Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΡΤΑ--ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΛΑΧΕΡΝΩΝ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΒΛΑΧΕΡΝΑΣ είναι επιβλητικός βυζαντινός ναός του 10ου-13ου αι., με μεταγενέστερες επεμβάσεις, στο χωριό Βλαχέρνα έξω από την Άρτα. Κτισμένη αρχικά ως καθολικό μοναστηριού στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής και διακοσμημένη με τοιχογραφίες, γλυπτά, μαρμαροθετήματα και ψηφιδωτά, η Παναγία της Βλαχέρνας λειτούργησε ως ταφικός ναός της οικογένειας των Κομνηνών-Δουκάδων, ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου.






      Αναδημοσίευση από τη σελίδα    http://vlaherna.gr/
         Ο ναός δεσπόζει στο κέντρο του ομώνυμου χωριού, αποτελεί ένα στολίδι και ένα λαμπρό παράδειγμα της δόξας και της θρησκευτικότητας των χριστιανών της βυζαντινής Άρτας και των Κομνηνοδουκάδων δεσποτών τους. Ιδρύθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και στα μέσα του 12ου αιώνα μετασκευάστηκε επί Μιχαήλ Β΄ σε βασιλική με τρούλλους. Ο νάρθηκας προστέθηκε λίγο αργότερα, ενώ το κωδωνοστάσιο ενσωματώθηκε στη δυτική πλευρά του ναού κατά το 19ο αιώνα. Γύρω από το ναό υπάρχει τείχος, το οποίο είναι μεταγενέστερο, χτίστηκε το 1833. Ο κάλφας (βοηθός) του αρχιμάστορα που έχτισε το ναό, έχτισε αργότερα το ναό της Παρηγορίτισσας στην Άρτα. Ο τελευταίος είναι μάλιστα τόσο μεγαλόπρεπος που παρέμεινε το δημώδες: “Έβγα κυρά Βλαχιόρνα να ιδεις τ’ν Παρηγορίτ’σα”.
           Αν και παρουσιάζει πολλά προβλήματα σήμερα ο ναός, ασκεί εντούτοις μια ξεχωριστή γοητεία όχι τόσο βέβαια για την πρωτότυπη αρχιτεκτονική του, όσο για το μεγάλο όνομα και την ιστορία, που κουβαλάει πάνω του, στοιχεία πολύτιμα που σημαδεύουν την τέχνη και την τεχνοτροπία μιας συγκεκριμένης εποχής, της ακμής του δεσποτάτου της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.
         Η είσοδος στον κυρίως ναό γίνεται από μια χαμηλή πόρτα στη δυτική πλευρά δια μέσου του νάρθηκα. Πάνω από τη είσοδο υπάρχει μία μαρμάρινη πλάκα που αναπαριστάνει τον άγγελο Γαβριήλ. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, η πλάκα αυτή έπεσε 3 φορές εξαιτίας των βομβαρδισμών από την Άρτα, όμως δεν έσπασε και παραμένει ακόμα εκεί. Τα κλίτη σκεπάζονται με ημικυλινδρικές καμάρες και διακόπτονται στο μέσον από τρούλλους. Η καμάρα του μεσαίου κλίτους είναι ψηλότερη.
         Ο φωτισμός του ναού γίνεται κυρίως από τα παράθυρα του τρούλλου στο μεσαίο κλίτος και από αυτά των περιμετρικών πλευρών. Έτσι δημιουργείται ένας ήπιος φωτισμός, όπως αρμόζει σε καθολικό μονής.
           Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δάπεδο του ναού, το οποίο ήταν στρωμένο με μεγάλες μαρμάρινες πλάκες λευκού χρώματος, που περιμετρικά έφεραν πολύχρωμα μαρμαροθετημένα πλαίσια. Σήμερα σώζονται αυτά του μεσαίου κλίτους και μερικά στα πλάγια. Τα κατεστραμμένα αντικαταστάθηκαν με πέτρινες πλάκες.


           



              Στη δυτική πλευρά του κυρίως ναού στο βόρειο και νότιο τοίχο υπάρχουν δύο ορθογώνιοι τάφοι, οι οποίοι ανήκουν σε μέλη της οικογένειας των Κομνηνοδουκάδων. Δυστυχώς οι τυμβωρύχοι κατέστρεψαν την αρχική γλυπτική διακόσμηση των τάφων. Διασώθηκε μόνο η οριζόντια ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα του βορείου τάφου και σκόρπια κομμάτια που φυλάσσονται στο μουσείο. Ο νότιος τάφος, που είναι περισσότερο ογκώδης, διατηρούσε ανάγλυφη διακόσμηση σ' όλες τις πλευρές του. Δυστυχώς έχουν αποκολληθεί οι μαρμάρινες αυτές γλυπτές παραστάσεις και έχουν αντικατασταθεί με τσιμεντένια επένδυση.
                  Το τέμπλο του ναού είναι ξύλινο και αντικατέστησε το μαρμάρινο, που καταστράφηκε επί Τουρκοκρατίας.
           Η τοιχοποιΐα του καθολικού αποτελείται από συνεχείς οριζόντιες στρώσεις κοινών ασβεστολίθων, που χωρίζονται από μονή σειρά πλίνθων. Στα τριγωνικά τμήματα όπου καταλήγουν οι στέγες καθώς και στους τρούλλους η τοιχοποιΐα αποτελείται εξολοκλήρου από οπτοπλίνθους είτε σαν υλικό δομής είτε σαν κεραμοπλαστικό διάκοσμο.
               Η στέγαση του ναού γίνεται με δίρριχτη στέγη, η οποία καλύπτει και τα τρία κλίτη. Στο κέντρο δεσπόζει ο οκταγωνικός τρούλλος κατασκευασμένος από πλίνθους. Πιο χαμηλά απ' αυτόν βρίσκονται οι τρούλλοι κρυμμένοι πίσω από τριγωνικά αετώματα, που υψώνονται επάνω στο βόρειο και νότιο τοίχο του μνημείου.
             Στη δυτική πλευρά του κυρίως ναού υπάρχει νάρθηκας μεταγενέστερος με διαφορετική τοιχοποιΐα. Η είσοδος σ' αυτός γίνεται από δύο χαμηλές πόρτες στη βόρεια και νότια πλευρά. Ο νάρθηκας διαιρείται σε τρία μέρη, τα οποία αντιστοιχούν στο πλάτος των κλιτών του ναού. Οι σωζόμενες τοιχογραφίες του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς απεικονίζουν σκηνές από τη λειτανία της μαρμάρινης εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη, όπου πλήθος πιστών παρακολουθεί την περιφορά της χειροποίητης εικόνας.





          Εξετάζοντας τον εσωτερικό διάκοσμο της Βλαχέρνας παρατηρούμε, σύμφωνα με τις πληροφορίες της κ.Ποταμιάνου, πως αυτός συμπληρώθηκε σε δύο φάσεις εργασιών. Στην πρώτη φάση, γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα, όπως φαίνεται η ζωγράφιση του κυρίως ναού και του Ιερού. Σε δεύτερη φάση έγινε η ζωγράφιση του νάρθηκα, που κατασκευάστηκε αργότερα. Από τις τοιχογραφίες του ναού έχουν αποκαλυφθεί σκηνές από το βίο της Παναγίας στην πρόθεση, παραστάσεις από θαύματα, τα πάθη και τα μετά την Ανάσταση του Χριστού, στο βόρειο και το νότιο κλίτος δυτικά τμήμα της Πεντηκοστής και στο τύμπανο του τρούλλου του νοτίου κλίτους πολλές μορφές αγίων και διακοσμητικά θέματα. Η έρευνα της κ.Ποταμιάνου έδειξε πως των δύο εξαιρετικών ζωγράφων που εργάστηκαν (ο ένας στο νότιο και ο άλλος στο βόρειο κλίτος) κοινό τους γνώρισμα είναι ο τρόπος που συγκεράζουν και αναμορφώνουν σ' ένα σύνολο με ιδιότυπο χαρακτήρα παρωχημένα στη χρήση τους στοιχεία, απ' τη ζωγραφική παράδοση του 12ου κυρίως αιώνα, με σύγχρονα στοιχεία, που αντανακλούν διάφορες ανάλογα τάσεις της εποχής.
      Στο νεότερο νάρθηκα έχουν ανακαλυφθεί τμήματα από συνθέσεις Συνόδων, τη φιλοξενία του Αβραάμ, μορφές αγίων και διακοσμητικά θέματα και τη λειτάνευση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας της Βασιλεύουσας, που αναφέραμε πιο πάνω.
        Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο ναό της Παναγίας της Βλαχέρνας δεν είναι και τόσο ευχάριστη. Το βασικό πρόβλημα είναι η υγρασία, που προκαλεί πολλές φθορές στην τοιχοποιία. Το δάπεδο του κυρίως ναού με τα ψηφιδωτά είναι καλυμμένο με ξύλινα βάθρα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανισόπεδα επίπεδα αφ' ενός και αφ' ετέρου να μη διακρίνονται τα ψηφιδωτά.
         Άλλο σημαντικό στοιχείο για την αναβάθμιση του όλου χώρου είναι το τέμπλο, το οποίο αποτελείται από πολλά κομμάτια διαφορετικά μεταξύ τους και χωρίς συνοχή. Εκτός αυτού το μεγάλο ύψος του εμποδίζει τη θέα της Πλατυτέρας και των άλλων τοιχογραφιών στην κόγχη του Ιερού. Ρήγματα παρουσιάζει και η τοιχοποιία πάνω από τη χαμηλή πόρτα εισόδου. Η τεχνική και τα ακριβά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στη διακόσμηση του ναού της Παναγίας της Βλαχέρνας, δείχνουν ευθύς εξαρχής την προσοχή που δόθηκε στο έργο από μέρους των χορηγών και την εκτέλεσή του από έμπειρους ζωγράφους, που κατείχαν τα μυστικά της τέχνης τους. Εξωτερικά παρατηρούνται φθορές στα κονιάματα, τόσο στις τοιχογραφίες, όσο και σ' αυτά του κεραμοπλαστικού διακόσμου και των τρούλλων.
         Ως εκ τούτου λοιπόν απαιτείται άμεσα συντήρηση και ανάδειξη των τοιχογραφιών, με την ανανέωση των επιχρισμάτων και την αποκατάσταση των δύο τάφων με την καθαίρεση των τσιμέντων και την αντικατάστασή τους με υλικά αρμόζοντα στην αισθητική και την ιστορία του ναού. Επίσης χρειάζεται επιδιόρθωση του δαπέδου του νάρθηκα με πλάκες λευκού χρώματος, προκειμένου να φωτιστεί ο χώρος, αφού δεν υπάρχουν παράθυρα. Τα ψηφιδωτά πρέπει να καλυφθούν με υάλινο δάπεδο αντί του ξύλινου βάθρου. Πρέπει ακόμη να γίνει αλλαγή της στέγης με βυζαντινά κεραμίδια, καθαίρεση των σαθρών κονιαμάτων και αρμολόγηση με ειδικό κονίαμα. Για την υγρασία συνίσταται αποχρωμάτωση και τοποθέτηση υδρορροών. Το τέμπλο θέλει αντικατάσταση και οι σπουδαίες τοιχογραφίες συντήρηση. Απαιτείται τέλος και αποκατάσταση του περιβάλλοντος χώρου.
         Η εκκλησία γιορτάζει στις 2 Ιουλίου (Κατάθεσις Τιμίας Εσθήτος Θεοτόκου εν Βλαχέρναις). Την παραμονή (1/7) πλήθος πιστών από διάφορα χωριά του νομού αλλά και από γειτονικούς νομούς επισκέπτονται το ναό. Αλλά και τις άλλες μέρες του χρόνου οι επισκέπτες δεν λείπουν. Πλήθος τουριστών από χώρες της Ευρώπης έρχονται στο μικρό μας χωριό για να δουν την εκκλησία.
  
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ τον πατέρα Δημήτριο Τζουρμανά (Ιερέα του ναού της Παναγίας της Βλαχέρνας όταν συντάσσονταν αυτό το κείμενο) για όλες τις παραπάνω πολύτιμες πληροφορίες που μου προσέφερε, αλλά και για όλες του τις προσπάθειες που κατέβαλλε προκειμένου να αποκατασταθεί ο ναός και που δυστυχώς τις περισσότερες φορές προσπίπτουν πάνω στη γραφειοκρατία, την αδιαφορία και τη μιζέρια που δέρνει τούτη εδώ τη χώρα σε θέματα πολιτισμού και ιστορίας.


ΒΙΝΤΕΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ






Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Η Ακρόπολις κατα τη βυζαντινή εποχή και το προσκύνημα του Βασιλείου του Β΄

Ο Παρθενώνας κατα τη βυζαντινή περίοδο


Η Ακρόπολις κατα τη βυζαντινή εποχή και το προσκύνημα του Βασιλείου του Β΄


 
        του Χρήστου Τσούντα (1857 - 9 Ιουνίου 1934),  κλασικού αρχαιολόγου
 
 
       
    Επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης

                 
                  Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἀθηναῖοι ἔκτιζον πρὸ τοῦ Παρθενῶνος ναὸν ἀφιερωμένον εἰς τὴν Ρώμην καὶ τὸν αὐτοκράτορα αὐτῆς εἰς τὴνΠαλαιστίνην ἐγεννᾶτο ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου, ὁ Κύριος ἡμῶν ᾽ΙησοῦςΧριστός. ῾Η διδασκαλία του ἔμελλε νὰ καταρρίψη τὴν ἀρχαίαν θρησκείαν μὲ ὅλους τοὺς ναοὺς καὶ μὲ ὅλα τὰ ἀγάλματα τῶν ἑλληνικῶν θεῶν.Οἱ Ἀπόστολοι ἔφερον τὸ Εὐαγγέλιον ἐνωρὶς εἰς τὴν ῾Ελλάδα. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας μετὰ την γέννησιν τοῦ Χριστοῦ ἡ νέα θρησκεία ἦτο ἀκόμη ἀνίσχυρος καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς κατεδιώκοντο,πολλοὶ δὲ ἐμαρτύρησαν ὑπὲρ τῆς πίστεώς των. Ὅταν, ὅμως, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινεν αὐτοκράτωρ τῆςΚωνσταντινουπόλεως τὰ πράγματα ἤλλαξαν. ῾Η χριστιανικὴ θρησκεία ἀνεγνωρίσθη ὡς θρησκεία τοῦ κράτους καὶ ἡ ἀρχαία ἔσβηνεν ὀλίγον κατ᾽ ὀλίγον, μέχρις ὅτου ἐπὶ τέλους οὐδεὶς ὀπαδὸς αὐτῆς ἔμεινεν.
 
                   Εἰς τοὺς χρόνους αὐτοὺς τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν δύο θρησκειῶν ἀπωλέσθησαν πολλὰ ἔργα τῆς ἀρχαίας τέχνης, τόσον εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅσον καὶ ἀλλαχοῦ. Οἱ Χριστιανοί, καὶ πρὸ πάντων οἱ μοναχοί,κινούμενοι ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον κατὰ τῶν εἰδώλων, συνέτριβον τὰ ἀγάλματα τῶν ἀρχαίων θεῶν καὶ πολλάκις κατέστρεφον καὶ αὐτοὺςτοὺς ναούς των.Εὐτυχῶς, ὅμως, τὰ κυριώτερα οἰκοδομήματα τῆς Ἀκροπόλεως δὲν ἐβλάβησαν. Μετεβλήθησαν εἰς χριστιανικὰς ἐκκλησίας καὶ τοιουτοτρόπως διεσώθησαν.
               
                   Πρῶτος ἐξ ὅλων τῶν ναῶν ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας καὶ ἀφιερώθη εἰς τὴν Παναγίαν ὁ Παρθενών. ῾Η μετατροπὴ αὐτοῦ εἰς χριστιανικὴν ἐκκλησίαν ἔγινεν ἴσως ὑπὸ τοῦ αύτοκρατορος ᾽Ιουστινιανοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκτισεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Σοφίας.Κατὰ τὴν μετατροπὴν ἔγιναν καὶ μερικαὶ μεταρρυθμίσεις ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς χριστιανικῆς λατρείας. Κατεσκευάσθησαν ἁψῖδες, ἠνοίχθησαν θύραι, ἐκτίσθη νάρθηξ, εἰκονοστάσιον, γυναικωνῖτις καὶ ἄλλα.Ἀναμφιβόλως ἔβλαψαν ἀρκετὰ αἱ μεταρρυθμίσεις αὐταὶ τὸνΠαρθενῶνα. 
            
                Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὅμως, ἐξηκολούθησεν ὁ Παρθενὼν νὰ εἶναιὁ ὡραιότερος καὶ μεγαλοπρεπέστερος ναὸς τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸς ἦτο ὁ μητροπολιτικὸς ναὸς τῆς πόλεως, καὶ ἡ Παναγία, ἡ ὁποία ἐλατρεύετο εἰς αὐτόν, ὠνομάζετο Ἀθηνιώτισσα, ὡσὰν νὰ ἦτο αὐτὴ ἡ κατ’ ἐξοχὴνπροστάτις τῶν Ἀθηνῶν.Καὶ τὸ ᾽Ερέχθειον καὶ ὁ ναὸς τῆς Νίκης μετετράπησαν εἰςχριστιανικὰς ἐκκλησίας. Πλεῖστα πολύτιμα ἀγάλματα κατεστράφησαν ἢ ἐφθάρησαν. Τὰ ἀναπόσπαστα, ὅμως, τμήματα τῶν κτιρίων δὲν ἐβλάβησαν, ὅπως αἱ Καρυάτιδες, τὰ ἀετώματα, αἱ μετόπαῖ, ἡ ζωοφόροςτοῦ Παρθενῶνος καὶ ἄλλα.
                  Τὰ πάντα εἶχον τότε ἀλλάξει.Αἱ Ἀθῆναι δὲν ἦσαν πλέον πόλις ἀνεξάρτητος καὶ αὐτόνομος, ἀλλὰ μικρὰ ἐπαρχιακὴ πόλις μεγάλου κράτους, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα ἦτο ἡ Κωνσταντινούπολις. Καὶ ὅταν μὲν οἱ αὐτοκράτορες αὐτῆς ἦσαν φρόνιμοι,γενναῖοι καὶ δραστήριοι, αἱ ἐπαρχίαι εἶχον τοὐλάχιστον ἀσφάλειαν καὶ εἰρήνην καὶ ἀπελάμβανον εὐημερίαν τινά. ῞Οταν, ὅμως, ἦσαν -ὅπως συνέβη συχνὰ- ἀδύνατοι ἤ ἐστενοχωροῦντο ὑπὸ πολλῶν συγχρόνως ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, τότε αἱ ἐπαργίαι ὑπέφερον τὰ πάνδεινα. Ἀταξία ἐπεκράτει παντοῦ, διάφοροι βάρβαροι γείτονες εἰσέβαλλον εἰς τὴν χώραν καὶ ἐλεηλάτουν αὐτήν. Πειραταὶ ἀπεβιβάζοντο εἰς τὰς παραλίας καὶ ἥρπαζον ὅ,τι εὕρισκον.Καὶ αἱ Ἀθῆναι φυσικὰ ὑπέφερον καὶ αὐταὶ πολλὰ ἀπὸ διαφόρους ἐχθρούς. Καὶ ἡ Ἀκρόπολις σπανίως εἶχε καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον ἡμέρας ὁμοίας μὲ τὰς παλαιὰς ἐκείνας τὰς γεμάτας δόξαν καὶ λαμπρότητα. Ὅταν οἱ σύγχρονοι τοῦ Περικλέους Ἀθηναῖοι, ἐλεύθεροι καὶ ὑπερήφανοι ἀνέβαινον εἰς τὸν ἱερὸν βράχον, διὰ νὰ προσφέρουν εἰς τὴν Ἀθηνᾶν τὸν νέον πέπλον καὶ τὴν μεγάλην ἑκατόμβην.

Μικρογραφία από χειρόγραφο ψαλτήρι του 11ου αι. (Βενετία, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη).

               Μία ἀπὸ τὰς σπανίας αὐτὰς ἡμέρας ἦτο ἐκείνη τοῦ ἔτους 1018 μετὰ Χριστόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ὁ Β΄ ἐπεσκέφθη τὴν Ἀκρόπολιν καὶ ἀνέβη εἰς τὸν Παρθενῶνα, διὰ νὰ προσευχηθῆ. ῾Ο ἀνδρεῖος αὐτὸς βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάσθη Βουλγαροκτόνος, ἐπολέμησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ μὲ ἐπιμονὴν κατὰ τῶν Βουλγάρων. Καὶ ἐπὶ τέλους κατετρόπωσεν αὐτοὺς ἐντελῶς καὶ κατέστρεψε τὸ βασίλειόν των. Τότε κατέβη ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν, ὅπου εὑρίσκετο, μέχρι τῶν Ἀθηνῶν. Ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς νικηφόρους στρατιώτας του ἀνέβημὲ μεγάλη πομπὴν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν Παρθενῶνα καὶ ἐπροσκήνῃσε καὶ ηὐχαρίστησε τὴν Θεοτόκον διὰ τὰς νίκας του κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Προσέφερε δὲ εἰς τὸν ναὸν αὐτῆς καὶ πολλὰ πολύτιμα δῶρα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ μία χρυσῆ κανδήλα.Τὸ προσκύνημα αὐτὸ τοῦ Βουλγαροκτόνου εἶχε μεγάλην σημασίαν.

               Καὶ ἐὰν ἡ Ἀκρόπολις εἶχε ψυχήν, ὁλόκληρος θὰ συνεταράσσετο ἐνθεμελίων ἀπὸ χαράν, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ ἐπάτησε τὸ ἱερὸν ἔδαφός της. ῾Ο ῞Ελλην αὐτοκράτωρ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ κατέστρεψεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐπικινδυνωδεστέρους ἐχθροὺς τοῦ ῾Ελληνισμοῦ, κατέβη μέχρι τῶν ᾽Αθηνῶν, αἱ ὁποῖαι νὁσαν τὸ φωτεινότερον κέντρον τοῦ ῾Ελληνικοῦ γένους, διὰ νὰ εὐχαριστήση τὴν Παναγίαν καὶ ν’ ἀφιερώση μέρος ἀπὸ τὰ πολύτιμα λάφυρα, τὰ ὁποῖα εἶχε κυριεύσει ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς.

 
Εκ τοῦ βιβλίου «Ἀκρόπολις» 1918 Χρ. Τσούντας


Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Η μεσαιωνική τέχνη στην ΑΛΒΑΝΙΑ

 
 
Οι εκκλησίες παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνες της Ηπείρου και της Μακεδονίας


 
 
 

Του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου

Καθηγητού Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
 
            
Η μοναστηριακή εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Μεσοπόταμο
 
    
 
 
           Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες παρατηρείται έντονη οικοδομική δραστηριότητα στις επαρχίες της Παλαιάς και της Νέας Ηπείρου, τμήμα των οποίων περιλαμβάνεται στη σημερινή Αλβανία. Όπως και στις περισσότερες άλλες περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου, η δραστηριότητα αυτή διακόπτεται κατά την ταραγμένη περίοδο των αραβικών και σλαβικών επιδρομών και ξαναρχίζει μόνο τον 10ο αιώνα. Στη σύντομη αυτή ανασκόπηση θα εξετάσουμε μόνο τα μνημεία της νότιας Αλβανίας, τα οποία εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της βυζαντινής τέχνης. Στο μνημείο των βόρειων περιοχών της χώρας είναι τουναντίον εμφανής η δυτική επίδραση.
 
 
 
 
      Στον 10ο αιώνα χρονολογείται πιθανόν η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Άνω Επισκοπή, κοντά στη σημερινή ελληνοαλβανική μεθόριο. Το χωριό οφείλει το όνομά του στο ότι ο ναός ήταν έδρα της επισκοπής Δρυινοπούλεως. Το μνημείο ανήκει στην κατηγορία των σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών, όπου ένας τρούλος υψώνεται στη διασταύρωση δύο καμαρών, οι οποίες εγγράφονται σε ένα ορθογώνιο. Στην περίπτωση της Επισκοπής ο τρούλος δεν στηρίζεται σε κίονες ή πεσσούς, αλλά σε τοίχους. Πρόκειται για μια πρώιμη παραλλαγή του τύπου, που απαντά κυρίως σε μνημεία του 10ου αιώνα στη Νότια Ελλάδα. Οι βαριές αναλογίες, η τοιχοποιία από αλάξευτους λίθους, οι ημικυκλικές αψίδες και ο περιορισμένος διάκοσμος με πλίνθινες οδοντωτές ταινίες συνηγορούν για την πρώιμη χρονολόγηση του σεβάσμιου αυτού κτιρίου. Στη νότια πλευρά του υψώνεται μεταγενέστερο σταυροεπίστεγο πρόσκτισμα, με πλίνθινο διάκοσμο που θυμίζει το νάρθηκα της Αγίας Θεοδώρας στην Άρτα, της δεύτερης πενηνταετίας του 13ου αιώνα.
 
 
Η Κοίμηση του Άνω Λαμπόβου

        
                Σε άλλον τύπο, του οποίου τα περισσότερα παραδείγματα βρίσκονται στις περιοχές της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, ανήκει η Κοίμηση του Άνω Λαμπόβου, ανατολικά του Αργυροκάστρου. Ένας ψηλός κυλινδρικός τρούλος καλύπτει τον κεντρικό χώρο, που περιβάλλεται από περίστωο. Η αμελής πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία και ο εξωτερικός διάκοσμος με ρομβοειδή και τριγωνικά πήλινα πλακίδια απαντούν σε μεσοβυζαντινές εκκλησίες της Καστοριάς. Το αρχικό κτίριο χρονολογείται μάλλον στον 10ο -11ο αιώνα – ορισμένοι μελετητές το τοποθετούν στον 12ο ή και 13ο αιώνα- ενώ το 1776 και τον 19ο αιώνα ανακατασκευάστηκαν οι αψίδες και κτίστηκαν διάφορα προσκτίσματα.
       Ο ναός του αγίου Νικολάου στο Μεσοπόταμο, κοντά στους Αγίους Σαράντα, διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Ο κυρίως ναός είναι δίκλινος και στεγάζεται με τέσσερις τρούλους , που στηρίζονται στους εξωτερικούς τοίχους και σε έναν κεντρικό κίονα, που ήταν ανεπαρκής για να στηρίξει τόσο μεγάλο βάρος και εγκλωβίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα σε ένα ογκώδη πεσσό. Νάρθηκας, που καλύπτεται με τρία φουρνικά (ημικυκλικά) και στεγάζεται με τρεις δικλινείς στέγες, χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τέσσερις κίονες. Ανατολικά προεξείχαν δύο πεντάπλευρες αψίδες –σήμερα έχουν αντικατασταθεί από μια πεντάπλευρη- ενώ στοές, που δεν σώζονται, περιέβαλλαν το κτίριο από τρεις πλευρές. Ο ναός είναι χτισμένος χαμηλά με καλοπελεκημένους δόμους, που προέρχονται από κτίρια της αρχαίας Φοινίκης. Το πλινθπερίκλειστο σύστημα δομής και ο πλούσιος κεραμοπλαστικός διάκοσμος των ανώτερων τμημάτων της τοιχοδομίας, καθώς και το περιστώο, θυμίζουν τη ναοδομία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, του οποίου οι αρχιτέκτονες έδειχναν μερικές φορές προτίμηση για ασυνήθιστες κατασκευές όπως η Παρηγορήτισσα της Άρτας. Ο Άγιος Νικόλαος ανάγεται στην δεύτερη πενηνταετία του 13ου αιώνα.
 
 
Αρχαία Απολλωνία, Μονή της Παναγίας 13ος αιώνας
 
         Ο ναός της μονής της Παναγίας, δυτικά του Φίερ, μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Απολλωνίας, είναι κτισμένος με καλοπελεκημένο οικοδομικό υλικό της δωρικής αυτής αποικίας. Ανάγεται στην πρώτη πενηνταετία του 13ου αιώνα και ανήκει στην παραλλαγή των σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών, όπου ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες και ειδικός χώρος για το Ιερό Βήμα είναι προσκολλημένος στον κυρίως ναό. Η παραλλαγή αυτή είναι χαρακτηριστική της σχολής της Κωνσταντινούπολης αλλά απαντά αρκετά συχνά και στη Νότιο Ελλάδα. Δικιόνια πρόπυλα, χαρακτηριστικά της ελλαδικής ναοδομίας, προστάτευαν τις εισόδους του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Ανοικτή στοά με ιταλικής τεχνοτροπίας γλυπτά προστέθηκε το τρίτο τέταρτο του 13ου αιώνα στη δυτική πλευρά. Από το μοναστηριακό συγκρότημα της Απολλωνίας σώζεται και η βυζαντινή τράπεζα, μακρόστενος χώρος με τρεις αψίδες στην ανατολική, νότια και δυτική πλευρά.
 
 
 
Στο κάστρο του Βερατίου
 
 
 Το κάστρο του Βερατίου που χτίστηκε το 13ο αιώνα απο το Μιχαήλ Δούκα Κομνηνό, Δεσπότη της Ηπείρου 1204-1215
 
            Σε άλλη παραλλαγή των σταυροειδών εγγεγραμένων ναών, όπου ο τρούλος στηρίζεται σε δύο κίονες και στους τοίχους που χωρίζουν το ιερό από την πρόθεση και το διακονικό, ανήκουν οι ναοί της Αγίας Τριάδας και της Βλαχέρνας στο κάστρο του Βερατίου. Ο τρούλος της Βλαχέρνας δεν σώζεται. Τέτοιου τύπου ναοί απαντούν στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, με το οποίο συνδέουν την Αγία Τριάδα και τη Βλαχέρνα και η πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία με διπλά κάθετα τούβλα. Με τον ίδιο τρόπο είναι κτισμένος και τρίτος ναός στο κάστρο του Βερατίου: ο Ταξιάρχης Μιχαήλ με ραδινές αναλογίες, όπου ο οκτάπλευρος τρούλος στηρίζεται στους εξωτερικούς τοίχους. Και οι τρεις αυτοί ναοί χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αιώνα. Σε σπάνια παραλλαγή των σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών, όπου τοίχοι βαστάζουν τον κυλινδρικό τρούλο και τα δυτικά γωνιαία διαμερίσματα δεν επικοινωνούν με τον κεντρικό χώρο, ανήκει η Παναγία στην Κοσίνα, βορείως της Πρεμετής, του τέλους του 12ου αιώνα.

 H είσοδος της ακρόπολης , με τη 13ου αιώνα Βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας


 
         Λίγες μεσοβυζαντινές εκκλησίες έχουν σωθεί στην Αλβανία. Καλύτερα διατηρείται η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του Αγίου Νικολάου στην Πετροχοντή βορείως του Βερατίου, που θυμίζει βασιλικές της Νοτίου Ελλάδας και της Ηπείρου. Έχει χρονολογηθεί στον 10ο αιώνα, ενώ το καμπαναριό που υψώνεται μπροστά από το νάρθηκα αποδίδεται στον 13ο αιώνα.
Λίγα βυζαντινά μνημεία σώζονται στην περιοχή της Κορυτσάς. Σημαντικότερο είναι το τρουλαίο εκκλησάκι του Χριστού στην Μπόρια, του 1390.
         Από τα πολλά κάστρα που έχουν σωθεί περιοριζόμαστε να αναφέρουμε εκείνο του Βερατίου, του οποίου η κυριότερη φάση ανάγεται στους χρόνους του δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ (περίπου 1205-1215).
 
 
 
Διάσωση τοιχογραφιών
 
 
 
         Λίγοι από τους παραπάνω ναούς έχουν γλυπτό διάκοσμο. Στην Επισκοπή σώθηκαν κομμάτια τέμπλου της εποχής της ανεγέρσεως του μνημείου. Το κάτω τμήμα των τοίχων του Αγίου Νικολάου στο Μεσοπόταμο είναι κτισμένο με μεγάλους ορθογώνιους δόμους, που κοσμούνται με ανάγλυφα ζώα ρωμανικής τεχνοτροπίας. Καθαρά βυζαντινά είναι τουναντίον τα κιονόκρανα των κιόνων που χωρίζουν το νάρθηκα από το ναό. Ο άβακάς τους κοσμείται με ελισσόμενους βλαστούς και σταυρούς, που ξεχωρίζουν πάνω σε βάθος χρωματισμένο με κημρομαστίχη. Αξιοσημείωτα είναι τα κιονόκρανα της δυτικής στοάς του ναού της Απολλωνίας, έργα Ιταλών τεχνιτών.
     Οι ναοί της επισκοπής, του Λάμποβου, του Μεσοποτάμου, της Πετροχοντής, της Κοσίνας δεν έχουν διασώσει βυζαντινές τοιχογραφίες. Στο προστώο της Παναγίας της Απολλωνίας έχει σωθεί σε κακή κατάσταση τοιχογραφία που εικονίζει τους πρώτους Παλαιολόγους αυτοκράτορες Μιχαήλ Η, Ανδρόνικο Β΄και Μιχαήλ Θ και την Παναγία που κρατεί ομοίωμα της εκκλησίας. Η τράπεζα της Μονής είναι σπάνιο παράδειγμα βυζαντινής τράπεζας που διέσωσε το γλυπτό της διάκοσμο. Η διάταξη των τοιχογραφιών που χρονολογούνται γύρω στο 1300, δεν διαφέρει από αυτή των ναών της ίδιας περιοχής. Μίμηση ορθομαρμαρώσεως κοσμεί τη χαμηλότερη ζώνη και ακολουθεί ολόσωμοι άγιοι , μια στενή ζώνη με άγιους σε προτομή κα μια φαρδύτερη με ευαγγελικές σκηνές. Οι τοιχογραφίες αυτές ανήκουν στη λεγόμενη κυβική τεχνοτροπία, τα καλύτερα έργα της οποίας σώζονται στη Μακεδονία.
     Στην Αγία Τριάδα του Βερατίου υπάρχουν τοιχογραφίες των αρχών του 14ου αιώνα με προφήτες στον τρούλο, ευαγγελικές σκηνές στον κυρίως ναό και το ιερό και χερουβείμ στο νάρθηκα.
Από τα πολυάριθμα άλλα δείγματα μνημειακής ζωγραφικής που έχουν διατηρηθεί, αναφέρουμε τις τοιχογραφίες που κοσμούν ένα ναό σε σπήλαιο στο νησάκι Μάλι Γκραντ της Πρέσπας και τον Χριστό της Μπόριας, που χρονολογούνται αντιστοίχως στο 1368-1369 και στο 1309. Είναι έργο του ίδιου αξιόλογου συνεργείου που διακόσμησε το 1383 τον Άγιο Αθανάσιο του Μουζάκη στην Καστοριά. Τα τρία αυτά σύνολα είναι εμπνευσμένα από την τέχνη των τοιχογραφιών της δεύτερης δεκαετίας του 14ου αιώνα στον Άγιο Νικόλαο Ορφανό της Θεσσαλονίκης και τον Χριστό της Βέροιας.
 
 
Αποφυγή εξιδανίκευσης
 
 
 
    Τα λιγοστά εικονογραφημένα χειρόγραφα της Αλβανίας βρίσκονται στο κρατικό αρχείο Τιράνων, αλλά προέρχονται από το Βεράτι και την Αυλώνα. Πρόκειται κυρίως για ευαγγέλια της παλαιολογείου περιόδου με προσωπογραφίες των ευαγγελιστών, για τα οποία δεν είναι γνωστό πού γράφηκαν και διακοσμήθηκαν. Από τις σχετικά λίγες εικόνες της βυζαντινής περιόδου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν μερικές εικόνες που προέρχονται από την περιοχή της Κορυτσάς και αντιπροσωπεύουν μια εξπρεσιονιστική τεχνοτροπία, την οποία διακρίνει αποφυγή κάθε εξιδανίκευσης των εικονιζόμενων μορφών, οι οποίες έχουν πεζά και σχηματοποιημένα χαρακτηριστικά. Δείγματα αυτής της τεχνοτροπίας που απαντά στη Δ. Μακεδονία κατά την όψιμη παλαιολόγεια περίοδο, παρέχουν η Παναγία Οδηγήτρια από το Μάλι Γκραντ και ο Άγιος Αθανάσιος από την Μπομποστίτσα.

         Στο Ιστορικό Μουσείο των Τιράνων εκτίθεται ένα εξαίρετο δείγμα βυζαντινής κεντητικής, ο επιτάφιος της Γλαβενίτζας, άλλοτε στο Βεράτι. Αφιέρωμα του επισκόπου Γλαβενίτζης και Βελεγράδων (Βερατίου) Καλλινίκου, είναι έργο του «χρυσοκλαβάρη» Γεωργίου Αριανίτη (1376).

Οι επιδράσεις
 
 
          Η εικόνα που αποκομίζει κανείς από τα μεσαιωνικά μνημεία της Αλβανίας είναι ότι πρόκειται για έργα που έχουν στενή σχέση με την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική της Ηπείρου και της Μακεδονίας, ενώ δε λείπουν και οι επιδράσεις από τη σύγχρονη δυτική τέχνη.

      Στην αρχιτεκτονική οι πρωιμότεροι από τους ναούς που αναφέραμε (Κοίμηση Επισκοπής, Άγιος Νικόλαος Πετροχοντής) έχουν σχέση με την αρχιτεκτονική της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας, ενώ οι περισσότεροι από τους ναούς του 13ου αιώνα ανήκουν στη Σχολή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Η επίδραση της αρχιτεκτονικής της Δ. Μακεδονίας είναι εμφανής στους ναούς του Λαμπόβου και της Μπόριας, ενώ στην εκκλησία της Απολλωνίας παρατηρείται συγκερασμός βυζαντινών και δυτικών επιδράσεων. Εκτός από τα βυζαντινά γλυπτά υπάρχουν και αξιόλογα ανάγλυφα που δεν είναι απλώς επηρεασμένα από την τέχνη της Ιταλίας (Απολλωνία) ή ίσως και της Δαλματίας (Μεσοπόταμο) αλλά λαξεύθηκαν πιθανότατα από ξένους τεχνίτες. Το ίδιο παρατηρείται και σε νοτιότερες περιοχές της Ηπείρου (Παρηγορήτισσα, Άρτα, Παντάνασσα –Φιλιππιάδα). Ψηφιδωτά της περιόδου που μας απασχολεί δεν έχουν σωθεί. Οι αξιολογότερες τοιχογραφίες και εικόνες είναι του τέλους του 13ου και του 14ου αιώνα και τα πλησιέστερα παράλληλά τους βρίσκονται στη Μακεδονία.
        Τα μεσαιωνικά μνημεία της Αλβανίας, χωρίς να έχουν τη πρωτεύουσα σημασία της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη ή του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Μας δίνουν μια καλή εικόνα των επιτευγμάτων των μαστόρων των δυτικών περιοχών του βυζαντινού κόσμου και ανάμεσά τους υπάρχουν μερικά από τα πρωτότυπα κτίσματα της όψιμης βυζαντινής ναοδομίας.


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Με το βλέμμα στο Ισλάμ - Ο διάλογος μεταξύ Μανουήλ Β´ και ενός Mudarris∗

Carlos Martínez Carrasco∗∗

Ο Carlos Martínez Carrasco είναι υπότροφος έρευνας του Εθνικού Προγράμματος “Formación del Profesorado Universitario (F.P.U.)” του Υπουργείου Παιδείας της Ισπανίας, ενταγμένος στο Τμήμα Μεσαιωνικής Ιστορίας και Επιστημών και Τεχνικών της Ιστοριογραφίας του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, και υποψήφιος διδάκτορας του ίδιου τμήματος. Επίσης είναι συνεργάτης του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών της Γρανάδα.




               Όταν γίνεται αναφορά στις σχέσεις του Οθωμανικού Εμιράτου και της Ρωμανίας κατά τον14ο και 15ο αιώνα, συνήθως μνημονεύεται ότι το Ισλάμ ήταν ένας πολιτικός παρά ένας θρησκευτικός εχθρός1, αν και μεταξύ αυτών των δύο εννοιών η διαφορά είναι δυσδιάκριτη.Αρκεί η υπενθύμιση ότι ο καινούριος εκλεκτός λαός, ο ρωμαϊκός λαός, ανήκει σε μια οικουμενική αυτοκρατορία υπό έναν οικουμενικό αυτοκράτορα και διαφέρει όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από τους Λατίνους, λόγω της χριστιανικής ορθοδοξίας και της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. 
                 Η ενίσχυση της διπλής αυτής ταυτότητας ήταν συνέπεια δύο θεμελιωδών γεγονότων, του Σχίσματος του 1054 και της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους λατίνους μετά την Δ΄ Σταυροφορία, και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά την τελευταία περίοδο. Η αβεβαιότητα του μέλλοντος έκανε πολλούς βυζαντινούς διανοούμενους να στραφούν στην ελληνική αρχαιότητα, να ανακηρυχτούν συνεχιστές της και ταυτόχρονα να απαιτήσουν να διαδραματίσει η Πόλη το ρόλο της «Νέας Ρώμης», σε αντιπαράθεση προς την «Παλιά Αιώνια Πόλη», αντίφαση που αποτελεί τη βάση του νεοελληνικού εθνικισμού και της ιδέας της ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης2.
             Η προσέγγιση, από πλευράς χριστιανών, των απόψεων του Ισλάμ δεν ευσταθεί ως πραγματικότητα. Δεν είναι η πρώτη φορά που θίγεται το θέμα της συγκεκριμένης θρησκείας που παρουσιάζει στο έργο του ο Μανουήλ Β´ Παλαιολόγος (1391-1425). Πριν από μια δεκαετία και πλέον, ο καθηγητής Αθανάσιος Αγγέλου επικεντρώθηκε στην ιδέα του κοινού δικαιώματος στον Παράδεισο χριστιανών και μουσουλμάνων3. Παρ’ όλα αυτά, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί και υπάρχει η δυνατότητα διαφόρων προσεγγίσεών του.

            Η παρούσα ανακοίνωση επικεντρώνεται σε δύο χρονολογίες, οι οποίες θεωρούνται κλειδιά στις σχέσεις Ρωμανίας και τούρκων, και στην ιδέα που επικρατούσε μεταξύ των Ρωμαίων-Βυζαντινών για τους Τούρκους κατά τον χειμώνα του 1391-1392 και το φθινόπωρο του 1396. Η πρώτη χρονολογία συμπίπτει με την συμμετοχή του Μανουήλ Β´ Παλαιολόγου στην εκστρατεία που πραγματοποίησε ο Βαγιαζήτ Α΄ ο Κεραυνός (1389-1403) στην Μικρά Ασία ως ανταμοιβή για την «ουδετερότητα» του εμίρη κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του Ιωάννη Ζ΄ εναντίον του παππού του Ιωάννη Ε΄ (1341-1391) και του θείου του Μανουήλ Β΄4, και η δεύτερη συμπίπτει με την ήττα που υπέστησαν οι σταυρόφοροι του Σιγισμόνδο της Ουγγαρίας στην Νικόπολη, στις 25 Σεπτεμβρίου 1396. Έχει επιλεγεί αυτή η περίοδος δεδομένης της κατάστασης υποτέλειας της Ρωμανίας σε σχέση με το οθωμανικό εμιράτο, που σημάδεψε την πολιτική γραμμή των ρωμαίων αυτοκρατόρων.
              Οι πηγές στις οποίες αναζητήθηκαν στοιχεία για την τεκμηρίωση της επιλεγείσας οπτικής γωνίας κατατάσσονται σε δύο μεγάλα σύνολα. Το πρώτο είναι, φυσικά, εκείνο που περιέχει τα έργα του αυτοκράτορα, ειδικότερα, τους 26 Διάλογους με έναν Πέρση5, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1391-1392, σε αττικίζουσα γλώσσα, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ελληνίζοντα χαρακτήρα της ρωμαϊκής κουλτούρας, με την συχνότατη χρήση αρχαϊσμών. Οι συγκεκριμένοι Διάλογοι αποτελούν ένα ακόμη δείγμα της έντονης πολεμικής κατά του Ισλάμ, η οποία ξεκίνησε στα τέλη του 7ου και αρχές του 8ου αιώνα, και της οποίας, όπως καταφαίνεται στο έργο του, από τους πρώτους υποστηρικτές ήταν ο Ιωάννης Δαμασκηνός6. 
             Οι περιστάσεις που σχετίζονται με την συγγραφή των έργων των δύο προσωπικοτήτων, αν και με διαφορά αιώνων, είναι παρόμοιες. Είναι οι περίοδοι που η ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα απειλείται από τις δυνάμεις του Ισλάμ, δηλαδή, των αράβων τον 7ο και 8ο αιώνα, και των τούρκων τον 14ο και 15ο αιώνα. Ωστόσο, η διαχείριση των διαφορών μεταξύ του Ισλάμ και του Χριστιανισμού ποικίλουν από τη μία εποχή στην άλλη, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Η προσέγγιση που επιχειρούμε, βασίζεται στην ερμηνεία κυρίως των ιδεών που παρουσιάζονται στους διάλογους σχετικά με την αιτία των νικών των τούρκων και με τον Ιερό Πόλεμο και το ισλαμικό ήθος.

               Οι Διάλογοι δεν κατανοούνται χωρίς τις Επιστολές7 που ο Μανουήλ Παλαιολόγος απηύθυνε σε πολλές προσωπικότητες της αυτοκρατίας. Οι πιο σημαντικές επιστολές ίσως είναι εκείνες που έγραψε στον δάσκαλό του Δημήτριο Κυδώνη († 1397), o οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εισαγωγή της δυτικής παδείας στην Κωνσταντινούπολη με τη μετάφραση του έργου Summa Teologica του Θωμά Ακινάτη. Επίσης ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των υπερασπιστών της ένωσης των Εκκλησιών, που προσηλυτίστηκε στον Καθολικισμό μετά την εξορία του στην Ιταλία. Η επιρροή του στην ανανέωση της αντι-ισλαμικής πολεμικής οφείλεται στη μετάφραση στα ελληνικά του Improbatio Alcorani του Riccoldo de Monte Croce8. Οι Επιστολές μας φέρνουν αντιμέτωπους με την προσωπικότητα, με τις δοκιμασίες των καιρών που βίωσε και με την προσπάθεια να αντιμετωπίσει τον Μανουήλ Β´. Για τον λόγο αυτό θεωρούνται ως μία από τις πλέον αξιόπιστες πηγές, όχι μόνο για τη γνώση της πολιτικής ατμόσφαιρας της Ρωμανίας, αλλά και για την ψυχολογία της προσωπικότητας που μας απασχολεί.

           Το δεύτερο σύνολο πηγών αποτελείται από τα χρονικά. Δεν πρόκειται για καινοτομία, αν αναφερθεί ότι μετά την Ιστορία του Ιωάννη Καντακουζηνού (1347-1354), που περιλαμβάνει μέχρι και το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, υπάρχει έλλειψη αξιόπιστων πηγών που αναφέρονται στα γεγονότα του τελευταίου αιώνα της Ρωμανίας9. Πρέπει να βασιστούμε στις πληροφορίες που παρέχονται από συγγραφείς που έγραψαν το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, όταν η Πόλη είχε πέσει ήδη στα χέρια των τούρκων. Οι σημαντικότεροι ιστορικοί αυτής της περιόδου είναι τρεις: ο Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και ο Γεώργιος Σφραντζής, στους οποίους θα πρέπει να προστεθεί ο Ανώνυμος, ο οποίος τον 17ο αιώνα συνέγραψε την Historia Imperatorum Turcorum που συμπεριλαμβάνεται στο CodexBarberini 111. Η περίοδος από το 1355/1356, όταν ο Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός αφοσιώθηκε στo μοναστικό βίο, και το 1425, έτος του θανάτου του Μανουήλ Β´, είναι από τις πλέον σκοτεινές, και πιθανές γνώσεις αυτής της περιόδου βασίζονται σε μεταγενέστερες μαρτυρίες, που σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν σύγχυση. Για το λόγο αυτό, η πιστότερη πηγή των γεγονότων των πρώτων χρόνων της βασιλείας του Μανουήλ Β´ είναι η Ιστορία 10 του Δούκα, η οποία συμβάλλει επίσης στην καλύτερη κατανόηση των Διαλόγων και τωνΕπιστολών. Σημαντική είναι η συνεισφορά του Codex Barberini 111 ο οποίος περιλαμβάνει επεξεργασμένη την Ιστορία του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη11, ενώ το αποδιδόμενο στον Γεώργιο Σφραντζή Χρονικό, πιθανότατα πρόκειται για επεξεργασμένη απόδοσή του από τον Μακάριο Μελισσηνό κατά τον 16ο αιώνα, με συνέπεια για την συγκεκριμένη περίοδο το Βραχύ Χρονικό να θεωρείται σημαντικότερη και πλέον αξιόπιστη πηγή σε σχέση με το Χρονικό 12.

                Ένα από τα σημεία στα οποία βασίζεται η πολεμική κατά του ισλάμ, είναι εκείνη που το
παρουσιάζει ως θρησκεία που επεκτείνεται μέσω της βιαιότητας13. Υπό αυτήν την έννοια είναι σημαντικό να εξεταστεί η Οθωμανική επέκταση, ως ένας ιερός πόλεμος, το Τζιχάντ, που πραγματοποιήθηκε από τους ghuzât, (ενικ. ghâzî), δηλαδή, εκείνους που πολεμούν εναντίον αιρετικών και απίστων, τίτλο που κατείχαν οι πρώτοι εμίρηδες, οι οποίοι θεωρούσαν εαυτούς ως όργανα του Θεού και του Προφήτη του για την εξάπλωση της αληθινής πίστης14. Ο Μανουήλ Παλαιολόγος δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι έγραψε υποκινουμένος από τα στερεότυπα που επικρατούσαν περί του μουσουλμανικού φανατισμού. Όπως αναφέρθηκε πριν, ο αυτοκράτορας υποχρεώθηκε να πολεμήσει με τον Βαγιαζήτ κατά την διάρκεια της εκστρατείας του στην Μικρά Ασία εναντίον των σκυθών –μη τουρκικά φύλα15– και υπήρξε μάρτυρας της σκληρότητας και βαναυσότητας του Οθωμανικού στρατού, γεγονός που περιγράφει σε μια επιστολή του προς τον Κυδώνη τον χειμώνα του 1391. Δεν υπάρχει έλεος για κανέναν και όλα είναι δικαιολογημένα από τις θρησκευτικές αρχές της μαυλάνας16. Είναι η εκδίκησή τους για τα δεινά που υπέφεραν οι τούρκοι μουσουλμάνοι στα χέρια των χριστιανών17. Ο δε Δούκας περιγράφει τον οθωμανό εμίρη ως έναν τύπο βαθιά αντιχριστιανό: «[...] και φανατικό οπαδό του Μωάμεθ, του οποίου τις εντολές ακολουθούσε μέχρι του σημείου να ξενυχτά μηχανορραφώντας εναντίον του πνευματικού ποιμνίου του Χριστού»18.

           Η συμμετοχή του Μανουήλ Β΄ στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του τούρκου εμίρη έγινε αιτία να αμφισβητηθεί παρά να θεωρηθεί προστάτης της Ορθοδοξίας, γεγονός που  αποδεικνύεται και από τη στάση του πρίγκιπα Βασιλείου Α΄ της Μόσχας (1389-1425) προς την αυτοκρατορική εξουσία. Δεδομένου επίσης ότι η απάντηση στην «επίθεση» του μοσχοβίτη δόθηκε από τον Πατριάρχη Αντώνιο και όχι από τον αυτοκράτορα, αποδεικνύει καθαρά την αναγνώριση και το κύρος που απολάμβανε μόνον ο εκκλησιαστικός θεσμός. Εν ολίγοις, ήταν το Πατριαρχείο που έσωσε –προς στιγμήν– την αυτοκρατορία από την κατάρρευση19.

             Το πέρασμα των στρατευμάτων του Βαγιαζήτ από τη Μικρά Ασία περιγράφεται, στην ίδια επιστολή, ως ένα είδος ταξιδιού στην «καρδιά του σκότους», που ως μοναδικό στόχο είχε την καλλιέργεια τρόμου στους αντιπάλους και στους πιθανούς συμμάχους, και την αποτροπή από κάθε προσπάθεια προδοσίας20. Στον Διάλογο γίνεται αναφορά στην δυνατότητα επιλογής ενός εκ των τριών όρων που έδινε ο ισλαμικός στρατός στους κατακτημένους λαούς: τον προσηλυτισμό στο Ισλάμ, την αποδοχή του dhimma ή την εξολόθρευση. Το τελευταίο ο Μανουήλ το θεωρεί παράλογο, δεδομένου ότι ο Θεός των χριστιανών δεν ευχαριστείται με το αίμα21. Η βαναυσότητα του Θεού των ισλαμιστών που απαιτεί το αίμα ως φόρο τιμής, είναι αντίθετη προς την καλοσύνη του Θεού των χριστιανών. Ένας τρόπος να αναγνωρισθεί η ανωτερότητα του Χριστιανισμού απέναντι στο Ισλάμ είναι η σύγκριση του πολιτισμού της Ρωμανίας με την βαρβαρότητα των οθωμανών. Η βαρβαρότητα των τούρκων είναι παρούσα και στην αχαλίνωτη λαγνεία τους που φτάνει μέχρι την ομοφυλοφιλία και την ζωοφιλία, αλλά και στις παρά φύσιν σχέσεις με γυναίκες. Εκτός της βαναυσότητας της φύσης τους οι χρονικογράφοι τους αποδίδουν και λίγη ευαισθησία, όχι όμως εξαιρούμενη από το στίγμα του «ρατσισμού» –αν θα μπορούσε να λεχθεί αυτό–, την οποία εκφράζουν με το θαυμασμό τους προς την ομορφιά των ελληνίδων και ιταλίδων, η οποία δεν συγκρινόταν με αυτήν των γυναικών της Τουρκίας, τις οποίες και απεχθάνονταν22.

           Η ιδέα του Μανουήλ περί της θεότητας δεν είναι εκείνη ενός εκδικητικού, αλλά ενός φιλάνθρωπου Θεού, που αγαπάει την ανθρωπότητα και την παραδειγματίζει με την διδασκαλία των Ευαγγελίων και με την επανάληψη της συγγνώμης μέχρι 70 φορές επί 723, όπως γράφει ο Ματθαίος24. Είναι μια ιδέα που απέχει από αυτήν του μεσαίωνα και προσεγγίζει την έννοια «Θεός», με τον ίδιο τρόπο που την προσέγγισαν μεταγενέστερες προσωπικότητες, όπως ο Έρασμος του Ρότερνταμ, αλλά και το ανθρωπιστικό ρεύμα της εποχής του, που τόσα οφείλει στους ρωμαίους της Ανατολής.. Ωστόσο, η ιδέα του εκδικητικού Θεού, χαρακτηριστική στην Παλαιά Διαθήκη, ήταν αυτή που πίστεψε η πλειοψηφία του πληθυσμού. Για πολλούς, η κατάσταση που βίωναν προήλθε εξ αιτίας των αμαρτιών των ρωμαίων, ειδικότερα της δυναστείας των Παλαιολόγων, όπως τονίζει ο Δούκας25. Από την άλλη, οι τούρκοι δεν ήταν άμοιροι αυτής της ιδέας, όπως αναφέρει ο ρωμαίος ιστορικός και αποδείχτηκε από την ήττα του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στην μάχη της Άγκυρας το 140226.


            Η ήττα των σταυροφόρων στην Νικόπολη προκαλεί την αλλαγή της συμπεριφοράς του Μανουήλ Β´27, που καταφαίνεται στην ερώτηση που απευθύνει στον δάσκαλο του σε μία από τις επιστολές του, όταν ο τελευταίος βρίσκεται ήδη στην Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1396: «Είναι αυτό έργο της κακής τύχης ή του Θεού, ο οποίος τα ορίζει όλα για το καλύτερο;»28. Η έναρξη της σταυροφορίας ήταν ανακούφιση για τους ρωμαίους, μια στιγμή ελπίδας που όμως έληξε με καταστροφή. Η αποστολή στρατού από τον Σιγισμόνδο της Ουγγαρίας θεωρήθηκε ως η αρχή της διάσωσης «των χριστιανών από τη δουλεία» και από τη διαρκή πολιορκία των «ασεβών» εναντίον της «κληρονομιάς» των δίκαιων και πιστών ρωμαίων29. Αυτή την γραμμή της ιερής αυτοκρατορίας ακολουθεί ο Μανουήλ όταν εκφράζεται μέσω του δεύτερου ψαλμού του Δαβίδ30. Η απατηλή δόξα του οθωμανικού εμιράτου έπρεπε να καταστραφεί από το σιδηρούν ραβδί που ο Πατέρας θα παρέδιδε στον Υιό για την τιμωρία των βλασφήμων. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του Μανουήλ Β´ στους τούρκους, ο οποίος με την χρήση καθαρά θρησκευτικών όρων προσπαθεί να καταδείξει την ταυτότητα του αντιπάλου μέσω της πίστης του, που είναι αντίθετη προς εκείνην των ρωμαίων, και να τονίσει τον ιερό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επομένως, είναι αδιανόητος ο διαχωρισμός του πολιτικού και θρησκευτικού χαρακτήρα της αντιπαλότητας μεταξύ της Ρωμανίας και των οθωμανών.

           Όμως, εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο τους Ρωμαίους είναι η ταχύτατη εδαφική εξάπλωση των τούρκων, αναμφίβολο θείο σημάδι. Και είναι πολύ σημαντικό το ότι ο Μανουήλ λαμβάνει υπ’ όψιν του το ότι οι τούρκοι είναι απλοί άνθρωποι και, κατά συνέπεια, είναι υποχρεωμένοι να αντικρούσουν την τρέλα, στην οποία έχουν περιπέσει εξ αιτίας της λανθασμένης διδασκαλίας του Μωάμεθ, τον οποίον ονομάζει «στρατηγό και μαθητή του Σατανά»31. Εν τούτοις, αν και μπορεί να φανεί περίεργο, ούτε σε αυτή την επιστολή ούτε στους Διάλογους χρησιμοποιεί την ζωή του Προφήτη, ως βάση των επιθέσεών του κατά της ισλαμικής πίστης, αλλά περιορίζεται να δηλώσει ότι ο Μωάμεθ έκανε κακή αντιγραφή του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού32.


            Είναι πολλοί αυτοί που, προ της επέλασης των τουρκικών στρατευμάτων, παραδίδονται και δεν προστατεύουν την θρησκεία τους από τις επιθέσεις που υφίσταται33. Ο Μανουήλ επικαλείται την (αντί)δραση, επειδή είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο Θεός τους βοηθάει εναντίον των βαρβάρων, οι οποίοι ακολουθούν έναν Προφήτη με προσωπείο της αλήθειας, πίσω από την οποία κρύβεται το ψέμα. Τον 14ο αιώνα στο πρόσωπο του Μωάμεθ βλέπουν ακόμη τον Αντίχριστο, τον οποίον πρέπει να πολεμήσουν, επειδή δεν υπάρχει κανείς ο οποίος προστατεύει με λογικό τρόπο το Ισλάμ.

                  Η συμπεριφορά των χριστιανών ηγεμόνων, τόσο των ρωμαίων όσο και αυτών των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών, κατά την περίοδο αυτή είναι υποτακτική απέναντι στον Βαγιαζήτ. Ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι η στάση τους στη μάχη του Κόσοβο (15 Ιουνίου 1389), κατά τη διάρκεια της οποίας ο τούρκος με τη βοήθειά τους, δεδομένου ότι ήταν υποτελείς του, κατέστρεψε τη Βοσνία, την Αλβανία και την Ήπειρο. Οι μόνοι οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην εν λόγω εκστρατεία ήταν ο Μανουήλ και ο ανηψιός του Ιωάννης, γιος του Ανδρόνικου34.
             Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση που καταγράφεται από δύο χρονικογράφους, τον Χαλκοκονδύλη και τον ανώνυμο «συνεχιστή» του του 17ου αιώνα. Παραλείποντας τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες που δίνονται κι από τους δύο, ο ουσιαστικός πυρήνας είναι μία ευγενής χήρα, η οποία διοικεί μια περιοχή, ερωτεύεται έναν κληρικό, αλλά όταν εμφανίζονται οι τούρκοι, δεν διστάζει να προχωρήσει σε γάμο η ίδια με τον εμίρη και η κόρη της με έναν ευγενή35. Δεν υπάρχει κάποιο είδος τιμωρίας για τους γάμους που συνάπτουν οι χριστιανοί ηγεμόνες, οι οποίοι, μάλιστα, δεν έχουν κώλυμα να παραδώσουν τις κόρες ή τις αδελφές τους στους τούρκους διοικούντες. Από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτή του βούλγαρου ηγεμόνα Ιβάν Σισμάν (1371-1393), ο οποίος έδωσε μία από τις κόρες του στον εμίρη Μουράτ Α΄36, αλλά και αυτή του Ιωάννη Καντακουζηνού η κόρη του οποίου συνήψε γάμο με τον Ορχάν. Συμπεραίνεται σαφέστατα ότι χριστιανοί ηγεμόνες μέσω των γαμήλιων συμμαχιών προσπαθούσαν να διασώσουν τη δική τους εξουσία.

             Τόσο η απειλή εκ Δύσεως, όσο και η προέλαση των τούρκων ενδυνάμωσαν τη λατρεία του λαού προς τα κειμήλια, γεγονός αισθητό από την αρχή της εξουσίας της δυναστείας των Παλαιολόγων37. Η στάση αυτή προβλημάτισε τον Μανουήλ Β΄, όπως φαίνεται στην επιστολή την οποία απέστειλε στον Καβάσιλα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Θεσσαλονίκης (1383-1387), και στην οποία αναφέρει ότι δεν πρέπει να ελπίζουν να συμβούν καταπληκτικά γεγονότα, όπως αυτά που περιγράφονται στα βιβλία της Ιστορία 38. Ωστόσο, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αυτό που καλείται «διπλωματία των κειμηλίων», για να κερδίσει την στήριξη των δυτικών δυνάμεων, και σε μεγάλο βαθμό της Vera Cruz39. Ήταν ένας τρόπος να ενισχύσει τους κοινούς δεσμούς μεταξύ των χριστιανών απέναντι στην τουρκική απειλή, δεδομένου ότι τα κειμήλια θεωρούνταν όργανα που επιβεβαίωναν την επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
            Ο Μανουήλ Β´ παρουσίασε ήδη στους Διάλογους του 1391-1392 τον ισλαμισμό ως μια πραγματιστική πίστη, συνυφασμένη με την ύλη, σε αντίθεση με την πνευματικότητα του Χριστιανισμού 40 . Σύμφωνα με την τριμερή διαίρεση της ανθρωπότητας που κάνει ο αυτοκράτορας, οι μουσουλμάνοι κατατάσσονται στην τρίτη κατηγορία, εκείνη των αμαρτωλών, στους οποίους δεν υπάρχει τίποτα καλό, αφού είναι αντίθετοι προς τις ανώτερες εντολές του Χριστιανισμού41 και κατά συνέπεια δεν θεωρούνται αληθινοί πιστοί. Μάλιστα, ο αυτοκράτορας καθιστά σαφείς τις ομοιότητες μεταξύ του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού, ενθυμίζοντας εντολές που ο Χριστός κατήργησε, όπως η ανταπόδοση ή Νόμος των αντιποίνων42. Παρουσιάζει το ισλάμ ως μία κανούρια θρησκεία που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αντιγραφή μιας παλαιότερης, γεγονός που τον οδηγεί σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι ιδεών: αν η ισλαμική θρησκεία είναι παρόμοια με την ιουδαϊκή κι αν ο Μωάμεθ αναγνωρίζει την ανωτερότητα του Ευαγγελίου επί της Πεντατεύχου, τότε ο Χριστιανισμός είναι ανώτερος του Ισλάμ43.
               Συνεπώς, το ισλάμ και οι τούρκοι, και η σύγκρουσή τους με την Ρωμανία είναι ταυτόχρονα πολιτική και θρησκευτική υπόθεση, σημαδεμένη από τα ιστορικά γεγονότα του τέλους του 14ου αιώνα, κατάσταση που θα άλλαζε ελαφρώς κατά τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα. Αν και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ αναγνωρίζει ότι οι αντίπαλοι διαθέτουν μια σχετική παιδεία, πρόκειται για την αιώνια μάχη μεταξύ της βαρβαρότητας και του πολιτισμού, και τονίζοντας το χαρακτηριστικό του ρωμαϊκού λαού, ως εκλεκτός λαός του Θεού, δεν γίνεται προσπάθεια να μεταπεισθεί ο εχθρός, αλλά να επαναπροσδιοριστεί η στάση των ίδιων των ρωμαίων για την αντιμετώπιση των τούρκων που κάθε φορά γινόταν πιο περίπλοκη λόγω της απομόνωσης στην οποία βρισκόταν η Ρωμανία.


Βιβλιογραφία
Αθάνασιος Αγγέλου: «Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος και το Ισλάμ». Στο: Λόγια και Δημώδης
Γραμματεία του Ελληνικού Μεσαίωνα, Αφιέρωμα στον Εύδοξο Θ. Τσολάκη. Πρακτικά
Θ΄ Επιστημονικής Συνάντησης (11/13 Μαΐου 2000), Θεσσαλονίκη 2003: 211-222.
Ahrweiler, Hélène: L’idéologie politique de l’Empire byzantine, Paris 1975.
Bádenas de la Peña, Pedro: «La percepción del Islam en Bizancio durante el siglo XIV». Στο:
Επιεικεια. Homenaje al profesor Jesús Lens Tuero, Granada 2000: 27-35.
Barker, John W.: Manuel II Palaelogus (1391-1425): A Study in Late Byzantine
Statesmanship, New Brunswick-New Jersey 1969.
Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος: Άποδείξεις Ἱστοριῶν, ed. Migne, Patrologia Graeca, vol. 159, cols.
13-556.
Cirac Estopañán, Sebastián: Bizancio y España. La Unión, Manuel II Paleólogo y sus
recuerdos en España, Barcelona 1957.
Dennis G. T. (επιμ. και μετάφρ.): The Letters of Manuel II Palaeologus, Washington 1977.
Δούκας: Ιστορία. Μετάφρ. Francisco J. Ortolá Salas & Fernando Alconchel Pérez, Ducas,
Historia turco-bizantina, Madrid 2006.
Khoury, Théodore: Manuel II Paléologue, Entretiens avec un Musulman. 7e Controverse.
Introduction, texte critique, traduction et notes par Th. Khoury, Paris 1966.
Margoliouth, D. S.: «Mawlawiyya», Encyclopedia of Islam, 2nd edition, vol. 6, Leiden-
London, 1991: 883-888.
Martínez Carrasco, Carlos: «La visión del Islam en la obra de Juan Damasceno». Byzantion
Nea-Hellas 34 (2015) (στον τύπο).
Mélikoff, I.: «Ghâzî», Encyclopedia of Islam, 2nd edition, vol. 2, Leiden-London 1991: 1043-1045.
Ostrogorsky, Georg: Historia del Estado bizantino, Madrid 1985.
Philippides, Marios (μετάφρ.): Byzantium, Europe and the Early Ottoman Sultans, 1373-1513.
An Anonymous Greek Chronicle of the Seventieth Century (Codex Barberinus Graecus
111), New York 1990.
Shepard, Jonathan: «Imperial Constantinople: Rehes, Palaiologan Emperors and the
Resilience of the exemplar Centre». Στο: Jonathan Harris, Catherine Holmes and
Eugenia Russel, Byzantines, Latins and Turks in the Eastern Mediterranean world after
1150, Oxford 2012: 61-92.
Trapp, Erich (επιμ.): Manuel II Palaiologus, Dialoge mit einem «Perser», Viena 1966.