της. Οι υπόγειοι θάλαμοι και στοές, οι αποθήκες, τα πηγάδια κι η υδατοδεξαμενή, τα γερά κι αλλεπάλληλα τείχη, οι πύργοι κι οι επάλξεις πρόσφεραν ασφάλεια και διαβίωση σ' ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Το Κάστρο συνδεόταν τόσο με τη ζωή της Μυτιλήνης και μεγαλόπρεπο εδέσποζε σ' αυτή, ώστε ολόκληρη η πόλη ονομαζόταν μέχρι τις αρχές του αιώνα μας "Κάστρο" κι οι κάτοικοί της "Καστρινοί".
                 Το Κάστρο είχε κάτω απ' τα τείχη του και μέχρι τις ακρογιαλιές γύρω του αναπεπταμένο πεδίο, ώστε να ελέγχεται κάθε κίνηση και να γίνεται έγκαιρα αντιληπτός κάθε εχθρός που θα επιχειρούσε αιφνιδιασμό. Τα "Τσαμάκια" (το πευκόδασος), που τόσο όμορφα σήμερα το ντύνει στα νότιά του, δεν υπήρχαν φυσικά. Φυτεύθηκαν το 1916 απ' τον στρατό της Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου, όταν τα Κάστρα έχασαν την παλιά τους στρατηγική αξία.
                18 χρόνια μετά, το 1789 ο περιηγητής Friesman λέγει ότι τα 8 κανόνια που υπήρχαν στο Καστρέλι "από την αδιαφορία των Τούρκων μένουν ακόμα χαλασμένα", ενώ για το κυρίως Κάστρο διαπιστώνει ότι έχει λεπτά και χαλασμένα τείχη.
                    Το 1797 άλλος περιηγητής, ο Dallaway γράφει ότι το Κάστρο είναι μεγάλο με δύο ψηλά τείχη, πύργους, πολεμίστρες και στο εσωτερικό του έχει σπίτια, τζαμιά και κυπαρίσσια.
                  Τον επόμενο, 19ο αιώνα το Κάστρο παύει να παρέχει ασφάλεια και να εμπνέει εμπιστοσύνη. Γράφει το 1855 ο Γάλλος Boutan : «Εύκολα γκρεμίζονται τα ψηλά τείχη που είναι εκτεθιμένα στο πυροβολικό. Σε τυχόν εξέγερση των κατοίκων της Μυτιλήνης το κάστρο με το πυροβολικό του θα κατέστρεφε τα σπίτια των Μυτιληνιών, που το κοροϊδεύουν λέγοντας πως μονάχα το κλώτσημα των κανονιών του θα το γκρέμιζε.».
                   Αρκετές ζημιές σημειώθηκαν με το μεγάλο σεισμό του 1867. Τις επισκευές έκανε σύντομα ο Κουλαξίζ Πασάς. Το 1912 η Λέσβος λευτερώθηκε απ' τον τουρκικό ζυγό και στο Κάστρο της Μυτιλήνης υψώθηκε η Ελληνική σημαία. Το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε για τον καταυλισμό του λίγου στρατού που υπήρχε τότε στο νησί. Στρατωνισμός γινόταν μέχρι το 1940. Μετά έπαψε κάθε χρήση του και αφέθηκε να καταρρέει εδώ κι εκεί. Η ανέγερση του προσφυγικού συνοικισμού στην Επάνω Σκάλα το 1923 το κατέστρεψε ιδιαίτερα σε γωνιόλιθους. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 τα σπίτια που υπήρχαν στο Κάτω Κάστρο ήταν οίκοι ανοχής. Η εγκατάλειψη και υποβάθμισή του σ' όλο της το μεγαλείο.
                                                             του Παναγιώτη Παρασκευαϊδη


Βυζαντινή Θεσσαλονίκη: Η Μέση Οδός δείχνει το δρόμο

               
 
 
 
 
                Τα έργα διάνοιξης της σήραγγας για το μετρό της Θεσσαλονίκης «σκόνταψαν», θα έλεγαν πολλοί από εκείνους που έχουν δίφραγκα στα μάτια, πάνω στη Μέση Οδό της πόλης.
                 Στην πραγματικότητα η σκαπάνη των μηχανικών αποκάλυψε έναν θησαυρό που ουδέποτε θα μπορούσε να προσεγγίσει η σκαπάνη των αρχαιολόγων, λόγω του υπερκείμενου αστικού ιστού της ζώσας Θεσσαλονίκης.
                 Ομως, το διαμάντι που αναδύθηκε από τα σπλάχνα της διαχρονικής διαδρομής -μάλιστα ένας δρόμος- της πόλης που θεμελίωσε ο Κάσσανδρος με το όνομα της αδελφής του Μεγαλέξανδρου είναι ανεκτίμητο.
                 Πρόκειται για την ίδια τη Μέση Οδό, ένα μικρό βεβαίως μέρος της, αλλά εμβληματικό και θα έλεγα μνημειακό εις ό,τι αφορά τη δομή του και τα όσα σημαίνει (και καταδείχνει).
                Η Μέση Οδός στις ελληνιστικές, τις ρωμαϊκές και τις βυζαντινές πόλεις -κυρίως τις μεγάλες- χαρακτηρίζει τις προτεραιότητες της πολεοδομίας τους - μια τέχνη που με τον Ιππόδαμο έγινε επιστήμη και θέσπισε κανόνες που φθάνουν και ισχύουν έως τις μέρες μας.
                Η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, είχαν όλες τη Μέση Οδό, δρόμο φαρδύ (μάλιστα στη Θεσσαλονίκη επί τουρκοκρατίας τη Μέση Οδό την αποκαλούσαν Φαρδύ Δρόμο) που διέσχιζε την κάθε πόλη από φόρουμ σε φόρουμ, από πλατεία σε πλατεία κι από αγορά σε αγορά, δίνοντας στο εμπόριο, την επικοινωνία, τη διασκέδαση και τη διοίκηση τον (προ)ορισμένο αστικό χώρο μέσα στον οποίον μπορούσαν να λειτουργούν απρόσκοπτα.
              Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως της Αντιόχειας, η πολεοδομική δεινότης των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών έφθασε στο σημείο να προσανατολίσει τους δρόμους με τέτοιον τρόπο, ώστε η θαλασσινή αύρα να διασχίζει την πόλη και να τη δροσίζει.
               Σε πολλές απ’ αυτές τις πόλεις η Μέση Οδός (τόσο σπουδαία ώστε να φθάσει έως τις μέρες μας η φράση «εν μέση οδώ») δεν διέσχισε μόνον τον χώρο αλλά και τον χρόνο. Εις ό,τι αφορά τη Θεσσαλονίκη, το μέρος του δρόμου που αποκαλύφθηκε είναι της υστερορωμαϊκής εποχής - αλλά, όπως στις περισσότερες μεγάλες βυζαντινές πόλεις, παρέμεινε εν χρήσει και λειτουργία για αιώνες,
προσδίδοντας σε αυτά τα πολεοδομικά συγκροτήματα ένα ιδιαίτατο χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικής (νοηματικής και αισθητικής) συνέχειας, όπου η κλασική, η ελληνιστική, η ρωμαϊκή και η βυζαντινή εποχή συνυπάρχουν με μιαν ενότητα που σήμερα μπορεί να νοιώσει κανείς στα ποιήματα του Καβάφη ή να δει σε πολλές ιταλικές πόλεις, όπου δίπλα σε έναν αρχαίο ναό υπάρχει μια μεσαιωνική αποθήκη σταριού ή ένα αναγεννησιακό παλάτσο.
                Κάτι τέτοιο έχει ιδιαίτερη αξία, διότι συνήθως την ιστορία την αντιλαμβανόμαστε κατά την περιοδολόγησή της κι όχι κατά τη συνέχειά της. Κατά τις εξέχουσες στιγμές της κι όχι τις μεταβατικές.
               Κατά τούτο, το τμήμα της Μέσης Οδού που αποκαλύφθηκε στη Θεσσαλονίκη έχει σημαίνουσα αξία όχι μόνον διότι μας δίνει μια εικόνα του κοσμικού Βυζαντίου (τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία είναι εκκλησιαστικού χαρακτήρα), αλλά διότι μας φέρνει πιο κοντά στην περίοδο της ιστορίας που είναι, και για τη Θεσσαλονίκη, η πλέον άγνωστη. Παραδόξως...
 
              Αν δούμε την υπάρχουσα βιβλιογραφία για την οθωμανική Θεσσαλονίκη ή τη νεότερη πόλη, θα διαπιστώσουμε ότι η βιβλιογραφία για τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη (την ίδια, κι όχι στο πλαίσιο της ογκωδέστατης γενικότερης βυζαντινής βιβλιογραφίας) υστερεί κατά πολύ. Και πάντως, ελάχιστοι Ελληνες γνωρίζουν τη βυζαντινή ιστορία της Θεσσαλονίκης, όπως άλλωστε ελάχιστα γνωρίζουμε τη βυζαντινή περίοδο της ιστορίας μας γενικότερα. Λίγοι γνωρίζουν για τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης, την Επανάσταση των Ζηλωτών - και, ιδού τώρα που αναδύονται τα μάρμαρα της Μέσης Οδού εν μέση οδώ για να φέρουν τους Θεσσαλονικείς, αλλά και τους Ελληνες γενικότερα, πιο κοντά στην αυτογνωσία τους, στην προίκα τους, στον «ένδοξό μας βυζαντινισμό».
               Πολλοί εδώ στην Ελλάδα νομίζουν ότι το Βυζάντιο ήταν μια «ιστορία παπάδων», ουδέν ψευδέστερον για ένα λαϊκό και κοσμικό κράτος που, βασισμένο στη ρωμαϊκή παράδοση, διέτρεξε χίλια χρόνια, με το πνεύμα του να παραμένει και σήμερα ζωντανό μέσα στον ευρωπαϊκό, τον σλαβικό και τον αραβικό κόσμο.
               Η Μέση Οδός που βγήκε στο φως τονίζει αυτήν την πλευρά της ιστορίας, και θα έπρεπε η σύγχρονη πόλη να αγκαλιάσει το σπάραγμα της μάνας της, να το αναδείξει, και να το εντάξει στον σημερινό αστικό ιστό, προς γνώσιν και απόλαυσιν. Τρόποι, φαντάζομαι, θα υπάρχουν πολλοί - μπα!     
              Σιγά...που καταλαβαίνουν από Ρωμαίους οι Ρωμιοί, από ελληνισμούς οι Ελληναράδες και από ιστορία οι φραγκάτοι. Χύμα στο κύμα, στο αυθαίρετο και την καταπάτηση, εκεί σκίζουμε. Στα άλλα μάς σκίζουνε. Και λένε τώρα, διάφοροι ιερείς των σφαγείων πάσης φύσεως, δεν θέλω να πιστέψω ότι ανάμεσά τους είναι και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, να ξηλώσουν τη Μέση Οδό και στράτα στρατούλα να την πάνε αλλού, να την πάνε στα χωράφια, όχι μόνον για να μη διδάξει ποτέ, αλλά κυρίως να μην ενοχλεί τα έργα και τις κονόμες του Αλάριχου - διότι ουδείς άλλος εκτός από αυτόν, ούτε ο Αττίλας, πείραξε τα αγάλματα, μόνον ο Αλάριχος ξεπάτωσε τους Δελφούς και την Ολυμπία, μόνον εμείς, τα ένδοξα τέκνα του Περικλή και της Αννας της Κομνηνής, πάμε να ξεπατώσουμε τη Μέση Οδό, να της «αλλάξουμε την πίστη», να τη σκυλεύσουμε, να την απονοηματοδοτήσουμε - τόσον εύκολα, τόσον απλά, εμείς το γένος της αντιπαροχής, έτσι ελαφρά τη καρδία, πάλι για τα φράγκα, πάλι για το πρόσκαιρο κέρδος που μας έφερε έως εδώ, πάλι για την αρπαγή, πάλι προς χάριν των Δυνατών, πάλι κλέβοντας απ’ τον λαό την προίκα του, τη μόρφωση, ένα στολίδι (και τι στολίδι!) από της ψυχής του την κοινοκτημοσύνη.
              Δεν ξέρω τι μπίζνες παίζονται επί την Μέση Οδό της Θεσσαλονίκης, ποιος εργολάβος κερδίζει, ποιος υπεργολάβος χάνει. Ξέρω όμως τι επιχειρήματα μας πετάνε στη μάπα οι αχόρταγοι Δυνατοί: πομφόλυγες για «ανάπτυξη», κατηγορίες για «αρχαιολατρία», ψόγο ότι «αντιδρούμε σε όλα» κι άλλα παμπόνηρα.
               Λες και η ανάδειξη του μνημείου δεν θα ήταν παραγωγική. Λες και η πνευματική καλλιέργεια δεν είναι παραγωγική. Λες και η ιστορία που μπορεί να διδάξει η ίδια η πόλις στους πολίτες δεν είναι παραγωγική.
                Τι είναι τότε παραγωγικό; η λήθη; η ακαλαισθησία; η αποβλάκωση; η υποταγή στο κερδώο όταν είναι χυδαίο; ο εκβαρβαρισμός; Ολα αυτά είναι που μας έφεραν έως εδώ. Με όλα αυτά χάσαμε τον δρόμο μας και μας έκαναν «μονόδρομο» τον δρόμο προς τα Σούσα.
                Η Μέση Οδός μάς πάει αλλού, έρχεται απ’ το παρελθόν και δείχνει το μέλλον, το μέλλον όπου ο μηχανικός ψάχνει να βρει τον τρόπο για να φέρει την αύρα της θάλασσας στην πόλη...
 
                                          Πηγή : Στάθης - στον ενικό...



Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Μυστράς : Άγιοι Θεόδωροι

 
 
 
 
              Ένα μεγάλο συγκρότημα από επιβλητικές εκκλησίες, ερείπια κτιρίων και υπολείμματα ενός περιβόλου που τα περιέκλειε, αποτελούν το πλουσιότερο μοναστήρι του Μυστρά, τη Μονή Βροντοχίου. Ιδρυτής και ηγούμενος υπήρξε ο Μέγας Πρωτοσύγγελος Παχώμιος, ο οποίος με τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Αυτοκράτορα στη διευθέτηση πολιτικών υποθέσεων του Δεσποτάτου έλαβε προνόμια, ώστε μέσα σε είκοσι χρόνια να κτίσει τις δύο εκκλησίες, τους Άγιους Θεόδωρους και την Παναγιά την Οδηγήτρια, με κελιά, πύργους και εστιατόρια.
             Κατόρθωσε τέλος να μείνει η Μονή ανεξάρτητη από τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές και να υπάγεται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη.
            Αυτή η ιδιαίτερη θέση που κατέλαβε στη ζωή του Δεσποτάτου του Μυστρά, υπήρξε και η αιτία να ονομασθεί Αφεντικό, από τα επίσημα πρόσωπα που συγκέντρωνε και την μεγάλη περιουσία που κατείχε, ως ο πλέον δυνατός αφέντης της περιοχής.
 
 
            Οι Άγιοι Θεόδωροι, καθολικό ομώνυμης μονής, κτίστηκαν λίγο πριν το 1296. O ναός βρίσκεται στη βορειοανατολική γειτονιά της πόλης, δίπλα στην Oδηγήτρια
             H εξωτερική πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση του Ιερού της Εκκλησίας παρουσιάζει ιδιαίτερη λαμπρότητα καθώς με την αισθητική αξιοποίηση της πλινθοπερίκλειστης λιθοδομής και των εφυαλωμένων χρωματιστών πλακών, που σήμερα δεν υπάρχουν, δημιουργείται μια διακόσμηση που έρχεται σε αρμονική σχέση με την σρχιτεκτονική διάρθρωση του ναού.
              Η εκκλησία αυτή, αναστηλωμένη από τον καθηγητή Ορλάνδο το 1932, ανήκει στον τύπο του σταυρικού οκταγωνικού ναού. Ο μεγάλος τρούλος στηρίζεται όχι σε τέσσερα αλλά σε οκτώ σημεία, που διαγράφουν ένα νοητό οκτάγωνο.
              Οι Άγιοι Θεόδωροι αποτελούν το τελευταίο παράδειγμα των ναών του τύπου αυτού που κτίστηκαν από το 10ο ως το 13ο αιώνα, μετά τη Μονή του Οσίου Λουκά,τη Μονή Δαφνίου και την Αγία Σοφία στη  Μονεμβασία.
             Τα κύρια χαρακτηριστικά του τύπου αυτού είναι ο μεγάλος τρούλος με το ψηλό τύμπανο που κυριαρχεί σε ολόκληρο το κεντρικό χώρο του ισογείου καθώς ανεβαίνει σε ύψος και αναγκάζει τον προσκυνητή να στρέψει αθέλητα το βλέμμα του προς τα εκεί, όπου υπάρχει η μορφή του Παντοκράτορα.
            Από τη ζωγραφική διακόσμηση του ναού σώζονται μερικοί  ολόσωμοι στρατιωτικοί Άγιοι που χαρακτηρίζονται από ρεαλιστική διάθεση, με μορφές γεμάτες ζωή και ελευθερία στην κίνηση, θυμίζοντας τεχνοτροπία της Μακεδονικής Σχολής.
            Μέσα κι έξω από το ναό υπάρχουν πολλοί τάφοι. Ταφικά είναι επίσης και τα δυο παρεκκλήσια, ενσωματωμένα στη δυτική πλευρά του ναού, με εισόδους από το φραγμένο και χωρίς οροφή σήμερα νάρθηκα καθώς και η Πρόθεση στο Ιερό με τη χαμηλή είσοδο όπου υπάρχει ο τάφος κάποιου Μανουήλ Παλαιολόγου, όπως φανερώνει η επιγραφή που συνοδεύει τη σχετική παράσταση στο τοίχο.
          Στο Διακονικό τέλος, στον εσωτερικό τοίχο πάνω από τη είσοδο, διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση η Κοίμηση της Θεοτόκου.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Οι μεγάλες επιθέσεις των Ούννων

                                    
                                     “Πατρίδα τους είναι η ράχη του αλόγου τους”
                                                         

                                                              OΙ ΟΥΝΝΟΙ
                Η πολεμική φυλή των Oύννων, ένας λαός τουρανο-μογγολικής καταγωγής, εισέβαλε ξαφνικά στην ανυποψίαστη Eυρώπη στα τέλη του 4ου αιώνα μ.X. Aν και η ήπειρος ήταν γεμάτη με άγριες βαρβαρικές φυλές, που μέχρι ενός σημείου είχαν υποταχθεί στη Pώμη και "εκρωμαϊστεί" (ή στην Aνατολή εξελληνιστεί), η αγριότητα και η πολεμική ικανότητα των Oύννων ήταν κάτι εντελώς νέο για τους Ευρωπαίους.
                                                                        Αττίλας  
                Ηταν ένας άνδρας που ήταν γραφτό να συγκλονίσει τις φυλές του κόσμου και προξενούσε τον φόβο σε όλες τις χώρες, τρομοκρατώντας με οποιονδήποτε τρόπο όλους, απλώς και μόνο με τις φοβερές φήμες που διασπείρονταν γι' αυτόν". Mε τα λόγια αυτά ο (γοτθικής ή αλανικής καταγωγής) Pωμαίος ιστορικός Iορδάνης περιέγραψε με αδρές γραμμές την επίδραση του Aττίλα στους φιλήσυχους, λίγο ή πολύ, κατοίκους του ρωμαϊκού κόσμου. Aντλώντας από τη βασική πηγή για τον Aττίλα, τον Bυζαντινό ιστορικό Πρίσκο, ο Iορδάνης προσπάθησε να αποδώσει τη δράση του Aττίλα και των τρομερών Oύννων του έναν αιώνα μετά το θάνατο του ανθρώπου που ονομάστηκε "μάστιγα του Θεού" (Flagellum Dei, στις λατινικές πηγές).
            O Aττίλας γεννήθηκε το 406 (κατ' άλλους το 395) στα όρια της τότε αυτοκρατορίας των Oύννων και ήταν γιος του εκ των συμβασιλέων των Oύννων, Mουντζιούχ, και ανιψιός του δεύτερου βασιλιά, Pουγίλα. Tα μόνα στοιχεία από τη νεανική ηλικία του αφορούν στην παρουσία του ως βασιλικού ομήρου στην αυλή του δυτικού αυτοκράτορα Oνώριου το 418, στα πλαίσια της ίδιας συνθήκης με την οποία στάλθηκε στους Oύννους ο Φλάβιος Aέτιος.
                H μαθητεία του νεαρού Aττίλα (ήταν 12 ή 22 ετών τότε) στη Pώμη ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και την ανάπτυξη των διοικητικών και ηγετικών ικανοτήτων που τον κατέστησαν θρυλικό. Σε ένα χρονικό σημείο που δεν γνωρίζουμε, ο Aττίλας επέστρεψε στο λαό του και όταν ο Pουγίλας (ή Pούγας) πέθανε, ανέλαβε μαζί με τον αδελφό του Mπλέντα (ή Bλέδα) τη βασιλεία της ομοσπονδίας.
                O Aττίλας ήταν κοντός, όπως άλλωστε η μεγάλη πλειονότητα των Oύννων, και ευρύστερνος, με χοντρό λαιμό και φαρδιές πλάτες. Tο κεφάλι του ήταν μεγάλο και τα χαρακτηριστικά του προσέδιδαν την καταγωγή του από τις στέπες της Κεντροανατολικής Aσίας. H πρώτη γνωστή βασιλική πράξη του Aττίλα ήταν η ανανέωση της συμφωνίας ειρήνης με τη βυζαντινή αυτοκρατορία, μετά από συνάντησή του με τους αντιπροσώπους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄.
              H πρώτη ήττα του Aττίλα ήλθε στην Περσία, όπου οι στρατιές των Oύννων απέτυχαν στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν την επικράτειά τους στα εδάφη της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Mετά την αποτυχία τους, οι Oύννοι επανήλθαν στο φυσικό χώρο των επιχειρήσεών τους, την Κεντρική Eυρώπη, και άρχισαν ξανά να κάνουν επιδρομές στη βόρεια Bαλκανική. H ανατολική αυτοκρατορία (Βυζάντιο) ήταν απασχολημένη με τους Bανδάλους στην Aφρική και τους Σασσανίδες στα ανατολικά της σύνορα και έτσι δεν διέθετε τις απαιτούμενες δυνάμεις για να αντιμετωπίσει τους Oύννους, που το 441 εισέβαλαν στα Bαλκάνια και λεηλάτησαν μία σειρά από πόλεις στην Iλλυρία.
                                          

                                             Οι επιθέσεις και η αντιμετώπισή τους


             Oι Oύννοι δεν ενδιαφέρονταν στη φάση αυτή για κατακτήσεις, αλλά προτιμούσαν να αποκομίζουν πλούσια λεία από τις λεηλασίες και να εκβιάζουν τους Bυζαντινούς για να αποσπούν μεγάλα ποσά ως ετήσιο φόρο για να μένουν μακριά από αυτοκρατορικά εδάφη. Oι δυνάμεις που παρέταξε ο Θεοδόσιος στη δεύτερη εισβολή των Oύννων στα Bαλκάνια το 443 ηττήθηκαν αποφασιστικά και έτσι αναγκάστηκε να προσφέρει τεράστια ποσά (περί τους δύο τόνους χρυσάφι εφάπαξ και κάπου 680 κιλά χρυσό ετησίως) για να τους απομακρύνει από τη Bασιλεύουσα.   

                O Aττίλας μέχρι τότε βασίλευε μαζί με τον Bλέδα, ωστόσο αυτό δεν θα συνεχιζόταν για πολύ. Πιθανότατα το 445 ο Aττίλας δολοφόνησε τον αδελφό του και έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Oύννων. Yπό τον Aττίλα, τα "δίποδα θηρία" επιτέθηκαν για τρίτη φορά στην ανατολική αυτοκρατορία το 447 και έφθασαν λεηλατώντας, καίγοντας και σφάζοντας έως τις Θερμοπύλες. Το 447, 54 πύργοι από τα περίφημα τείχη της Πόλης καταστράφηκαν από σεισμό, αλλά ξαναχτίστηκαν υπό την απειλή του Ούννου Αττίλα.
               H Kωνσταντινούπολη σώθηκε ξανά, αφού οι Bυζαντινοί υποσχέθηκαν για μία ακόμη φορά πλούσιο φόρο στους Oύννους. Θεωρώντας ίσως ότι δεν μπορούσε να αποκομίσει περισσότερα οφέλη από την ανατολική αυτοκρατορία, ο Aττίλας στράφηκε στη Δύση. 
              Η αποφασιστική μάχη δόθηκε  στις 20 Ιουνίου 451 και έγινε γνωστή ως Μάχη των Εθνών ή Μάχη των Καταλαυνικών πεδίων λόγω της τοποθεσίας που διεξήχθη στη Γαλλία. Η σύγκρουση ήταν πολύνεκρη και οι Ούνοι ηττήθηκαν.
              Την επόμενη χρονιά ο Aττίλας, απτόητος από την ήττα του και έχοντας κινητοποιήσει τις πλουσιότατες εφεδρείες της αχανούς αυτοκρατορίας του, εισέβαλε με μεγάλες δυνάμεις στην Iταλία, καίγοντας και λεηλατώντας τα πάντα στο διάβα του. H Pώμη πάντως, σώθηκε εξαιτίας αδιευκρίνιστων, μέχρι και σήμερα, λόγων.
                Πολύ λίγες δεκαετίες μετά, όταν πια η απειλή των Oύννων εξέλιπε και οι επιδρομείς της στέπας δεν ήταν παρά απειλητικές φιγούρες στα παραμύθια των Eυρωπαίων, η Pώμη θα υπέκυπτε σε ένα από τα βαρβαρικά φύλα που είχε υπό τη σκέπη του ο Aττίλας, τους Oστρογότθους.
             H "Mάχη των Eθνών" δεν είχε κοσμοϊστορική σημασία, όπως σημειώνουν οι σύγχρονοι ιστορικοί, καθώς απλώς ανέβαλε (και μάλιστα για πολύ μικρό χρονικό διάστημα) την πτώση της Pώμης. Oύτως ή άλλως, η αυτοκρατορία του Aττίλα δύσκολα θα επιβίωνε του θανάτου του και αυτό αποδείχθηκε στην πράξη. Oι Oύννοι αποτέλεσαν μία βραχύβια απειλή για τον πολιτισμένο κόσμο, όμως οι συνέπειες της μετακίνησής τους προς τα δυτικά ήταν κοσμοϊστορικές. Oι γερμανικοί λαοί τους οποίους ξερίζωσαν από τις εστίες τους μετακινήθηκαν μαζικά προς δυσμάς, παρασύροντας και άλλους λαούς στο διάβα τους. H Pώμη βρισκόταν σε παρακμή ήδη από τον 3ο αιώνα μ.X., αλλά η "μετανάστευση των λαών" ήταν πολύ περισσότερο απ' όσο μπορούσε να αντέξει. H πτώση της Pώμης και η άνοδος των κρατών που δημιούργησαν οι φύλαρχοι των γερμανικών φυλών στα εδάφη της δυτικής αυτοκρατορίας ήταν μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας.
Πηγή :  Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία



Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης : Άγιος Ιωάννης εν Τρούλλω

 
 
 
 
 

















Άγιος Ιωάννης εν  Τρούλλω- Hirami Ahmed Pasa Mescidi



 
 
             Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τα κτηριακά συγκροτήματα των μεγάλων βυζαντινών μονών θα περιέλθουν στους κατακτητές και τα περισσότερα θα μετατραπούν σε τεμένη όπως η Αγία Θεοδοσία (Gül camii), οι Άγιοι Θεόδωροι (Kilise camii), η Μονή του Λιβός (Fenari İsa camii), η Μονή Μυρελαίου (Bodrum camii), η Παμμακάριστος (Fethiye camii), η Μονή του Χριστού Παντεπόπτου (Eski İmaret), η Μονή Παντοκράτορος (Zeyrek camii), η Μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Küçük Aya Sofya camii), η Μονή Στουδίου (İmrahor camii), η Μονή της Χώρας (Kariye camii), ο Άγιος Ανδρέας Εν Τη Κρίσει (Koca Mustafa Paşa camii), η Μονή Ακαταλήπτου Χριστού (Kalenderhane camii), οι Άγιοι Πέτρος και Μάρκος (Atik Mustafa Paşa camii), ο Άγιος Ιωάννης Εν Τρούλλω (Ahmet Paşa mescidi) και η Αγία Θέκλα (Toklu İmbrahim Dede mescidi).
            Ο Άγιος Ιωάννης εν  Τρούλλω βρίσκεται λίγα βήματα προς τα νότια της μονής Παμμακαρίστου. Πρέπει να είναι κτίριο του 12ου αι. Η ιστορία του κτιρίου πριν την άλωση δεν είναι γνωστή. Γίνεται λόγος για το κτίριο όταν ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος το 1454-56 αποφάσισε να μεταφέρει το πατριαρχείο στην Παμμακάριστο και έτσι τoυς μοναχούς που βρίσκονταν εκεί τους μετέφερε στο ναό αυτό.

              Την περίοδο που μετατράπηκε σε τζαμί η μονή Παμμακαρίστου το 1587-88, μετατράπηκε και αυτός ο ναός σε τζαμί από τον γενίτσαρο Agasi Hirami Ahmed Pasa που πέθανε το 1598,
 

              Το κτίριο έχει σταυροειδές σχήμα με τρία μέρη στη μεριά του ιερού. Μετά τη μετατροπή του σε τζαμί στο νότιο τοίχο του νάρθηκα ανοίχτηκε μια πόρτα, κάποια παράθυρα χτίστηκαν και φτιάχτηκε ένας ξύλινος μιναρές.
               
             Το 1930 το τζαμί έπαθε ζημιές με αποτέλεσμα να πάψει να λειτουργεί και να αρχίσει γρήγορα να καταρρέει.Το 1946 γκρεμίστηκε ο νάρθηκας. Στα χρόνια 1966-68 έγιναν εργασίες αναστήλωσης και συνεχίζει να λειτουργεί ως τζαμί.


Βυζαντινή Θεσσαλονίκη: Παναγία των Χαλκέων

             
 
 
 
  
              Η Παναγία των Χαλκέων, γνωστή και ως ‘Κόκκινη Εκκλησία’ λόγω της αποκλειστικά πλινθόκτιστης τοιχοποιίας της, βρίσκεται νοτιοδυτικά από την Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης και βόρεια από την οδό Εγνατίας. Είναι ο μοναδικός ναός της Μεσοβυζαντινής περιόδου που σώζεται στη Θεσσαλονίκη.
               Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του μαρμάρινου υπέρθυρου της δυτικής εισόδου, χτίστηκε το 1028μ.Χ. από τον πρωτοσπαθάριο και διοικητή Λογγοβαρδίας Χριστόφορο και την οικογένεια του προς τιμήν της Θεοτόκου σε θέση που προϋπήρχε ειδωλολατρικός ναός. Το 1430 ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί και πήρε την ονομασία Καζαντζιλάρ (δηλ. τζαμί των χαλκωματάδων), καθώς στην περιοχή υπάρχουν χαλκωματάδες από τη βυζαντινή περίοδο ως σήμερα• εξ ου και το σημερινό όνομα ‘Παναγία Χαλκέων’. Το βυζαντινό όνομα ίσως ήταν ‘Παναγία των Χαλκοπρατείων’, όπως η ομώνυμη εκκλησία της Κων/πολης. Ο ναός αποδόθηκε και πάλι στη χριστιανική λατρεία με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Ο σεισμός του 1932 προξένησε αρκετές ζημιές, οι οποίες αποκαταστάθηκαν τη δεκαετία του ’30, όταν αφαιρέθηκαν και οι επιχώσεις που κάλυπταν το μνημείο ως το ύψος του μαρμάρινου κοσμήτη.
               Το μνημείο είναι σημαντικό τόσο για την αρχιτεκτονική του, όσο και για τη σύγχρονη περίπου ζωγραφική του (1030-1040), που λόγω του αξιώματος του ιδρυτή του πρέπει να απηχούν τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα της Κωνσταντινούπολης.



                                                                      Αρχιτεκτονική.
 
 
              Η Παναγία Χαλκέων ανήκει στον τύπο του «σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου» ναού, χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο κεντρικός τρούλος που φέρεται με τη βοήθεια τεσσάρων κιόνων. Στη δυτική πλευρά υπάρχει διώροφος νάρθηκας που στεγάζεται με δύο τρούλους. Στην ανατολική πλευρά σχηματίζεται τριμερές Ιερό Βήμα με τρίπλευρη εξωτερικά την κεντρική αψίδα. Στο κέντρο της βόρειας πλευράς εξέχει από τον τοίχο το ταφικό μνημείο του κτήτορα του ναού μέσα σε αρκοσόλιο.
              Είναι κτισμένος εξολοκλήρου με την τεχνική της «κρυμμένης πλίνθου» και οι τοίχοι εξωτερικά κοσμούνται με πολλά παράθυρα, κλιμακωτά τόξα, οδοντωτές ταινίες, γείσα, κτιστούς ημικίονες, κιονίσκους και πεσσούς, καθώς και με ένα μαρμάρινο κοσμήτη που περιτρέχει ολόκληρο το ναό. Στη νότια πλευρά, κάτω από τον κοσμήτη, σώζονται πήλινα εφυαλωμένα πλακίδια που φέρουν κουφική διακόσμηση.
           

                                                       
                                                          Εντοίχιος διάκοσμος
             .  
                 Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού ανήκει σε δύο διαφορετικές φάσεις. Η πρώτη φάση είναι σύγχρονη της ανέγερσης του ναού, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή στο ζωγραφικό διάκοσμο του Ιερού, και υπολογίζεται στο β’ τέταρτο του 11ου αιώνα (1030-1040μ.Χ.). Σε αυτήν ανήκει ο τοιχογραφικός διάκοσμος του τρούλου που περιλαμβάνει τη σκηνή της Ανάληψης, η Παναγία, οι Ιεράρχες και δύο σκηνές από τη Θεία Ευχαριστία που κοσμούν το Ιερό, σκηνές από το Χριστολογικό κύκλο που υπάρχουν στους τοίχους του κυρίως ναού και η μεγαλειώδης σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας στο νάρθηκα.
             Η δεύτερη φάση της διακόσμησης του ναού ανήκει στην παλαιολόγεια εποχή και χρονολογείται στο α’ μισό του 14ου αιώνα μ.Χ.. Στη φάση αυτή ανήκει η εικονογράφηση οίκων του Ακάθιστου Ύμνου και λείψανα από τη σκηνή της Κοίμησης της Θεοτόκου που σώζονται στο δυτικό τοίχο κάτω από το γείσο.