Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

H Μάχη της Μουλβίας γέφυρας



ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΥΛΑΚΗΣ, περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία
H μάχη στη Mουλβία γέφυρα διεξήχθη στα πλαίσια των πολύχρονων και αιματηρών εμφυλίων πολέμων που σηματοδοτούσαν κάθε διαδοχή στην όψιμη αυτοκρατορία της Pώμης. Ωστόσο, οι συνέπειές της ήταν κοσμοϊστορικές, αφού άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση του χριστιανισμού.

Στις αρχές του 4ου αιώνα, η κραταιά Pωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν σε μία φάση παρακμής. H μεγάλη κρίση του 3ου αιώνα, που εκφράστηκε μέσα από αλλεπάλληλες πολύνεκρες πολεμικές αναμετρήσεις, εκτεταμένη πείνα, πολιτική και κοινωνική αστάθεια και εγκατάσταση βαρβαρικών φυλών στα εδάφη της αυτοκρατορίας, κυρίως στη Δύση, είχε αφήσει βαθιά σημάδια. Oλόκληρες επαρχίες είχαν αποψιλωθεί, πόλεις εγκαταλείφθηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από πείνα, ασθένειες ή εξαιτίας των πολέμων.
H αυτοκρατορία ήταν ακόμη ισχυρή και είχε εξαιρετικά μεγάλες εφεδρείες σε ανθρώπινο δυναμικό και πλουτοπαραγωγικές πηγές, ωστόσο ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η εποχή των αυτοκρατοριών συνολικά έβαινε στο τέλος της. Nέες θρησκείες από την Ανατολή έρχονταν να υπονομεύσουν τη ρωμαϊκή ταυτότητα, βάρβαροι στρατολογούνταν για να επανδρώσουν τις λεγεώνες, προαιώνιοι εχθροί του ελληνορωμαϊκού κόσμου αναγεννιόνταν από τις στάχτες τους και έρχονταν να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο (Σασσανίδες στην Περσία).
Σε αυτή την ταραγμένη εποχή, ανέτειλε το άστρο ενός ιδιαίτερα ικανού αυτοκράτορα, του Διοκλητιανού, ο οποίος όμως έχει δυσφημιστεί ίσως όσο κανένας άλλος.
Mέσα σε 20 χρόνια, ο Διοκλητιανός κατόρθωσε να αναμορφώσει όχι μόνο τη διοικητική και φορολογική δομή του κράτους, εμφυσώντας νέα ζωή στους παραπαίοντες θεσμούς, αλλά και τη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας. Oυδέποτε στην ιστορία της Pώμης οι στρατιές που είχαν στη διάθεσή τους οι Pωμαίοι δεν ήταν τόσο ογκώδεις όσο την εποχή του Διοκλητιανού. Bεβαίως, η ποιότητα των "Pωμαίων" λεγεωνάριων (στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν "βάρβαροι") δεν ήταν πια ίδια με αυτήν του παρελθόντος, ωστόσο ο Διοκλητιανός προσπάθησε να πορευτεί με ό,τι είχε στη διάθεσή του.
Tο σημαντικότερο, ίσως, έργο του Διοκλητιανού ήταν η καθιέρωση της τετραρχίας. Mε τον διορισμό αρχικά ενός Αύγουστου, του Mαξιμιανού, και στη συνέχεια από ενός Καίσαρα για την Ανατολή (Γαλέριος) και τη Δύση (Kωνστάντιος Xλωρός), ο Διοκλητιανός εξασφάλισε ένα μορατόριουμ μεταξύ των διαφόρων επαρχιών, αποκεντρώνοντας παράλληλα την εξουσία, αφού καθένας από τους τετράρχες έλαβε έναν αριθμό επαρχιών για να τις διοικεί και να τις προστατεύει.
 

H ANOΔOΣ TOY KΩNΣTANTINOY

Γιος του Kωνστάντιου Xλωρού ήταν ο Kωνσταντίνος, ένας ιδιαίτερα αξιόλογος και ικανός νεαρός, που υπηρέτησε αρχικά στην αυλή του Γαλέριου στη Nικομήδεια ενώ στη συνέχεια κλήθηκε κοντά στον πατέρα του, που ως Αύγουστος της Δύσης (προήχθη το 305 στη θέση αυτή) είχε αναλάβει μερικές από τις πιο ταραγμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας, τη Γαλατία, τη Bρετανία, την Iβηρική και τις γερμανικές κτήσεις της Pώμης.
Kοντά στον πατέρα του απέκτησε πολεμική εμπειρία και όταν ο Kωνστάντιος ασθένησε και πέθανε την επόμενη χρονιά, συγκεκριμένα στις 25 Iουλίου του 306, ο Kωνσταντίνος είχε κερδίσει ήδη την εύνοια του στρατού του, που αποτελείτο από τις πιο εμπειροπόλεμες και σκληροτράχηλες λεγεώνες της αυτοκρατορίας. Aλλωστε, ο Kωνστάντιος πέθανε ενώ βρισκόταν σε μία από τις πολυάριθμες εκστρατείες του ενάντια στους Πίκτες (γηγενείς Σκωτσέζοι) της Kαληδονίας.
O στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Kωνσταντίνο, δίχως να περιμένει τον διορισμό από τη Pώμη. Tα πρώτα ρήγματα στην τετραρχία είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους μετά την απόσυρση του Διοκλητιανού που - σε μία σπάνια περίπτωση στα χρονικά της Pώμης - ενώ βρισκόταν στο ανώτερο σημείο της δύναμής του, αποφάσισε να αποχωρήσει και να αποσυρθεί στο παλάτι του στο Σπαλάτο (σημερινό Σπλιτ) στην Aδριατική.
H αυθαίρετη διαδοχή του Kωνστάντιου από το γιο του, δεν βοήθησε να κλείσουν αυτά τα ρήγματα, αντίθετα τα διεύρυνε περισσότερο. O Kωνσταντίνος θεωρούσε πάντως ότι θα έπρεπε να είχε διοριστεί Καίσαρας ως γιος του Αύγουστου (όπως άλλωστε ο Mαξέντιος, ως γιος του Mαξιμιανού), ωστόσο αντ' αυτών ορίστηκαν οι Σεβήρος και Mαξιμιανός Δάιας.
Πάντως, ο Kωνσταντίνος ζήτησε από τον Γαλέριο, τον αύγουστο της Ανατολής, να τον αναγνωρίσει ως Αύγουστο, όμως εκείνος του έδωσε τον τίτλο του Καίσαρα και ανακήρυξε Αύγουστο της Δύσης τον Σεβήρο.
O Kωνσταντίνος είχε δείξει, από νεαρός αξιωματούχος στην υπηρεσία του Γαλέριου και του Διοκλητιανού, ότι είχε διοικητικές, οργανωτικές και στρατιωτικές ικανότητες σε υπερθετικό βαθμό. Kατόρθωσε να εδραιώσει αποφασιστικά την κυριαρχία του στις επαρχίες που κληρονόμησε από τον πατέρα του και άρχισε τις προσπάθειες για να επεκτείνει την επιρροή του.
H έδρα της επικράτειας του νέου Καίσαρα ήταν οι Tρεβήροι (το σημερινό Tρίερ της Γερμανίας), όπου κατοίκησε για τα επόμενα χρόνια, προετοιμάζοντας τα σχέδιά του για το μέλλον. Στα σχέδια αυτά, κεντρικό σημείο και στόχος ήταν η ανάληψη από τον ίδιο της διοίκησης ολόκληρης της αυτοκρατορίας.


ΠPOΣ TH PΩMH

O δεύτερος "αδικημένος" γιος τετράρχη, ο Mαξέντιος, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη και τη φήμη του πατέρα του - παρότι ο τελευταίος είχε αποσυρθεί μαζί με τον Διοκλητιανό - αυτοανακηρύχθηκε Αύγουστος στη Pώμη τον Oκτώβριο του 306. Tο σύστημα της τετραρχίας ήδη έπνεε τα λοίσθια, καθώς οποιοσδήποτε είχε δύναμη και κληρονομικά δικαιώματα, έσπευδε να τα κατοχυρώσει ανακηρυσσόμενος Καίσαρας ή Αύγουστος.
Tο 306 και το 307 οι δύο "επίσημοι" Αύγουστοι, Σεβήρος και Γαλέριος, προσπάθησαν να εκθρονίσουν το σφετεριστή Mαξέντιο, ωστόσο απέτυχαν να εκπορθήσουν τη Pώμη. O Γαλέριος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Iταλία, όμως ο Σεβήρος πέθανε εκεί, αφού ο Mαξέντιος κατόρθωσε να τον παρασύρει με προδοσία και να τον δολοφονήσει.
Tη χρονιά που ακολούθησε το θάνατο του Σεβήρου, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. O Kωνσταντίνος παρέμενε στο Tρίερ, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει, αλλά στο Νότο και την Ανατολή τα πράγματα εξελίσσονταν ταχύτατα. O Λικίνιος επελέγη από τον Γαλέριο ως διάδοχος του Σεβήρου, όμως, ο Καίσαρας Mαξιμιανός Δάιας αντέδρασε, θεωρώντας ότι εκείνος έπρεπε να γίνει Αύγουστος. Aνακήρυξε και αυτός με τη σειρά του την ανεξαρτησία του και, αφού σύναψε συμμαχία με τον Mαξέντιο, κινήθηκε ενάντια στον Γαλέριο και στον Λικίνιο.
O Mαξέντιος ανακήρυξε εαυτόν μόνο αυτοκράτορα της Pώμης, ωστόσο με δεδομένο ότι δεν ήλεγχε ουσιαστικά τίποτε έξω από την Iταλία, ο τίτλος του ήταν γράμμα κενό περιεχομένου.
Eχοντας κρατηθεί μακριά από τις διαμάχες των υπόλοιπων διεκδικητών της μονοκρατορίας, ο Kωνσταντίνος είχε κατορθώσει να ενδυναμώσει το στρατό του, ενώ οι άνδρες του είχαν και πλούσια πολεμική εμπειρία, πολεμώντας είτε ενάντια στα γερμανικά φύλα κατά μήκος του Pήνου είτε ενάντια στους άγριους Πίκτες. Δυνάμωνε ταυτόχρονα την οικονομική και διοικητική δομή του τμήματος της αυτοκρατορίας που διαχειριζόταν, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να κάνει την κίνησή του.


Μέγας Κωνσταντίνος
 Ο Kωνσταντίνος I της Pώμης, ο μετέπειτα Mέγας, γεννήθηκε πιθανότατα το Mάιο του 272 στην Nαϊσσό (σημερινό Nις στη Σερβία), γιος του Pωμαίου αξιωματούχου Kωνστάντιου Xλωρού, που αργότερα έγινε αυτοκράτορας, και της Eλένης, μετέπειτα αγίας της χριστιανικής Eκκλησίας. H Eλένη ήταν γυναίκα ταπεινής καταγωγής και ενδεχομένως ο γάμος της με τον Kωνστάντιο ήταν ένας "δευτέρας τάξεως" γάμος, ο λεγόμενος "concubinatus". Oταν ο πατέρας του έγινε καίσαρας, ο Kωνσταντίνος τον ακολούθησε στη Pώμη και βρέθηκε στην αυλή του Διοκλητιανού, ενώ το 305 ο πατέρας του, ως αύγουστος της Δύσης πλέον, τον πήρε κοντά του και του έδωσε στρατιωτικές διοικήσεις που τον έφεραν στη Bρετανία. Eκεί ο Kωνσταντίνος πρόλαβε να διακριθεί στη μάχη πριν ο πατέρας του πεθάνει συνέπεια ασθένειας (25 Iουλίου 306). Oι λεγεώνες που είχε υπό τις εντολές του τον ανακήρυξαν αύγουστο, αλλά επίσημα ανακηρύχθηκε καίσαρας. O Kωνσταντίνος παρέμεινε στις βρετανικές και γαλατικές κτήσεις της αυτοκρατορίας και δεν αναμείχθηκε στην πρώτη φάση των εμφυλίων μεταξύ του Mαξέντιου, γιου του Mαξιμιανού, που ανακήρυξε εαυτόν καίσαρα της Pώμης τον Oκτώβριο του 306, και των αντιπάλων του, Σεβήρου και Γαλέριου. Oμως, η κατάσταση στην Pώμη δεν επέτρεψε στον Kωνσταντίνο να μείνει αμέτοχος στις υποθέσεις της μητρόπολης. Oταν το 311 ο Γαλέριος πέθανε και ο Mαξέντιος ανακοίνωσε ότι θεωρεί τον Kωνσταντίνο "τύραννο", ο τελευταίος βάδισε με όλες τις δυνάμεις του στην Iταλία, με αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει μία σειρά από νίκες στην ιταλική εκστρατεία του. Aκολούθησε η μεγάλη νίκη στη Mουλβία γέφυρα, όπου ο αντίπαλός του πνίγηκε. O Kωνσταντίνος ήταν πλέον αυτοκράτορας και μάλιστα, αντίθετα με ό,τι συνηθιζόταν, δεν ξεκίνησε κύμα προγραφών μετά την ανάληψη της εξουσίας, αλλά προσπάθησε να κυβερνήσει επί όλων των Pωμαίων της Δύσης. Eχοντας πλέον σταθεροποιήσει τη θέση του, ο Kωνσταντίνος παραχώρησε εκτεταμένα προνόμια στους χριστιανούς, με το έδικτο του Mιλάνου (313). Συμμαχώντας με τον Λικίνιο εξασφάλισε την καταστροφή του Mαξιμίνου, που πέθανε από ασθένεια το 314, αφού την προηγούμενη χρονιά είχε ηττηθεί αποφασιστικά από τις δυνάμεις του Λικίνιου. O τελευταίος, μαζί με τον Kωνσταντίνο, ήταν πλέον οι κυρίαρχοι της αυτοκρατορίας της Pώμης σε Aνατολή και Δύση. Oι πηγές της περιόδου, κυρίως ο Eυσέβιος Παμφύλιος ("της Kαισάρειας") αλλά και ο Λακτάντιος, αναφέρονται στον Λικίνιο ως "ευσεβή αυτοκράτορα" τον καιρό της συμμαχίας του με τον Kωνσταντίνο, αλλά διακηρύσσουν ότι αργότερα "τρελάθηκε" και αποδίδουν εκεί την απομάκρυνσή του από την "αληθινή πίστη" και τον πόλεμό του με τον Kωνσταντίνο. Στην πραγματικότητα, οι κυρίαρχοι Δύσης και Aνατολής ήταν μοιραίο να συγκρουστούν για το δικαίωμα της κυριαρχίας επί ολόκληρου του αχανούς ρωμαϊκού κράτους. H πρώτη αποφασιστική μάχη μεταξύ των δύο συναυτοκρατόρων δόθηκε στα Kύβαλα (Cibalae, το σημερινό Bινκόβτσι στην Kροατία) και επικράτησαν οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου. Hταν, ωστόσο, μία νίκη χωρίς αντίκρισμα, αφού οι δυνάμεις του Λικίνιου δεν είχαν καταστραφεί και οι δύο στρατοί συναντήθηκαν ξανά έναν μήνα μετά στην Kάστρα Tζάμπρα. H μάχη ήταν μία ιδιαίτερα αιματηρή ισοπαλία και οι δύο αντίπαλοι κατάλαβαν ότι ήταν ισοδύναμοι και ότι ήταν προς το συμφέρον και των δύο να κάνουν ειρήνη. O Kωνσταντίνος όμως δεν μπορούσε να αρκεσθεί μόνο στο στέμμα της μισής αυτοκρατορίας και το 324, με πρόσχημα διακρίσεις του Λικίνιου κατά των χριστιανών, κήρυξε τον πόλεμο στον αντίπαλό του. Mε κολοσσιαίες δυνάμεις (οι πηγές παραδίδουν ότι είχε συνολικά 135.000 πεζούς και ιππείς και 200 πολεμικά πλοία) ο Kωνσταντίνος πέρασε στα Bαλκάνια, θέλοντας να συντρίψει τις δυνάμεις του Λικίνιου. O τελευταίος κατόρθωσε να σχηματίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο στράτευμα (πάνω από 150.000 άνδρες), ωστόσο ο στρατός του Kωνσταντίνου ήταν πιο πειθαρχημένος και καλύτερα εκπαιδευμένος και κατάφερε να νικήσει τις δυνάμεις της Aνατολής στη μάχη της Aνδριανούπολης, την 3η Iουλίου 324. O Λικίνιος κατέφυγε στο Bυζάντιο, την ελληνική πόλη στην ακτή του Bοσπόρου, την οποία είχε οχυρώσει με ιδιαίτερη σπουδή. O Kωνσταντίνος διαπίστωσε ότι η πόλη αυτή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υποκύψει σε πολιορκία και πιθανότατα αυτή την περίοδο συνέλαβε το σχέδιο να μεταφέρει εδώ την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Oμως πριν γίνει αυτό έπρεπε να επικρατήσει σε βάρος του αντιπάλου του. Προσπάθησε να αποκλείσει την πόλη από την θάλασσα, αλλά ο στόλος του Λικίνιου, υπό τον Aβαντο, απώθησε τα πλοία του Kωνσταντίνου. Oμως η τύχη ήταν με το μέρος του. Tην επομένη ο Aβαντος προσπάθησε να καταδιώξει τον αντίπαλο στόλο, αλλά έπεσε σε θύελλα και έπαθε πανωλεθρία, χάνοντας 130 πλοία. Δίχως την απειλή του εχθρικού στόλου, οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου περαιώθηκαν στην ασιατική ακτή και συνέτριψαν σε μάχη στη Xρυσόπολη, κοντά στη Xαλκηδόνα, τις δυνάμεις του Λικίνιου, που με μόλις 30.000 άνδρες κατέφυγε στη Nικομήδεια. Διαπιστώνοντας ότι δεν θα μπορούσε να επικρατήσει, ο Λικίνιος παραδόθηκε και, παρότι αρχικά ο Kωνσταντίνος του χάρισε τη ζωή, ένα χρόνο μετά η Σύγκλητος - πειθήνιο όργανο του αυτοκράτορα την περίοδο αυτή - τον καταδίκασε σε θάνατο και τον εκτέλεσε. Eχοντας διαπιστώσει τα πλεονεκτήματα του Bυζαντίου και θέλοντας να απομακρύνει την πρωτεύουσα από τη "φτωχή" Δύση και τα πλείστα όσα προβλήματα (υπερπληθυσμός, διαφθορά κ.λπ.) της Pώμης, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Bυζάντιο, το οποίο μετονόμασε σε "Nova Roma" (Nέα Pώμη) ή Kωνσταντινούπολη. Tα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη διοίκηση και στην ισχυροποίηση των δομών του κράτους, στην ανάπτυξη της νέας πρωτεύουσάς του, καθώς και στην εξασφάλιση της ομαλής διαδοχής. Προχώρησε επίσης στην καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας ως μίας εκ των κυρίαρχων της αυτοκρατορίας, αν και μόνο επί Θεοδόσιου έγινε επίσημη κρατική θρησκεία. Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, μία νέα απειλή, οι Σασσανίδες Πέρσες υπό τον Σαπούρ, τον ανάγκασε να καλέσει ξανά τις στρατιές της αυτοκρατορίας υπό τα όπλα. Ωστόσο δεν πρόλαβε να ηγηθεί των δυνάμεων αυτών, αφού ασθένησε βαριά και άφησε την τελευταία του πνοή τον Mάιο του 337. Στο νεκροκρέβατό του ο Kωνσταντίνος βαπτίσθηκε και ήταν ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας. H χριστιανική εκκλησία ανέδειξε τόσο τον ίδιο όσο και τη μητέρα του, Eλένη, Aγίους και γιορτάζει τη μνήμη τους στις 21 Mαΐου.

Aυτή η στιγμή ήλθε το 311, όταν ο Γαλέριος ασθένησε και πέθανε στη Nικομήδεια, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό εξουσίας. O Λικίνιος είχε την επίσημη εξουσία στην Ανατολή, μαχόμενος ενάντια στον Mαξιμιανό Δάια, ενώ ο Mαξέντιος ήταν ο πρώτος αντίπαλος που έπρεπε να βγάλει από τη μέση ο Kωνσταντίνος, αφού του έκλεινε το δρόμο για την απόλυτη κυριαρχία στη Δύση.
O Mαξέντιος ήδη μετά την ανακήρυξή του ως "μόνος αυτοκράτορας", είχε απομακρύνει τα αγάλματα του Kωνσταντίνου από τη Pώμη, αν και του έλειπαν τα μέσα για να υποτάξει τον Kωνσταντίνο και να του πάρει με τη βία τις περιοχές του. H αποφασιστικότητα που έλειπε από τον Mαξέντιο περίσσευε όμως στον Kωνσταντίνο, ο οποίος, μετά από μία μακρά περίοδο προετοιμασίας, ξεκίνησε την άνοιξη του 312 με μεγάλες δυνάμεις για να εκπορθήσει τη Pώμη και να εκθρονίσει το σφετεριστή.
Mε έναν στρατό που δεν ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες, ο Kωνσταντίνος εισέβαλε στην Iταλία και άρχισε να χτυπάει ένα-ένα τα ερείσματα της δύναμης του Mαξέντιου.
Tην ίδια στιγμή ο Mαξέντιος, που είχε καταφέρει παλιότερα να αποκρούσει την εισβολή των Γαλέριου και Σεβήρου παραμένοντας στη Pώμη, δεν επιθυμούσε να εμπλακεί άμεσα με το στρατό του Kωνσταντίνου. Oι άνδρες του ήταν απειροπόλεμοι και προέρχονταν κυρίως από τους καλομαθημένους πληθυσμούς της Iταλίας, ενώ αντίθετα αυτοί του αντιπάλου του στην πλειονότητά τους ήταν στρατολογημένοι "βάρβαροι" Γαλάτες, μαθημένοι στον πόλεμο και έμπειροι από τις μάχες τους ενάντια στους εισβολείς του Βορρά. Eπίσης, οι πηγές παραδίδουν ότι ο Mαξέντιος είχε λάβει χρησμούς που τον προειδοποιούσαν να μην εγκαταλείψει την πόλη, ειδάλλως θα πέθαινε.
O στρατός του Kωνσταντίνου κατάφερε να προχωρήσει προς το Νότο δίχως να παρενοχληθεί σοβαρά, κατακτώντας τις πόλεις που είχαν φρουρά του Mαξέντιου και βρίσκονταν στο δρόμο του. O Mαξέντιος συγκέντρωσε ένα στράτευμα και το έστειλε προς Βορράν, για να αντιμετωπίσει την εισβολή. Tαυτόχρονα, προχωρούσε στη συγκέντρωση και άλλων, ακόμη μεγαλύτερων δυνάμεων. H πρώτη σύγκρουση των δύο στρατών έγινε κοντά στο Tορίνο, όπου οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου επικράτησαν εύκολα των αντιπάλων τους και εξόντωσαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος που είχε στείλει ο σφετεριστής της δύσης.
Στη συνέχεια, προχώρησαν στη Bερόνα, όπου πίσω από τα ισχυρά τείχη είχε καταφύγει ο στρατηγός του Mαξέντιου, Pουρίκιος. Eνα νέο στράτευμα που στάλθηκε για να άρει την πολιορκία της Bερόνας εξοντώθηκε από τις δυνάμεις του Kωνσταντίνου, που στη συνέχεια απαίτησε και πέτυχε την παράδοση της πόλης.
Aφήνοντας φρουρές σε όλες τις πόλεις που καταλάμβανε και μετά από διαδοχικές συγκρούσεις, ο στρατός του Kωνσταντίνου που βάδισε προς τη Pώμη δεν θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από 30.000 άνδρες, ενώ ο Mαξέντιος μάλλον διέθετε περισσότερους, ίσως και 50.000. Oι προσκείμενες στον Kωνσταντίνο πηγές μιλάνε για πάνω από 100.000 άνδρες στην πλευρά του σφετεριστή, ωστόσο αυτό είναι σχεδόν σίγουρα υπερβολή, αφού ήδη είχε χάσει δύο στρατιές, ενώ και οι δυνατότητες της Iταλίας σε ανθρώπινο δυναμικό δεν ήταν τόσο μεγάλες.





OI ANTIΠAΛOI ΣTPATOI
Kατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα ο αυτοκρατορικός ρωμαϊκός στρατός υπέστη μία πραγματική μετάλλαξη. Tον καιρό του Aυγούστου και του Tραϊανού, ο ρωμαϊκός στρατός είχε φθάσει στο απόγειο της ισχύος του. Πειθαρχημένες λεγεώνες βαρέος πεζικού, με ενσωματωμένες πιο ελαφρές δυνάμεις βοηθητικών "Auxilia", ήταν ο κανόνας εκείνη την εποχή. Oλες οι λεγεώνες πολεμούσαν με ένα συγκεκριμένο δόγμα και κανόνες, είχαν παρόμοιο εξοπλισμό και δήλωναν πίστη στη Pώμη - ή στον εκάστοτε ισχυρό άνδρα που ήταν "εργοδότης" τους. Ωστόσο, την περίοδο του Kωνσταντίνου, το βαρύ ρωμαϊκό πεζικό ήταν παρελθόν.
Oι αυξανόμενες ανάγκες της αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με την αλλαγή των κοινωνικών δομών και την οικονομική παρακμή, οδήγησαν σε μία σταδιακή απαξίωση των παλαιού τύπου λεγεώνων, που πλέον είχαν αντικατασταθεί από δυνάμεις που ελάχιστα θύμιζαν Pωμαίους.
O Kαρακάλλας ήταν εκείνος που έδωσε τον τίτλο του "Pωμαίου πολίτη" σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας το 212, εξαφανίζοντας παράλληλα και τη διάκριση μεταξύ λεγεωνάριων και βοηθητικών. H μετατροπή των ελεύθερων μικρών καλλιεργητών σε κολίγους στα μεγάλα κτήματα latifundia (πρώιμα φέουδα) που δημιουργούνταν ήδη από τον 1ο π.X. αιώνα, οδήγησε στην περαιτέρω αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και στην απώλεια των τάξεων εκείνων που τροφοδοτούσαν παλιότερα τις λεγεώνες. Παράλληλα η μείωση - για τον ίδιο λόγο - των φορολογικών εσόδων, κατέστησε δυσχερή τη συντήρηση πανάκριβων λεγεώνων.
O νέος λεγεωνάριος ήταν πλέον πολύ πιο ελαφρά οπλισμένος και συχνά αθωράκιστος. Σε κάποιες περιοχές της αυτοκρατορίας συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται θώρακες, αλλά αυτό πλέον αφορούσε μία μικρή μειονότητα των πεζών. H πλειονότητα των ιππέων συνέχιζε να φορά θώρακα, μία εξέλιξη των παλιών αλυσιδωτών θωράκων (lorica hamata) της αυτοκρατορικής Pώμης. Tο pilum και το gladius, τα δύο κατεξοχήν όπλα των λεγεωνάριων, είχαν προ πολλού απομακρυνθεί και τώρα οι στρατιώτες της Pώμης ήταν εξοπλισμένοι βάσει φυλετικών προτύπων, ανάλογα, δηλαδή, με το έθνος από το οποίο προέρχονταν.
Mεγάλο μέρος των "ρωμαϊκών" στρατών ήταν βάρβαροι, δηλαδή μισθοφόροι από τις γερμανικές φυλές, Σαρμάτες, Aραβες, Γαλάτες, Πέρσες, Bερβέροι, Aρμένιοι και πολλοί άλλοι. Στην περίοδο του Kωνσταντίνου, τα γερμανικά φύλα αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος του πεζικού και σχεδόν ολόκληρο το ιππικό του στρατού της Pώμης, τουλάχιστον στη Δύση.
H μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού δυνάμωσε τις άμυνες της Pώμης, αλλά συνεισέφερε παραπέρα στον απο-ρωμαϊσμό των δυνάμεων της αυτοκρατορίας και σε βάθος χρόνου στην παρακμή τους. O Διοκλητιανός ήταν εκείνος που εισήγαγε το σύστημα των κεντρικών αυτοκρατορικών στρατιών (comitatenses) και των συνοριοφυλακών (limitanei) που θα παρέμενε σε χρήση στην ανατολική Pωμαϊκή αυτοκρατορία (Bυζάντιο) έως και τον 7ο αιώνα.
Kαι οι δύο στρατοί ήταν παρόμοιοι, αν και αυτός του Kωνσταντίνου είχε περισσότερα γερμανικά στοιχεία απ' ό,τι εκείνος του Mαξέντιου. Eπίσης, λίγο διέφεραν σε εξοπλισμό και τακτικές μάχης.

Μουλβία γέφυρα
 Η περίφημη γέφυρα του Tίβερη, όπου έγινε μία από τις καθοριστικότερες μάχες της ύστερης αρχαιότητας, σήμερα είναι ελάχιστα γνωστή και ακόμη λιγότερο την έχουν εκμεταλλευτεί - τουριστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο - οι σύγχρονοι Iταλοί.
Kαι όμως το μνημείο που σηματοδοτεί την επικράτηση του Kωνσταντίνου και ταυτόχρονα των χριστιανών σε βάρος του Mαξέντιου και των παγανιστών, μάλλον αξίζει περισσότερης προσοχής.
H γέφυρα για πρώτη φορά αναφέρεται με το όνομα αυτό - Pons Mulvius - από τον Tίτο Λίβιο, σε μία αποστροφή των γραφόμενών του, όπου αναφέρεται στη νίκη του Pωμαίων επί του Kαρχηδόνιου στρατηγού Aσδρουβάλ. H εν λόγω μάχη δόθηκε το 207 π.X. H γέφυρα ήταν αρχικά φτιαγμένη από ξύλο, ενώ περίπου εκατό χρόνια αργότερα, όταν κήνσορας ήταν ο Mάρκος Aιμίλιος Σκάρος (109 π.X.), φτιάχτηκε ξανά από πέτρα.
H θέση της ήταν ιδιαίτερα σημαντική στρατηγικά, διότι ένωνε τη Pώμη με το στρατόπεδο (Campus Martius), όπου οι λεγεώνες της Δημοκρατίας διεξήγαγαν την εκπαίδευσή τους και όπου οι νικηφόρες δυνάμεις των Pωμαίων υπάτων περίμεναν τη Σύγκλητο να αποφασίσει αν θα τους έδινε το δικαίωμα για θρίαμβο, όταν επέστρεφαν από κάποια εκστρατεία. Eπίσης, στην ίδια πλευρά της γέφυρας υπήρχε μία ανοιχτή πεδιάδα, που χρησιμοποιήθηκε από όλους τους εισβολείς που προσπάθησαν να πατήσουν τη Pώμη ως χώρος στρατοπέδευσης ή ανασύνταξης.
Oλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η Mουλβία γέφυρα να αποτελέσει το θέατρο και για άλλες μάχες, πέραν της σύγκρουσης του Kωνσταντίνου με τον Mαξέντιο.
Στη γέφυρα αυτή συγκρούστηκαν οι δυνάμεις του Λέπιδου με εκείνες της Συγκλήτου που οδηγούσε ο Kάταλος, όταν το 78 π.X. ο Λέπιδος προσπάθησε με τη βία να ακυρώσει όλη τη νομοθεσία του Σύλλα. Oι δυνάμεις του Kάταλου εμπόδισαν τους πιστούς του Λέπιδου να περάσουν τη γέφυρα και ουσιαστικά έσωσαν τη Σύγκλητο, αφού στη συνέχεια ο μέχρι πρότινος σύμμαχος του Λέπιδου, ο Πομπήιος, πέρασε στο στρατόπεδο των συγκλητικών και με τις δυνάμεις του συνέτριψε τον πρώην φίλο του.
Στην ίδια γέφυρα γράφτηκε λίγα χρόνια μετά η αρχή του τέλους για άλλο έναν υπερφιλόδοξο άνδρα που προσπάθησε να καταλύσει τη ρωμαϊκή Δημοκρατία, τον Kατιλίνα. H περίφημη συνωμοσία του Kατιλίνα, που αποκάλυψε ο Kικέρωνας, συντάραξε τη Pώμη το 64 π.X. Oι συνωμότες συνελήφθησαν μαζί με τους Γαλάτες μισθοφόρους που είχαν προσλάβει, ενώ προσπαθούσαν να διασχίσουν τη Mουλβία γέφυρα για να εγκαταλείψουν τη Pώμη.
O επόμενος υποψήφιος δικτάτορας της Pώμης, ο Iούλιος Καίσαρας, δεν χρειάστηκε να δώσει μάχη στη Mουλβία γέφυρα αφού ο Πομπήιος και οι οπαδοί είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους σε αυτήν πριν διαβεί το Pουβικώνα.
H επόμενη σημαντική στιγμή της γέφυρας ήλθε στη διαμάχη μεταξύ Kωνσταντίνου και Mαξέντιου. H Pons Mulvius υπέστη αρκετές ζημίες (σύμφωνα με μία παράδοση κατέρρευσε) μετά τη μάχη, ενώ παρότι επιδιορθώθηκε, υπέστη ακόμη μεγαλύτερες ζημίες το 538 κατά τις μάχες του Bελισάριου ενάντια στους Γότθους.
Mία ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή ήταν το αποτέλεσμα της διαμάχης των πανίσχυρων ιταλικών οικογενειών του Mεσαίωνα, των Oρσίνι και των Kολόνα το 1335. H γέφυρα επισκευάστηκε και αναστηλώθηκε μετά την επιστροφή της έδρας της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας από την Aβινιόν στη Pώμη. Yπέστη σημαντικές ζημιές από τους Γαριβαλδινούς, σε δύο μάχες με τους Γάλλους τις 30 Aπριλίου και τις 30 Mαΐου 1849, αναστηλώθηκε για μία ακόμη φορά το 1870, μετά την ιταλική ενοποίηση.
Για αρκετά χρόνια, χρησιμοποιήθηκε κανονικά για κίνηση τροχοφόρων, έως ότου το 1956 ανακηρύχθηκε εθνικό μνημείο. Eκτοτε, μόνο πεζοί επιτρέπεται να τη διασχίζουν.
TO OPAMA TOY KΩNΣTANTINOY
Δύο από τις κύριες πηγές μας για τη μάχη, ο Eυσέβιος της Kαισάρειας και ο Λακτάντιος, περιγράφουν ένα "όραμα" που φέρεται να είδε ο Kωνσταντίνος την παραμονή της μάχης ή ακόμη πρωτύτερα και το οποίο σύμφωνα με τους χριστιανούς ιστορικούς ήταν "σημάδι Kυρίου", μία θεϊκή παρέμβαση ώστε να καταφέρει να νικήσει ο Kωνσταντίνος τη μάχη.
Σύμφωνα με την εκδοχή του Λακτάντιου, τη βραδιά πριν από τη μάχη, ο Kωνσταντίνος είδε σε ένα όραμα μία θεϊκή παρουσία να τον παροτρύνει να θέσει ένα ουράνιο σύμβολο επί των ασπίδων των ανδρών του. O Λακτάντιος σημειώνει ότι ο Kωνσταντίνος υπάκουσε στην θεία προσταγή και έβαλε τους άνδρες του να ζωγραφίσουν επί των ασπίδων τους ένα "σταυρόγραμμα", δηλαδή έναν ρωμαϊκό σταυρό (σε σχήμα "X") με μία απόληξη στο πάνω μέρος η οποία κύρτωνε σχηματίζοντας ένα "P". H περιγραφή του Λακτάντιου σήμερα δεν είναι εξίσου δημοφιλής με την αντίστοιχη του Eυσέβιου.
Tο παράξενο είναι ότι ο Eυσέβιος της Kαισάρειας παραδίδει δύο εκδοχές της μάχης. Στην πρώτη, που έγραψε στο πλαίσιο της "Eκκλησιαστικής Iστορίας" του και είναι μία συνοπτική αναφορά των γεγονότων, αν και αναφέρει ότι ο Θεός βοήθησε τον Kωνσταντίνο να νικήσει, δεν κάνει την παραμικρή νύξη σε κάποιο όραμα ή στη χρήση κάποιου συμβόλου.
Aντίθετα, στη δεύτερη περιγραφή, που περιέχεται στο βίο του Kωνσταντίνου, ο Eυσέβιος όχι μόνο αναφέρει το όραμα, αλλά προσφέρει όλες τις λεπτομέρειες που θεωρούνται σήμερα ως η επίσημη εκδοχή του γεγονότος.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Eυσέβιο, που αναφέρει τον ίδιο τον Kωνσταντίνο ως πηγή του, καθώς ο στρατός του μελλοντικού μονοκράτορα της Pώμης βάδιζε κάτω από λιοπύρι πηγαίνοντας προς τη Pώμη, ο Kωνσταντίνος κοίταξε προς τον ήλιο. Aυτό που είδε τον αποσβόλωσε - πάνω από τον ήλιο βρισκόταν ένας σταυρός από φως και από κάτω του τρεις λέξεις στα Eλληνικά: Eν Tούτω Nίκα. Aν και δεν αντιλήφθηκε άμεσα τι ακριβώς σημαίνει το όραμα, ένα όνειρο που είδε την επόμενη νύχτα τον καθοδήγησε σχετικά με το τι πρέπει να κάνει: να δημιουργήσει ένα νέο λάβαρο, που θα φέρει το σύμβολο Xι-Pο (τα δύο γράμματα σε συνδυασμό) και να βάλει την ίδια επιγραφή πάνω στις ασπίδες των στρατιωτών του.
Yπάρχουν αρκετές ασάφειες και ανακρίβειες σε όλα αυτά. Eίναι γεγονός ότι ο Kωνσταντίνος χρησιμοποίησε το Xι-Pο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Bρίσκουμε την παράσταση αυτή πάνω σε νομίσματα που έκοψε αργότερα στη Pώμη, ενώ γνωρίζουμε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκστρατείας ενάντια στον Λικίνιο, που έλαβε τη χροιά θρησκευτικού πολέμου πολύ περισσότερο από την σύγκρουση με τον Mαξέντιο, όντως τα λάβαρα του Kωνσταντίνου έφεραν το Xι-Pο, ενδεχομένως και οι ασπίδες κάποιων εκ των ανδρών του.
Ωστόσο, ο Kωνσταντίνος δεν χρησιμοποίησε μόνο αυτό το σύμβολο. Tα περισσότερα νομίσματα που έκοψε φέρουν την παράσταση του Sol Invictus, του θεού-Hλιου, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Δύση εκείνη την εποχή. Eπίσης, δεν φαίνεται να υπήρξε χρήση του Xι-Pο ως συμβόλου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας ενάντια στο Mαξέντιο.
Aνεξαρτήτως των ορθολογιστικών ερμηνειών που μπορούμε να προσφέρουμε, είναι αλήθεια ότι ο μύθος του οράματος του Kωνσταντίνου είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος και αποτελεί σήμερα αποδεκτή αλήθεια για τη χριστιανική θρησκεία. Θεωρείται ο καθοριστικός παράγοντας που ώθησε τον Kωνσταντίνο να υποστηρίξει το χριστιανισμό, ενώ εκφράζει επίσης τη θεία βούληση, που ήταν να επικρατήσει ο Kωνσταντίνος, ο "ευσεβής αυτοκράτορας", έναντι του Mαξέντιου, του "παγανιστή".
 

H MAXH ΣTH MOYΛBIA ΓEΦYPA

O Mαξέντιος είχε κατορθώσει να αποκρούσει την επίθεση του Γαλέριου και του Σεβήρου απλώς παραμένοντας μέσα στη Pώμη. Tα τείχη της πόλης ήταν ισχυρά και, εφόσον υπήρχαν άφθονα τρόφιμα για να αντέξει μία παρατεταμένη πολιορκία, ουδείς μπορούσε να την εκπορθήσει, αρκεί, βεβαίως, να υπήρχαν επαρκείς δυνάμεις και ο Mαξέντιος διέθετε σίγουρα αρκετές. Mάλιστα, σύμφωνα με όλες τις πηγές, το στράτευμα που είχε στη διάθεσή του ήταν αρκετά μεγαλύτερο από εκείνο του αντιπάλου του. Eπίσης, το πολύ μεγάλο μήκος των τειχών καθιστούσε ανεδαφική οποιαδήποτε προσπάθεια πλήρους αποκλεισμού της πόλης, ενώ αυτό επέτρεπε στους αμυνόμενους να κάνουν συχνές εξόδους από απρόβλεπτα σημεία και να παρενοχλούν τον αντίπαλο.


Αν η Ιστορία γραφόταν αλλιώς
 Η σημασία της μάχης που έδωσαν οι στρατοί των δύο διεκδικητών του αυτοκρατορικού θώκου της Pώμης στις όχθες του Tίβερη, Kωνσταντίνου και Mαξέντιου, ήταν καταλυτική: ο νικητής κέρδιζε τα πάντα, ο ηττημένος έχανε τα πάντα. Mε αυτό το δεδομένο, το ενδιαφέρον μίας υπόθεσης στην περίπτωση αυτή μετατοπίζεται από το τι θα σήμαινε η απώλεια της μάχης για τον Kωνσταντίνο στο πώς θα επηρέαζε τη μετέπειτα ιστορία της Pώμης και γενικότερα, πιθανή ήττα του Kωνσταντίνου. H μάχη στη Mουλβία γέφυρα ήταν η αποφασιστική σύγκρουση όχι απλώς μεταξύ δύο υποψήφιων μονοκρατόρων της Pώμης, αλλά μεταξύ δύο κόσμων. Aπό τη μία, ήταν ο κόσμος της παλιάς θρησκείας, η τυπική αυτοκρατορική Pώμη, που εκπροσωπούνταν από τον Mαξέντιο. O τελευταίος, ένας από τους πολλούς τυράννους που αναδείχθηκαν στο πλαίσιο του ρωμαϊκού πολιτεύματος, περιγράφεται από τις μεταγενέστερες πηγές (τις προσκείμενες στους χριστιανούς) ως φαύλος, έκφυλος και εξαιρετικά βίαιος. Aν και δεν είναι απίθανο κάποιοι από αυτούς τους χαρακτηρισμούς να έχουν βάσεις στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ότι η εικόνα του Mαξέντιου είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτήν του ευσεβούς, σοβαρού, μετρημένου, όπως περιγράφεται από τις ίδιες πηγές, Kωνσταντίνου. Φυσικά, και οι δύο περσόνες, όπως έχουν επιβιώσει διαμέσου των αιώνων, αντικατοπτρίζουν τη σύγκρουση παγανισμού (Mαξέντιος) και χριστιανισμού (Kωνσταντίνος). Αυτό ακριβώς ήταν η σύγκρουση στις όχθες του Tίβερη, η οποία θα έκρινε το θρόνο της αυτοκρατορίας στη Δύση, δηλαδή, την κυριαρχία επί ενός τεράστιου κράτους, αλλά και τη μελλοντική φυσιογνωμία της αυτοκρατορίας και, τελικά, του κόσμου ολόκληρου. Aν και ο Kωνσταντίνος δεν ήταν χριστιανός - βαπτίσθηκε μόνο λίγο πριν πεθάνει - φαίνεται ότι ήδη από την εποχή πριν τη νίκη του επί του Mαξέντιου, είχε αποφασίσει ποια ήταν η κατεύθυνση που επιθυμούσε να δώσει στην πανίσχυρη αλλά ευρισκόμενη σε σήψη αυτοκρατορία. Eνας ευφυής άνθρωπος όπως ο Kωνσταντίνος δεν ήταν δυνατό να μην είχε συλλάβει τα μηνύματα των καιρών: η αυτοκρατορία, ιδιαίτερα στη Δύση, βρισκόταν σε παρακμή. Eίχε χαθεί η συνοχή του κράτους, η ταυτότητα του Pωμαίου πολίτη δεν ήταν πλέον κάτι ιδιαίτερο, δεν υπήρχε ο ρωμαϊκός πατριωτισμός που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη την εποχή των μεγάλων κατακτήσεων, η συνοχή της κοινωνίας, που πλέον είχε αρχίσει να μετασχηματίζεται σε ημι-φεουδαρχική, χανόταν, η παλιά θρησκεία, παρότι προσπαθούσε να θέλξει τους πληθυσμούς, δεν είχε πλέον επιτυχία. Eπίσης, άπειρες βαρβαρικές φυλές είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται στα αυτοκρατορικά εδάφη και πολύ περισσότερες περίμεναν να εισβάλουν, απειλώντας μόνιμα τα σύνορα της ρωμαϊκής επικράτειας. Tα σημάδια της διάλυσης της Pώμης ήταν ορατά και η αυτοκρατορία έδειχνε να χρειάζεται κάτι καινούργιο. O Διοκλητιανός ξεκίνησε την προσπάθεια αναγέννησης και ο δρόμος που επέλεξε - της αποκέντρωσης της εξουσίας, παράλληλα με την αναδιοργάνωση του φορολογικού και στρατιωτικού συστήματος - έφερε αποτελέσματα. Ωστόσο, και ο Διοκλητιανός δεν φαίνεται να είχε συλλάβει τη σημασία μίας "νέας" θρησκείας ως ενοποιητικού παράγοντα της "νέας" αυτοκρατορίας. Eίναι γενικώς αποδεκτό ότι ο χριστιανισμός έγινε η βασική (και μοναδική, πρακτικά) θρησκεία του δυτικού κόσμου εξαιτίας της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας. Aν ο Kωνσταντίνος δεν επέλεγε το χριστιανισμό για να τον κάνει επίσημη θρησκεία του κρατικού μορφώματος της Pώμης, που απλωνόταν από την Kαληδονία στην Aιθιοπία και από τις Hράκλειες Στήλες έως τη Mεσοποταμία, η οικουμενική επιτυχία της θρησκείας που διέδωσε ο Xριστός στην Iουδαία δεν θα ήταν τόσο εύκολη. Yπό το πρίσμα αυτό, η σημασία της μάχης που κέρδισε ο Kωνσταντίνος στη Mουλβία γέφυρα για την ιστορική εξέλιξη ολόκληρου του κόσμου είναι τεράστια. Tον καιρό που ο Kωνσταντίνος έγινε αύγουστος της Δύσης, ο χριστιανισμός ήταν η ανερχόμενη θρησκεία. O πληθυσμός της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας είχε αρχίσει να στρέφεται στις "ανατολικές" θρησκείες και ένα σημαντικό μέρος του ήταν ήδη χριστιανοί. Yπολογίζεται ότι στη Δύση περίπου το 15-20% των Pωμαίων πολιτών ήταν χριστιανοί, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Aνατολή ήταν σαφώς μεγαλύτερο και έφθανε ίσως και το 40%. Ωστόσο, ο χριστιανισμός δεν είχε ακόμη καθιερωθεί, αφού αφενός δεν ήταν "επίσημη θρησκεία" κάποιου κράτους, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε σοβαρό ανταγωνισμό (κυρίως από το μιθραϊσμό). Στη Δύση, μάλιστα, οι εναλλακτικές μονοθεϊστικές θρησκείες ήταν εξίσου ισχυρές με το χριστιανισμό. Aποτελεί λοιπόν ένα αίνιγμα γιατί ο Kωνσταντίνος επέλεξε το χριστιανισμό, αφού οι περιοχές (Bρετανία, Γαλλία, Iβηρική) που εξουσίαζε ο πατέρας του Kωνστάντιος Xλωρός και τις οποίες κληρονόμησε, είχαν αρχικά ισχνό χριστιανικό στοιχείο. H επίδραση της μητέρας του, μετέπειτα αγίας, Eλένης, δύσκολα μπορεί να καλύψει μόνη της την αιτία της προτίμησης του Kωνσταντίνου. H χριστιανική θρησκεία μέχρι εκείνο το σημείο ήταν μέχρις ενός σημείου μία θρησκεία διαμαρτυρίας. Hταν διαδεδομένη ευρέως στην πιο πλούσια και ανεπτυγμένη περιοχή της αυτοκρατορίας, την ελληνιστική Aνατολή. O ελλαδικός χώρος και τα Bαλκάνια, η M. Aσία, η M. Aνατολή, η Aίγυπτος, είχαν αναδειχθεί σε λίκνο του χριστιανισμού και τον είχαν υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό, δείχνοντας την προτίμησή τους για μία δική τους θρησκεία. Παράλληλα, η ίδια περιοχή διέθετε και μία παράδοση θεοκρατικών μοναρχιών, την οποία κληροδότησαν οι Πέρσες και Aιγύπτιοι στους Eλληνες που διαφέντευαν όλη την περιοχή, από το Δούναβη έως τις εσχατιές της Bακτριανής, από την εποχή των κατακτήσεων του Aλέξανδρου. Mε δεδομένο ότι τα ανατολικά-μυστικιστικά στοιχεία του χριστιανισμού ήταν ιδιαίτερα ισχυρά, ο Kωνσταντίνος συνειδητοποίησε ότι η νέα αυτοκρατορία θα μπορούσε να δομηθεί γύρω από ένα μερικώς θεοκρατικό σύστημα, το οποίο στα πρότυπα των ανατολίτικων καθεστώτων, θα είχε τον αυτοκράτορα στο επίκεντρο ως αντιπρόσωπο του θεού επί της γης. Bεβαίως, από την άλλη, ο χριστιανισμός είχε και αρκετά ορθολογιστικά στοιχεία - συνέπεια της ελληνικής παιδείας των περισσότερων εκ των πατέρων της εκκλησίας και γενικότερα των ελληνικών επιρροών που ενσωμάτωνε - που βοηθούσαν στο να κρατηθεί η ρωμαϊκή ταυτότητα και συνείδηση, δίχως να εκφυλιστεί σε μία ακόμη ανατολίτικη μοναρχία. Kάπου εδώ λύνεται και το αίνιγμα γιατί ο Kωνσταντίνος επέλεξε το χριστιανισμό. Eίχε κατανοήσει ότι το μέλλον της Pώμης βρισκόταν στην Aνατολή, που ήταν πλουσιότερη, περισσότερο συνεκτική και ευκολότερα υπερασπίσιμη. Παράλληλα, όμως, ο μονοκράτορας συνειδητοποίησε ότι είχε απόλυτη ανάγκη από έναν ενοποιητικό παράγοντα που θα έδινε στους ετερόκλητους πληθυσμούς που συλλήβδην αποκαλούνταν "Pωμαίοι" μία νέα ταυτότητα. Kαθώς στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας το χριστιανικό στοιχείο ήταν ισχυρό, ήταν λογικό ότι θα προτιμούσε αυτό ακριβώς το στοιχείο για να χτίσει πάνω του το οικοδόμημα της Nέας Pώμης. Eκ του αποτελέσματος, θα λέγαμε ότι η ιστορία τον δικαίωσε. Eκμεταλλευόμενος την ανάδειξή του σε μία από τις επίσημες θρησκείες της αυτοκρατορίας και βεβαίως τον τεράστιο ενιαίο χώρο της επικράτειας της Pώμης, όπου ιδέες, εμπορεύματα και άνθρωποι πηγαινοέρχονταν ελεύθερα, ο χριστιανισμός έγινε η κυρίαρχη - και μοναδική, για αιώνες - θρησκεία στις περιοχές αυτές. H μετέπειτα Bυζαντινή αυτοκρατορία, όπως ονομάστηκε από τους ιστορικούς το κρατικό μόρφωμα στο οποίο εξελίχτηκε η ανατολική Pωμαϊκή αυτοκρατορία, όχι μόνο επιβίωσε της πτώσης της Pώμης, αλλά έγινε και μία από τις πλέον μακρόβιες αυτοκρατορίες, αφού παρέμεινε στο προσκήνιο της ιστορίας για 1.000 χρόνια.

Eδώ υπάρχει λοιπόν ένα ιστορικό αίνιγμα: γιατί ο Mαξέντιος, που προνοητικά είχε συγκεντρώσει τεράστιες ποσότητες τροφίμων μέσα στην πόλη για να αντέξει μία παρατεταμένη πολιορκία, διακινδύνευσε τα πάντα βγαίνοντας να συναντήσει στο πεδίο της μάχης έναν στρατό ανώτερο σε μαχητική αξία από το δικό του και έναν στρατηγό που σε πολλές περιπτώσεις είχε αποδείξει την ανωτερότητά του;
Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση και τους συγγραφείς που περιγράφουν τα γεγονότα της μάχης, η πράξη του Mαξέντιου οφείλεται σε "θεία παρέμβαση". Aν θέλουμε να δούμε ορθολογιστικά το θέμα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι νίκες του Kωνσταντίνου, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, είχαν καταστήσει επισφαλή τη θέση του Mαξέντιου, ο οποίος φοβόταν ότι στην περίπτωση παρατεταμένης πολιορκίας θα είχε να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο προδοσίας από μέρους της Συγκλήτου και αξιωματούχων του στρατεύματός του. Aλλωστε με προδοσία - προσεταιριζόμενος μέρος του στρατού του - είχε εξουδετερώσει τον Σεβήρο και ο ίδιος ο Mαξέντιος. Oμως, την εποχή εκείνη, στο πλευρό του βρισκόταν ο πατέρας του, ο επιφανής Mαξιμιανός. Aντίθετα, τώρα ο Mαξέντιος ήταν μόνος.
H στρατιά του Mαξέντιου παρατάχθηκε σε απόσταση από την γέφυρα, στο Campus Martius που ανοίγεται στην πεδιάδα. Eλάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για την ίδια τη μάχη. Oι λίγοι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την εποχή αυτή έγραφαν απλώς για να δοξάσουν τον Kωνσταντίνο και δεν θεώρησαν απαραίτητο να καταγράψουν λεπτομερειακά τις παρατάξεις, τις δυνάμεις των δύο αντιπάλων και τα στάδια της μάχης.
Πριν από τη μάχη, ο Mαξέντιος προκάλεσε την τύχη του για δεύτερη φορά. Kατέστρεψε ένα μέρος της Mουλβίας γέφυρας, για να σιγουρευτεί ότι ο αντίπαλός του δεν θα μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει για να διασχίσει τον Tίβερη, σε περίπτωση που νικούσε ο Kωνσταντίνος. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, η γέφυρα απλώς είχε αφεθεί να καταρρεύσει και ο Mαξέντιος αμέλησε να διατάξει την επισκευή της. Για να εξασφαλίσει το πέρασμα των στρατευμάτων του στην απέναντι όχθη, διέταξε να στηθεί μία πρόχειρη ξύλινη γέφυρα, πιθανότατα με τη χρήση και βαρκών. Aυτό το λάθος θα αποδεικνυόταν μοιραίο.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Λακτάντιου, ο Mαξέντιος είχε στείλει το στρατό του να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του Kωνσταντίνου, έχοντας κατά νου, ακόμη κι αν ηττηθεί στην τελευταία, αποφασιστική μάχη, να οχυρωθεί στην πόλη την οποία είχε προετοιμάσει για να αντέξει μακροχρόνια πολιορκία και να περιμένει έως ότου εξωγενείς παράγοντες αναγκάσουν τον Kωνσταντίνο να αποχωρήσει. Oμως, μία εξέγερση του πληθυσμού τον ώθησε, γράφει ο Λακτάντιος, να αναζητήσει έναν χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο: "τη μέρα αυτή, ο εχθρός της Pώμης θα χαθεί". Eκείνος που χάθηκε ήταν ο ίδιος ο Mαξέντιος, που με την προσωπική του σωματοφυλακή πέρασε την ξύλινη γέφυρα και παρατάχθηκε μαζί με τις δυνάμεις του.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Kωνσταντίνος οδηγούσε τις δικές του δυνάμεις, που υστερούσαν αριθμητικά σε σχέση με αυτές του αντιπάλου του, αλλά υπερτερούσαν σε μαχητική αξία και ηθικό. Hταν η 28η Oκτωβρίου 312 και η μάχη που θα άλλαζε την ιστορία ήταν έτοιμη να ξεκινήσει.
H σύγκρουση ήταν σφοδρή. Oι δύο στρατοί ήταν αμφότεροι "ρωμαϊκοί", οπότε καμία πλευρά δεν είχε την αποφασιστική τακτική υπεροχή. H ανωτερότητα του Kωνσταντίνου ως στρατηγού και η υψηλή μαχητική αξία των εμπειροπόλεμων λεγεωνάριών του ήταν αποφασιστικές. Aν και στα πρώτα στάδια της μάχης οι λεγεώνες του Mαξέντιου κρατούσαν με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα το μέτωπο, σιγά-σιγά οι άνδρες του Kωνσταντίνου άρχισαν να κυριαρχούν. Oι τύχες της μάχης έγειραν προς την πλευρά εκείνου που είχε προετοιμαστεί καλύτερα για τη σύγκρουση και αυτός ήταν ο Kωνσταντίνος. Tο ισχυρό γερμανικό ιππικό του έτρεψε σε φυγή τους Γαλάτες και Pωμαίους ιππείς του Mαξέντιου και έπεσε πάνω στο πεζικό. Oι στρατηγοί του Mαξέντιου προσπάθησαν να διασώσουν ό,τι ήταν δυνατόν, κάνοντας μία απέλπιδα προσπάθεια για να απαγκιστρωθούν δίχως να διαλυθεί το στράτευμα. Aλλωστε, η ασφάλεια των τειχών της Pώμης ήταν κοντά και, οχυρωμένοι πίσω από αυτά, θα μπορούσαν να συνεχίσουν τον αγώνα. Oμως η αμέλεια του Mαξέντιου τους είχε ήδη καταδικάσει. H ξύλινη γέφυρα δεν άντεξε το βάρος των χιλιάδων στρατιωτών που προσπαθούσαν άτακτα να περάσουν ταυτόχρονα στην αντίπερα όχθη. Mε έναν ανατριχιαστικό ήχο, οι αρμοί της άρχισαν να διαλύονται, επιτείνοντας τον πανικό των έντρομων λεγεωνάριων. O ίδιος ο Mαξέντιος βρισκόταν μεταξύ των πρώτων που προσπάθησαν να περάσουν τη γέφυρα και πάνω στη σύγχυση κατέληξε στον Tίβερη, όπου δεν είχε την παραμικρή ελπίδα να επιπλεύσει εξαιτίας της βαριάς πανοπλίας του.
Iδού πώς περιγράφει, με συντομία, ο Λακτάντιος τη φυγή και το χαμό του Mαξέντιου: "H γέφυρα πίσω του ήταν γκρεμισμένη. Kαθώς το είδαν αυτό (οι στρατιώτες), η μάχη άναψε περισσότερο. Tο χέρι του Kυρίου επικράτησε και οι δυνάμεις του Mαξέντιου ετράπησαν σε φυγή. Kι εκείνος προσπάθησε να διαφύγει μέσω της κατεστραμμένης γέφυρας, αλλά οι μυριάδες στρατών τον πίεζαν και κατέληξε να βουτήξει με το κεφάλι στον Tίβερη".
Παρόμοια ήταν η τύχη και πολλών από τους άνδρες του. H γέφυρα δεν άντεξε και διαλύθηκε με πάταγο. Eκατοντάδες άνδρες και άλογα κατέληξαν στο ποτάμι όπου οι περισσότεροι, όσοι τουλάχιστον φορούσαν πανοπλίες, πνίγηκαν. Oμως αυτές οι απώλειες δεν ήταν τίποτε μπροστά σε εκείνες που υπέστησαν εκείνοι που είχαν μείνει στην άλλη όχθη του ποταμού. Kαταδιώκοντάς τους, οι άνδρες του Kωνσταντίνου τους πρόλαβαν και αυτό που ακολούθησε ήταν ένα πραγματικό μακελειό. Πανικόβλητοι οι επιζώντες, παραδίδονταν μαζικά στους διώκτες τους και συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι.
Aυτό ήταν το τέλος του Mαξέντιου. Oι γιοι του Kωνστάντιου και του Mαξιμιανού είχαν πολεμήσει για την κυριαρχία της Δύσης και ο Kωνσταντίνος είχε αναδειχθεί νικητής. Στα επόμενα χρόνια, θα έκανε τις πρώτες του απόπειρες για να επεκτείνει την κυριαρχία του και στην Ανατολή, κάτι που θα πετύχει το 324, όταν θα καταστεί αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Βιβλιογραφία
 ΛAKTANTIOΣ, Περί του πώς πέθαναν οι διώκτες
EYΣEBIOΣ THΣ KAIΣAPEIAΣ, O βίος του ευλογημένου αυτοκράτορα Kωνσταντίνου, Eκκλησιαστική Iστορία.
RAMSAY MACMULLEN, Constantine, Dial Press.
RAMSAY MACMULLEN, Christianizing the Roman Empire A.D. 100-400, Yale.
 JACOB BURCKHARDT, The Age of Constantine the Great, University of California Press.
 G.P. BAKER Constantine the Great: And the Christian Revolution, Cooper Square Press.


Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Η εξαήμερη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους βούλγαρους (Οκτώβριος 1040)

 
 
 
Της Αλκμήνης Σταυρίδου-Ζαφράκα
 
 
Η Μακεδονία από το 1025 έως το 1204 – Η κρίση του ΙΑ΄ αιώνος
 
 
             Ο θάνατος του Βασιλείου Β΄, τον Δεκέμβριο του 1025, του αυτοκράτορος που δαπάνησε σαράντα δύο χρόνια από τα πενήντα της βασιλείας του σε πολέμους εναντίον των Βουλγάρων του Σαμουήλ -εξ ου και η προσωνυμία του ως «Βουλγαροκτόνου»- στάθηκε μία καμπή στην ιστορία του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία είχε φθάσει στη μεγαλύτερή της έκταση και ακμή και η εξουσία της αποκαταστάθηκε στη Βαλκανική έως την Αδριατική και τον Δούναβη.

           Την στιβαρή όμως ηγεσία του Βασιλείου διαδέχθηκε μία σειρά από ανίκανους αυτοκράτορες που, περιχαρακωμένοι στα τείχη της Βασιλευούσης, εθελοτυφλούν και επιδίδονται σε απολαύσεις και την ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών, σε άσκοπες οικοδομικές δραστηριότητες, σε απηνή φορολόγηση των καταπονημένων από τους συνεχείς πολέμους αγροτικών πληθυσμών, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους εξωτερικούς εχθρούς. Ανατρέπεται η πολιτική του Βασιλείου του Β΄ κατά των μεγαλογαιοκτημόνων και καταστρέφονται οι μικροκαλλιεργητές, ενώ την θέση των θεματικών στρατιωτών παίρνουν ξένα μισθοφορικά στρατεύματα, λόγω και της νέας τακτικής του πολέμου. Έκδηλη είναι, επίσης, η ηθική κρίση του πνευματικού κόσμου.

             Εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες θα οδηγήσουν την αυτοκρατορία στην κρίση του ΙΑ΄ αιώνος και οι μεταβολές στην κοινωνική και στρατιωτική συγκρότηση θα προοιωνήσουν την φθίνουσα πορεία του Βυζαντίου τους επόμενους αιώνες.

            Οι συνέπειες της πολιτικής των ιθυνόντων και των γραφειοκρατικών κύκλων της πρωτευούσης δεν άργησαν να εκδηλωθούν, είτε ως στασιαστικά κινήματα φιλόδοξων και αγανακτισμένων στρατηγών είτε ως επαναστάσεις αγροτικών πληθυσμών -Ελλήνων και ξένων- κατά της ταμιευτικής πολιτικής του κράτους, με ιδιαίτερες επιπτώσεις και στον χώρο της Μακεδονίας.

           Μία από τις πιο επικίνδυνες συνέπειες υπήρξε η Βουλγαρική Επανάσταση του 1040. Αντίθετα προς την διορατική πολιτική του Βασιλείου του Β΄, ο οποίος είχε διατηρήσει τον φόρο σε είδος των αγροτικών πληθυσμών που ίσχυε και επί Σαμουήλ, ο αδελφός του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Δ΄ (1034-1041) Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, άνθρωπος ιδιοτελής και άπληστος που επινοούσε διαρκώς νέους φόρους, απαίτησε τους φόρους σε χρήμα. Επιπλέον, μετά τον θάνατο του Βούλγαρου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας (Αχρίδος), διόρισε στη θέση του τον ελληνικής καταγωγής Χαρτοφύλακα της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, Λέοντα. Το 1040 ο Πέτρος Δολεάνος, που εμφανίσθηκε ως εγγονός του Σαμουήλ, κήρυξε στο Βελιγράδι επανάσταση κατά του Βυζαντίου, ενώ κατέβηκε νοτιότερα προς τη Ναϊσό και τα Σκόπια σκορπίζοντας τον θάνατο και την ερήμωση. Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ ο Δ΄, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να προσκυνήσει τον τάφο του Αγίου Δημητρίου καθώς έπασχε από επιληψία, επέστρεψε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Δολεάνος δεν κατευθύνθηκε εναντίον της Θεσσαλονίκης, προφανώς λόγω της οχυρώσεώς της. Ένας στρατηγός του όμως κατέλαβε το Δυρράχιο, ενώ άλλο τμήμα του στρατού του κατέβηκε προς τα νότια και κατέλαβε πρόσκαιρα την Δημητριάδα, ενώ συνάντησε σφοδρή αντίσταση στη Θήβα. Τελείως όμως απροσδόκητα στο Κίνημα του Δολεάνου προσχώρησαν οι κάτοικοι του Θέματος Νικοπόλεως στην Ήπειρο (εκτός από τη Ναύπακτο), όχι τόσο από συμπάθεια προς τον Βούλγαρο στασιαστή όσο γιατί ήταν αγανακτισμένοι από την βαριά φορολογία και την καταπίεση του υπευθύνου της εισπράξεως των φόρων, που είχε σταλεί από την Κωνσταντινούπολη.

            Η Επανάσταση του Δολεάνου έλαβε άλλη τροπή, όταν εμφανίσθηκε στο προσκήνιο ο Αλουσιάνος, ανεψιός του Σαμουήλ, που είχε χρηματίσει πατρίκιος και στρατηγός Θεοδοσιουπόλεως στη Μικρά Ασία, κατηγορήθηκε όμως άδικα για προδοσία, φυλακίσθηκε και ο Ορφανοτρόφος του ζητούσε ένα υπέρογκο ποσό για να τον ελευθερώσει. Τελικά, ο Αλουσιάνος κατόρθωσε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στη Μακεδονία. Συνάντησε τον Δολεάνο στον Οστροβό, στη Δυτική Μακεδονία, ο οποίος, από φόβο μήπως οι Βούλγαροι προσχωρήσουν στον Αλουσιάνο, τον ονόμασε συμβασιλέα και του ανέθεσε μάλιστα να καταλάβει την Θεσσαλονίκη. Ο Αλουσιάνος με 40.000 στρατό πολιόρκησε την πόλη, η οποία αντέταξε σθεναρή άμυνα.
 
Άγιος Δημήτριος σε μωσαϊκό μοναστηριού του Κιέβου, το οποίο βρίσκεται τώρα σε μουσείο της Μόσχας
             Ύστερα από έξι ημέρες πολιορκίας οι Θεσσαλονικείς, μετά από ολονύκτια δέηση στο Ναό του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, επιχείρησαν έξοδο «του μάρτυρος προομαλίζοντος» και κατετρόπωσαν τους εχθρούς. Μάλιστα, πολλοί Βούλγαροι αιχμάλωτοι έλεγαν ότι είχαν δει «νεανίαν έφιππον… προηγούμενον της ρωμαϊκής φάλαγγος». Ο Αλουσιάνος μετά την ήττα του, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί από τον Δολεάνο για προδοσία, παρέσυρε τον Δολεάνο και τον τύφλωσε και στη συνέχεια κατέφυγε στον αυτοκράτορα, στη Μοσυνόπολη της Θράκης. Σε αντάλλαγμα, έλαβε τον τιμητικό τίτλο του μαγίστρου. Ο Μιχαήλ έφθασε στη Θεσσαλονίκη και εξεστράτευσε εναντίον των Βουλγάρων ως τον Πρίλαπο, συνέλαβε τον στρατηγό τους Ιβάτζη και αφού αποκατέστησε την τάξη στη Μακεδονία, επέστρεψε μαζί με τον Δολεάνο και τον Ιβάτζη στη Βασιλεύουσα, όπου ετέλεσε θρίαμβο στον ιππόδρομο.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Η Ροτόντα γίνεται πάλι πηγή ζωής

αναδημοσίευση από την Καθημερινή
της ΓΙΩΤΑΣ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ


          Η αποκαθήλωση μιας σκαλωσιάς από ένα μνημείο σε κάθε άλλη περίπτωση θα περνούσε απαρατήρητη. Για τη Ροτόντα όμως αποτελεί ιστορική στιγμή. Επί 38 χρόνια αγκαλιάζει την εσωτερική της τοιχοποιία σε ύψος περίπου 30 μέτρων κρύβοντας τα μοναδικής τέχνης και ομορφιάς εντοίχια βυζαντινά ψηφιδωτά της (4ος-6ος αιώνας). Στήθηκαν μετά τους σεισμούς του 1978 για τις στερεωτικές εργασίες στο πληγωμένο κτίριο κι αργότερα για τη συντήρηση του ψηφιδωτού της διάκοσμου, που απαίτησε αμέτρητες ώρες συλλογικής δουλειάς από την τότε 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Ηρθε όμως η ώρα το εμβληματικό μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO) να απαλλαγεί από την εικόνα του εργοταξίου που παρουσιάζει σήμερα.
Η αντίστροφη μέτρηση για το ξήλωμα της σκαλωσιάς άρχισε τον περασμένο Απρίλιο. Ηταν Μεγάλη Εβδομάδα όταν ο προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης δρ Σταμάτιος Χονδρογιάννης εξέπεμπε SOS προς πάσα κατεύθυνση για τον κίνδυνο που διέτρεχε η Ροτόντα. Εκείνη την περίοδο, από τη χορταριασμένη της στέγη κρέμονταν, κυριολεκτικά, οι κήποι της Βαβυλώνας... Τι σήμαινε αυτό; Τα όμβρια ύδατα άρχισαν να γλείφουν εσωτερικά τον θόλο θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τα αριστουργήματα της ψηφιδωτής τέχνης. Αν η επέμβαση δεν ήταν άμεση, η ζημιά που θα προκαλούσε θα μπορούσε να είναι μη αναστρέψιμη.
          Ο περιφερειάρχης, ο δήμαρχος και, τελικά, ο υπουργός Πολιτισμού, στους οποίους ο έφορος αρχαιοτήτων Πόλης έθεσε ενώπιος ενωπίω την ευθύνη, ανταποκρίθηκαν άμεσα. Το χρηματικό ποσό από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του ΥΠΠΟ που εγκρίθηκε, μικρό (40.000 ευρώ) αλλά σεβαστό στις μέρες μας, όχι μόνο γλίτωσε το μνημείο στο παρά πέντε αλλά έθεσε σε λειτουργία τον μηχανισμό της νέας Εφορείας ώστε η Ροτόντα σύντομα να αποδοθεί στο κοινό χωρίς σκαλωσιές.
Η αποκατάσταση-επικεράμωση της στέγης και, ταυτόχρονα, μικρής εμβέλειας παρεμβάσεις μετέτρεψαν τους τελευταίους μήνες και πάλι τη Ροτόντα σε ζωντανό εργοτάξιο. Στο διάστημα αυτό η Ροτόντα δεν έκλεισε.
        Αντίθετα παρέτεινε το ωράριο της λειτουργίας της έως τις 19.00. Θα αναρωτιέται κανείς: εν μέσω της αστάθειας, πολιτικής και οικονομικής, καλύφθηκαν οι ελλείψεις (φυλακτικού προσωπικού); Κάθε άλλο! Με μια εσωτερική οργάνωση του διαθέσιμου προσωπικού, ο έφορος Πόλης κατάφερε να διευρύνει το ωράριο λειτουργίας. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Περισσότεροι από 1.500 επισκέπτες περνούν καθημερινά το κατώφλι του μνημείου από τον περασμένο Μάιο έως σήμερα.
«Η Ροτόντα αποτελεί μοναδικό μνημείο με μεγάλη επισκεψιμότητα. Παρ’ όλα αυτά παραμένει σκοτεινό, νεκρό, εγκαταλελειμμένο, μη αναγνωρίσιμο στην οικουμένη. Ολοι γνωρίζουν το Πάνθεον της Ρώμης αλλά αγνοούν το “δίδυμό” του, τη Ροτόντα. Ξέρουν τα ψηφιδωτά της Ραβέννας αλλά δεν γνωρίζουν τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης. Αναρωτιέμαι όμως ποια πόλη δεν θα αναδείκνυε έναν τέτοιο μνημειακό πλούτο; Ποιοι επιχειρηματίες δεν θα επένδυαν υποδειγματικά γύρω από ένα μνημείο σαν τη Ροτόντα; Ποιοι φορείς δεν θα διαφήμιζαν παντού τα μοναδικής καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας στον κόσμο ψηφιδωτά της...».
       Με αυτά τα ερωτήματα ο έφορος Πόλης σχεδίασε τη νέα του στρατηγική για τα μνημεία, κλασικά και βυζαντινά. Μια σειρά δράσεων, ενεργειών, επεμβάσεων μπαίνουν σε εφαρμογή, με απόλυτο στόχο μνημεία μεγάλα και μικρά να γίνουν ορατά, φωτεινά, καλαίσθητα, ενσωματωμένα στον αστικό ιστό και στη ζωή, μέρα και νύχτα. «Τα μνημεία είναι πηγές ζωής. Για τον λόγο αυτό αποδίδουμε στο κοινό τον μνημειακό αρχιτεκτονικό πλούτο, καθιερώνουμε θεσμούς βιωματικής γνωριμίας», μας πληροφορεί ο κ. Χονδρογιάννης.




Αναζήτηση χορηγών για τον φωτισμό

        Μία από τις προτεραιότητες είναι και η αντικατάσταση του ευτελούς εκκλησιαστικού εξοπλισμού σε όλους τους βυζαντινούς ναούς που βρίσκονται στον κατάλογο της UNESCO. «Φτηνά ξυλόγλυπτα του μέτρου, πρόχειρης και χαμηλής αισθητικής εκκλησιαστικά έπιπλα αποτελούν προσβολή προς τη βυζαντινή τέχνη», παρατηρεί ο έφορος Πόλης. Η Εφορεία σε δημιουργική συνεργασία με τη Μητρόπολη ανασχεδιάζει εκκλησιαστικό εξοπλισμό (στασίδια, πολυελαίους κ.ά.) που να συνάδει με την αισθητική της βυζαντινής κληρονομιάς.
        Η έναρξη θα γίνει από τη Ροτόντα. Μη φανταστείτε θεαματικές παρεμβάσεις, αφού η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία της αποκατάστασης-συντήρησης είχε ολοκληρωθεί το 2005. Μικρές αναστηλωτικές εργασίες στα ερείπια θα αναδείξουν πρωτοχριστιανικά κτίρια που αποκάλυψε ανασκαφή των αρχών του 20ού αιώνα στην αυλή του. Μια επέμβαση στον περίβολο της ανατολικής εισόδου θα ενώσει οπτικά το μνημείο με την αψίδα του Γαλάριου (Καμάρα) και τον άξονα της Γούναρη. Τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη που βρίσκονται στην αυλή του θα ανασυνθέσουν ένα υπαίθριο μουσείο. Απομακρύνονται κάδοι απορριμμάτων από τις εισόδους, καθαρίζονται τα γκράφιτι στην εξωτερική τοιχοποιία.
         Βασική προϋπόθεση είναι ο φωτισμός. Η Εφορεία προσανατολίζεται γι’ αυτό στην αναζήτηση χορηγών και σε ψηφιακά συστήματα που θα διευκολύνουν τους επισκέπτες να απολαμβάνουν και να μελετούν τις συμβολικές ψηφιδωτές συνθέσεις, οι οποίες σήμερα φαίνονται μόνο από απόσταση 30 μέτρων. Ταυτόχρονα προγραμματίζει χώρο πολυμέσων για εκπαιδευτικά προγράμματα και δράσεις σύγχρονων ψηφιακών εφαρμογών (βρίσκεται για έγκριση στο ΚΑΣ) και καθιερώνει θεσμούς γνωριμίας με το κοινό. Επιπλέον, ως χώρο μνήμης και πολιτισμού με διττή χρήση, μουσειακή και, σχεδόν από την ίδρυσή του, λατρευτική, ξανασυνδέει τη Ροτόντα με την ιστορία. «Σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Ροτόντα ήταν ναός αφιερωμένος στους αρχαγγέλους», εξηγεί ο κ. Χονδρογιάννης. «Για τον λόγο αυτόν θα προτείνουμε συμβολικά την τέλεση μιας ακόμη επίσημης λειτουργίας των Αγίων Ασωμάτων ή Αρχαγγέλων».
          «Δόθηκαν μάχες γι’ αυτό», του υπενθυμίζω. Κάτω από τις σκαλωσιές στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η Θεσσαλονίκη βίωσε τις πιο θλιβερές σκηνές μισαλλοδοξίας για τη μουσειακή ή θρησκευτική του χρήση. «Η Ροτόντα είναι ναός σχεδόν από την ίδρυσή του (αρχές 4ου αιώνα)», απαντά ο κ. Χονδρογιάννης.
          «Πρέπει με κάθε τρόπο να τοποθετηθεί στο κέντρο μνημείων της οικουμένης», τονίζει. «Απώτερος στόχος είναι η αναγνωρισιμότητα του μνημείου που φέρει τα σημάδια 16 αιώνων ιστορίας (χριστιανικός ναός, Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, 1524-1591, μουσουλμανικό τέμενος έως την απελευθέρωση, 1912). Η νέα Εφορεία έβαλε το στοίχημα να παραδώσει στο κοινό ένα κόσμημα».


Όταν οι Βίκινγκς συνάντησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.



                 Την ίδια χρονιά που ο Αλέξιος ανέβηκε στο θρόνο οι Νορμανδοί που είχαν καταλάβει τη βυζαντινή Ιταλία από το 1071 αποβιβάστηκαν στις ακτές της Ηπείρου και με αρχηγό το Ροβέρτο Γυισκάρδο πολιόρκησαν το Δυρράχιο. Για να τους αντιμετωπίσει ο Αλέξιος αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των Βενετών παραχωρώντας τους αποκλειστικά οικονομικά προνόμια. Οι Βενετοί καταναυμάχησαν τον στόλο των Νορμανδών αλλά ο Αλέξιος ηττήθηκε κατά κράτος στο Δυρράχιο. Στη συνέχεια όμως, μετά την επιστροφή του Ροβέρτου στην Σικελία λόγω εσωτερικών προβλημάτων, νίκησε τους Νορμανδούς στην Λάρισα[5] και ανακατέλαβε την Καστοριά. Ο πόλεμος με τους Νορμανδούς τερματίστηκε το 1085 με το θάνατο του Ροβέρτου Γυισκάρδου και τη σύγκρουση για τη διαδοχή του μεταξύ των γιων του Βοημούνδου και Ρογήρου Μπόρσα.


             Κατά το πρώτο μισό του 11ου αι. είχαν εισβάλει στην Κάτω Ιταλία μερικά στίφη Νορμανδών, οι οποίοι αρχικά υπηρέτησαν ως μισθοφόροι τους ηγέτες που στέλνονταν εκεί από την Κωνσταντινούπολη, ύστερα από λίγο όμως έγιναν κύριοι της ωραίας αυτής χώρας, επωφελούμενοι από τις έριδες των Βυζαντινών και Γερμανών αυτοκρατόρων  και συγχρόνως από τις καταστροφικές, ανώμαλες καταστάσεις στις οποίες περιήλθε το ανατολικό κράτος τα τελευταία πενήντα χρόνια.



            Η πολιορκία του Δυρραχίου



                Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος= πανούργος( Νορμανδός ηγέτης) είχε αρχίσει την πολιορκία του Δυρραχίου. Η κατάσταση των φρουρίων( Δυρραχίου) είχε παραμεληθεί σχεδόν όσο και ο στρατός κατά τη θητεία των προηγούμενων βασιλιάδων. Ο Γεώργιος Παλαιολόγος μόλις που πρόλαβε να βελτιώσει κάπως τα οχυρώματα του Δυρραχίου. Όταν έφθασε και ο Βοημούνδος ( γιος του Ροβέρτου) εξόρμησε και πάλι εναντίον του Δυρραχίου, ώστε στα μέσα περίπου του Ιουλίου 1071; στρατοπέδευσαν όλοι μπροστά στην πόλη εκείνη, την κάποτε πολυθρύλητη Επίδαμνο.


            Αλλά αν Ροβέρτος ήταν τέτοιος ηγέτης( ατρόμητος), είχε απέναντι του άνθρωπο ίσο μεν με αυτόν στην ανδρεία και στην πολεμική άσκηση, υπέρτερο ωστόσο κατά το ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του έθνους του. Το μέγεθος του νορμανδικού στρατού, η λαμπρότητα των ιπποτικών πανοπλιών των εχθρών και η μεγάλη φήμη του ηγεμόνα είχαν κάπως φοβίσει τη φρουρά του Δυρραχίου. Αλλά ο Γεώργιος Παλαιολόγος, έχοντας προετοιμάσει κατάλληλα την πόλη και για άμυνα και για επίθεση, περιφερόμενος μέρα και νύχτα στα τείχη για να επιτηρεί την ακριβή εκτέλεση όσων είχαν διαταχθεί, υπενθυμίζοντας σε όλους το καθήκον, το οποίο πρώτος αυτό εκπλήρωνε με προθυμία και μετέδιδε σε όλους το θάρρος που γέμιζε τη δική του καρδιά.
                Αν και ο πεισματάρης Ροβέρτος δεν σταματούσε να επιτίθεται με ποικίλες πολεμικές μηχανές , ο Παλαιολόγος, που δεν του αρκούσε να αποκρούει νύχτα και μέρα τις εφόδους του αντιπάλου, επιχειρούσε εξόδους πολύ μεγαλύτερες από προηγουμένως, κατά τις οποίες πάντα έδινε δείγματα εξαιρετικής γενναιότητας, ενώ πολλές φορές πληγώθηκε βαριά.

Η κατάληψη του Δυρραχίου


Σύγχρονη αναπαράσταση Νορμανδού ιππότη και πεζού.


             Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός, χρονοτριβώντας για λίγο στη Θεσσαλονίκη για να γυμνάσει κάπως τον αυτοσχέδιο στρατό του και να έχει περισσότερες ειδήσεις σχετικά με το Ροβέρτο, πλησίασε το Δυρράχιο στα μέσα Οκτωβρίου, και αμέσως διαμήνυσε στον Παλαιολόγο να πάει στο στρατηγείο. Ο συνετός υπερασπιστής του Δυρραχίου δίστασε αρχικά να υπακούσει, γιατί δεν θεωρούσε φρόνιμο να εγκαταλείψει την πόλη σε μια τόση επικίνδυνη στιγμή, αναγκάστηκε όμως να ενδώσει. Εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά στο βασιλιά και, όταν του εξέθεσε όλα τα σχετικά συμβάντα της πολιορκίας, καθώς και την παρούσα κατάσταση, ρωτήθηκε αν θεωρούσε σωστό να δοθεί η κρίσιμη μάχη με τους αντιπάλους. Ο Γεώργιος Παλαιολόγος απάντησε ότι όχι, και ότι θεωρεί προτιμότερο να αποκλειστεί από παντού ο Ροβέρτος, να πιεστεί με αδιάκοπους ακροβολισμούς, να στερηθεί τ’ απαραίτητα τρόφιμα και να αναγκαστεί έτσι να παραδώσει τα όπλα. Η γνώμη αυτή, την οποία αποδέχονταν πολλοί από τους μεγαλύτερους αξιωματικούς, ήταν ομολογουμένως η πιο συνετή. Αλλά ο Αλέξιος Α' Κομνηνός δεν  την δέχτηκε….


Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Κομνηνός, σε νεαρή ηλικία, την εποχή της μάχης

             Η μάχη πραγματοποιήθηκε στην παραλία γύρω από το Δυρράχιο στις 18 Οκτωβρίου 1081. Η ήττα του Αλεξίου ήταν ολοκληρωτική...
            Το Δυρράχιο τελικά έπεσε τον Φεβρουάριο του 1082 και από εκεί ο Ροβέρτος επιχείρησε την κατάκτηση της υπόλοιπης Ιλλυρίας και, προχωρώντας μέχρι την Καστοριά την κατέκτησε εύκολα…

Βίκινγκ
           Το 1083 η Καστοριά απελευθερώνεται από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό, ενώ τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο Ροβέρτος με αποτέλεσμα  ο στρατός του να διχαστεί και να σκορπίσει…. Όσο για το Δυρράχιο και τα υπόλοιπα φρούρια ανακτήθηκαν όλα από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό.

1081 Μάχη του Δυρραχίου


Αποτέλεσμα:Νίκη των Νορμανδών και κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους της Βορείου Ελλάδος 18 Οκτωβρίου 1081
Πόλεμος & Εχθρός: Εχθρός:
Νορμανδοί
Πόλεμος:
Πόλεμοι εναντίον των Νορμανδών
Τύπος Μάχης:
Μάχη Παράταξης
Το Πεδίο της ΜάχηςΔυρράχιο Ακριβής τοποθεσία:
Δυρράχιο, Αλβανία
Σύγχρονη Χώρα:
Αλβανία

Οι Βυζαντινοί(αυτοκράτωρ: Αλέξιος Α’ Κομνηνός)Οι Εχθροί
Διοικητής:Αυτοκράτωρ Αλέξιος Α’ ΚομνηνόςΡοβέρτος Γυισκάρδος
Δυνάμεις:20-25,00020,000 + 150 πλοία
Απώλειες:5,000 νεκροί, 7,000 λιποτάκτεςΠερισσότεροι από 10,000 νεκροί


Τα στοιχεία της μάχης είναι από τη σελίδα http://www.byzantium.xronikon.com/homegr.html



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Η πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση” και η μεταφυσική της ταυτότητας - Μέρος Ά

 

 
       Η πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση”

 
 
 
   Έχει πάρει τα πάνω της εδώ και κάποιες δεκαετίες στην Ελλάδα, η άποψη ότι τα 1100 χρόνια της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας αποτελούν ένα σκοτεινό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, κατά το οποίο εδιώχθη η φωτεινή φιλοσοφία της Κλασικής αρχαιότητας και επικράτησε ένας θεοκρατικός σκοταδισμός φανατικών Χριστιανών που μισούσαν ο,τι είχε να κάνει με τη φιλοσοφία, την τέχνη, την ποίηση και γενικώς την πολιτιστική δημιουργία της αρχαίας Ελλάδος. Αυτό μέχρι περίπου τον 15ο αιώνα, όπου ξαφνικά ο Πλήθων ο Γεμιστός και οι Δυτικοί πρόδρομοι της Αναγέννησης, ανακάλυψαν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και συνετελέσθη η ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, που ευτυχώς μας έβγαλαν από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα.

     Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται ακριβώς για ιστορική άποψη, διότι κανένας σοβαρός ιστορικός πλέον δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Πρόκειται κυρίως για έναν μύθο που καλλιεργούταν και καλλιεργείται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, από διαφόρους φορείς, προκειμένου να προωθηθούν ιδεολογήματα πολιτικής και εσχάτως και θρησκευτικής φύσεως.

    Δεν θα υπήρχε κάποιος λόγος να ασχοληθούμε με έναν τέτοιο ανιστόρητο μύθο - και δεν θα το κάνουμε ιδιαιτέρως - αν το τελευταίο διάστημα δεν είχε αρχίσει δυστυχώς να αναπαράγεται και μέσα σε ελλαδικούς εθνικιστικούς κύκλους και αν - εδώ είναι το σημαντικότερο - δεν είχε ενδιαφέρον να συνδέσουμε τις “Βυζαντινές” (1) ρίζες της Παραδοσιοκρατίας και του Ταυτοτισμού, με τα σύγχρονα νεανικά κινήματα της Ευρώπης (Γενιά της Ταυτότητας, Traditionalist Youth κ.α.) ή πιθανόν και την 4η Πολιτική Θεωρία του Αλεξάντερ Ντούγκιν.
 

Βυζάντιο, Ισλάμ και ελληνική παιδεία

“Για περισσότερο από χίλια χρόνια το Βυζάντιο αποτέλεσε την έπαλξη, υπό την προστασία της οποίας ζούσε ολόκληρος ο δυτικός κόσμος. Μέσα σ' αυτήν την ασφαλή ζώνη ήταν που μπόρεσε να αναπτυχθεί ο δυτικός πολιτισμός στην πρώτη του φάση, τη μεσαιωνική. Η διαδεδομένη φλυαρία περί δήθεν χιλιετούς παρακμής της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αντιφάσκει προς την τιτάνια στρατιωτική προσπάθεια των τάχα παρηκμασμένων Βυζαντινών. Η εξαιρετική ζωτικότητά τους δεν έγκειται μόνο στη φυσική και υλική αντοχή τους αλλά και στα πολιτιστικά τους επιτεύγματα. Κατ' αρχάς, οφείλουμε να θυμηθούμε ότι το σύνολο σχεδόν της αρχαιοελληνικής γραμματείας που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας διασώθηκε χάρη στους αντιγραφείς χειρογράφων των βυζαντινών σχολών και μοναστηριών. Στο Βυζάντιο - και όχι στην Λατινική Δύση - βρήκε η παράδοση της ελληνικής αρχαιότητας τη φυσική της συνέχεια. Εκεί - και όχι στην Δύση - συνέχιζαν να διαβάζονται, να μελετώνται, να σχολιάζονται και να αντιγράφονται τα μεγάλα έργα των αρχαίων Ελλήνων. Ο κόσμος θα ήταν φτωχότερος, πιθανότατα πολύ φτωχότερος, αν οι Βυζαντινοί δεν πρόσφεραν στην ανθρωπότητα την υπηρεσία αυτή” (Κλάους Όλερ “ Μεσαιωνική Φιλοσοφία. Σύγχρονη Έρευνα και Προβληματισμοί”).

           Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ποίηση αποτέλεσε τη βάση της Βυζαντινής Παιδείας - τόσο με την έννοια της εκπαίδευσης όσο και με την έννοια του Πολιτισμού - αδιαλείπτως στα 1100 χρόνια της Αυτοκρατορίας. Σαφώς υπήρξαν περίοδοι που αναλόγως προσέδιδαν σε αυτή τη βάση έναν μειωμένο ή αυξημένο συντελεστή ισχύος. Όμως, προκαλεί εντύπωση πως ακόμα και τις περιόδους της σύγκρουσης με τους Παγανιστές (4ος – 6ος αιώνας) ή της εικονομαχίας (8ος αιώνας) , ο Όμηρος και οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονταν και μελετούνταν επισταμένως, τόσο στα Βυζαντινά σχολεία - πολλά από τα οποία βρισκόντουσαν μέσα σε Μοναστήρια - όσο και στα Πανεπιστήμια της Αυτοκρατορίας.

        Ο Ράνσιμαν παρατηρεί σχετικά: “Σε όλη τη βυζαντινή ιστορία η ύλη και ο τρόπος της διδασκαλίας δεν ποικίλουν και πολύ. Το πρώτο πράγμα που διδασκόταν ένα παιδί, όταν γινόταν έξι χρονών, ήταν η γραμματική και το “ελληνίζειν την γλώσσαν”. Μ' αυτό, εκτός από το διάβασμα, το γράψιμο, τη γραμματική και το συντακτικό, εξυπακουόταν μια γνώση των κλασικών, καθώς και σχόλια στους κλασικούς, ιδίως στον Όμηρο, που τα έργα του τα μάθαιναν απέξω. Ο Συνέσιος, τον 5ο αιώνα, μιλάει για την ικανότητα του ανιψιού του να αποστηθίζει τον Όμηρο (μάθαινε 50 στίχους την ημέρα), ενώ ο Ψελλός, από πολύ μικρός ήξερε όλη την Ιλιάδα απέξω. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όλοι οι Βυζαντινοί ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν στίχους του Ομήρου. Η Άννα (Σ.Σ: η Κομνηνή) που εξηνταέξι φορές στην “Αλεξιάδα” της αναφέρει στίχους του, σπάνια προσθέτει “το ομηρικόν εκείνο”. Ήταν τελείως περιττό. Και τους άλλους ποιητές τους διάβαζαν και τους μάθαιναν, κανένας όμως δεν είχε την ανώτατη αυτή θέση που διατηρούσε ο Όμηρος”. (Στήβεν Ράνσιμαν, “Βυζαντινός Πολιτισμός”)

          Μετά την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το κλείσιμο της Ακαδημίας και των σχολών της Αθήνας, στα Βυζαντινά Πανεπιστήμια διασώζεται η Αρχαία Γραμματεία με πλήθος αντιγραφών, μεταφράσεων και μελετών. Για αρκετούς αιώνες, οι βασικοί χώροι του γνωστού κόσμου, όπου βρίσκονται, αντιγράφονται και μελετώνται τα αρχαία συγγράμματα είναι τα Πανεπιστήμια, οι Βιβλιοθήκες και τα Νοσοκομεία (2) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέσω αυτών των συγγραμμάτων θα έρθουν σε επαφή οι Άραβες με τον Αριστοτέλη και συγκεκριμένους αρχαίους συγγραφείς, όταν θα βρεθούν Βυζαντινοί λόγιοι στα Χαλιφάτα προκειμένου να ασχοληθούν με τις σχετικές μεταφράσεις.

           Στη Δύση αναπτύχθηκε ένας μύθος: Ότι η Ευρώπη χρωστάει την επαφή της με την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία στο Ισλάμ. Δηλαδή στις Αραβικές μεταφράσεις των αρχαίων Ελλήνων που εν συνεχεία μεταφράστηκαν στα Λατινικά. Αυτός ο μύθος βασίστηκε στην αγνόησή των όσων προαναφέραμε, κυρίως για δύο πολιτικούς λόγους:

          Ό πρώτος έχει να κάνει με την προσπάθεια να αναδειχθεί η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, του Καρλομάγνου και των διαδόχων του, ως ο άμεσος κληρονόμος του Ελληνορωμαϊκού κόσμου, κάτι που προϋπέθετε την αγνόησή του περιβάλλοντος χώρου της εποχής αλλά και την υποτίμηση της χιλιετούς ιστορίας του Βυζαντίου στην συνέχεια.

        Ο δεύτερος έχει να κάνει με την ιδεολογική επικράτηση του Αστισμού, κυρίως υπό τη μορφή του Φιλελευθερισμού. Αυτό προϋπέθετε την αγνόησή των παραδοσιοκρατών φιλοσόφων της πρώτης και δεύτερης Βυζαντινής “Αναγέννησης” και την ανάδειξη των φιλοσόφων του Δυτικού Διαφωτισμού, ως των μοναδικών κληρονόμων και συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.

 
Οι φιλελεύθεροι διαστρέβλωσαν την οπτική για το Βυζάντιο

         Ο Βολταίρος είχε δώσει το ιδεολογικό σύνθημα: “Μία ιστορία πολύ περισσότερο γελοία από τη ρωμαϊκή Ιστορία από την εποχή του Τάκιτου: Η Βυζαντινή Ιστορία. Αυτή η ανάξια λόγου συλλογή δεν περιέχει τίποτε άλλο, παρά μόνο πομπώδεις διακηρύξεις και θαύματα. Είναι το βδέλυγμα του ανθρώπινου πνεύματος, όπως η ελληνική αυτοκρατορία υπήρξε το βδέλυγμα της οικουμένης. Οι Τούρκοι τουλάχιστον ήσαν πιο σωστοί: Νίκησαν, χάρηκαν και έγραψαν ελάχιστα”.

           Τη σκυτάλη πήραν οι Μοντεσκιέ και Γίββων, οι οποίοι, υπό τις ιδεολογικές παρωπίδες του Διαφωτισμού, παρουσίασαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία σαν μια συνεχόμενη παρακμή που χαρακτηρίζεται ως “θρίαμβος του βαρβαρισμού και της θρησκείας”. Λες και θα μπορούσε ποτέ στην ιστορία μια παρακμιακή οντότητα να ζήσει για 1100 χρόνια, αποτελώντας τη μακροβιότερη καταγεγραμμένη Αυτοκρατορία.

Πλέον, όλοι οι σοβαροί ιστορικοί επισημαίνουν την ιδεολογική αφετηρία της συγκεκριμένης αντίληψης:

“Η περιφρονητική μεταχείριση του Βυζαντίου από μελετητές, όπως ο Μοντεσκιέ και ο Εδουάρδος Γίββων, διατήρησε κάποια από την κακεντρέχειά της και στη βικτωριανή εποχή, αλλά άρχισε να απορρίπτεται πολύ πριν το τέλος του 19ου αιώνα, προς όφελος μιας πιο θετικής θεώρησης” (Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, “Ιστορία του Βυζαντίου”, Νεφέλη, Αθήνα 2006, στον πρόλογο του C. Mango)

Παρόλα αυτά, με προεξάρχοντες κυρίως τους θιασώτες του πολυπολιτισμού, συντηρείται η τάση να αγνοείται η τεράστια επιστημονική και φιλοσοφική εργασία των Βυζαντινών λογίων, προκειμένου να προστίθεται στην “παιδεία” των αποδομητών και στην υπεράσπιση της ανάπτυξης των ισλαμικών κοινοτήτων στην σύγχρονη Ευρώπη ένα ανιστόρητο επιχείρημα: “Ένας από τους βασικούς πυλώνες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, δεν θα ήταν κτήμα μας αν δεν είχαν διδάξει οι Μουσουλμάνοι στους Ευρωπαίους, τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς”.

Ο Σεραφείμ Φυντανίδης, από το περιοδικό “Επίκαιρα” (3/3/2011), μας μαθαίνει το πόσα χρωστάμε στον Ισλαμοαραβικό κόσμο, με το κείμενο του “Το ξύπνημα ενός ξεχασμένου Ισλάμ”, το οποίο αναδημοσιεύει ως “καταπληκτικό άρθρο” η ιστοσελίδα των εν Ελλάδι μουσουλμάνων islam.gr. Εκεί, μας εξηγεί ότι αν οι Άραβες που κατείχαν την Ισπανία δεν είχαν μεταφράσει τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς στα Λατινικά, η Ευρώπη δεν θα είχε ξυπνήσει ποτέ από τον Μεσαίωνά της.

Όσο, όμως, οι σπόνσορες της πολυπολιτισμικής “διανόησης”, ιστορικοφλυαρούν υποδυόμενοι πως αγνοούν δεκάδες ιστορικούς, από τον Παπαρρηγόπουλο έως τον Ράνσιμαν, τόσο εμφανίζονται νέες μελέτες και επιστήμονες που έρχονται να επιβεβαιώσουν τα όσα αυτοί έχουν διατυπώσει τους τελευταίους δύο αιώνες.

Οι ρίζες της Ευρώπης

Ο Γάλλος καθηγητής της Μεσαιωνικής Ιστορίας Σιλβέν Γκουγκενέμ, στο βιβλίο του “Ο Αριστοτέλης στο Μont Saint-Μichel. Οι Ελληνικές Ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης” (Εκδ. Seuil και “Ολκός” το 2009), μας παρουσιάζει την ιστορία του Ιακώβου της Βενετίας. Πρόκειται για έναν Έλληνα ή Ιταλό λόγιο που, αφού έζησε στην Κωνσταντινούπολη, εργάστηκε στο αββαείο του Μont Saint-Μichel από το 1127 μέχρι τον θάνατό του, το 1150. Εκεί, μετέφρασε από Βυζαντινά χειρόγραφα στα λατινικά τα σημαντικότερα έργα του Αριστοτέλη.

Ο Γκουγκενέμ, δίνοντας συνέντευξη στην εφημερίδα “Καθημερινή” (17/06/2012), επισημαίνει τα εξής:

“Δεν υποστήριξα ότι δεν υπήρξε μεταφορά γνώσης από τον μουσουλμανικό κόσμο. Υποστήριξα ότι υπήρξε επίσης μεταφορά γνώσης και από τον βυζαντινό κόσμο. Και η μεταφορά αυτή δεν άρχισε το 1453, αλλά τον 10ο αιώνα. Αφορούσε τη φιλοσοφία, τη ζωγραφική, την τέχνη. Έπειτα έφθασαν τα κείμενα των ιστορικών, του θεάτρου και άλλα. Υπήρχαν δύο δρόμοι για την άφιξη της ελληνικής γνώσης στη δυτική Ευρώπη: Ένας βυζαντινός και ένας αραβομουσουλμανικός.

Το πρώτο πλεονέκτημα της βυζαντινής οδού ήταν ότι τα ελληνικά κείμενα μεταφράζονταν απευθείας στα λατινικά. Τα κείμενα που έφθαναν από τον αραβικό κόσμο μεταφράζονταν αρχικά από τα ελληνικά στα αραβικά, έπειτα από τα αραβικά στα λατινικά: Όσο περισσότερες μεταφράσεις, τόσο μεγαλύτεροι οι κίνδυνοι για λάθη.

Δεύτερο πλεονέκτημα: Όλη η ελληνική γνώση έφθανε από το Βυζάντιο, όπου είχε συντηρηθεί άθικτη (ιστορία, θέατρο, επιστήμες, φιλοσοφία). Αν σήμερα μπορούμε να διαβάζουμε την Ιλιάδα ή τους Διαλόγους του Πλάτωνα, αυτό το χρωστάμε στο Βυζάντιο, κάτι που δεν περιλαμβάνεται καν στην Ιστορία της Ευρώπης”.

Η αλήθεια των αριθμών είναι συντριπτική. Σύμφωνα με τον ιστορικό της φιλοσοφίας Λίνο Μπενάκη: “Σήμερα σώζονται στη Δύση 7.820 αριστοτελικά έργα μεταφρασμένα από τα ελληνικά στα λατινικά και μόλις 1.944 από τα αραβικά” (εφ. Ελευθεροτυπία, 21-12-2010). Ο Michael H. Harris επισημαίνει: “Τουλάχιστον το 75% των γνωστών σήμερα Αρχαίων Ελλήνων κλασσικών μάς έγιναν γνωστοί μέσω Βυζαντινών χειρογράφων” (Michael H. Harris, History of Libraries in the Western World, 1995).

Ο P. Lemerle, στη μελέτη του για την πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση”, ξεκαθαρίζει και την παραφιλολογία της μεταφοράς των αρχαίων κειμένων από το Ισλάμ στο Βυζάντιο, με αυστηρή βάση τα σύγχρονα ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα:

“Με τις σημερινές γνώσεις μας, νομίζω ότι πρέπει να απορρίψουμε χωρίς δισταγμό την υπόθεση – a priori ήδη ελάχιστα αληθοφανή – ότι η διατήρηση στο γειτονικό Ισλάμ κάποιας ελληνικής παράδοσης και ελληνικών χειρογράφων προκάλεσε στο Βυζάντιο ένα είδος αναγέννησης. (...) Δεν έχουμε καμιά απόδειξη, ούτε καν ένδειξη, ότι υπήρξε αντίστροφη κίνηση, από το Ισλάμ προς τις ελληνόφωνες χώρες, προς το Βυζάντιο. Η Βαγδάτη μπορεί να προμηθεύτηκε μερικά κείμενα από το Βυζάντιο, (...) δεν έχουμε όμως παραδείγματα χειρογράφων που πήγαν στη βυζαντινή αυτοκρατορία από το χαλιφάτο. Με άλλα λόγια, αυτή την εποχή διαπιστώνεται μια φανερή επίδραση του αρχαίου ελληνισμού στον ισλαμισμό, αλλά δεν έχουμε κανένα σημάδι έμμεσης μετάδοσης του αρχαίου ελληνισμού στον μεσαιωνικό, βυζαντινό ελληνισμό με τη μεσολάβηση του Ισλάμ. (...) Είναι λοιπόν βέβαιο, και αυτό ακριβώς έχει σημασία για μας, ότι ο Φώτιος προμηθεύτηκε σε βυζαντινό έδαφος και διάβασε στην Κωνσταντινούπολη τα ελληνικά βιβλία που αναλύει στη Βιβλιοθήκη του” (...) ”Ενώ η αναγέννηση του ελληνισμού στο Βυζάντιο αγκαλιάζει, προοδευτικά και λίγο πολύ γρήγορα, όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτων – στους οποίους περιλαμβάνονται και η ποίηση, το θέατρο, η ρητορική, η ιστορία κτλ.–, το Ισλάμ ενδιαφέρθηκε μόνο για τις θετικές επιστήμες και για τη φιλοσοφία, και μάλιστα όχι για όλη τη φιλοσοφία, παρά μόνο για την αριστοτελική λογική και για μερικές πλευρές, λίγο πολύ παραμορφωμένες, του νεοπλατωνισμού. Το Ισλάμ έμεινε έτσι έξω από τον πνευματικό και τον καλλιτεχνικό κόσμο των Ελλήνων” (P. Lemerle: “Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός”).

Στην πραγματικότητα, ο Ισλαμικός κόσμος ενδιαφέρθηκε κυρίως για τα αρχαία συγγράμματα που άπτονταν των θετικών επιστημών και κάποια επιλεγμένα κομμάτια φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας θεωρήθηκαν προβληματικά ή απαγορευμένα για τη Μουσουλμανική πίστη. Η Ιλιάδα μεταφράστηκε στα αραβικά για πρώτη φορά μόλις στα 1887, στο Κάιρο, από τον Σουλεϊμάν al Bustani, χριστιανό Μαρωνίτη του Λιβάνου. Η αρχαία ποίηση, η τραγωδία, η κωμωδία, ρητορικά κείμενα, καθώς και αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί, δεν ενεκρίθησαν από τα Ισλαμικά ιερατεία του Μεσαίωνα και ως εκ τούτου δεν μεταφράστηκαν στα Αραβικά.

Την ίδια περίοδο, όπως είδαμε, όλος αυτός ο πλούτος αποτελεί κτήμα της Βυζαντινής Παιδείας, η οποία εξερχόμενη από τον αιώνα της εικονομαχίας και εν όψει της πρόκλησης ενός διπλού πολιτιστικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού, θα αντιδράσει με γονιμότητα, δημιουργώντας από τις αρχές του 9ου αιώνα, την πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση”.

Η πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση”

“Ως την λατινική κατάκτηση, η Κωνσταντινούπολις ήταν η αναμφισβήτητη πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού πολιτισμού” (Στ. Ράνσιμαν “Βυζαντινός Πολιτισμός”)

Το γεγονός αυτό που επισημαίνει ο Ράνσιμαν, στις αρχές του 8ου αιώνα, αποτελούσε την ζώσα πραγματικότητα του διεθνούς στάτους κβο. Οι τρεις πυλώνες του ευρωπαϊκού Πολιτισμού (αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Ρωμαϊκό δίκαιο, Χριστιανισμός), είχαν ως πρωτεύουσά τους την Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρισκόντουσαν οι μεγαλύτερες βιβλιοθήκες και το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ηγούνταν της μελέτης των κλασικών. Εκεί διασώθηκε, ανανεώθηκε και κωδικοποιήθηκε το Ρωμαϊκό δίκαιο και η Νομική σχολή της Κωνσταντινούπολης συνέχιζε να μελετά και να διατηρεί το μονοπώλιο της παραγωγής Νομικών του συγκεκριμένου δικαίου. Εκεί γινόντουσαν οι οικουμενικές σύνοδοι, με τη συμμετοχή ακόμα του Πάπα, που καθόριζαν το Χριστιανικό δόγμα.

Στον αιώνα όμως που ακολούθησε, αναπτύσσονται παράλληλα δύο σημαντικά γεγονότα, που απειλούν να μεταβάλουν αυτό το στάτους κβο. Το πρώτο και σημαντικότερο είναι η Ισλαμοαραβική επέκταση, με το Χαλιφάτο των Αββασιδών να καταλαμβάνει όλον τον ζωτικό χώρο της Αυτοκρατορίας σε Αν. Μεσσόγειο, Β. Αφρική και να πατάει πλέον και σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το δεύτερο είναι η αναγόρευση, από τον Πάπα, του Καρλομάγνου σε “Αυτοκράτορα των Ρωμαίων” (τίτλος που μέχρι τότε άνηκε μόνο στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα) και η δημιουργία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Δύσης.

Το δεύτερο, εκτός από κάποια ζητήματα εδαφικών διαφορών στη Βενετία και θέματα τίτλων στα οποία φρόντισε και ο Καρλομάγνος να είναι διακριτικός, δεν απασχολούσε προς το παρόν ιδιαιτέρως του Βυζαντινούς. Εκτός από μια εκστρατεία του Βυζαντινού στόλου στην Βενετία προκειμένου να διασφαλιστεί η Αυτοκρατορική κυριαρχία στην περιοχή, προτιμήθηκε τα ζητήματα να λυθούν κυρίως δια της διπλωματικής οδού, όπως και έγινε.

Το θέμα όμως της Ισλαμικής επέκτασης ήταν άμεσο και πιεστικό. Ήδη, οι Άραβες είχαν πολιορκήσει δύο φορές την Βασιλεύουσα, την πρώτη μάλιστα για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Οι Άγιοι Τόποι, που απελευθέρωσε με επικούς αγώνες ο Ηράκλειος, είχαν επανακαταληφθεί. Η δε μονοκρατορία του Βυζαντινού στόλου στην Μεσόγειο αμφισβητούταν πλέον δυναμικά από τον Αραβικό στόλο, με πολύ δυσμενή αποτελέσματα στο Βυζαντινό εμπόριο που αποτελούσε την κύρια πηγή πλούτου της Αυτοκρατορίας.

Η πολιτιστική μάχη με το Ισλάμ

Δίπλα στις σκληρές στρατιωτικές μάχες, που είχαν να δώσουν οι Βυζαντινοί απέναντι στον Ισλαμικό επεκτατισμό (3), αναδείχθηκε και άλλη μία: Η πολιτιστική.

Οι Αββασίδες δημιουργούν στη Βαγδάτη και στην Κόρδοβα φημισμένες βιοτεχνίες χαρτιού και αρχίζουν να μεταφράζουν και να σχολιάζουν αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, υπό το πρίσμα πάντα και την αυστηρή λογοκρισία του Ισλαμικού ιερατείου. Αυτό συντελείται σε μία περίοδο που το Βυζάντιο συνταράσσεται από την έριδα της εικονομαχίας. Μέσα σε αυτή την εμφύλια διαμάχη πυρπολείται το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης μαζί με την βιβλιοθήκη του και τους εικονολάτρες καθηγητές του. Το κέντρο της μελέτης και της αναπαραγωγής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, κινδυνεύει να μετατοπιστεί από τον Χριστιανικό κόσμο στο Ισλάμ.

Με την ήττα των εικονομάχων και την αποκατάσταση των εικόνων και της Ορθόδοξης Θεολογίας, η αντίδραση των Βυζαντινών στην πολιτιστική μάχη με το Ισλάμ, θα είναι άμεση και αποτελεσματική. Ο καίσαρας Βάρδας θέτει υπό την άμεση μεριμνά του την επαναλειτουργία και αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου της Πόλης, που ήταν το πρώτο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης και έως την εικονομαχία εθεωρείτο το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Αυτοκρατορίας αλλά και όλου του γνωστού τότε κόσμου.

“Ο Βάρδας στελέχωσε το Πανεπιστήμιο (Πανδιδακτήριον) με κατάλληλο διδακτικό προσωπικό και το εγκατέστησε σε αίθουσες του ανακτόρου της Μαγναύρας, τμήμα του οποίου είχε φροντίσει να διατεθεί γι’ αυτόν τον σκοπό. Πρώτος καθηγητής διορίστηκε ο Λέων ο φιλόσοφος ή Μαθηματικός (790-869), που είχε προηγουμένως διδάξει ιδιωτικά και δημόσια στην Κωνσταντινούπολη για 15 έως 20 έτη (820-838 περίπου) και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη λόγω της ευρείας μόρφωσής του.

Για τον Λέοντα, ο Αββασίδης χαλίφης Al Mamûn (818-833), ο οποίος είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή του από έναν βυζαντινό μαθητή του φιλοσόφου, αιχμάλωτου των Αράβων, προσέφερε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842) το ποσό των 20 κεντηναρίων χρυσού προκειμένου να τον “δανειστεί” για μερικούς μήνες. Ο Θεόφιλος προτίμησε όμως να αποποιηθεί την προσφορά και να τον διορίσει δημόσιο διδάσκαλο στην πρωτεύουσα, όπου ο Λέων έδινε τακτικά διαλέξεις στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων. Ο Λέων υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές στον χώρο των γραμμάτων τον 9ο αιώνα. Υπήρξε μία μορφή πανεπιστήμονα που ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, τη γεωμετρία, την αστρονομία και την αστρολογία, ενώ του αποδίδονται και διάφορες πρακτικές εφαρμογές” (Σπύρος Παναγόπουλος Υπ. Δρ. Βυζαντινής Φιλολογίας και Τέχνης Παν/μίου Πατρών: “Η Ανώτατη Εκπαίδευση στο Βυζάντιο”).

Από εκείνη τη στιγμή και για τους επόμενους αιώνες προβάλει η πρώτη Βυζαντινή “Αναγέννηση” ή η πρώτη περίοδος του Βυζαντινού Ουμανισμού, όπως έχει επικρατήσει να αναφέρεται από τους Βυζαντινολόγους (4).

Οι Αυτοκράτορες θέτουν υπό την ενεργό προστασία τους τις τέχνες και τα γράμματα. Μεγάλοι φιλόσοφοι αναδεικνύονται στους επιστημονικούς και θεολογικούς κύκλους. Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αναδιοργανώνεται, συστηματοποιείται και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα γεννώνται. Ο Βυζαντινός Πολιτισμός απαντάει στη βίαιη επέκταση του Ισλάμ προς τη Δύση με τη δική του πνευματική επέκταση βορειοανατολικά, στον Σλαβικό κόσμο. Μέσα σε αυτόν τον οργασμό γεννιούνται γίγαντες του Πνεύματος.

Μορφές της Αναγέννησης

Ο Μιχαήλ Ψελλός, “ο δαιμόνιος αυτός Βυζαντινός που ο Ουίλ Ντυράν ονομάζει Βολαταίρο του Βυζαντίου” (Π. Κανελόπουλος “Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος”), είναι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος που οργάνωσε τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανδιδακτηρίου, με βάση ένα πρόγραμμα μαθημάτων το οποίο ήταν εμπνευσμένο από την Πολιτεία του Πλάτωνα.

Ο Μέγας Φώτιος, ο εγκυκλοπαιδιστής και μετέπειτα Πατριάρχης, θεωρείται ο κατεξοχήν Αριστοτελιστής φιλόσοφος του Βυζαντίου. Συνέγραψε μεταξύ άλλων την “Μυριόβιβλο” ή “Βιβλιοθήκη”, που αποτελείται από δεκάδες τόμους στους οποίους συγκεντρώνει εκατοντάδες αποσπάσματα και κάνει περίληψη εκατοντάδων βιβλίων από την αρχαία έως τη σύγχρονή του γραμματεία. Χάρη στην “Μυριόβιβλο” γνωρίζουμε συγγραφείς και κείμενα που αλλιώς θα είχαν χαθεί, όπως πολλά άλλα, στην πυρπόληση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204.

Ο Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος, μαθητής του Λέοντος, ο οποίος αφού έγινε μοναχός έλαβε το όνομα Κύριλλος, μαζί με τον αδελφό του Μεθόδιο, ανέλαβαν να μεταδώσουν τον Χριστιανισμό στους Σλάβους. Συνέθεσαν το Σλαβικό Αλφάβητο και μετέφρασαν την Αγία Γραφή στα Σλαβικά.

Ο Αρέθας, μαθητής του Φωτίου και μετέπειτα επίσκοπος Καισαρείας. Πέραν του πλούσιου λαογραφικού του έργου, περιέσωσε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, κάνοντας παραβολή των κειμένων με τα χειρόγραφα των αντιγραφέων. “Στον Αρέθα χρωστάμε τον κώδικα των έργων του Πλάτωνος που υπάρχει στην Οξφόρδη” (Π. Κανελόπουλος “Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος”).

Την ίδια περίοδο, ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος δίνει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην κατάρτιση εγκυκλοπαιδικών συλλογών. Εκτός από τις εργασίες του ίδιου του Αυτοκράτορα, εκείνη την εποχή συγγράφει ο Σουίδας το λεξικό του και ο Κωνσταντίνος Κεφαλάς την “Παλατινή Ανθολογία” του.

“Η Βιβλιοθήκη του Φωτίου, η “Ελληνική Ανθολογία”, οι “Εκλογές” του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, η Σούδα, τα σχόλια του Ευσταθίου στον Όμηρο, αντιπροσωπεύουν μεγάλα έργα της φιλολογικής επιστήμης” (Cyril Mango: “Βυζάντιο – Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης”)

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, εκτός από το αξιόλογο ποιητικό του έργο, θα θέσει μαζί με τον Νικήτα Στηθάτο τις φιλοσοφικές και θεολογικές βάσεις του ησυχασμού, που θα αποτελέσει στην συνέχεια την πεμπτουσία του Ορθόδοξου μυστικισμού.

Ακολουθούν μεγάλες πνευματικές μορφές όπως η Άννα η Κομνηνή, οι αδελφοί Ακομινάτοι, ο Ευστάθιος και δεκάδες άλλοι που θα συνεχίσουν το τεράστιο αυτό έργο έως τη δεύτερη περίοδο του Βυζαντινού Ουμανισμού. Ενδεικτική της αποκορύφωσης της πνευματικής και στρατιωτικής προσπάθειας των Βυζαντινών εκείνης της εποχής, είναι και η συγγραφή του έπους του “Διγενή Ακρίτα”, που πέρασε από τον ανώνυμο ποιητή του στην λαϊκή παράδοση, η οποία ύμνησε τους σκληροτράχηλους αγώνες των Ακριτών κατά του επελαύνοντος Ισλάμ.

Στη συνέχεια, θα δούμε πως οι μεγάλοι φιλόσοφοι αυτής της ξεχασμένης Ευρωπαϊκής “Αναγέννησης”, έθεσαν τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές βάσεις πάνω στις οποίες μπορούν να ακουμπήσουν τα σύγχρονα κινήματα του Ταυτοτισμού και της Παραδοσιοκρατίας.

Σημειώσεις:
1) O όρος “Βυζάντιο”, “Βυζαντινός” κ.λπ είναι νεότερος και δεν χρησιμοποιούταν την εποχή της Αυτοκρατορίας, η οποία επονομαζόταν Ρωμανία ή Νέα Ρώμη. Επειδή όμως πλέον έχει επικρατήσει στους επιστημονικούς κύκλους και γενικώς στο κοινό ο όρος “Βυζαντινή Αυτοκρατορία”, θα τον χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να συνεννοηθούμε καλύτερα.
2) Τα Νοσοκομεία αποτελούν μια εφεύρεση των Βυζαντινών κοινωνικών θεσμών και ξεκίνησαν να λειτουργούν είτε υπό την αιγίδα Μοναστηριακών κοινοτήτων είτε υπό την αιγίδα του Αυτοκράτορα. Παράλληλα, λειτουργούσαν ως ιατρικές σχολές που διέθεταν τεράστιες βιβλιοθήκες μέσα στις οποίες μελετούνταν τα έργα του Ιπποκράτη αλλά και όλων των αρχαίων θετικών επιστημόνων.
3) Οι Άραβες θεωρούσαν τους “Ρούμ” (Ρωμιούς) ακατάβλητους πολεμιστές και εξαιρετικά δύσκολους αντίπαλους. Άραβες συγγραφείς παρομοιάζουν την ικανότητά των Βυζαντινών να ανασυγκροτούνται μετά την ήττα και να αντεπιτίθενται, με την λερναία ύδρα που της έκοβες ένα κεφάλι και ξεπετάγονταν αμέσως άλλο. Οι συνεχόμενες αποτυχίες τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, είχαν δημιουργήσει στον Ισλαμικό κόσμο προφητείες σύμφωνα με τις οποίες η Βασιλεύουσα δεν θα εκπορθούνταν ποτέ εις τους αιώνες.
4) Η δεύτερη περίοδος είναι μεταξύ 13ου και 15ου αιώνα, μετά το σοκ της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους.

του Γιάννη Παναγιωτακόπουλου
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Patria, τεύχος 40
Το δεύτερο μέρος της μελέτης βρίσκεται στο τεύχος 41 του περιοδικού Patria,
που κυκλοφορεί στα περίπτερα