Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Θεοδόσιος A'' ο Μέγας 347-395

 

 
Θεοδόσιος A'' ο Μέγας 347-395
Ο ΔΙΩΚΤΗΣ
ΤΗΣ
 ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ
 

                 Ο ρωμαίος αυτοκράτορας Φλάβιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στην επαρχία της Γαλικίας στη Βορειοδυτική Ισπανία. Ο πατέρας του, Φλάβιος Θεοδόσιος και αυτός, ήταν στρατηγός του αυτοκράτορα του δυτικού τμήματος της ΡωμαΪκής Αυτοκρατορίας Γρατιανού. Το όνομα και η καταγωγή της μητέρας του είναι άγνωστα. Οι γονείς ­ μπορεί και οι παππούδες ­ του Θεοδοσίου φαίνεται ότι ήταν χριστιανοί. Ο ίδιος δεν έλαβε ιδιαίτερη μόρφωση αλλά ήταν ευφυής και είχε έφεση στη μελέτη της Ιστορίας. Ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε σε διάφορες εκστρατείες του πατέρα του στη Βρετανία, στη Γαλατία και στα Βαλκάνια.
             Οταν ο πατέρας του έπεσε σε δυσμένεια και εξαιτίας των δολοπλοκιών των εχθρών του στην Αυλή του Γρατιανού καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε, ο Θεοδόσιος αποσύρθηκε στα κτήματά του στην Ισπανία όπου το 376 παντρεύτηκε την Ισπανίδα Αιλία Φλάκιλλα με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Αρκάδιο και τον Ονώριο, και μια κόρη, την Πουλχερία.
 
 
 
 
Βάρβαροι φύλακες των συνόρων
            Μετά την καταστροφική ήττα των Ρωμαίων από τους Βησιγότθους κοντά στην Αδριανούπολη το 378 και τον θάνατο του αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας Ουάλεντος, ο Γρατιανός κάλεσε τον Θεοδόσιο να αναλάβει την εκστρατεία εναντίον των Σαρματών. Κατ' αυτήν ο Θεοδόσιος απέδειξε τις μεγάλες του στρατηγικές ικανότητες. Ανταμείβοντάς τον ο Γρατιανός, τον Ιανουάριο του 379, τον ανακήρυξε συναυτοκράτορά του στο τμήμα της Ανατολής.
              Ο Θεοδόσιος εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Πρώτο μέλημά του υπήρξε η ανασυγκρότηση του στρατεύματος. Στην επικράτεια του Θεοδοσίου περιλαμβάνονταν και οι περιοχές της Δακίας (σημερινής Ρουμανίας) και της Μακεδονίας, στις οποίες είχαν διεισδύσει βάρβαροι δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα στην Αυτοκρατορία. Ο Θεοδόσιος αποφάσισε, αντί να προσπαθήσει να εκδιώξει τα βαρβαρικά αυτά φύλα από τη ρωμαϊκή επικράτεια, να τα εκμεταλλευθεί προς το συμφέρον της Αυτοκρατορίας. Ετσι αφενός ενέταξε στον στρατό του μεγάλον αριθμό Τευτόνων ­ και όχι μόνο στις χαμηλότερες βαθμίδες ­ και αφετέρου, το 383, ο Θεοδόσιος υπέγραψε συνθήκη συμμαχίας με τους Βησιγότθους και τους επέτρεψε να εγκατασταθούν ως σύμμαχοι (φεδεράτοι) στην περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και στην οροσειρά του Αίμου. Με τη νέα αυτή ρύθμιση οι Βησιγότθοι διατηρούσαν την αυτονομία τους αλλά ταυτόχρονα γίνονταν φύλακες των βορειοανατολικών συνόρων της Αυτοκρατορίας.


 
Επίσημη θρησκεία ο χριστιανισμός
       
        Το σοβαρότερο όμως πρόβλημα με το οποίο ήλθε αντιμέτωπος ο Θεοδόσιος ήταν ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους οπαδούς των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων. Ο Θεοδόσιος ανατράφηκε σε χριστιανικό περιβάλλον αλλά βαπτίστηκε χριστιανός στα 34 του χρόνια, το 380, ύστερα από μια σοβαρή ασθένεια. Για να δώσει τέλος στις διενέξεις, τον Φεβρουάριο του 380 εξέδωσε διάταγμα, σε συμφωνία με τον Γρατιανό, με το οποίο αναγνώριζε ως επίσημη θρησκεία του κράτους τον χριστιανισμό σύμφωνα με τις αποφάσεις της A´ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας της Βιθυνίας το 325 και συνεκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη το 381 τη B´ Οικουμενική Σύνοδο η οποία επικύρωσε τις αποφάσεις της Νίκαιας και έδωσε στο Σύμβολο της Πίστεως την τελική μορφή του.
            Ενώ όμως ο Θεοδόσιος ήταν απασχολημένος στην Ανατολή, στη Δύση ο αυτοκράτορας Γρατιανός δολοφονήθηκε στη Λυών το 383. Διάδοχός του ήταν ο ετεροθαλής αδελφός του Ουαλεντινιανός B', αλλά ο στρατός στη Βρετανία ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Μάξιμο, έναν Ισπανό, ο οποίος το 387 εισέβαλε στην Ιταλία. Ο Ουαλεντινιανός B´ έφυγε από την Ιταλία και βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη ζητώντας βοήθεια από τον Θεοδόσιο. Ο Θεοδόσιος δεν μπορούσε να του την αρνηθεί δεδομένου ότι, μετά τον θάνατο της Αιλίας Φλάκιλλας το 386, είχε παντρευτεί την αδελφή του Ουαλεντινιανού Γάλλα. Αλλωστε ο Θεοδόσιος είχε συγκροτήσει αξιόλογο στρατό που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή Μάξιμο. Αφού λοιπόν έστειλε τον Ουαλεντινιανό στην Ιταλία με μία μοίρα του στόλου του, ο Θεοδόσιος, την άνοιξη του 388, επικεφαλής μεγάλης στρατιάς, κίνησε εναντίον του Μάξιμου, ο οποίος στο μεταξύ είχε εισβάλει στα Βαλκάνια.
 
 
 
 
Δημόσια μετάνοια
           Αφού νίκησε τον Μάξιμο και αποκατέστησε τον Ουαλεντινιανό B´ δίνοντάς του ως σύμβουλο τον έμπιστό του φράγκο στρατηγό Αρβογάστη, ο Θεοδόσιος δεν επέστρεψε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη αλλά παρέμεινε ως το 391 στο Μεδιόλανο (Μιλάνο) όπου ανέπτυξε στενή φιλία με τον επίσκοπο της πόλης Αμβρόσιο. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Θεοδοσίου ταραχές ξέσπασαν στη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοικοι της πόλης σκότωσαν έναν από τους στρατηγούς του Θεοδοσίου και αρκετούς στρατιώτες. Ο Θεοδόσιος οργισμένος διέταξε να σφαγιασθούν χιλιάδες Θεσσαλονικείς (390), πράξη που επιτιμήθηκε αυστηρά από τον Αμβρόσιο ο οποίος ζήτησε από τον αυτοκράτορα να μετανοήσει δημοσίως για το αμάρτημά του αρνούμενος να του προσφέρει την Αγία Μετάληψη. Αρχικά ο Θεοδόσιος δίστασε να υποκύψει στον εκβιασμό του επισκόπου αλλά τελικά κάμφθηκε. Μερικοί ιστορικοί αξιολογούν το περιστατικό ως την πρώτη παραχώρηση της κοσμικής εξουσίας έναντι της εκκλησιαστικής, πράγμα που οδήγησε κατά τους μετέπειτα αιώνες την Εκκλησία να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία.
 
 
Κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων
          Τον Φεβρουάριο του 391 ο Θεοδόσιος εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγόρευε τις θυσίες και τις συνάξεις σε ναούς ειδωλολατρικών θρησκειών. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, τον Νοέμβριο του 391, ο Θεοδόσιος ήταν αποφασισμένος να πατάξει κάθε είδους παγανισμό. Αλλωστε ήταν ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν έφερε τον τίτλο του Pontifex Maximus, δηλαδή του Μεγάλου Αρχιερέα των θρησκειών των Ρωμαίων. Εναν χρόνο αργότερα ο Θεοδόσιος εξέδωσε ένα ακόμη αυστηρότερο διάταγμα με το οποίο απαγόρευε εντελώς όλες τις παγανιστικές λατρείες και το 393 απαγόρευσε ακόμη και τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
           Στο μεταξύ νέα κρίση συντάραξε το δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας. Ο Αρβογάστης πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του είχε δείξει ο Θεοδόσιος και σκότωσε τον αυτοκράτορα Ουαλεντινιανό, και ανακήρυξε αυτοκράτορα τον δάσκαλο της ρητορικής Ευγένιο, ο οποίος υποστηριζόταν από την ειδωλολατρική πτέρυγα της Συγκλήτου.
          Ο Θεοδόσιος αποφάσισε να μην ξαναμοιραστεί την εξουσία με άλλον εκτός από τους δύο γιους του. Αφού αναγόρευσε Αύγουστο του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας τον επτάχρονο γιο του Ονώριο και παραχώρησε πολλές εξουσίες στον Αρκάδιο στην Κωνσταντινούπολη, ο Θεοδόσιος εκστράτευσε τον Μάιο του 394 εναντίον του σφετεριστή Ευγένιου και του στρατηγού Νικομάχου Φλαβιανού που τον υποστήριζε εν ονόματι των ρωμαίων ειδωλολατρών. Ο Θεοδόσιος νίκησε τον Νικόμαχο και τον Ευγένιο, τους σκότωσε, καθώς και τον Αρβογάστη, και παρέμεινε μόνος αυτοκράτορας σε Ανατολή και Δύση.
          H χριστιανική παράδοση θεωρεί τη νίκη αυτή του Θεοδοσίου τον θρίαμβο της μιας και αληθινής θρησκείας. Ωστόσο ο Θεοδόσιος φαίνεται ότι καταπονήθηκε σε αυτή την εκστρατεία, αρρώστησε και πέθανε στο Μεδιόλανο ύστερα από μερικούς μήνες. Τον διαδέχτηκαν οι δύο γιοι του, όπως το είχε προβλέψει. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον χριστιανισμό ο Θεοδόσιος ονομάστηκε Μέγας. Μετά την επικήδειο τελετή στο Μεδιόλανο, η σορός του Θεοδοσίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη στο μαυσωλείο που είχε ανεγείρει ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος B', γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
           Παρά την επιθυμία του Θεοδοσίου να παραμείνει ενιαία η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά τον θάνατό του, τα δύο τμήματά της χωρίστηκαν άνισα: στη φθίνουσα Δύση και στην κραταιά βυζαντινή Ανατολή.
 
KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ
 
 
 


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Του Γιάννη Χρονόπουλου**

Ιστορικού - Δ/ντή Εκδόσεων Historical Quest
 
 
               Το βυζαντινό τραπέζι, ανεξάρτητα αν ήταν ενός φτωχού ή πλούσιου, διακρινόταν για την ποικιλία και τη φαντασία του. Από τα πλούσια καρυκευμένα εδέσματα που σερβίρονταν στα γεύματα των Βυζαντινών αριστοκρατών και του παλατιού ως τα πιο λιτά πιάτα που αποτελούσαν το διαιτολόγιο των φτωχότερων κατοίκων της Κωνσταντινούπολης και των επαρχιών μπορεί να συμπεράνει κανείς πολλά για τις κοινωνικές συνθήκες και τον πολιτισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 



 
ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
 
 
 
 
 
 
 
              Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ενιαία βυζαντινή κουζίνα. Αντίθετα, αυτή αντανακλούσε το πολύμορφο εθνοτικό, φυλετικό και πολιτισμικό μωσαϊκό που συγκροτούσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παρότι το ελληνικό στοιχείο κατείχε κυρίαρχη θέση σε όλα τα επίπεδα και είχε εξαπλωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.

            Συνυπήρχε και επικοινωνούσε με πολλούς άλλους εξίσου ενδιαφέροντες πολιτισμούς, όπως οι Άραβες, οι Σύριοι, οι Εβραίοι, οι Λατίνοι, οι Αρμένιοι και οι Σλάβοι. Τα αποτελέσματα αυτών των αλληλεπιδράσεων φάνηκαν και στο βυζαντινό τραπέζι αλλά και στο τραπέζι όσων ήρθαν σε επαφή με τους Βυζαντινούς.
             Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της βυζαντινής κουζίνας διαδραμάτισαν και άλλοι παράγοντες, όπως, αρχαιότερες διατροφικές προτιμήσεις, οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν σε διάφορα μέρη της βυζαντινής επικράτειας, τα εκτενή γεωγραφικά όρια της και η περίπλοκη οικονομική και κοινωνική διαστρωμάτωση της βυζαντινής κοινωνίας.
            Η πλούσια ποικιλία της βυζαντινής κουζίνας χαρακτηρίζει όλα τα γεύματα της καθημερινής ζωής, αλλά και τα εορταστικά δείπνα και τη νηστεία. Τα κύρια γεύματα ενός μέσου Βυζαντινού ήταν τρία και αποτελούνταν από το πρόγευμα, το μεσημεριανό γεύμα και τον δείπνο. Ωστόσο, η επίδραση των διατροφικών συνηθειών των αρχαίων Ελλήνων είναι εμφανής σε αυτή την περίπτωση. Εκτός από τα τρία κύρια γεύματα υπήρχαν το «βουκκάκρατο», δηλαδή ψωμί βουτηγμένο στο κρασί, το οποίο έπαιρναν πριν το πρωινό, και το «δειλινό», ένα πρόχειρο γεύμα πριν δύσει ο ήλιος και συγκεντρωθούν όλοι για τον δείπνο.
 


 
ΕΝΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

 
           Η αριστοκρατική τάξη της Κωνσταντινούπολης και των επαρχιών ήταν σε θέση να παρέχει πλουσιοπάροχα γεύματα σε εκλεπτυσμένα διακοσμημένους χώρους. Οι τοίχοι της τραπεζαρίας ήταν διακοσμημένοι με ζωγραφιές και το δάπεδο στρωμένο με εξεζητημένα μωσαϊκά. Ένας μπρούτζινος ή επίχρυσος πολυέλαιος φωτίζει την αίθουσα, καθώς και λυχνίες λαδιού, τοποθετημένες σε τετράποδα μανουάλια. Ένα μεγάλο και ολοστρόγγυλο, ξύλινο τραπέζι δέσποζε στο κέντρο της αίθουσας που δειπνούσαν τα μέλη του οίκου και οι ευγενείς καλεσμένοι τους.
              Το τραπέζι καλυπτόταν πάντα από κεντητό και καθαρό τραπεζομάντιλο, υφασμένο με εξαιρετικής ποιότητας κλωστή, μία συνήθεια που δεν την απαντούσε κανείς στην λιγότερο εκλεπτυσμένη μεσαιωνική Δύση. Υπήρχαν ξύλινες καρέκλες γύρω από το τραπέζι. Κάποιες ήταν σκαλιστές με έξοχες παραστάσεις, όπως, αμπελόφυλλα, πουλιά, κ.α. Ορισμένες φορές, έτρωγαν ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα ή καναπέδες, όπως οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, αλλά αυτή η συνήθεια εγκαταλείφθηκε κατά τον δέκατο αιώνα.
             Η κατοικία ενός Βυζαντινού αξιωματούχου χαρακτηριζόταν από την άρτια οργάνωση της κουζίνας και πάντα συμπεριλάμβανε πολυτελέστατα σκεύη και έπιπλα. Φυσικά, δεν υπήρχε μόνο ένας μάγειρας, αλλά ένα ολόκληρο «επιτελείο» από παραμάγειρους και βοηθούς, που τον υποστήριζαν καθ’ όλη τη διάρκεια των προμηθειών με υλικά, της παρασκευής και του μαγειρέματος. Το σερβίρισμα του φαγητού, ειδικά αν υπήρχαν υψηλοί καλεσμένοι, αποτελούσε μια ολόκληρη τέχνη.

 
3 byxantio trapezi
 
 
             Το φαγητό σερβιριζόταν στα «σκουτέλια», δηλαδή τα πιάτα. Κυρίως ήταν κεραμεικά, πλούσια διακοσμημένα με ζωικές παραστάσεις, φυλλωσιές και γεωμετρικά σχήματα. Δεν σπάνιζαν τα ασημένια, επίχρυσα ή ακόμα και ολόχρυσα σερβίτσια. Όλα αυτά τα σκεύη πλαισιώνονταν από μαχαιροπήρουνα, σκεύη εντελώς άγνωστα στους Δυτικούς, οι οποίοι ένιωσαν μεγάλη έκπληξη όταν τα πρωταντίκρισαν.

          Βέβαια, για τη σούπα χρησιμοποιούσαν κουτάλια. Τα ποτήρια ήταν συνήθως από χρωματιστό γυαλί, αν και ένας εύπορος Βυζαντινός πάντα φρόντιζε να προσφέρει εύγεστο κρασί σε ασημένια και επίχρυσα ποτήρια για τους επίτιμους συνδαιτυμόνες του. Για το σερβίρισμα του κρασιού χρησιμοποιούσαν πήλινες στάμνες, γνωστές ως «εμποτόπουλα». Πριν το σερβίρισμα, τις φύλασσαν στο πηγάδι για να διατηρούν το κρασί δροσερό, όπως και τα φρούτα.
            Ο δείπνος αποτελούσε το κυριότερο γεύμα της ημέρας. Ειδικότερα, για την αριστοκρατική τάξη και το παλάτι, ήταν μια πραγματική ιεροτελεστία. Οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια τους μέσα σε μια λεκάνη με νερό, το «χέρνιβο» και τα σκούπιζαν με μία πετσέτα που τους πρόσφερε ένας από τους υπηρέτες τους οίκου. Πριν καθίσουν στο τραπέζι, έβγαζαν απαραιτήτως τα υποδήματά τους. Στη συνέχεια έλεγαν την προσευχή και πλέον, ο δείπνος μπορούσε να ξεκινήσει. Όχι σπάνια, κατά τη διάρκεια του δείπνου παιζόταν μουσική.
             Τέτοιες εξεζητημένες προετοιμασίες και διαρρυθμίσεις θα ήταν παράταιρο να μην τις πλαισίωναν πλουσιοπάροχα, έξοχα μαγειρεμένα και εύγεστα φαγητά. Πεντανόστιμο συνοδευτικό κάθε δείπνου ήταν ζεστά ψωμάκια μέσα σε πλεχτά καλαθάκια, τα οποία αποκαλούσαν «σιλίγνια» και τα προμηθεύονταν από τα τοπικά «μαγκιπεία», δηλαδή τα αρτοποιεία. Επρόκειτο για την καλύτερη ποιότητα άρτου, που μπορούσε να βρει κανείς στα «μαγκιπεία».

           Εξαίσιες σάλτσες, εκ των οποίων η πιο δημοφιλής ήταν ο γάρος, σερβιρίζονταν μέσα σε μικρά, βαθουλωτά πιάτα, τα «σαλτσάρια» και τα «γαράρια». Ο γάρος ήταν ένα μίγμα από νερό, κρασί, λάδι και ξύδι. Με αυτές τις σάλτσες περιέχυναν τα πιάτα με κρέας ή ψάρι για να τα νοστιμίσουν. Για το πιπέρι οι Βυζαντινοί ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν μεγάλα ποσά για την απόκτηση του από τις εξωτικές αγορές της Μέσης Ανατολής. Ειδικά, το μαύρο πιπέρι το έτριβαν μαζί με σινάπι για να παρασκευάσουν ένα είδος πικάντικης μουστάρδας.

         Το αλάτι χρησιμοποιείτο για να τονώσει τη γεύση αλλά και να γιατρέψει διάφορες αρρώστιες, καθώς οι Βυζαντινοί – σε αντίθεση με τους σημερινούς διατροφολόγους, που συνιστούν την αποφυγή του, ει δυνατόν – πρόσδιδαν θεραπευτικές ιδιότητες σε αυτό. Η μαγευτική Ανατολή ήταν προμηθευτής και άλλων μπαχαρικών στο βυζαντινό τραπέζι, όπως το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα ή «τριψίδι», το ινδικό ξύλο ή κινναμώμον κ.α. Δεν έλειπαν και άλλα ξηρά καρυκεύματα όπως η ρίγανη, το μάραθο, ο δυόσμος, η κάππαρη κ.α.

          Το ξύδι, κατ’ ευφημισμό γνωστό και ως «γλυκάδι», αποτελούσε απαραίτητο συστατικό γαρνιρίσματος για πολλά βυζαντινά πιάτα, καθώς τα λεμόνια ήταν ακόμα άγνωστα. Όμως, ο «βασιλιάς» του βυζαντινού τραπεζιού μιας αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας ήταν μαύρα αυγά ψαριού: το μαύρο χαβιάρι. Οι επαφές της Κωνσταντινούπολης με τους Ρώσους έκανε αυτό το έδεσμα περιζήτητο σε κάθε άκρη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κάθε πλούσιος βυζαντινός οίκος, που ήθελε να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους του, πρόσφερε μαύρο ή κόκκινο χαβιάρι. Ιδιαίτερα, οι Δυτικοί έμεναν εκστασιασμένοι από το χαβιάρι, όπως ο Γερμανός επίσκοπος Λιουτπράνδος – διπλωματικός απεσταλμένος του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α΄ στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά – που εκθειάζει το πρωτόγνωρο γι’ αυτόν έδεσμα και αισθάνεται κολακευμένος όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας του στέλνει κατσικάκι καρυκευμένο με χαβιάρι. Άλλα αγαπημένα ορεκτικά των Βυζαντινών αριστοκρατών ήταν αυγά, πάντα σερβιρισμένα μέσα σε αυγοθήκες, που τρώγονταν με κουτάλια, διακοσμημένα με χρυσές λαβές, ζαμπόν, αγκινάρες με άσπρη σάλτσα.
 
           Μετά τα ορεκτικά, σειρά είχαν τα κύρια πιάτα. Ενδεικτικά, αναφέρουμε μερικά από τα πιο αγαπητά στους Βυζαντινούς πιάτα, όπως ψάρι τηγανητό, πασπαλισμένο με σκόνη μουστάρδας, κατσικάκι γεμισμένο με σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα, ψητό γουρουνόπουλο, χοιρομέρι, πουλερικά (παγώνια, πάπιες, φασιανοί, χήνες, περιστέρια, πέρδικες, κοτσύφια και τσίχλες) μαγειρεμένα με διάφορους τρόπους (ψητά, βραστά ή στη σχάρα), συνοδευόμενα από τυριά σαλάτες και φρούτα (κυρίως μήλα, σταφύλια, σύκα, πεπόνια, αχλάδια, κ.α.).

              Αλλά η γαστρονομική πανδαισία δεν τελείωνε εδώ. Επίσης, σερβίρονταν κρέας στη σούβλα ή ψημένο σε κλίβανο, το κοκορέτσι, που το αποκαλούσαν «πλεξίδα», κυνήγι, όπως ελάφι, αγριοκάτσικα, αγριογούρουνα και λαγοί μαγειρεμένοι στο κρασί ή στο ξύδι. Δεν έλειπαν και οι πειραματισμοί από τους μάγειρες, οι οποίοι έβραζαν χοιρινό μαζί με κρέας λαγού και ελαφιού, με το «κρασάτο» ή το «ξιδάτο» να είναι τα πιο περιζήτητα. Μάλλον, παράξενοι συνδυασμοί για τα σημερινά γούστα στην γαστρονομία. Βέβαια, αξίζει να σημειώσουμε ότι το λάδι ήταν η βάση για πολλά φαγητά, όπως και σήμερα, καθώς η μεσογειακή γη το προσφέρει σε αφθονία και νοστιμεύει κάθε πιάτο.
 
          Το λουκούλλειο γεύμα ολοκληρωνόταν με γλυκά κατασκευασμένα με στρώματα μπισκότων, σκεπασμένα από μία πλούσια στρώση κρέμας γαρνιρισμένης με μέλι και κομμάτια φρούτων (σταφύλια, αχλάδια, ρόδια, χουρμάδες) και ξηρών καρπών, κυρίως αμύγδαλα, τα οποία έβαζαν μια εξαίσια τελευταία πινελιά σε αυτή την πανδαισία γεύσεων και αισθήσεων.
              Είναι βέβαιο, από τις παραπάνω περιγραφές, ότι ο σύγχρονος αναγνώστης θα βρήκε αρκετές ομοιότητες μεταξύ της βυζαντινής και της νεοελληνικής κουζίνας. Πολλά από αυτά τα πιάτα και γλυκίσματα εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος σε επίσημα ή εορταστικά γεύματα, αλλά και στην καθημερινή διατροφή. Μόνο, που τώρα έχουν μια πιο «αταξική» διαστρωμάτωση, καθώς μπορεί κάποιος να συναντήσει πολλά από αυτά τα πιάτα σε κάθε νεοελληνικό τραπέζι, ανεξαρτήτως οικονομικής ή κοινωνικής κατάστασης.

 
 
2 diatrofi byzantio



 
ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ «ΑΠΛΩΝ»
 
              Οι φτωχότεροι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και των υπόλοιπων επαρχιών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είχαν τα μέσα να απολαμβάνουν τέτοια πλουσιοπάροχα γεύματα. Κατ’ αρχήν, τα βυζαντινά σπίτια των τεχνιτών και των μικρέμπορων της βυζαντινής πρωτεύουσας δεν ήταν τόσο μεγάλα και άνετα, όσο αυτά των εύπορων αριστοκρατών. Αν είχαν την δυνατότητα να μην κατοικούν στο κατάστημα τους, θεωρούνταν μάλιστα προνομιούχοι.

            Μιας και οι τιμές γης ήταν εξαιρετικά υψηλές στις αστικές συνοικίες, ιδιαίτερα δίπλα στα μεγάλα κτίρια της Πόλης, όπως η Αγία Σοφία, ο Ιππόδρομος, το Παλάτι, κ.α., οι υπόλοιποι κάτοικοι ζούσαν σε φτωχόσπιτα ή και παράγκες στα περίχωρα. Αυτή η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σημαντικά ακόμα και σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, καθώς οι αστικές συνοικίες της περιβάλλονται από παραγκουπόλεις στις οποίες συνωστίζονται εσωτερικοί μετανάστες από την τουρκική ενδοχώρα.

            Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στα χρόνια της ακμής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι κατοικίες ήταν πολύ πιο περιποιημένες, σαφώς περισσότερο από αυτές των μέσων Δυτικοευρωπαίων. Μάλιστα, οι προσόψεις ήταν κομψά διακοσμημένες με ορθομαρμαρώσεις, χρώματα και ψηφιδωτά, όπως έχουν αποκαλύψει διάφορες αρχαιολογικές ανασκαφές στον Μυστρά αλλά και στην Κωνσταντινούπολη.

           Τα χαμηλά σπίτια ήταν μάλλον ο κανόνας, αλλά μπορούσε να συναντήσει κανείς και τριώροφα, τετραώροφα ή ακόμα και πενταώροφα κτίρια. Μια εσωτερική αυλή ή αίθριο, συχνά με κήπο, υπήρχε σχεδόν σε όλα τα σπίτια, καθώς και εξώστες. Το κυριότερο δωμάτιο του σπιτιού ήταν το τρίκλινο, το σημερινό σαλόνι. Η κεντρική αίθουσα ήταν ο χώρος των ανδρών, ενώ οι γυναίκες περιορίζονταν σε άλλα δωμάτια στα ενδότερα του οίκου, τα «ματρωνίκια».

              Γύρω από το τρίκλινο ήταν οι «κοιτώνες», δηλαδή τα υπνοδωμάτια, το μαγειρείο, η τραπεζαρία, (αποκαλούμενη τότε ως «αριστείο» ή «συμπόσιο») και η τουαλέτα ή «απόπατος». Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, το τρίκλινο αφομοιώνει τη σάλα, τα υπνοδωμάτια και την κουζίνα, οι χώροι συμπτύσσονται, σηματοδοτώντας τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Βυζαντινών, ενώ παρήκμαζε η πάλαι ποτέ κραταιά αυτοκρατορία. Ειδικά τις κρύες μέρες του χειμώνα, το κύριο δωμάτιο του μέσου βυζαντινού σπιτιού ήταν η κουζίνα.

             Όλοι μαζεύονταν εκεί για να μαγειρέψουν αλλά και να ζεσταθούν. Η επίπλωση δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή όσο στα πλούσια βυζαντινά αρχοντικά. Συνήθως, υπήρχε ένα μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι, πάγκοι, καρέκλες και σκαμνιά. Αντί για πολυτελή σερβίτσια, οι φτωχοί Βυζαντινοί αρκούνταν σε μία μεγάλη πήλινη ή ξύλινη γαβάθα και σε ορισμένες περιπτώσεις, έτρωγαν με τα χέρια.
              Λουτρά υπήρχαν μόνο στα αυτοκρατορικά παλάτια ή σε πολύ εύπορες οικίες. Για τους Βυζαντινούς, όπως και για τους προκάτοχούς τους Ρωμαίους, η επίσκεψη σε λουτρά αποτελούσε μία από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις. Ήταν ένας χώρος ατομικής υγιεινής αλλά και συνεύρεσης και ψυχαγωγίας, όπου οι Βυζαντινοί υπήκοοι μπορούσαν να μιλήσουν για διάφορα θέματα, π.χ. τις διάφορες πολιτικές δολοπλοκίες και ίντριγκες, τις τρέχοντες εξελίξεις στο αραβοβυζαντινό μέτωπο, να κουτσομπολέψουν τα τελευταία νέα από το παλάτι ή τους γείτονες τους ή να κανονίσουν γάμους και εμπορικές συμφωνίες ή απλά να χαλαρώσουν και να διαλογιστούν μετά από μια κουραστική μέρα.
             Το ομορφότερο λουτρό της Κωνσταντινούπολης ήταν αυτό του Ζεύξιππου, δίπλα στον μαγευτικό και επιβλητικό Ιππόδρομο, διακοσμημένο με μάρμαρο και υπέροχα αγάλματα της αρχαιότητας, εκεί που βρίσκονται σήμερα τα τουρκικά λουτρά της Ρωξελάνης, της Ελληνίδας συζύγου του Τούρκου σουλτάνου, Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.
 
           Το τραπέζι ενός φτωχού Βυζαντινού δεν ήταν τόσο εντυπωσιακό όσο αυτό ενός πλουσίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υστερούσε σε ποικιλία, αν και η σταθερή προμήθεια με τρόφιμα δεν ήταν πάντα εξασφαλισμένη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο αυτοκρατορικός θρόνος είχε απειληθεί από εξεγέρσεις που ξεκίνησαν, επειδή ο λαουτζίκος δεν είχε αρκετό ψωμί στο τραπέζι του. Αλίμονο στον αυτοκράτορα που δεν μεριμνούσε για το στομάχι των υπηκόων του. Η πείνα λειτουργούσε ως καύσιμο για εξεγέρσεις.
 
         Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κίνημα του λαού της Κωνσταντινούπολης εναντίον του αυτοκράτορα Φωκά, όταν ο Ηράκλειος, έξαρχος τότε της Καρχηδόνας έκοψε την τροφοδοσία της βυζαντινής πρωτεύουσας με σιτάρι. Αυτό εξαγρίωσε τα πλήθη που ξεσηκώθηκαν εναντίον του μισητού Φωκά και υποδέχθηκαν τον Ηράκλειο ως ελευθερωτή. Παρόμοια περίπτωση υπήρξε αυτή του Νικηφόρου Φωκά που έδειξε αδιαφορία για τη συστηματική τροφοδοσία των φτωχότερων τον κρύο χειμώνα του 967. Εκείνη τη χρονιά, η σοδειά σιταριού δεν πήγε καθόλου καλά, γεγονός που εκτόξευσε τις τιμές του ψωμιού. Άλλοι αυτοκράτορες στο παρελθόν διέταζαν την παροχή χορηγιών, σε είδος και σε χρήμα, για να καλυφθούν οι έκτακτες ανάγκες και να ανακουφιστεί ο πληθυσμός.
 
           Ο Νικηφόρος Φωκάς δεν έπραξε απολύτως τίποτα, ενώ φήμες κατέκλυζαν την Κωνσταντινούπολη ότι παρείχε σιτάρι δωρεάν μόνο στους στρατιώτες, εντείνοντας το κλίμα δυσφορίας στον λαό για το πρόσωπό του. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα προς τη διαμόρφωση ενός κοινού μετώπου εναντίον του Νικηφόρου Φωκά, που κατέληξε στη στυγερή δολοφονία του. Για να τιθασεύσουν την πείνα των φτωχών υπηκόων, υπήρχαν κρατικά «μαγκιπεία», δηλαδή αρτοποιεία, που διένειμαν ψωμί δωρεάν.
            Οι Βυζαντινοί υπήκοοι αρέσκονταν να συχνάζουν στην αγορά, όχι απαραίτητα για να αγοράσουν τρόφιμα ή άλλα προϊόντα, αλλά για να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους χαζολογώντας και κουτσομπολεύοντας. Το Φόρουμ του Θεοδοσίου ήταν η πιο πολυσύχναστη αγορά της Κωνσταντινούπολης, αλλά δεν ήταν η μόνη. Υπήρχαν επίσης αυτές του Ταύρου, του Αρκαδίου, του Κωνσταντίνου και του Αναστασίου.
             Έμποροι διαφόρων ειδών διαλαλούσαν την πραγματεία τους, την οποία εξέθεταν στα μάτια των επίδοξων πελατών. Οι «σαλδαμάριοι» πουλούσαν καπνιστά και παστωμένα κρέατα, τυριά, βούτυρο, μέλι, λάδι και όσπρια, οι «μακελλάριοι» ήταν οι σημερινοί χασάπηδες, οι «σευκλομαγουλάδες» πουλούσαν παντζάρια, οι «δαυκοψήστες» πουλούσαν ψητά καρότα, οι «μιλιαράδες» πουλούσαν ζεστές σούπες σε μικρά καζάνια, οι «πράτεις» και «πράτριαι» ήταν οι πωλητές διάφορων ειδών, π.χ. οι «ιχθυοπράται».

            Επίσης, υπήρχαν πλανόδιοι πωλητές γλυκών, καθώς και γιατροί και μάγισσες που πουλούσαν γιατροσόφια και «μαγικά» φίλτρα. Στην αγορά περίοπτη θέση καταλάμβαναν οι «μυρεψοί», οι έμποροι μπαχαρικών, ένα είδος πολυτελείας την εποχή εκείνη. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι μόνο σε ορισμένες αγορές επιτρεπόταν η πώληση συγκεκριμένων ειδών. Για παράδειγμα, κάποιος μπορούσε να βρει χοιρινό κρέας μόνο στην αγορά του Ταύρου και αρνιά από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή, ενώ τα ψάρια ήταν διαθέσιμα στις μεγάλες καμάρες της Κωνσταντινούπολης, στον Κεράτιο κόλπο.

          Ωστόσο, καμία πηγή δεν αποκαλύπτει αν υπήρχαν έμποροι γάλακτος, αυγών ή λαχανικών. Και αν κάποιος ήθελε να ξαποστάσει να φάει κάτι και να πιει λίγο γλυκό κρασί, υπήρχαν πολλές ταβέρνες στη διάθεση του, έτοιμες να του τα προσφέρουν. Το βυζαντινό κράτος επιτηρούσε τις διαδικασίες αγοραπωλησίας με μεθοδικότητα και αυστηρότητα. Όριζε με απόλυτη ακρίβεια τις θέσεις των εμπόρων, τις τιμές και ασκούσε συνεχείς υγειονομικούς και αγορανομικούς ελέγχους.
 
            Η βάση της διατροφής ήταν, όπως και σήμερα, το ψωμί. Συνήθως, ήταν σταρένιο γνωστό τότε ως «σεμιδαλάτον» ή κριθαρένιο, το οποίο αποκαλούσαν «πιτυρούντα». Οι απλοί πολίτες προμηθεύονταν πρόχειρα ψωμάκια, τα λεγόμενα «προσφούρνια», που ήταν καμωμένα με φτηνό αλεύρι. Το ψωμί χειρότερης ποιότητας ήταν το «χονδρόχυλο». Η καλύτερη κατηγορία από τα λεγόμενα «δεύτερα ψωμιά» ήταν το «κιβαρόν». Πολλές φορές συνήθιζαν να πασπαλίζουν το ψωμί με σησάμι, μια πρακτική γνωστή από την αρχαιότητα.
             Για τους φτωχούς τα λαχανικά ήταν το πιο συνηθισμένο πιάτο, πράγμα που τα έκανε ελάχιστα αγαπητά στους πλουσιότερους. Πολλές φορές, τα ανακάτευαν με όσπρια, μια πρακτική που συμβαίνει μέχρι σήμερα. Αρκεί να αναφέρουμε το γνωστό σε όλους μας σπανακόρυζο ή τα μαυρομάτικα φασόλια ανακατωμένα με χόρτα. Κάθε λογής λαχανικά μπορούσε να βρει κανείς, όπως κουνουπίδια, παντζάρια, αγκινάρες, βλίτα, τσουκνίδες, γαλατσίδες, κολοκύθια, σκόρδα, κρεμμύδια, σπαράγγια, μαρούλια, μελιτζάνες και αγριόχορτα.
          Τα τελευταία δε, ήταν ένα από τα φαγητά που προτιμούσε ο βαθύτατα θρησκευόμενος Ιουστινιανός, που νήστευε συχνά. Βραστά όσπρια ήταν επίσης ένα πιάτο συνηθισμένο για τους φτωχούς Βυζαντινούς. Υπήρχαν μικροπωλητές, οι «πουσκάριοι», που πουλούσαν βραστές φακές και κουκιά. Τέτοιους πωλητές αυτούς μπορεί κανείς να τους δει ακόμα και στις μέρες μας στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία. Αλλά και τα φασόλια, τα μπιζέλια, τα ρεβίθια και η φάβα δεν ήταν άγνωστα στους Βυζαντινούς. Επίσης, σούπες, πατσάδες και σαλάτες συμπλήρωναν το διαιτολόγιο πολλών Βυζαντινών.
 
            Από τα παραπάνω θα ήταν λάθος να συμπέραινε κανείς ότι οι φτωχοί Βυζαντινοί ήταν χορτοφάγοι, έστω εξ΄ ανάγκης. Αντίθετα, η υψηλή ανάπτυξη της κτηνοτροφίας έδινε τη δυνατότητα στους Βυζαντινούς να έχουν κρέας στο τραπέζι τους σχετικά συχνά, εκτός βέβαια από τις μέρες νηστείας που όριζε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ιδιαίτερα, κατά τις διάφορες θρησκευτικές γιορτές, πιάτα με κρεατικά κυριαρχούσαν στο εορταστικό τραπέζι, όπως και σήμερα. Και για τους φτωχούς το αρνίσιο κρέας ήταν πρώτο σε προτίμηση.

              Ακολουθούσε το κατσικίσιο, το βοδινό και το χοιρινό ή «μουχτερό», δηλαδή μοχθηρό. Το κρέας μαγειρευόταν με διάφορους τρόπους, ψητό, βραστό ή παστό. Μία από τις αγαπημένες συνταγές των Βυζαντινών ήταν βραστό χοιρινό με λαχανικά, όπως μαρούλια, ίσως θυμίζοντας στον σημερινό αναγνώστη το γνωστό σε όλους φρικασέ. Αλλά και τα μικρά γουρουνόπουλα, οι «γαλαθηνοί» δεν διέφευγαν της ορέξεως των Βυζαντινών.
             Τα έψηναν στη σούβλα, αφού πρώτα τα άλειφαν με ένα μείγμα από κρασί και μέλι για να νοστιμίσουν. Το βοδινό το έτρωγαν κυρίως βραστό. Γενικά, πιπεριές και μπαχαρικά χρησιμοποιούνταν αρκετά συχνά για να νοστιμίζουν το κρέας και να του προσδίδουν μια πιο πικάντικη αίσθηση. Αλλά, και οι βυζαντινοί κεφτέδες περιείχαν μπαχαρικά, κυρίως κανέλα ή μαύρο πιπέρι και ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα φαγητά πολλών Βυζαντινών.
            Στα Βυζαντινά χωριά, σε πολλά αγροτόσπιτα εκτρέφανε διάφορα είδη πουλερικών, κότες, χήνες, φασιανούς, ορτύκια, χήνες και πέρδικες. Και αυτά τα έτρωγαν ψητά, τηγανητά ή βραστά. Το ίδιο έκαναν και με τα αυγά τους, με την ομελέτα, τα «διπλοσφουγγάτα» όπως την αποκαλούσαν να είναι αγαπημένο φαγητό.
 
              Τα γαλακτοκομικά προϊόντα κατείχαν περίοπτη θέση στο βυζαντινό διαιτολόγιο. Το γάλα ήταν προβατίσιο, αγελαδινό ή κατσικίσιο. Όμως το πιο φημισμένο γάλα απ’ όλα ήταν αυτό από βουβάλα, που το χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί για να παρασκευάσουν το «μονόκυθρο». Στους Βυζαντινούς ήταν γνωστό και το γάλα καμήλας, αλλά χρησιμοποιείτο κυρίως από τις δεσποσύνες ως καλλυντικό, ακολουθώντας το παράδειγμα της αρχαίας Αιγύπτιας βασίλισσας Νεφερτίτης.

            Φυσικά, από το γάλα έκαναν τυρί, το οποίο, αφού το αλάτιζαν, το έβαζαν σε πήλινα «γαστρία» για να το διατηρήσουν. Υπήρχαν διάφορες ποιότητες τυριού. Το ξινότυρο και το ασβεστότυρο θεωρούντο κατώτερης ποιότητας. Αντίθετα, το κρητικό και το βλάχικο έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Δεν έλειπαν ούτε το ανθότυρο και η μυζήθρα. Απαραίτητο συνοδευτικό του τυριού ήταν οι ελιές, πράσινες ή μελανές, συνήθως διατηρημένες στο ξίδι, τις οποίες έτρωγαν «θλαστές», δηλαδή σπαστές. Οι θρούμπες ελιές δεν ήταν άγνωστες τότε, τις αποκαλούσαν «δρουπάτες».
               Στον Πόντο, στην Καππαδοκία και στην Παφλαγονία είχαν αναπτύξει εξαιρετικές τεχνικές παστώματος χοιρινού κρέατος, αλλά και κατσικίσιου, βοδινού, κλπ. Πιο συγκεκριμένα, αφαιρούσαν τα κόκαλα από το κρέας, το αλάτιζαν και το ξέραιναν στον ήλιο. Μετά το έβαζαν σε πήλινες στάμνες ή πιθάρια. Το παστό λεγόταν «κουμνιαστό» ή «κουρουπιαστό». Επίσης, τα λουκάνικα ήταν γνωστά στους Βυζαντινούς και αποτελούσαν νόστιμους μεζέδες. Τα αποκαλούσαν «βερτζίκια» ή «νεύρα».
 
          Η τιμή του κρέατος όμως δεν ήταν πάντα προσιτή στους φτωχούς κάτοικους της Κωνσταντινούπολης, που ψάρευαν στα νερά του Βόσπορου, πλούσια σε ψάρια. Έτσι, διασφάλιζαν δωρεάν, υγιεινό και νόστιμο φαγητό. Τα ψάρια τα κατέτασσαν σε «λευκά» και «μπλε» ή «μαύρα», με τα πρώτα να θεωρούνται ανώτερης ποιότητας. Τα αποκαλούσαν «λευκά», διότι η σάρκα τους γινόταν λευκή με το ψήσιμο. Κυρίως προτιμούσαν τα θαλασσινά ψάρια σε σχέση με τα ποταμίσια ή των λιμνών. Συνήθως, τα τελευταία τα πάστωναν και ήταν σε ζήτηση από τους φτωχότερους υπηκόους, που δεν είχαν αρκετά χρήματα να αγοράζουν φρέσκα ψάρια.
 
              Τα θαλασσινά τα έτρωγαν ψητά στη σχάρα, τηγανητά ή «έκζεστα», δηλαδή βραστά. Ανάλογα με το είδος ψαριού, επέλεγαν τον τρόπο μαγειρέματος. Έτσι, τα πετρόψαρα, οι συναγρίδες και οι κέφαλοι βράζονταν μαζί με διάφορα χορταρικά και μπαχαρικά, π.χ. κρεμμύδια, άνηθο, κολίανδρο, σκόρδα, πράσα, κ.α. Τα μικρά ψάρια (αθερίνες, μαρίδες, γάβρο, κ.α.) και τις παλαμίδες τα τηγάνιζαν σε καυτό λάδι, αφού πρώτα φρόντιζαν να τα πασπαλίσουν με αλεύρι. Έφτιαχναν ακόμα και ψαρόπιτες και τη φημισμένη κακκαβιά ή «θυνομαγειρία», όπως την έλεγαν τότε.
 




 
ΓΛΥΚΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΤΑ



 
              Τα γλυκίσματα δεν έλειπαν από το βυζαντινό διαιτολόγιο. Μετά τον δείπνο, στις εύπορες οικίες, συνηθιζόταν η προσφορά γλυκισμάτων ως επιδόρπιο, τα «αναδείπνια» ή «επίδειπνα» ή «δούλκεια». Υπήρχαν διάφορες ονομασίες για τα γλυκίσματα, ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής τους. Έτσι, όσα είχαν βάση το μέλι, ήταν γνωστά ως «μελιτηρά» ή «μελίπηκτα». Τις πίτες τις ονόμαζαν «πλακούντας» και αυτούς που τις παρασκεύαζαν «πλακουντοποιούς», ενώ τις αποκλειστικά γλυκές πίτες τις αποκαλούσαν «πέμματα». Όσα γλυκίσματα είχαν ξινή και ελαφρώς καυστική γεύση ονομάζονταν «υποτρίμματα».
 
             Οι λαοί της πρώιμης μεσαιωνικής Ευρώπης, όπως και οι αρχαίοι, δεν γνώριζαν τη ζάχαρη. Για πρώτη φορά, η ζάχαρη ήρθε στην Ευρώπης τον 8ο αιώνα με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Μαυριτανούς. Όμως η ευρύτερη διάδοση της ζάχαρης ήρθε με τις Σταυροφορίες, μετά τον 13ο αιώνα. Τότε οι Σταυροφόροι ανακάλυψαν το «γλυκό αλάτι», όπως το αποκαλούσαν, καθώς λεηλατούσαν συστηματικά τα αραβικά καραβάνια.
 
            Γι’ αυτόν τον λόγο, το μέλι ήταν ευρέως διαδεδομένο και περιέχυναν με αυτό διάφορα γλυκίσματα. Το μέλι Υμηττού και Θάσου ήταν τα πιο ονομαστά, ενώ υπήρχαν αρκετοί που προτιμούσαν το «άκαπνι» μέλι, δηλαδή το μέλι που μάζευαν από τις κερήθρες πριν καπνίσουν τις μέλισσες. Επίσης, αντί του μελιού, περιέχυναν τα γλυκίσματα με πετιμέζι ή σιραίο / δροσάτο, ένα είδος σιροπιού που έβγαινε από ρόδια.
 
               Ένα γλυκό, που άρεσε σε πολλούς, ήταν ένας χυλός από αλεύρι με μέλι και σταφίδες, η «γρούτα». Όμως τα πιο αγαπημένα γλυκίσματα ήταν τα «λαλάγγια», γνωστά μέχρι σήμερα στην Πελοπόννησο και τη κεντρική Ελλάδα, δηλαδή ζύμη από αλεύρι που τηγάνιζαν και τα περιέχυναν με μέλι. Δεν έλειπαν γλυκίσματα με ξηρούς καρπούς, όπως το «καρυδάτο», ένα έδεσμα με βάση τα καρύδια και το μέλι. Τέλος, το ρυζόγαλο ήταν ένα έδεσμα, που διαδόθηκε κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, όταν εντάθηκε το εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και ασιατικών χωρών, κύριων παραγωγών αυτού του προϊόντος.
 
5 byzantiio
               Ο οίνος ήταν για τους Βυζαντινούς, όπως και για τους αρχαίους, το πιο δημοφιλές ποτό και απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε σπουδαίου γεύματος. Εξάλλου, είχε περίοπτη θέση στη βυζαντινή κοινωνία, καθώς μ΄ αυτό παρασκευαζόταν η Θεία Ευχαριστία. Φυσικά, η αγάπη πολλών Βυζαντινών για το κρασί δεν βασιζόταν μόνο στα θρησκευτικά πιστεύω τους. Λίγοι από αυτούς μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα ποτήρι κρασί και αρκετοί απ’ αυτούς είχαν τη φήμη μεγάλου κρασοπατέρα.

           Ωστόσο, ο μέθυσος δεν ήταν αποδεκτός από τη βυζαντινή κοινωνία. Αντίθετα, χλευαζόταν από πολλούς. Από τα περιπαικτικά και σκωπτικά σχόλια δεν έμεναν προστατευμένοι ούτε οι αυτοκράτορες, όπως ο Νικηφόρος Φωκάς ή ο Μιχαήλ Τραυλός, που γίνονταν περίγελος των Δήμων στον Ιππόδρομο. Υπήρχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, τα οποία προσδιορίζονταν ανάλογα με το χρώμα τους. Έτσι, υπήρχε ο λευκός, ο «ρούσσιος», δηλαδή ο κόκκινος, ο «κίρρος» ή ξανθός και τέλος ο «μέλας» ή μαύρος. Ακόμα, κατέτασσαν το κρασί ανάλογα με τη γεύση του, σε παχύ, λεπτό, στυφό ή γλυκίζον.

              Μάλιστα, τα παλαιά, γλυκά κρασιά τα ονόμαζαν «γλυκοπάλαια». Επίσης, υπήρχε η ρετσίνα, αν και δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των αριστοκρατών. Πολλές υπήρξαν οι περιοχές, με μεγάλη φήμη για την παραγωγή εκλεκτού κρασιού. Μεταξύ αυτών ξεχώριζαν τα κρασιά της Θράκης, όπως το Γανίτικο (από το βουνό Γάνος), της Μαρώνειας και της Βάρνας, αλλά και αυτά της Δαλματίας, της Χίου και της Κρήτης. Άλλες περιοχές, με εξαιρετική οινοπαραγωγή ήταν η Θάσος, η Λέσβος, η Ικαρία, η Ρόδος, η Θήρα, η Μονεμβασία, οι ακτές του Εύξεινου Πόντου, η μικρασιατική ενδοχώρα, κ.α.
 
            Έπιναν το κρασί ανέρωτο, αν και ορισμένοι το αραίωναν με ζεστό νερό. Γενικά, όμως ο καλός πότης απέφευγε να προσθέτει ζεστό νερό και έτρωγε πικρά αμύγδαλα για να μην τον πιάσει το κρασί. Επίσης, υπήρχε η παράξενη συνήθεια να προσθέτους πίσσα και γύψο, προσδίδοντας του μια παράξενη γεύση, γι’ αυτό και το ονόμαζαν «καρηβαρικό». Ένα φτηνό κρασί, χαμηλής ποιότητας ήταν το «οξύκρατο» ή posca, από ξίδι και νερό, ένα κρασί που μπορούσε να βρει κανείς στα ρωμαϊκά καπηλειά, τα «πουσκάρια» και πέρασε και στους Βυζαντινούς.
            Ωστόσο, κρασί δεν φτιάχνανε μόνο από σταφύλια, αλλά και από φρούτα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο «μηλίτης», το «απιδόκρασο», από αχλάδια, ο «κυδωνίτης», από κυδώνια, ο «μυρτίνης οίνος», από μυρσίνη, ο «φοινικίτης», από καρπούς φοινικιάς, κ.ο.κ. Επίσης, συνήθιζαν να βάζουν πιπέρι σε παλαιό κρασί, το «πιπεράτο» ή «κονδίτη».
              Παρόλα αυτά, το κρασί δεν ήταν το μοναδικό ποτό που απολάμβαναν οι Βυζαντινοί. Υπήρχαν αρκετά άλλα ποτά, οινοπνευματώδη, ηδύποτα και αναψυκτικά, τότε γνωστά ως «πόματα». Ένα είδος μπύρας ήταν ο «κρίθινος οίνος» ή «ουλοβίνα» ή «φουκά», όπως τον αποκαλούσε ο απλός λαός, μια αρχαιοελληνική συνήθεια, όπως φαίνεται και στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθηναίου. Αλλά, ζύθος κατασκευαζόταν όχι μόνο από κριθάρι αλλά και από σιτάρι ή μελίνη ή βρώμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το έπαιρναν ως φάρμακο.
           Οι Βυζαντινοί ήταν εξαιρετικοί και στην παρασκευή «κοκτέιλ», με το «οινομέλι» να καταλαμβάνει εκλεκτή θέση. Επρόκειτο για ένα μίγμα παλαιού κρασιού και μελιού, σε αναλογία ένα μέρος μέλι και δύο μέρη κρασί. Το μέλι υπήρξε η βάση και γι’ άλλα ποτά, όπως το υδρομέλι, (μίγμα από βρόχινο νερό και μέλι), το μελίμηλο (μέλι από αχλάδια).
             Σε αφθονία υπήρχαν τα ηδύποτα και τα αναψυκτικά. Ενδεικτικά αναφέρονται το «ζουλάπι», οίνος από ζάχαρη, το «μαστιχάτο» από μαστίχα Χίου, το «κιτράτο» από κίτρα και ο «ροδίτης» ή «υδροροσσάτον», ένα μίγμα από απόσταγμα πετάλων τριαντάφυλλων και μελιού. Τέλος, υπήρχε το ροδόνερο, που το χρησιμοποιούσαν κυρίως ως καλλυντικό, αν και ορισμένοι το έπιναν ευχαρίστως.
 
 
 
Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


 
           Είναι σαφές ότι το φαγητό αποτελεί σημαντικό πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Πολλά χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από τις διατροφικές συνήθειες μίας κοινωνίας, σε τοπικό ή σε εθνικό επίπεδο, όπως οι επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, οι σχέσεις των δύο φύλων, οι δεσμοί κοινωνικής συνοχής, οι διαφοροποιήσεις σε επίπεδο κοινωνικών τάξεων, η επίδραση κοινωνικών θεσμών στη διαμόρφωση μίας «κουλτούρας φαγητού», κ.α.
             Μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της βυζαντινής κοινωνίας, κατά τη χιλιόχρονη ιστορία της, ήταν η θρησκεία. Αποτέλεσε έναν θεσμό που επηρέαζε βαθύτατα την καθημερινή ζωή του μέσου Βυζαντινού ανθρώπου. Αναπόφευκτα, αυτή η βαθιά ριζωμένη σχέση με τη θρησκεία άφησε το στίγμα της και στις διατροφικές συνήθειες.
               Πρωταρχικός κανόνας της χριστιανικής θρησκείας ήταν η εγκράτεια σε όλους τους τομείς, επομένως και στο φαγητό. Η νηστεία, χωρίς έκπληξη, υπήρξε θεμελιώδης συνήθεια. Οι περίοδοι νηστείας ήταν αρκετές σε ένα έτος, με κυριότερη τη Σαρακοστή. Επίσης, δύο μέρες την εβδομάδα, την Τετάρτη και την Παρασκευή, νήστευαν υπακούοντας στη ρήση «εν γαρ Τετράδι ο Σωτήρ παραδίδονται, εν δε την Παρασκευή σταυρούται». Η αποφυγή κρεοφαγίας ήταν κύριο χαρακτηριστικό της νηστείας και η παραβίαση αυτού του κανόνα θεωρείτο μεγάλο αμάρτημα.
              Βέβαια, η νηστεία έπρεπε να τηρείται απαρέγκλιτα ακόμα περισσότερο από τους κληρικούς και τους μοναχούς. Για τους τελευταίους, το κύριο πιάτο νηστείας ήταν το «αγιοζούμι». Επρόκειτο για βρασμένο νερό με λάδι και με θρυπτόξυλα, δηλαδή κλωνάρια θυμαριού για να «νοσιτμίζει». Το σερβίριζαν σε βαθιά πήλινα ή ξύλινα πιάτα, όπου έτριβαν μέσα και κομμάτια ψωμιού για να χορτάσουν.
                Άλλο φαγητό για μοναχούς ήταν η «γρούτα», αλεύρι βρασμένο με νερό και μπαχαρικά. Επίσης, έπιναν το «κυμινοθέρμι», κύμινο σε βραστό νερό και άλλα ροφήματα από βότανα. Οι πιο ασκητικοί απ΄ αυτούς περιορίζονταν σε νερό, αλάτι και άγρια χόρτα. Τις ημέρες που ήταν επιτρεπτό το κρέας, οι μοναχοί έτρωγαν την «παστομαγειρία», ζωμό με λίγο παστό κρέας, το «πασπαλάτο».
            Ωστόσο, η γενική πεποίθηση ήταν ότι οι κληρικοί δεν τηρούσαν τη νηστεία. Αρκετές ιστορίες υπάρχουν για πλούσια μοναστήρια και τις μεγάλες, πλουσιοπάροχα εφοδιασμένες αποθήκες τους. Η λαιμαργία και απληστία κάποιων μοναχών είχε γίνει αντικείμενο πολλών σκωπτικών σχολίων από πολλούς Βυζαντινούς, όπως ο ποιητής Πτωχοπρόδρομος, του οποίου η μεγάλη πείνα που τον βασάνιζε είχε μείνει παροιμιώδης. Ο τελευταίος συνέταξε στη δημώδη γλώσσα και σε δεκαπεντασύλλαβους πολιτικούς στίχους έμμετρα σατιρικά και ικετευτικά που φέρουν το γενικό όνομα «Πτωχοπροδρομικά».
             Το φαγητό καταλάμβανε ξεχωριστή θέση σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις και θρησκευτικές γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Τις δυσάρεστες στιγμές του θανάτου συγγενών και φίλων φρόντιζαν να τις απαλύνουν με μερικά λιτά φαγητά. Έτσι, στα μνημόσυνα πρόσφεραν την «απαλαρέα», ένα πιάτο με γλυκίσματα, και παξιμάδια. Δεν έλειπαν σε αυτές τις περιστάσεις και τα κόλυβα, αν και η συνταγή τους ήταν κάπως διαφοροποιημένη από σήμερα, αφού πρόσθεταν φακές και ξηρούς καρπούς, όπως καρύδια και φυστίκια.
            Ένα έδεσμα, πολύ δημοφιλές μεταξύ των Βυζαντινών, ήταν οι «αιματίες». Μέσα σε κοιλιές ή σε καθαρισμένο παχύ έντερο, έπηζαν βρασμένο αίμα μαζί με μπαχαρικά. Κάποιοι τους παρομοίαζαν με τον μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών, ωστόσο πολλοί τους έτρωγαν ευχαρίστως, καθώς πίστευαν τότε ότι η ψυχή του ζώου βρισκόταν μέσα στο αίμα. Αλλά, η Ορθόδοξη Εκκλησία απαγόρευε αυστηρώς αυτό το έδεσμα και απειλούσε τους παραβάτες με βαρύτατες ποινές, ακόμα και αφορισμό για τους λαϊκούς και καθαίρεση για τους κληρικούς, μαστίγωμα, δήμευση των περιουσιών, κλπ. Ωστόσο, ο «αιματίας» δεν εξαλείφθηκε ποτέ ολοκληρωτικά από το βυζαντινό τραπέζι.
             Οι Βυζαντινοί, όπως και κάθε λαός, απέδιδαν αφροδισιακές ιδιότητες σε τροφές. Πίστευαν, ότι μέσα από την κατανάλωση αυτών των τροφών θα κέρδιζαν πίσω την ερωτική ενέργειά τους ή θα τους ερωτευόταν το πρόσωπο που αγαπούσαν ή θα ανάγκαζαν τον άπιστο ή άπιστη να γυρίσει πίσω. Οι αντιλήψεις αυτές δεν έκαναν κοινωνικές διακρίσεις. Αυτοκράτορες, όπως ο Μιχαήλ Κομνηνός έδιναν βάση, που έτρωγε σπίγγους (μικρά τρωκτικά, που ζούσαν σε βραχώδη μέρη ή εκβολές ποταμών).
           Μέγα αφροδισιακό θεωρείτο το μήλο, καθώς το συνέδεαν με την ιστορία του Αδάμ και της Εύας. Ο «κρασάτος» λαγός ήταν ένα έδεσμα, αποτελεσματικό για τη σύλληψη παιδιών, όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Ψελλός. Τον αντικρούει, όμως, ο Συμεών Σηθ, που μας πληροφορεί ότι η κατανάλωση λαγόπιτας εμποδίζει την κύηση. Στα «μαγικά βιβλία» υπάρχουν συνταγές για την παρασκευή ερωτικών φίλτρων.
            Τέλος, οι τροφές αποτελούσαν αντικείμενο ερμηνείας ονείρων, όπως φανερώνουν οι ονειροκρίτες του Αρτεμίδωρου και του Αχμέτ. Ενδεικτικά, παρατίθενται μερικές ερμηνείες: πόση κρύου νερού δεν ενέπνεε ανησυχία, ενώ το ζεστό σήμαινε αρρώστιες. Το υδρομέλι σήμαινε καλοτυχία για τους πλούσιους και κακοτυχία για τους φτωχούς, αφού οι τελευταίοι το έπιναν μόνο όταν ήταν άρρωστοι. Κακότυχα τα μαρούλια και τα κολοκύθια για τους άρρωστους, ενώ τα πεπόνια σήμαιναν ότι είχες καλούς φίλους, αλλά ζημιογόνα για δουλειές. Η λίστα με τις ονειροκρίσεις είναι ανεξάντλητη.


Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο Βυζαντινός Πόντος

 

(του Οδυσσέα Λαμψίδη - Η Καθημερινή, 19/5/1996) 
 
 
 
           Tο 335 ο ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Αννιβαλιανός διορίστηκε ηγεμόνας στην περιοχή του Πόντου ως nobilissimus με τον τίτλο «βασιλεύς των βασιλέων». Μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου σχεδόν όλοι οι συγγενείς του, μαζί και ο Αννιβαλιανός, θανατώθηκαν με τη στρατιωτική επανάσταση των τριών διαδόχων-υιών του αυτοκράτορα. Τότε οι κυριότερες πόλεις του Πολεμωνιακού Πόντου ήσαν: Νεοκαισάρεια (Niksar), Τραπεζούντα (Trabzon), Κερασούντα (Giresun), Κόμανα (Kılıçlı)· και του Ελενόποντου: Αμάσεια (Amasya), Αμισός (Samsun), Σινώπη (Sinop). Μέχρι τον 6ο αι. η Νεοκαισάρεια (Niksar) ήταν το κέντρο του ποντιακού χώρου, ενώ σημαντική ήταν τότε και η πόλη Ευδοκίας (Tokat). Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' (527-565) συμπεριέλαβε τον Πολεμωνιακό Πόντο στη διοικητική περιφέρεια Αρμενία Α' με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα και όρισε τη Νεοκαισάρεια (Niksar) πρωτεύουσα στον Ελενόποντο. Ο στρατηγός του Βελισάριος, ιδιαίτερα με αφετηρία τον Πόντο, πολέμησε τους Πέρσες. Στην πόλη και στην περιοχή της Τραπεζούντας χτίστηκαν τείχη και ιδρύθηκαν υδραγωγείο (αφιερωμένο στον τοπικό άγιο Ευγένιο) και εκκλησίες. Η διοικητική αυτή αναβάθμιση της πόλεως και της περιοχής της Τραπεζούντας είναι και θρησκευτική: Ο χριστιανισμός, που είχε αρκετά δυναμώσει, είναι παρών στις οικουμενικές συνόδους, ενώ στον ίδιο χώρο μέχρι τον 6ο αι. εμφανίζονται και επικρατούν αρκετές θρησκευτικές παραδόσεις, όπως για την ίδρυση της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσοκεφάλου στην Τραπεζούντα, για την ίδρυση της μονής της Παναγίας Σουμελά, για το βίο και το μαρτύριο του πολιούχου της Τραπεζούντας αγίου Ευγένιου (βίο, θαύματα και ακολουθία του αγίου συνέθεσε τον 11ο αι. ο τραπεζουντιακής καταγωγής πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Ξιφιλίνος (1064-1075). Η αναβάθμιση είναι και πολιτιστική: Στον 7ο αι. η Τραπεζούντα αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του Αρμένιου Ανανία Σιρακηνού ως σπουδαίο πνευματικό κέντρο με σχολή μαθηματικών και αστρονομίας. Τον 8ο αι. στο βυζαντινό κράτος συναντούμε τα θέματα (διοικητικές περιφέρειες και στρατιωτικοί σχηματισμοί που σταθμεύουν σ' αυτές). Στον Πόντο στις αρχές του 9ου αι. συγκροτείται το θέμα Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα και μετέπειτα το θέμα Κολωνείας με έδρα τη Νικόπολη και το θέμα Θεοδοσιουπόλεως με πρωτεύουσα τη Θεοδοσιούπολη (Erzerum).
 
 
 


Άγιος Ευγένιος Τραπεζούντας, 1989. Ο πρώτος μικρός ναός ιδρύθηκε από χριστιανούς της περιοχής στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου, τον 4ο αι., αμέσως μετά την επισημοποίηση της χριστιανικής θρησκείας. Αργότερα, με εντολή του Ιουστινιανού, ο στρατηγός Βελισσάριος τον μετέτρεψε σε λαμπρή εκκλησία περιβαλλόμενη από μονή. Το προσφιλές αυτό προσκύνημα των Ποντίων επισκευάστηκε και καλλωπίστηκε πολλές φορές. Σήμερα ο ναός που λειτουργεί σαν τζαμί, διατηρεί την αρχιτεκτονική μορφή από την ανοικοδόμηση του 1340, όταν στην τρίκλιτη βασιλική προστέθηκε ο κεντρικός τρούλος. (Φωτ.: Α. Θεοφύλακτου)

 
        Η αποφασιστική νίκη Βυζαντινών το 863 στον ποταμό Λαλακάοντα υποχρεώνει τους Άραβες να αποχωρήσουν από τη στρατηγική περιοχή του Πόντου και ελευθερώνει το διαμετακομιστικό εμπόριο. Ο Πόντος, όπως και η Καππαδοκία, είναι μία από τις περιοχές που υπήρξε γενέτειρα των ακριτικών ασμάτων. Ένας σπουδαίος κώδικας του βυζαντινού έπους του Διγενή Ακρίτα βρισκόταν στην Τραπεζούντα. Μετά τον 6ο αι. ο Πόντος αποτελεί σπουδαίο πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο, ιδιαίτερα από τον 9ο έως τον 11ο αι. Την εποχή αυτή έζησαν τρεις μεγάλοι άγιοι ποντιακής καταγωγής, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο χώρο αυτόν, ιδρυτές θρησκευτικών κέντρων: Ο άγιος Δωρόθεος, που Ίδρυσε στα όρια του Πόντου και της Παφλαγονίας, στην περιοχή της Αμισού, την ονομαστή μονή της Αγίας Τριάδος· ο άγιος Νίκων ο Μετανοείτε, που επανέφερε το Χριστιανισμό στην Κρήτη μετά την ανακατάληψη της από τους Βυζαντινούς (961) και έγινε άγιος προστάτης της Σπάρτης· ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, που ίδρυσε το πρώτο κοινοβιακό μοναστήρι της Λαύρας στο Άγιο Όρος το 963. Το βυζαντινό κράτος μετέπειτα με ορμητήριο και πάλι την περιοχή του Πόντου επέβαλε την ειρήνη στους λαούς της Γεωργίας και Καυκάσιας.

Θεολόγος και φιλόσοφος, ο Βησσαρίων (Τραπεζούντα 1403 - Ρώμη 1472), υπήρξε από τις σημαντικότερες και πιο αμφιλεγόμενες μορφές του 15ου αιώνα. Το 1438-39 εκπροσώπησε μαζί με άλλους την Ανατολική Εκκλησία στη Σύνοδο Φλωρεντίας, για την Ένωση των Εκκλησιών, προσχώρησε στην Ένωση και παρέμεινε στη Δύση όπου έγινε καρδινάλιος. Το 1455 και το 1471 ήταν υποψήφιος για την παπική έδρα. Κατέβαλε επίμονες προσπάθειες για να βοηθήσει το απειλούμενο βυζαντινό κράτος ή να συγκροτήσει στρατιωτική δύναμη εναντίον των Οθωμανών, ανεπιτυχώς. Μερικά από τα φιλοσοφικά και άλλα έργα του, αφορούν τη γενέτειρα του Τραπεζούντα και τους Μεγάλους Κομνηνούς. (Βενετία, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη)

      Τότε ο Βασίλειος Β' (1022) υποχρέωσε το βασιλέα της Γεωργίας αλλά και τους ηγεμόνες γειτονικών της περιοχών να υποταγούν στη βυζαντινή επικράτεια. Τον 11ο αι. οι Σελτζούκοι Τούρκοι μπήκαν στη Μ. Ασία. Η προσπάθεια του αυτοκράτορα Διογένη Δ' να τους σταματήσει και να τους υποτάξει απέτυχε. Οι Σελτζούκοι νίκησαν το βυζαντινό στρατό στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071, αιχμαλώτισαν πολλούς, ανάμεσα τους και το βασιλέα Διογένη, κατέλαβαν προσωρινά και την Τραπεζούντα και κέρδισαν από τότε ελεύθερη είσοδο στη Μ. Ασία. Στις διαρκείς επιθέσεις των Σελτζούκων εναντίον του βυζαντινού κράτους, η περιοχή του Πόντου δοκιμάστηκε σκληρά.
 
 
Γαβράδες
            Στη βασιλεία του Αλεξίου Α' αναφέρονται για πρώτη φορά οι Γαβράδες, που ως δούκες της περιοχής κοντά εξήντα χρόνια θα αντισταθούν στις επιθέσεις των Σελτζούκων και άλλων εχθρών, αλλά και στις προσπάθειες της κεντρικής εξουσίας να τους υποτάξει τελείως.

Ο Αλέξιος Γ’ Μεγάλος Κομνηνός (1349-1390) με τη σύζυγο του Θεοδώρα σε μικρογραφία του κτιτορικού χρυσόβουλλου της Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους. (Φωτ.: Αρχείο Μονής Διονυσίου)

          Η γεωγραφική διαμόρφωση του ποντιακού χώρου, ιδίως από την περιοχή δυτικά της Σινώπης - Αμισού μέχρι την πόλη Αθήναι (Ατηνα) ανατολικά της Τραπεζούντας, δημιουργούσε έναν κλειστό χώρο, που σταματούσε κάθε εχθρική εισβολή είτε από τη θάλασσα (υπήρχαν πολύ λίγα λιμάνια και αυτά χωρίς μεγάλη ασφάλεια από τις θύελλες και καταιγίδες του Ευξείνου) είτε από την ξηρά (σειρά ορέων ματαίωνε κάθε προσπάθεια εισελεύσεως, αφού ένας μόνο βασικός δρόμος υπήρχε από το νότο προς την Τραπεζούντα). Έτσι οι Γαβράδες, οικογένεια από τη Χαλδία που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, όταν ανέλαβαν ως δούκες τη διοίκηση του Πόντου, είδαν την απομόνωση του χώρου και γρήγορα θέλησαν να διοικήσουν ως ηγεμόνες αυτόνομοι από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο πρώτος, ο Θεόδωρος Γαβράς, στα χρόνια του Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081 -1118) με το αξίωμα του δούκα πολεμά νικηφόρα εναντίον των Τούρκων, τους απωθεί και κρατάει ελεύθερες τις περιοχές Τραπεζούντας, Παϊπούρτ, Κολωνείας. Ακόμα αποκρούει και επίθεση της Γεωργίας κατά της Τραπεζούντας. Σε μια εκστρατεία του στην περιοχή της Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ) αιχμαλωτίζεται και υφίσταται μαρτυρικό θάνατο (1099). Η τοπική εκκλησία γρήγορα τον κατέταξε στους αγίους μάρτυρες της. Ο Γρηγόριος Γάβρας, ίσως γιος του Θεοδώρου, διοικεί τον Πόντο σχεδόν ως ανεξάρτητος, έρχεται για μικρό διάστημα (1103 - 1106) σε σύγκρουση με τα στρατεύματα του Αλεξίου Α', ο οποίος μην μπορώντας να κάνει αλλιώς παραδέχεται την εξουσία του. Ο τρίτος από τους Γαβράδες ο Κωνσταντίνος στα χρόνια του Ιωάννη Β' Κομνηνού στασιάζει κατά της κεντρικής εξουσίας (1123 - 1126 και 1138 - 1140). Το Βυζάντιο μόλις λίγο πριν πεθάνει ο Ιωάννης Β' κατορθώνει να υποτάξει την περιοχή. Όμως η λαϊκή μούσα έχει ψάλει τον Κωνσταντίνο Γαβρά για την πολεμική του ανδρεία και τα ηρωικά του κατορθώματα. Τα ιστορικά αυτά άσματα αποτελούν, ύστερα από τα ακριτικά, την πιο παλιά λαϊκή δημιουργία στο είδος τους.

Ο Άγιος Ευγένιος, πολιούχος και προστάτης της Τραπεζούντας πλαισιωμένος από τους επίσης Μικρασιάτες αγίους Κανίδιο, Ουαλεριανό και Ακύλα, σε εικόνα που δώρισε το 1375 στην αγιορείτικη Μονή Αγίου Διονυσίου ο αυτοκράτορας και κτίτορας της μονής Αλέξιος Γ’ Μεγαλοκομνηνός. (Φωτ.: Αρχείο Μονής Αγίου Διονυσίου)

          Ύστερα από τους στασιαστές Γαβράδες αναφέρεται ως δούκας του Πόντου ο Νικηφόρος Παλαιολόγος, που διοίκησε τον Πόντο στα χρόνια του Μανουήλ Κομνηνού (1141-1182) και μεταγενέστερα.
 
Μεγάλοι Κομνηνοί
        Το 1185 ο Ισαάκιος Άγγελος εκθρονίζει το Βυζαντινό βασιλέα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό (1182-85) και καταλαμβάνει το θρόνο. Στα επαναστατικά αυτά γεγονότα ο Ανδρόνικος συλλαμβάνεται, κακοποιείται και βασανιζόμενος, ακόμα και από το πλήθος, πεθαίνει. Ο γιος του Μανουήλ τυφλώνεται και γενικά η οικογένεια των Κομνηνών διώκεται. Όταν το 1203-1204 οι Φράγκοι της 4ης Σταυροφορίας εμφανίζονται μπροστά στην Κωνσταντινούπολη και την πολιορκούν, οι δύο γιοι του Μανουήλ, ο Αλέξιος, 21/22 ετών, και ο Δαβίδ, 20 ετών, φεύγουν (όπως εκτιμούμε) από την Κωνσταντινούπολη -είτε το 1203 είτε δύο ή τρεις μήνες πριν από την οριστική άλωση της Πόλης- με πλοίο και φτάνουν στη Γεωργία και στην τότε βασίλισσα Θάμαρ, θεία από τον πατέρα τους. Από εκεί με γεωργιανό στρατό και με την οικονομική βοήθεια της Θάμαρ πορεύονται προς την Τραπεζούντα, την καταλαμβάνουν και την ανακηρύσσουν ανεξάρτητο κράτος με πρώτο βασιλέα τον Αλέξιο.

Το τετραευάγγγελο του Οσίου Χριστόφορου από τη Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο. Σώζεται μόνο η στάχωση με διακοσμητικά στοιχεία που χρονολογούνται από τον 14ο έως τον 17ο αιώνα. Σεπτό κειμήλιο του Ποντιακού Ελληνισμού, κοσμεί σήμερα το νέο προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο. Μεταφέρθηκε εκεί το 1994 από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, στο οποίο βρισκόταν από το 1931. (Φωτ.: Αρχείο Βυζαντινού Μουσείου)

        Η επιλογή του χώρου: Το απομονωμένο και γεωγραφικά σχεδόν κλειστό του ποντιακού χώρου συνιστούσε πρωταρχικό και κυρίαρχο επιχείρημα για την άμυνα από εξωτερικούς εχθρούς και εισβολείς. Ο δρόμος από Τραπεζούντα μέσω Θεοδοσιουπόλεως προς την Ταυρίδα και το εσωτερικό της Ασίας είχε μεγάλη εμπορική και οικονομική σημασία και εξασφάλιζε έσοδα για όποιον τον εξουσίαζε. Τον ποντιακό χώρο μετά τον 9ο αι. κατοικούσε σχεδόν εξολοκλήρου ελληνικός ή εξελληνισμένος πληθυσμός, που εκτός από την πολιτιστική είχε και θρησκευτική ενότητα. Σχεδόν όλοι ήσαν ορθόδοξοι και υπάγονταν στα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και σε μικρό ποσοστό Αντιοχείας. Η εκλογή υπήρξε επιτυχής, γιατί το κράτος διατηρήθηκε περισσότερο από 250 χρόνια στη ζωή και σε σχετική ακμή. Οι βασιλείς που εξουσίασαν στην Τραπεζούντα και στον Πόντο (1204-1461) ανήκαν όλοι στην ίδια οικογένεια που προήλθε άμεσα από το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό. Από την αρχή πήραν την ονομασία Μεγάλοι Κομνηνοί που σήμαινε ότι αυτοί, και μόνον αυτοί, ήσαν άμεσοι απόγονοι του βασιλικού κλάδου των Κομνηνών, γνωστού σε όλους επειδή κατείχε το βυζαντινό θρόνο εκατό χρόνια (1081-1185). Έτσι, ξεχώριζαν από τους βασιλείς των δύο άλλων ελληνικών κρατών, της Νικαίας και της Ηπείρου, που και αυτοί, σχεδόν όλοι προσέγραφαν δίπλα στο όνομα τους το οικογενειακό «Κομνηνός».

Γκραβούρα της Σινώπης. Διακρίνονται οι πύργοι και τα τείχη (ρωμαϊκά και βυζαντινά), μεγάλο μέρος των οποίων σώζεται έως σήμερα. Η ιστορική πόλη ήταν η αρχαιότερη ελληνική αποικία και μητρόπολη των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων στον Εύξεινο Πόντο. (Φωτ.: Αρχείο Κ. Φωτιάδη)

 
     Μερικά βασικά γεγονότα της ιστορίας των Μεγάλων Κομνηνών (Μ.Κ.). Ίδρυση του κράτους (1204)· κατάληψη της Σινώπης από τους Σελτζούκους (1214) (το κράτος των Μ.Κ. περιορίζεται στο χώρο ανατολικά της Σινώπης και δυτικά της παλαιάς αποικίας Αθήναι)- προσωρινή ανακατάληψη της Σινώπης από το Μανουήλ Α' Μ.Κ. (1254-65)· γάμος Ιωάννη Β' Μ.Κ. με την Ευδοκία θυγατέρα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (οι Μ.Κ. παραιτούνται από τον τίτλο «βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων» αρκούμενοι να τιτλοφορούνται «βασιλεύς πάσης Ανατολής Ιβηρίας και Περατείας» και να φέρουν διακριτικά σύμβολα μονοκέφαλους αετούς και όχι τους δικέφαλους των Βυζαντινών βασιλέων) (1281-82)· ο Αλέξιος Β’ Μ.Κ. νυμφεύεται θυγατέρα του ηγεμόνα της Ιβηρίας και τηρεί πολιτική ανεξάρτητη από το βυζαντινό κράτος (1297)· ο Αλέξιος Γ Μ.Κ. προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη αναλαμβάνει την εξουσία (1349) και αντιμετωπίζει με επιτυχία και τις στάσεις των διαφόρων μεγάλων οικογενειών της περιοχής και τις επιθέσεις και επιδρομές των Τουρκομάνων (για το σκοπό αυτό παντρεύει δύο θυγατέρες του με Τουρκομάνους αρχηγούς)· ανεπιτυχής εκστρατεία Μιχαήλ Παλαιολόγου, γιου του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, κατά της Τραπεζούντας για την εκθρόνιση Αλεξίου Γ (1373)·
ο Μανουήλ Γ Μ.Κ. γίνεται φόρου υποτελής στο Μογγόλο ηγεμόνα Ταμερλάνο (1390)· πολιορκία Τραπεζούντας από οθωμανικό στόλο και αποτυχία λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής (1442)· ο Δαβίδ Α' Μ.Κ. αναλαμβάνει το θρόνο αντί του ανήλικου ανεψιού του Αλεξίου Ε' (1458)· ανεπιτυχής πολιορκία της Τραπεζούντας από τον οθωμανικό στόλο επί 40 μέρες και απροσδόκητη εμφάνιση οθωμανικού στρατού με επικεφαλής τον Μεχμέτ Β'· η απομόνωση των Μ.Κ. από το σύμμαχο και γαμπρό του Δαβίδ Α' Ουζούν Χάσαν αρχηγό των Ασπροπροβατάδων και αντίπαλο του Μεχμέτ, υποχρεώνει το Δαβίδ να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις με σκοπό την παράδοση της Τραπεζούντας· τις διαπραγματεύσεις ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο πρωτοβεστιάριος Γεώργιος Αμιρούτζης· οι όροι της παραδόσεως προέβλεπαν ανάμεσα σε άλλα τη μετοικεσία της βασιλικής οικογένειας στην περιοχή της Αδριανουπόλεως, όπου θα της εξασφάλιζαν γη και έσοδα· η παράδοση έγινε 15 Αυγούστου 1461· ο Δαβίδ και η οικογένεια του στις 26 Μαρτίου 1463 κατηγορήθηκαν για συνωμοσία και φυλακίστηκαν στην Αδριανούπολη· ο Δαβίδ και τα τρία του παιδιά και ο ανεψιός Αλέξιος Ε' την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους καρατομήθηκαν. Έτσι τελείωσε το κράτος των Μ.Κ.
 
Σχέσεις με βυζαντινό κράτος
 
        Βασική και αποφασιστική στα πρώτα χρόνια υπήρξε η σχέση των δύο κρατών, που από την πολεμική αντιπαράθεση πέρασε στα μεταγενέστερα χρόνια στην αποξένωση και στην αδιαφορία. 1204 - 1214/15: Πολεμική αντιπαράθεση. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης, απαιτητής του θρόνου στο κράτος της Νικαίας, υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει με πολεμικές συγκρούσεις τις δυνάμεις του Δαβίδ Μ.Κ., γιατί δυο φορές ο Δαβίδ εισέβαλε σε πολύ πλησιόχωρα εδάφη του κράτους της Νικαίας. Στο τέλος ο Δαβίδ αποσύρθηκε, έγινε μοναχός και πέθανε το 1212. Δυο χρόνια αργότερα οι μωαμεθανοί κατέλαβαν τη Σινώπη και ο Λάσκαρης πολιόρκησε και κυρίευσε την Ηράκλεια του Πόντου (1214/15). 1215 -1285. Προς ειρηνικό συμβιβασμό. Με το τέλος των συγκρούσεων το κράτος των Μ.Κ. είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένο να ματαιώσει ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσει τη φιλοδοξία του να διαδεχθεί το άλλοτε βυζαντινό κράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι αποδέχεται έναν ειρηνικό συμβιβασμό με το βυζαντινό κράτος. Μετά την πρόσκαιρη ανακατάληψη της Σινώπης από τον Μανουήλ Α' Μ.Κ. (1254) ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος με απόφαση της Συνόδου του Πατριαρχείου Κων/λεως που είχε την έδρα του στο κράτος της Νίκαιας, αποδέχεται την αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία της Εκκλησίας του Πόντου (1258). Μετά το 1261 και την ανακατάληψη της Κων/λεως ο Μιχαήλ Η' επιζητεί την ολοκλήρωση του ειρηνικού συμβιβασμού και προσπαθεί να προσελκύσει σ' αυτόν τον Ιωάννη Β' Μ.Κ. Πράγματι ο Ιωάννης νυμφεύεται (1282) τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η' Ευδοκία και παραιτείται από τον επίσημο τίτλο και τα σύμβολα του βυζαντινού αυτοκράτορα.1285-1390. Προσπάθεια του βυζαντινού κράτους να μεταβάλει σε δορυφόρο του το κράτος των Μ.Κ. Εκατό και πλέον χρόνια το βυζαντικό κράτος, ελευθερωμένο πια από το αντίπαλον δέος που δημιουργούσε το κράτος των Μ.Κ., προσπαθεί να το καταστήσει δορυφόρο του και όμοιο με αυτοδιοικούμενη περιφέρεια χαλαρά υπαγόμενη στην κεντρική εξουσία της (όπως το Δεσποτάτο του Μορέως). Εν τούτοις, παρά τις επίμονες, ακόμη και τις πολεμικές προσπάθειες δεν το επιτυγχάνει. 1390-1453. Προς την αδιαφορία. Η δεινή θέση, στην οποία περιήλθε το βυζαντινό κράτος στα χρόνια αυτά και οι λιγοστές πληροφορίες που διαθέτουμε μας δίνουν την εντύπωση ότι η απομάκρυνση του βυζαντινού κράτους από το κέντρο λήψεως αποφάσεων στην περιοχή όπου άλλοτε ήταν κυρίαρχο το οδηγεί στην αδιαφορία και σχεδόν στην αποξένωση από το χριστιανικό ελληνικό κράτος των Μ.Κ. Μια έγκυρη και επίσημη απόδειξη: ο Βησσαρίων, που σπούδασε στην Κων/λη, στον «Λόγον εις Τραπεζούντα», το 1437/38 τη γενέτειρα του πόλη, πουθενά δεν αναφέρει πιθανή βοήθεια ή οποιαδήποτε αρωγή του βυζαντινού κράτους προς τους Μ.Κ. Συγκρούσεις με αλλοεθνείς. Από την ίδρυση μέχρι την κατάλυση του το κράτος των Μ.Κ. όφειλε να υπερασπίζεται την αυτοτέλεια του και πολλές φορές την Ίδια του την ύπαρξη. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος προερχόταν από τα μουσουλμανικά φύλα (Σελτζούκοι Τούρκοι, Τουρκομάνοι, Οθωμανοί). Παρά τους συνεχείς πολέμους με τους μουσουλμάνους οι Μεγάλοι Κομνηνοί δεν δίστασαν να έχουν δεσμούς κηδεστίας μαζί τους. Χριστιανικοί λαοί της Γεωργίας. Μια εναλλακτική λύση για το κράτος των Μ.Κ. ήταν η συμμαχία με τους χριστιανικούς λαούς της περιοχής Γεωργίας και Καυκάσιας. Τη φιλία των λαών αυτών επιδίωξαν σχεδόν πάντοτε οι Μ.Κ., είτε με κηδεστίες, είτε με συμφωνίες συνεργασίες και συμμαχίες. Οι ηγεμόνες της Γεωργίας μερικές φορές θέλησαν να επιβάλουν την πολιτική τους και με πόλεμο, όπως ο Δημήτριος Β' της Ιβηρίας που το 1282 επιτέθηκε και πολιόρκησε την Τραπεζούντα.
 
Οικονομική κατάσταση
       Οι Μ.Κ. επωφελήθηκαν από την εσωτερική κατάσταση του κράτους για να μπορέσουν να υπερνικήσουν τις επιθέσεις από τους αλλοεθνείς εχθρούς και επιδρομείς: η οικονομική κατάσταση δεν έπρεπε να ήταν τόσο κακή, αντίθετα υπήρχε σχετική ευρωστία. Το διαμετακομιστικό εμπόριο, που διεξαγόταν ιδιαιτέρως από το δρόμο Τραπεζούντα - Θεοδοσιούπολη - Ταυρίδα - Ασία (γνωστό ως δρόμο της μετάξης, που είχε πάρει και ο Μάρκο Πόλο), μετέφερε προϊόντα και εμπορεύματα στην περιοχή του κράτους των Μ.Κ., αλλά ιδιαιτέρως προσέφερε άμεσα κέρδη με τους τελωνειακούς και άλλους δασμούς που επέβαλε το κράτος στους εμπόρους. Το δρόμο αυτό χρησιμοποιούσαν ιδίως οι εμπορικές πόλεις της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας για την εισαγωγή απαραίτητων προϊόντων. Έτσι, για να έχουν προνόμια στη διεξαγωγή του εμπορίου, επιζητούσαν να υπογράφουν επίσημες συμφωνίες με τους Μ.Κ., που μας είναι γνωστές με τα χρυσόβουλλα (επίσημα έγγραφα με χρυσή βούλα και με υπογραφή του βασιλέα Μ.Κ.) και που λεπτομερειακά καταγράφουν τους φόρους και τους δασμούς που έπρεπε να καταβάλλονται για κάθε φορτίο. Ακόμα και στα τελευταία χρόνια πριν από την κατάληψη του κράτους από τους Οθωμανούς δυτικοί έμποροι προσπαθούσαν να κλείσουν συμφωνίες.

Το μοναστήριο του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, στην περιοχή της Γαλλίαινας, τέλη του περασμένου αιώνα. Ιδρύθηκε το 752 και ήταν ένα από τα τρία μεγάλα μοναστήρια (Σουμελά, Βαζελώνος), που υπήρξαν οι φάροι του χριστιανισμού στον Πόντο. (Φωτ.: Συλλογή Α. Σ. Μαΐλλη)

      Η σχετικά καλή οικονομική κατάσταση φαίνεται και από τις μεγάλες δωρεές και χορηγίες που έκαναν οι βασιλείς Μ.Κ. σε μοναστήρια στον Πόντο ή και στο Άγιον Όρος. Η μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος χτίστηκε με οικονομική χορηγία Αλεξίου Γ’ Μ.Κ. και πήρε το όνομα «μονή των Μ.Κ.». Υπολογίζεται ότι μόνο για την τριετία 1374-77 χορηγήθηκαν 100 «σώμια» που αντιστοιχούν σε 680.000 χρυσά φράγκα. Αν αναλογιστούμε τη στενότητα της κυκλοφορίας του νομίσματος την εποχή εκείνη και την αντιμετώπιση των τακτικών και έκτακτων εξόδων στο εσωτερικό της χώρας, τότε κατανοούμε πόσο πλούσιο ήταν το θησαυροφυλάκιο των Μ.Κ. Άλλωστε, παρά τις επιδρομές και τις πολεμικές επιχειρήσεις, οι κάτοικοι του κράτους ήταν δυνατόν και τη γη να καλλιεργούν και να προσπορίζονται τα προς το ζην. Βέβαια πολλές φορές οι κάτοικοι των επαρχιών γίνονταν θύματα εχθρικών επιδρομών (λεηλασία και αιχμαλωσία).
 

Ο περίβολος της Μονής Παναγίας Σουμελά, το 1902. Διακρίνεται το ιερό του ναού πριν από την Καταστροφή. Ενσωματωμένη σε έναν απότομο βράχο του όρους Μελά, η μονή αποτελεί σήμερα το σεπτότερο λείψανο του Ποντιακού Ελληνισμού. Η επιστημονική έρευνα τοποθετεί την ίδρυση της στον 9ο ή 10ο αιώνα. Σύμφωνα όμως με την παράδοση, στην απάτητη αυτή κορυφή του Πόντου οδηγήθηκαν πρώτοι, το 386, οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, όταν η Παναγία τους φανέρωσε το σημείο όπου μεταφέρθηκε θαυματουργά η εικόνα της Παναγίας Αθηνιώτισσας, που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά. (Φωτ.: Αρχείο Α. Θεοφύλακτου)

         Άρχοντες - στασιαστικές κινήσεις: Μεγάλες οικογένειες του Πόντου (Σχολάριοι, Μειζομάτες, Τζανιχίτες, Καμαχίτες, Δορανίτες κ.ά.) στα χρόνια 1332-56 πολύ συχνά στασιάζουν για να υποστηρίξουν ή να αντιπολιτευτούν το Μ.Κ. που ήταν στο θρόνο ή επιζητούσε να ανέβει στο θρόνο είτε για να τον υποχρεώσουν να κάνει δεκτές τις απαιτήσεις τους. Μεγάλη και σκληρή στάθηκε η στάση της οικογένειας των Σχολαρίων στα χρόνια 1355-56. Εν τούτοις κατά τη βασιλεία ισχυρών βασιλέων οι άρχοντες ήταν ανήμποροι να επιβάλουν τις απόψεις τους (όπως στα χρόνια του Αλεξίου Γ Μ.Κ.) και ουδέποτε απέκτησαν τόση δύναμη ώστε με τις σταστιαστικές τους κινήσεις να υπερισχύσουν ολοσχερώς. Εκκλησία: Σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1258 ο μητροπολίτης Τραπεζούντος, εκλεγμένος στην Τραπεζούντα, όφειλε να χειροτονείται είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στην Τραπεζούντα από εκπρόσωπο όμως του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Οι μητροπολίτες Τραπεζούντος αρκετές φορές αναμίχθηκαν σε σταστιαστικά κινήματα κατά του βασιλεύοντος Μ.Κ. (όπως ο μητροπολίτης Νίφων ο Πτερυγιωνίτης 1351-61).
 
Πνευματικές φυσιογνωμίες
       Είναι φυσικό σε εποχές πολεμικές να μην είναι δυνατόν να ανθούν τα Γράμματα και οι Καλές Τέχνες. Εντούτοις το κράτος των Μ.Κ. έχει να παρουσιάσει σειρά λογίων, συγγραφέων, όπως και οικοδομήματα θρησκευτικά και (πολύ λίγα) κοσμικά. Στα γράμματα αναφέρονται: Μιχαήλ Πανάρετος που έγραψε το μοναδικό Χρονικό, που μας διασώζει την ιστορία των Μ.Κ. στο μεγαλύτερο χρονικό τους διάστημα, Γρηγόριος Χιονιάδης, καθηγητής στη σχολή μαθηματικών και αστρονομίας στην Τραπεζούντα, Ανδρέας Λιβαδηνός, λόγιος από την Κωνσταντινούπολη που ήρθε στην Τραπεζούντα για να σπουδάσει μαθηματικά και αστρονομία. Στα έργα του περιλαμβάνεται η «Περιήγηση», που σε πολλές σελίδες περιγράφει τις εσωτερικές ταραχές στην Τραπεζούντα από τον Βασίλειο Β' ΜΚ έως τον Αλέξιο Γ δηλ. έως το 1356. Επίσης το κείμενο ενός ωροσκοπίου για το έτος 1336, ένα από τα λίγα δείγματα του είδους αυτού. Ιωσήφ (Ιωάννης) Λαζαρόπουλος, μητροπολίτης Τραπεζούντος (1364-68)· η θητεία του διακόπηκε γιατί αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να μονάσει σε μοναστήρι της Κερασούντος- έγραψε ανάμεσα σε άλλα αφήγηση θαυμάτων του αγίου Ευγενίου. Κωνσταντίνος Λουκίτης (από τις τελευταίες δεκαετίες του 13ου αι. έως περίπου 1340)· δίδαξε μετά τον Χιονιά-δη στη σχολή μαθηματικών και αστρονομίας της Τραπεζούντας· Βησσαρίων. Γεννήθηκε το 1403 στην Τραπεζούντα και πέθανε το 1472 στη Ρώμη. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και στον Μυστρά κοντά στον βυζαντινό φιλόσοφο και λόγιο Γεώργιο Γεμιστό -Πλήθωνα. Ως μητροπολίτης Νικαίας και ένας από τους εκπροσώπους του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως συμμετείχε στη Σύνοδο της Φλωρεντίας για την ένωση των Εκκλησιών. Εκεί, προσχώρησε στις θεολογικές απόψεις της Δυτ. Εκκλησίας και παρέμεινε στη Δύση. Καρδινάλιος, δύο φορές υποψήφιος πάπας, προσπάθησε ανεπιτυχώς να υποκινήσει τη Δύση εναντίον των Οθωμανών. Άφησε έργα φιλοσοφικά, θεολογικά και μερικά που ενδιαφέρουν τη γενέτειρα του Τραπεζούντα και τους Μ.Κ. (όπως το εγκώμιο «εις Τραπεζούντα» και τα υπομνήματα του προς τους βασιλείς της Τραπεζούντας). Γεώργιος Αμιρούτζης. Ήταν ο άνθρωπος που με το αξίωμα του πρωτοβεστιαρίου διαπραγματεύθηκε την παράδοση της Τραπεζούντας στον πολιορκητή Μεχμέτ Β'. Το 1438, όπως ο Βησσαρίων έτσι και ο Αμιρούτζης ταξίδεψε στην Ιταλία για τη Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο σουλτάνος Μεχμέτ, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό μετά την Άλωση, δεν έδειξε καμιά εύνοια προς αυτόν, αν και μεταγενέστερες της Αλώσεως πηγές τον κατηγόρησαν ότι πρόδωσε το Δαβίδ Μ.Κ. και παρέδωσε την πόλη. Στα επόμενα χρόνια ο Αμιρούτζης έζησε στην Κωνσταντινούπολη και συνήψε σχέσεις με τον σουλτάνο, που γνώριζε τις πολλές και ποικίλες γνώσεις του. Από το συγγραφικό του έργο μένουν μόνο αποσπάσματα, ενώ η φήμη του προέρχεται από τη γνώμη των συγχρόνων του.

Η Μονή Αγίας Σοφίας στην Τραπεζούντα, τέλη του περασμένου αιώνα. Ο μεγάλος αυτός ταφικός ναός κτίστηκε από τον Μανουήλ Α' Μεγάλο Κομνηνό (1238-63). Είναι το μόνο από τα κτίσματα της εποχής των Μεγάλων Κομνηνών που έχει συντηρηθεί και μελετηθεί επιστημονικά από ομάδα Άγγλων επιστημόνων. (Φωτ.: Συλλογή Α. Σ. Μαΐλλη)

         Εκτός από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας που έχει μελετηθεί επιστημονικά και παρουσιασθεί από την ομάδα αρχαιολόγων που την φρόντισαν, για όλα τα άλλα κτίσματα δεν έχουν γίνει ειδικές ανασκαφές και μελέτες. Έτσι δεν υπάρχει ομοφωνία των ερευνητών για τα κτίσματα της εποχής των Μ.Κ., για τις επεκτάσεις και προσθήκες και για την ακριβή χρονολόγηση. Οι εκκλησίες, που τμήματα τους ανάγονται στην περίοδο των Μ.Κ. και που μετά την κατάληψη του 1461 μεταβλήθηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη, είναι: Παναγία Χρυσοκεφάλου, Άγιος Ευγένιος, Άγιος Φίλιππος (η εκκλησία αυτή μετά το 1461 έως το 1665 υπήρξε μητροπολιτικός ναός της Τραπεζούντας), Αγία Άννα, Άγιος Βασίλειος, Παναγία Θεοσκεπάστου, Άγιος Σάββας, κ.α. Ακόμη στα θρησκευτικά κτίσματα πρέπει να αναφέρουμε τις μονές της Παναγίας Σουμελά, του Ιωάννου Προδρόμου της Βαζελώνος και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα. Υπάρχουν και πολλά άλλα κτίσματα, ιδίως στις άλλες πόλεις και επαρχίες του Πόντου, που θα μπορούσαν να ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο. Εντούτοις η παντελής έλλειψη αρχαιολογικής έρευνας και η εκ (ή και άνευ) προθέσεως καταστροφή των χριστιανικών μνημείων, ιδίως μετά το 1922, μας στερεί τη δυνατότητα πλέον να τα μελετήσουμε. Η ίδια έλλειψη αρχαιλογικής έρευνας και φροντίδας ισχύει σχεδόν για όλα τα κοσμικά κτίσματα. Τα μόνα τα οποία είναι ακόμα δυνατόν να μελετηθούν -και πάλι όχι πλήρως- είναι ορισμένα φρούρια της επαρχίας του Πόντου και ιδιαιτέρως τα τείχη και τα κτίσματα στην ακρόπολη της Τραπεζούντας.